ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Με βάση το αρχείο του Σταύρου Γ. Καπετανάκη, προέδρου της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών και της Σοφίας Στ. Καπετανάκη, Επίκουρης Καθηγήτριας του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, καθώς και με την επιμέλεια του Ντόναλντ-Γεωργίου Μακφαίηλ τ. Διευθυντή της ‘’Ολυμπιακής Εταιρείας’’ παρουσιάζονται διάφορα θέματα από την ιστορία της Μάνης, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί για να εξυπηρετούν τους ίδιους στις μελέτες τους. Τώρα καταχωρίζονται στο διαδικτυο σε οκτώ ενότητες για να χρησιμεύσουν στους ενδιαφερόμενους. Πρόκειται για εργασίες που είχαν δημοσιευθή ή ετοιμάζονταν για να δημοσιευθούν, αλλά παράλλξλα και αποθήκευση ιστορικού υλικού για κάθε μελλοντική εξεργασία
Επειδή η συγκέντρωση του υλικού άρχισε πριν από μερικές δεκαετίες δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος παρουσίασης και η γλώσσα έχει ακολουθήσει τη μετάβαση από την καθαρεύσουσα στη δημοτική κ.ά.

Για όσους θέλουν να επικοινωνήσουν με τους έχοντες την ευθύνη αυτής της παρουσίασης στο διαδίκτυο μπορούν να απευθυνθούν στις ακόλουθες διευθύνσεις:

Ντόναλντ – Γεώργιος Μακφαίηλ Σταύρος Γ. Καπετανάκης
Αθήνα Αθήνα
Πέτρου και Παύλου 7 Καλογερά 4
Υμηττός 172 37 Κυψέλη 113 61
Τηλ. 210 7622266 Τηλ: 210 8211937

Λυγερέας Μικρή Μαντίνεια
Γυθείου Καλαμάτας
232 00 24100
Τηλ. 27330 61000 Τηλ: 27210 58403

Κινητό 6978 991864
e-mail: mcphail@ath.forthnet.gr

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ

Το ιστορικό υλικό των τετραδίων έχει διαιρεθεί στις παρακάτω δέκα ενότητες: Για τα θέματα που έχουν δημοσιευθεί υπάρχουν οι βιβλιογραφικές παραπομπές.

1. Εισαγωγικές γνώσεις
2. Βυζαντινή περίοδος
3. Τουρκοκρατία
4. Η ιστορία από τα έγγραφα
5. Αξιωματικοί – Αριστεία
6) Μελετήματα
7) Εκλογές στη Μάνη
8) Βιογραφικό Λεξικό Μανιατών
9) Προσθήκες
10) Παρατηρήσεις αναγνωστών

1. ΜΕΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ
Τα τετράδια της Ιστορίας της Μάνης στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα θέματα:
Ένα οδοιπορικό στη Μάνη…………. 03
Η Έξω Μάνη…………………………… 04
Η Μέσα Μάνη………………………….. 08
Η Κάτω Μάνη………………………….. 09
Τα σύνορα της Μάνης……………….. 14
Το όνομα Μάνη……………………….. 15
Η κοινωνική οργάνωση της Μάνης, 17
Λίγες γραμμές από τη ζωή στη Μάνη. 21
Η εκκλησία της Μάνης……………… 30
Τα κάστρα της Μάνης………………. 34
Τα Μοιρολόγια της Μάνης…………. 39
Βιβλία για τη Μάνη………………….. 40
Οι δήμοι-κοινότητες και χωριά…… 48
Χωριά και Δήμοι…………………….. 55
Βθβλιογραφία χωριών της Μάνης.. 57

ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Η Μάνη εκτείνεται στο μεσαίο ακρωτήριο της νοτίου Πελοποννήσου και βρίσκεται μεταξύ του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου. Είναι καθισμένη στο νότιο τμήμα τού Ταΰγετου και το έδαφός της είναι άγονο, κακοτράχαλο, άγριο και με στενωσιές, ώστε να μη μπορεί να αναπτυχθεί ένα μεγάλο στρατιωτικό σώμα. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν είχαν ανοιχτεί δρόμοι από το ένα χωριό στο άλλο και η πορεία ήταν δύσκολη. Σε πολλά μέρη ακόμη και τα μουλάρια δυσκολεύονταν να βαδίσουν. Αυτή η έλλειψη δρόμων αποτελούσε ένα από τα πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα της Μάνης και μόνο στα γιδόστρατα μπορούσε κανείς να περπατήσει. Στον άγριο αυτό τόπο δεν στέριωσαν ποτέ μόνιμα οι Τούρκοι, όχι μόνο επειδή δεν ήταν το έδαφος κατάλληλο για προέλαση στρατού, αλλά και διότι η μαχητικότητα των Μανιατών δεν επέτρεπε να μολύνει κατακτητής το χώμα της.
Φαίνεται πιθανότερο ότι το όνομα της Μάνης προέρχεται από τη λέξη ‘’μανός – μανή’’, που σημαίνει φαλακρός, όπως είναι τα βουνά της Μέσα Μάνης. Το συναντάμε για πρώτη φορά το 907 ως επισκοπή Μαΐνης. Χωρίς αμφιβολία προϋπήρχε η ονομασία του κάστρου της Μαΐνης, που ήταν ήδη χτισμένο τον 6ο αιώνα και βρισκόταν κοντά στο Μέζαπο και την Κοίτα, δηλαδή στο νοτιοδυτικό τμήμα του τόπου. Στα παλιότερα χρόνια αυτή μόνο ήταν η περιοχή της Μάνης, αλλά βαθμιαία επεκτάθηκε και στο τέλος ταυτίστηκε με την έκταση στην οποία δεν πατούσε Τούρκος, παρά μόνο σαν σκλάβος.
Στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας (1460-1685) υπήρχε η διάκριση σε Άνω και Κάτω Μάνη. Όριο ήταν η νοητή γραμμή από την Αρεόπολη (Τσίμοβα) του Μεσσηνιακού κόλπου μέχρι το Σκουτάρι του Λακωνικού κόλπου. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας που ακολούθησε (1685-1715) η Άνω Μάνη ταυτίστηκε με την καστελλανία της Ζαρνάτας και η Κάτω Μάνη με την καστελλανία της Κελεφάς.
Στο τέλος του 18ου αιώνα, όπως φαίνεται από τους στίχους του Νικήτα Νηφάκη, επικράτησε η διάκριση σε Έξω, Μέσα και Κάτω Μάνη. Η Έξω Μάνη καταλάμβανε το βορειοδυτικό τμήμα, άρχιζε δε από το Οίτυλο και έφθανε μέχρι κοντά στην Καλαμάτα. Η Μέσα Μάνη κατείχε το νοτιοδυτικό τμήμα και άρχιζε από την Αρεόπολη (Τσίμοβα) μέχρι το νοτιότερο άκρο της χερσονήσου, τον Κάβο Ματαπά, ήταν δε αυτή που είχε το πρόσθετο όνομα Κακαβουλία και οι κάτοικοί της ήταν γνωστοί ως Κακαβούληδες ή τα Κακαβούλια, οι οποίοι περηφανεύονταν ότι ήταν οι μόνοι και πραγματικοί Μανιάτες. Η Κάτω Μάνη, που βρέχεται από το Λακωνικό κόλπο, εκτεινόταν στην ανατολική πλευρά, γι’ αυτό την έλεγαν και προσηλιακή, κατ’ αντίθεση με τη Μέσα και την Έξω Μάνη οι οποίες ήταν δυτικά και είχαν το όνομα αποσκιερή ή αποσκιαδερή Μάνη και εκτεινόταν στις ακτές του Μεσσηνιακού κόλπου.
Η Έξω Μάνη χωριζόταν σε τρεις επαρχίες. Βορειότερα ήταν η Ζαρνάτα ή το Σταυροπήγι, που ταυτίζεται με τον μετέπειτα δήμο Αβίας. Νοτιότερα ήταν η Ανδρούβιστα, που αποτέλεσε το δήμο Καρδαμύλης και κατέληγε στο Ζυγό που περιελάμβανε το δήμο Λεύκτρου. Ενώ ακόμη νοτιότερα ήταν το Οίτυλο, ‘’πρωτεύουσαν’’ της Μάνης κατά την πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685). Η Μέσα Μάνη αποτελούσε μια ενιαία επαρχία.
Η Κάτω Μάνη στην πρώτη τουρκοκρατία απλωνόταν νοτιότερα από την παλαιά Καρυούπολη και το Σκουτάρι. Περιλάμβανε τις επαρχίες Φωκά με έδρα την παλαιά Καρυούπολη, την επαρχία Τρυγονά με έδρα το Σκουτάρι, την επαρχία Κολοκυνθίου με έδρα το Φλομοχώρι και την επαρχία Λαγίας με έδρα τη Λάγια. Στη δεύτερη τουρκοκρατία η ανατολική ή Κάτω Μάνη επεκτάθηκε βορειότερα και περιέλαβε την περιοχή του κάστρου του Πασσαβά, το Μαυροβούνι, το Γύθειο, τα Τρίνησα και μέχρι του Λάγιου. Ακόμη στη Μάνη ανήκε και η περιοχή τη Δώθε Ρίζας με όρια στο βορρά τον ποταμό Βαρδούνια (Σμήνο), που αποτέλεσε την καπετανία του Βενετσανάκη από την Καστάνιτσα. Να σημειωθεί ότι ο Νικήτας Νηφάκης στους στίχους του την περιλαμβάνει στην Έξω Μάνη.
Ο ταξιδιώτης του παλιού καιρού, που ήθελε να πάει στη Μάνη με πλοίο, θα μπορούσε να αποβιβαστεί σε κάποιο από τα πολλά λιμάνια της. Οι σκάλες της δυτικής Μάνης ήταν πολλές, το Αλμυρό, οι Κιτριές, η Καρδα-μύλη, ο όρμος του Οιτύλου με το Καραβοστάσι και το Λιμένι και ο Μέζαπος, ενώ στην ανατολική Μάνη ήταν το Γύθειο, το Σκουτάρι, ο Κότρωνας και το Πορτοκάγιο. Αν όμως κάποιος ήθελε να περιηγηθεί τον τόπο από τη στεριά, θα είχε στη διάθεσή του δύο πύλες εισόδου. Η μια ήταν από την Καλαμάτα για να επισκεφθεί πρώτα την Έξω Μάνη, μπαίνοντας από το Αρμυρό και να προχωρήσει νοτιότερα μέχρι τη Μέσα Μάνη. Η άλλη πύλη ήταν από το Μυστρά που οδηγούσε στην Κάτω Μάνη και φθάνοντας στο Γύθειο μπορούσε να κατευθυνθεί νότια προς το Πορτοκάγιο ή νοτιοδυτικά προς την Αρεόπολη για να συνεχίσει στην Έξω ή τη Μέσα Μάνη.

Η Έξω Μάνη

Σταυροπήγι ή Ζαρνάτα

Ξεκινώντας ο οδοιπόρος από την Καλαμάτα με κατεύθυνση προς τα ανατολικά μόλις μετά 10-15 λεπτά, στην περιοχή των Γιαννιτσανίκων, συναντούσε δύο πύργους μανιάτικους, παρόλο που ο τόπος δεν ανήκε στη Μάνη. ΟΙ Τούρκοι είχαν παραχωρήσει στους Μανιάτες την αστυνόμευση της περιοχής. Περπατώντας ακόμη ένα τέταρτο της ώρας περνούσε ο διαβάτης το χείμαρρο Ξερίλα, που ήταν και το σύνορο της Μάνης και ο Τούρκος δεν μπορούσε να περάσει χωρίς την άδεια του τοπικού καπετάνιου ή του μπέη της Μάνης. Μετά από λίγο έφθανε στη γωνία του Μεσσηνιακού κόλπου και εκεί ήταν η εκκλησούλα της Αγίας Σιών, που αναφέρεται από το 1463. Το όνομά της πρέπει να θεωρηθεί κατάλοιπο των Φράγκων σταυροφόρων, διότι Σιών λεγόταν ένας λόφος της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Παναγία και τώρα ο ναός γιορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής.
Βαδίζοντας νοτιότερα έφθανε ο διαβάτης στον πρώτο μανιάτικο οικισμό, το Αλμυρό ή Αρμυρό. Κάποτε ήταν λιμάνι που εξυπηρετούσε την αλίμενη Καλαμάτα, την οποία τους χειμερινούς μήνες συνήθως έδερναν οι νότιοι άνεμοι. Παράλληλα ήταν και ο πρώτος τόπος άμυνας των Μανιατών, διότι δυτικά ήταν η θάλασσα και ανατολικά οι γκρεμοί του βουνού της Σέλιτσας ή Μπορολίβα. Ένα τοπίο που έμοιαζε με Θερμοπύλες και πολλές φορές σταμάτησε την ορμή εισβολέων. Τελευταία νικηφόρος μάχη δόθηκε στην ιστορική ξερολιθιά της Βέργας στις 22-24 Ιουνίου 1826 απέναντι στις ορδές του Ιμπραήμ πασά.
Παρακάτω ήταν οι Μύλοι της Μαντίνειας γνωστοί από το 1407 ενώ οι πηγές τους αναφέρονται από τον Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε τον τόπο περίπου το 150 μ. Χ. Μεταξύ των ιδιοκτητών των Μύλων αναφέρονται ο Λιμπεράκης Γερακάρης, κατόπιν ο γαμπρός του ο Μπένος Ψάλτης και αργότερα η οικογένεια Καπετανάκη, η οποία είχε και την πρώτη καπετανία του τόπου, μπαίνοντας από την Καλαμάτα. Ανατολικά, κοντά στο χωριό Τρικότσοβα (Χαραυγή) ήταν το Πετροβούνι, το κάστρο της ίδιας οικογένειας. Σε κοντινό χωριό, στα Σωτηριάνικα, βρίσκονται οι πρώτοι βυζαντινοί ναοί τους οποίους θα συναντήσει ο οδοιπόρος περνώντας τα σύνορα της Μάνης.
Προχωρώντας παραλιακά από τους Μύλους της Μαντίνειας με νότια κατευθύνση περνούσε ο διαβάτης από την Παλιόχωρα, όπου στα τελευταία χρόνια του δεσποτάτου του Μυστρά ήταν το βυζαντινό κάστρο της Μαντί-νειας. Εκεί το 1415 ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’ είχε πολιορκήσει τον Ελε-αβούρκο της Γιάννιτσας και άλλους ανυπάκουους τοπάρχες τού Μοριά. Από το κάστρο αυτό το 1460 ο Θωμάς Παλαιολόγος εγκατέλειψε τον ελλαδικό χώρο και έθεσε τον εαυτόν του υπό την προστασία του Πάπα της Ρώμης.
Παρακάτω βρίσκονται οι Κιτριές, γνωστό λιμάνι από τα βυζαντινά χρόνια, όπου ήταν χτισμένος από το 1772 ο καστρόπυργος του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, πρώτου μπέη της Μάνης (1777-1779). Μετά την καθαίρεσή του ο πύργος έγινε έδρα των επόμενων μπέηδων.
Στο εσωτερικό της επαρχίας Σταυροπηγίου, περίπου δύο-τρία χιλιό-μετρα από την παραλία, ήταν τα χωριά Μικρή και Μεγάλη Μαντίνεια, Άνω και Κάτω Δολοί. Ανατολικότερα σε μεγαλύτερο υψόμετρο ήταν χτισμένο στα υπολείμματα του αρχαίου κάστρου της Γερήνιας το Βυζαντινό κάστρο της Ζαρνάτας, που δέσποζε της περιοχής. Καταστράφηκε στα χρόνια των εμφύ-λιων πολέμων των αδελφών Δημητρίου και Θωμά Παλαιολόγου. Χτί-στηκε όμως πάλι το 1670 από τους Τούρκους κατά τη σύντομη παραμονή τους στη Μάνη (1670-1685). Το 1673 το κάστρο της Ζαρνάτας πολιορκήθη-κε χωρίς επιτυχία από το Λιμπεράκη Γερακάρη, που έφερε Μαλτέζους και Γάλλους πειρατές να τον βοηθήσουν. Έμεινε σε τουρκική κυριότητα μέχρι το 1685, όταν το κατέλαβαν οι Μανιάτες για λογαριασμό των Βενετσιάνων. Από το 1715 το κατείχαν οι τοπικοί καπετάνιοι.
Στο κάστρο της Ζαρνάτας στα χρόνια πριν από το 1821 υψωνόταν ο πύργος της οικογενείας Κουμουνδουράκη, που είχε την επόμενη καπετανία του Σταυροπηγίου. Εκεί έζησε και ο τέταρτος μπέης της Μάνης ο Πανα-γιώτμπεης Κουμουνδουράκης (1797-1803). Ένας άλλος πύργος των Κου-μουνδουράκηδων ήταν βόρεια του κάστρου και δυτικά του Κάμπου, που ονομαζόταν Γαρμπελιά. Εκεί γεννήθηκε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που έγινε πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδος. Παρέκει ήταν ο Κάμπος, το κεφαλοχώρι του δήμου Αβίας και ανατολικά, στα ορεινά, ήταν οι Γαϊτσές (Κέντρο) και βορειότερα τα Πηγάδια, κλέφτικο λιμέρι στα χρόνια της τουρ-κοκρατίας, τα Αλτομιρά και η Σέλιτσα (Βέργα), που αποτελούσε το μανιάτικο παρατηρητήριο προς την τουρκοκρατούμενη Μεσσηνία.
Παίρνοντας ο διαβάτης το γιδόστρατο από τον Κάμπο της Αβίας και βαδίζοντας νότια, άφηνε δεξιά του τον πύργο του Μαυρίκου και περνούσε το μοναστήρι της Αντρουμπεβίτσας, που βρισκόταν στην άκρη του Σταυρο-πηγίου προς την Ανδρούβιστα. Εκεί ήταν κατεστραμμένος παλαιός ναός του 12ου αιώνα. Το 1704 έχτισε τον καινούριο ναό η μεγάλη γενιά των Κουτου-φαριάνων, που επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια στην περιοχή. Συνεχίζοντας το δρόμο ήταν οι ‘’Δύο Πέτρες’’ που αποτελούσαν το σύνορο των επαρχιών Σταυροπηγίου ή Ζαρνάτας και Ανδρούβιστας ή Καρδαμύλης.

Ανδρούβιστα

Μετά από τις Δύο Πέτρες, που είναι σε υψόμετρο πάνω από τετρακόσια μέτρα, μπαίνουμε στην επαρχία της Ανδρούβιστας και βλέπουμε να απλώνονται χαμηλά τα χωριά από τα Τσέρια και τα Λιασίνοβα (Προσήλιο) ως την Καρδαμύλη, τη Χώρα και τα Ξωχώρια κι ως το Πραστίο (Προάστιο) και τη Σαϊδόνα. Την προσοχή του επισκέπτη τραβά το φαράγγι του Βυρού και φέρνει στη μνήμη την εισβολή που προσπάθησε να κάνει ο στρατός του Ιμπραήμ από την ανατολική Μάνη το 1826, αλλά περνώντας την Κακή Σκάλα της βασιλικής οδού των βυζαντινών χρόνων, δοκίμασε ταπεινωτική ήττα.
Συνεχίζοντας την οδοιπορία με νότια κατεύθυνση σε ένα δυσκολο-διάβατο δρόμο βρίσκεται ο ναός της Παναγίας του Σωρού. Κάτω στη ρεμα-τιά υπήρχαν για πολλά χρόνια σωριασμένα ανθρώπινα οστά. Ήταν τα λεί-ψανα μιας αποτυχημένης απόβασης των Τούρκων στην περιοχή της Καρ-δαμύλης στα χρόνια της δράσης του Λάμπρου Κατσώνη (1788-1792).
Λίγο ξέμακρα από την παραλία εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη τα πυργόσπιτα του Μούρτζινου στην Άνω Καρδαμύλη, που μαρτυρούν την παλιά ισχύ και δόξα της οικογένειας των Παλαιολόγων-Τρουπάκηδων. Δεύ-τερος μπέης της Μάνης, διάδοχος του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, ήταν ο Μιχάλμπεης Τρουπάκης (1779-1782), τον οποίον, αφού οι Τούρκοι έκαναν μπέη, μετά τον κρέμασαν για τις παλιές του συνεργασίες με πειρατές. Γιός του Μιχάλμπεη ήταν ο Παναγιώτης Μούρτζινος, καπετάνιος της Ανδρού-βιστας, που πρόλαβε να δει την Καλαμάτα ελεύθερη. Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 τον ακολούθησε ο γιός του Διονύσιος Μούρτζινος, ο οποίος αποδείχθηκε ένας από τους πιο αξιόλογους οπλαρχηγούς της επανάστασης και στη συνέχεια υποστηρικτής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Η Καρδαμύλη, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται για την επικράτηση στην περιοχή των Σλάβων και την εξαφάνιση των ελληνικών πληθυσμών, διατήρησε το όνομά της από τα χρόνια του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας. Από τους διάφορους οικισμούς που αποτελούν τα Τσέρια τραβά την προσοχή η Λιμπόχοβα, που τώρα ονομάζεται Ζαχαριάς, διότι εκεί δολοφονήθηκε ο πρωτοκλέφτης Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης.
Τα Τσέρια χωρίζονται με το φαράγγι του Βυρού από τη Χώρα της Ανδρούβιστας και τα Ξωχώρια της. Στα χρόνια του δεσποτάτου του Μυστρά, η Ανδρούβιστα γνώρισε ημέρες ακμής. Εκεί πρωτοστατούσε η οικογένεια των Σπανέων και το 1278 ο Μιχαήλ Σπανός αναφέρεται ως πειρατής. Ο Κωνσταντίνος Σπανής ή Σπανός από το 1331-2 και μετέπειτα είχε οριστεί από τους Βυζαντινούς Τζάσης, δηλαδή ήταν τοπικός αρχηγός μέχρι το Οίτυ-λο, όπου έχτισε ναό, ενώ εικονογράφησε και το ναό του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι της Πλάτσας που ήταν παλαιότερος. Στους απογόνους των Σπανέων της Ανδρούβιστας, το Νικόλαο και το Θεόδωρο Ισπανούς, το 1440 ο βασιλιάς-δεσπότης του Μυστρά έδωσε το δικαίωμα να έχουν δούλο τον Πέτρο Κόμπη, τον οποίο διαδέχθηκε στη δουλεία ο γιός του Θεόδωρος.
Νοτιότερα βρίσκεται το Πραστίο από το οποίο κατάγονταν οι αδελφοί Μελισσηνοί, που πολέμησαν τους Τούρκους στα χρόνια της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571) και αργότερα κατοίκησε εκεί ο Πέτρος Μέδικος-Γιατρός (1618). Στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας (1460-1685) το Πραστίο είχε πολλά εμπορικά πλοία.
Η επαρχία της Ανδρούβιστας ιδίως το Πραστίο ή Προάστιο διατηρεί μέχρι σήμερα πολλές παλαιές εκκλησίες, διότι κάθε ευκατάστατη οικογένεια είχε και τον οικογενειακό της ναό ή μοναστήρι. Προχωρώντας νοτιότερα μπαίνουμε στην επαρχία του Λεύκτρου ή Ζυγού, του άλλοτε Ζυγού των Μελιγκών, στον οποίο είχαν κατοικήσει Σλάβοι που εξελληνίστηκαν.

Λεύκτρο ή Ζυγός

Μετά την επαρχία της Ανδρούβιστας εκτείνεται στην πλευρά της παραλίας μια επίπεδη στενόμακρη επιφάνεια μέχρι τον Άγιο Δημήτριο. Ένας πετρόλοφος διακόπτει την παραλιακή λουρίδα και είναι η θέση του αρχαίου, αλλά και βυζαντινού κάστρου του Λεύκτρου. Το 1335 ο Τούρκος πειρατής εμίρης του Αϊδινίου Umur κατέλαβε και λεηλάτησε δύο οχυρωμένες θέσεις της περιοχής, την οποία δεν μπόρεσε να προστατεύσει με το στρατό του ο Τζάσης Κωνσταντίνος Σπανής.
Στο νοτιότερο μέρος της παραλιακής ζώνης βρίσκεται ο οικισμός του Αγίου Δημητρίου με τον πύργο της οικογενείας Χρηστέα, η οποία είχε την τοπική καπετανία. Καταγόμενη από την οικογένεια Κουτήφαρη του ομώνυμου χωριού, εγκαταστάθηκε στην Πλάτσα και στον Άγιο Δημήτριο και με τον πύργο της έλεγχε το λιμανάκι της περιοχής, που ήταν λιμέρι πειρα-τών. Πρώτος καπετάνιος αναφέρεται ο Πανάγος Χρηστέας που έζησε στα Ορλωφικά και τον διαδέχθηκαν τα παιδιά του ο Χριστόδουλος μέχρι το 1814 και ακολούθησε ο Νικολάκης μέχρι το 1830. Ο Νικολάκης αναφέρεται ως ο πλέον ειρηνικός και δίκαιος καπετάνιος της Μάνης.
Ανατολικά από την καπετανία του Χρηστέα, στην Καστάνια, ήταν καπετάνιος ο Κωνσταντής Δουράκης, που τον πρόλαβε ο θάνατος και δεν έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821, αλλά τον αντικατέστησαν τα παιδιά του. Την κόρη τού Κωνσταντή Δουράκη είχε παντρευτεί ο Διονύσιος Μούρτζινος και αυτόν ακολούθησαν οι Δουράκηδες σε όλη την επανάσταση. Στην περιοχή υπάρχουν παλαιοί ναοί και μοναστήρια.
Στη Μηλιά και στη γειτονική Γαρμπελιά (Κυβέλεια) ήταν η καπετανία των Κυβέλων, που πολλές φορές αναφέρονται με το όνομα Στρατάκης. Παλαιότερα στη Μηλιά, την Καστάνια, την Ανδρούβιστα, όλο το Ζυγό, ακόμη και το Σταυροπήγι ήταν καπετάνιος ο Ξανθός Γιατρός-Ξανθάκης, αλλά αργότερα η καπετανία του διασπάστηκε και μοιράστηκε.
Από τη Μηλιά ήταν ο Νικήτας Μαρμαράς ο οποίος έζησε στον 11ο αιώνα και τα γλυπτά του βρίσκονται σε διάφορους ναούς, όπως στους Αγί-ους Θεοδώρους της Βάμβακας. Το 18-19ο αιώνα έζησε ο Νικήτας Νηφάκης, που οι στίχοι του μας δίνουν πολλές πληροφορίες για την ιστορία της Μά-νης.
Τα χωριά που βρίσκονται νοτιότερα από την Πλάτσα είναι το Νομιτσή, το Κουτήφαρη το οποίο ήταν γνωστό για τους αγιογράφους τους, όπως οι Δοξαράδες. Παρακάτω είναι η Λαγκάδα, η Πολιάνα (Άγιος Νίκων) και νοτιότερα είναι το Οίτυλο. Όπως φαίνεται στα χρόνια της επανάστασης, τα χωριά αυτά δεν υπάκουαν στους Χρηστέους αλλά ήταν προσκολλημένα στους Μαυρομιχαλαίους.
Φθάνοντας στο Οίτυλο τελειώνει η Έξω Μάνη. Τον 15ο αιώνα, όταν ακόμη υπήρχε το Βυζαντινό δεσποτάτο του Μυστρά, το επισκέφθηκε ο Κυριακός ο Αγκωνίτης, ο οποίος το ταύτισε λαθεμένα με την Πύλο του Νέστορα. Πάντως αναφέρεται ότι εκείνο τον καιρό οι κάτοικοι του Οιτύλου μιλούσαν καλά την ελληνική γλώσσα, χωρίς τις ξενικές προσμίξεις που ακούγονταν στα γύρω χωριά. Μαζί με το όνομά του, που διατήρησε από τα χρόνια του Ομήρου, κράτησε ανόθευτη και την ελληνικότητά του.
Το Οίτυλο αποτέλεσε στην πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685) την πρωτεύουσα της Μάνης. Εδώ παίρνονταν οι αποφάσεις για τα σημαντικά ζητήματα του τόπου. Στο Οίτυλο κατοικούσαν οι δύο αρχηγικές οικογένειες της Μάνης, οι Στεφανοπουλιάνοι, που ισχυρίζονταν ότι κατάγονται από τους Κομνηνούς και οι Γιατριάνοι, που προέρχονταν πραγματικά από εξελληνισμένους Μεδίκους της Τοσκάνης και είχαν πρωτοεγκατασταθεί στην Αθήνα, κατόπιν πήγαν στο Ναύπλιο και τελικά κατέληξαν στο Οίτυλο. Μεταξύ των δύο οικογενειών υπήρξε πάντοτε ανταγωνισμός στη διεκδίκηση της αρχηγίας.
Όταν το 1670 χτίστηκε από τους Τούρκους το παρακείμενο του Οιτύλου κάστρο της Κελεφάς, η ζωή των κατοίκων έγινε αφόρητη από τις πιέσεις που ασκούσαν οι Τούρκοι του κάστρου. Υπήρξαν πολλές φορές συγκρούσεις των κατοίκων με τους Τούρκους, που τελικά τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν το Οίτυλο και να αναζητήσουν νέες πατρίδες. Το 1674 πρώτοι έφυγαν οι Γιατριάνοι και οι σύντροφοί τους από τις άλλες οικογένειες της Μάνης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τοσκάνη της Ιταλίας, αλλά οι πιέσεις των καθολικών ιερέων και το ανθυγιεινό κλίμα άλλους αφάνισε και μερικούς ανάγκασε να σκορπιστούν σε άλλους τόπους, όπου και χάθηκαν. Τον επόμενο χρόνο, 1675, μετανάστευσαν οι Στεφανοπουλιάνοι με τους συντρόφους τους και όπως είναι γνωστό εγκαταστάθηκαν τελικά στην Κορ-σική και διατηρήθηκαν μέχρι τον 20ο αιώνα με τη γλώσσα τους και τα έθιμά τους, αλλά στη συνέχεια αφομοιώθηκαν και αυτοί. Είναι απαραίτητο να τονί-σουμε ότι λαθεμένα αναφέρεται ότι για τον εκπατρισμό των Στεφανοπου-λιάνων ευθύνεται ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ο οποίος είχε ήδη επιστρέψει στον πειρατικό βίο από το 1673 και δεν είχε πια σχέσεις με τους Τούρκους.

Η Μέσα Μάνη

Από το Οίτυλο φαίνεται το κάστρο της Κελεφάς με το τραπεζοειδές σχήμα του, το οποίο έχτισαν οι Τούρκοι το 1670 όταν κατέβηκαν πανίσχυροι για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες που είχαν με τη Μάνη. Στη διάρκεια του τουρκο-βενετικού πολέμου (1645-1669) τα μανιάτικα πειρατικά πλοιάρια λεηλατούσαν τα μεταγωγικά πλοία που μετέφεραν εφόδια στον τουρκικό στρατό, ο οποίος πολιορκούσε το Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης. Τότε με παρέμβαση του Λιμπεράκη Γερακάρη αντί της αναμενόμενης πολεμικής σύγκρουσης επήλθε συμφωνία με τους Τούρκους και οι Μανιάτες δεν αντέδρασαν στο χτίσιμο των κάστρων της Ζαρνάτας και της Κελεφάς. Ο ισχυρισμός των Τούρκων, ότι τα κάστρα θα είχαν αποκλειστικό σκοπό την προστασία του εμπορίου, αποδείχθηκε πρόσχημα και αμέσως μετά άρχισε η ανυπόφορη καταπίεση των κατοίκων. Το 1672 η συμπεριφορά αυτή των Τούρκων οδήγησε τους Στεφανοπουλιάνους σε αποτυχημένη εξέγερση.
Κατηφορίζοντας στον όρμο του Οιτύλου είναι το μοναστήρι του Δεκούλου, που γιορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής και στην παραλία υπάρχουν τρεις οικισμοί, το Καραβοστάσι, η Τσίπα (Νέο Οίτυλο) και το Λιμένι, όπου είναι ο πύργος των Μαυρομιχαλαίων ή το παλάτι του Πετρόμπεη, όπως λένε συνήθως. Ανηφορίζοντας είναι η Τσίμοβα (Αρεόπολη) από όπου στις 17 Μαρτίου 1821 ξεκίνησε την επανάσταση ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που ήταν ο τελευταίος μπέης Μάνης και πήγε στις Κιτριές, από όπου και μετά από συνεννοήσεις με τους άλλους καπετάνιους απελευθέρωσε την Καλαμά-τα στις 23 Μαρτίου.
Βαδίζοντας νοτιότερα συναντάμε τα χωριά Χαριά και Πύργο, που στέκουν πάνω από τον όρμο του Διρού, όπου έγινε απόβαση του στρατού του Ιμπραήμ. Ξημερώνοντας 23 Ιουνίου 1826 πρωτοφάνηκαν στα δυό χωριά οι στρατιώτες του Ιμπραήμ. Όσοι τους είδαν στο μισοσκόταδο τους πέρασαν για ξωτικά, αλλά γρήγορα συνήλθαν και τους πολέμησαν. Οι Αι-γύπτιοι αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες και έφυγαν ντροπιασμένοι, διότι κυρίως οι γυναίκες, που τις βρήκαν στο θέρισμα, πρώτες αντιμετώπι-σαν τους επιδρομείς με τα δρεπάνια.
Συνεχίζοντας την πορεία στα νότια δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πολλά χωριουδάκια, όπως ο Δρυάλος, η Καφιόνα, η Βάμβακα (μαζί με την Παλαιόχωρα, την Άκια, το Κουλούμι και το Μπρίκι αποτελούσαν την Πεντάδα) και η Μίνα κι όλη η περιοχή αυτή έχει το όνομα Ξούμερο. Προχωρώντας φθάνουμε στον όρμο του Μεζάπου, όπου προβάλλει ένα μικρό ακρωτήριο, το Τηγάνι, στην άκρη του οποίου ήταν στα Βυζαντινά χρόνια το κάστρο της Μαΐνης με θεμέλια ναών από τον 8ο αιώνα.
Νοτιότερα φαίνεται να απλώνεται το έδαφος προς τα δυτικά και να εισχωρεί στο Μεσσηνιακό κόλπο, για να σχηματίσει τη λεγομένη Εμπρός, δηλαδή την εμπρός χώρα. Αυτή χωρίζεται από πάνω προς τα κάτω σε τρεις βασικές λουρίδες, δυτικά την κορυφογραμμή του Κάβο Γκρόσσο, που υψώ-νεται απότομα πάνω από τη θάλασσα μέχρι 350 μέτρα, κατόπιν το Κατωπά-γκι και στα ανατολικά το Νικλιάνικο. Στο βόρειο μέρος της κορυφογραμμής του Κάβο Γκρόσσο ήταν χτισμένο το φραγκικό κάστρο της Άνω Πούλας δηλαδή της Άνω Πόλης στη δωρική διάλεκτο.
Έχοντας στα δυτικά την κορυφογραμμή του Κάβο Γκρόσσο και στα ανατολικά τον Ταΰγετο, απλώνονται τα χωριά της Εμπρός με τους πολλούς πύργους τους. Πρώτη προβάλλει η πολύπυργος Κοίτα, παρέκει η Νόμια και νοτιότερα τα Κεχριάνικα, που αποτελούν και τα τρία την κοιτίδα της οικο-γένειας των Νίκλων, της ισχυρότερης γενιάς της Μέσα Μάνης. Δυτικά του Νικλιάνικου είναι το Κατωπάγκι με το Σταυρί, τον Κούνο στον οποίο κατοι-κούσε το 1571 η σημαντική γενιά των Κοντόσταυλων κ.α.
Συνεχλιζοντας νοτιότερα είναι οι Κάτω και οι Άνω Μπουλαργοί, όπου κατοικούσαν οι Μαντουβαλιάνοι. Το χωριό αυτό έχει γίνει ευρύτερα γνωστό για τους βυζαντινούς ναούς του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Στράτηγου. Παρακάτω είναι ο Γερολιμένας του οποίου το όνομα ανάγεται στον Ιερό Λιμένα των αρχαίων. Στη συνέχεια είναι τα Άλυκα, που θεωρού-νται τόπος καταγωγής των Γρηγοράκηδων και των Μαυρομιχαλαίων. Κοντά στα Άλυκα είναι η Κυπάρισσος στη θέση της αρχαίας Καινήπολης, όπου ευρίσκονται ερείπια παλαιοχριστιανικών ναών. Από την ύπαρξη των οποίων πιστοποιείται η παρουσία στη Μάνη χριστιανών προ του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνος (867-886), που θεωρείται ότι εκχριστιάνισε τους Μανιάτες. Στην Καινήπολη ηττήθηκε ο ιδρυτής του κράτους των Βανδάλων Γιζέριχος, ο οποίος αφού ερήμωσε τα παράλια της Δυτικής Ελλάδος πολιόρκησε ανεπι-τυχώς και την Καινήπολη, όπου είχε σημαντικές απώλειες. Στο νοτιότερο άκρο της δυτικής Μάνης είναι η γνωστή για τους πύργους της Βάθεια και άλλα μικρότερα χωριά. Στη Βάθεια κατοικούσε η γενιά των Κοσμάδων, η οποία ανέδειξε ονομαστούς πειρατές, ένας από τους οποίους ήταν ο Λιμπεράκης Γερακάρης

Η Κάτω Μάνη

Η επαρχία της Λάγιας

Ξεκινώντας από το νοτιότερο τμήμα της Κάτω Μάνης συναντάμε το Πορτοκάγιο το οποίο αποτελούσε σημαντικό αγκυροβόλι για τα πλοία που περνούσαν από την ταραγμένη θάλασσα του Ταινάρου. Το όνομά του σημαίνει λιμάνι των ορτυκιών. Από εκεί γινόταν εξαγωγή ορτυκιών ζωντανών και παστωμένων, τα οποία έπιαναν οι κάτοικοι με δίχτυα. Ο τόπος ήταν πέρασμα των πουλιών αυτών κατά τη μετανάστευσή τους από το βορρά στο νότο και αντίστροφα κι όπως ήταν εξαντλημένα από την κού-ραση γίνονταν εύκολη λεία. Λέγαν πως ο Θεός συμπονούσε τους Μανιάτες για τη φτώχεια τους και τους έριχνε το μάννα από τον ουρανό.
Το 1570 οι Τούρκοι έχτισαν για τον έλεγχο του λιμανιού ένα φρούριο, το οποίο την επομένη χρονιά καταστράφηκε από τους Βενετούς με τη συμβολή των Μανιατών. Στο Πορτοκάγιο το 1792 οχυρώθηκε ο Λάμπρος Κατσώνης και αντιμετώπισε επί τρεις ημέρες τις ομοβροντίες των πλοίων της Τουρκίας και Γαλλίας.
Βορειότερα από το Πορτοκάγιο είναι τα Κορογονιάνικα και η Καινούρια Χώρα και πιο πάνω είναι οι Πιόντες (Αντρογιάλι) με το μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Στη συνέχεια είναι η Λάγια, στην οποία το 1618 κατοικούσαν οι Κουρκουλιάνοι. Αργότερα βρίσκουμε εκεί τους Ρικιάνους (Ρίτσους) και πριν από την επανάσταση του 1821 επικρατούσαν οι οικογένειες των Μαυροκοκκιάνων και των Πηλοκοκκιάνων. Στον μεταξύ τους ανταγωνισμό έφεραν κοντά ως συμμάχους κλάδους της γενιάς των Νικλιάνων, οι μεν Μαυροκοκκιάνοι τους Βουγιουκλιάνους και οι Πηλοκοκ-κιάνοι τους Ξαρχιάνους, για να είναι οι πόλεμοι που έκαναν πιο αιματηροί. Βόρεια της Λάγιας είναι τα Δημαρίστικα, που οφείλουν το όνομά τους στην οικογένεια Δημάρη, η οποία κατοίκησε εκεί.
Η επαρχία της Λάγιας μαζί με την επαρχία της Κολοκυθιάς ήταν έδρα επισκοπής και τελευταίος επίσκοπος ήταν ο Μακάριος, κατά κόσμο Μιχαήλ Σαμπατακάκης που παρέμεινε ως επίσκοπος Ασίνης μέχρι το 1852. Όταν πέρασε από τη Μάνη ο Παπουλάκης, αρχικά πίστεψε πως είναι Θεόπεμπτος και τον ακουλούθησε, αλλά με τη μεσολάβηση της Ιεράς Συνόδου τον αποκήρυξε.

Η επαρχία Κολοκυνθίου

Η επαρχία Κολοκυνθίου ή Κολοκύθι βρίσκεται μεταξύ των επαρχιών Λάγιας και Τρυγονά. Τα πιο αξιόλογα χωριά είναι το Νήφι, ο Χαλικιάς, το Δρυαλί (Δρυμός), ο Αργιλιάς το Φλομοχώρι, ο Βάτας από όπου καταγόταν η οικογένεια Φελούρη, που βρισκόταν σε συνεχή πόλεμο με τους γείτονές της Λεκκιάνους. Οι Φελούρηδες το 1820 σκότωσαν τον Τσιγκούριο-Γρηγόριο Γρηγοράκη, που ήταν μπας καπετάνιος (πρώτος καπετάνιος) της Μάνης και για το έγκλημά τους αυτό υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην περιοχή της Μονεμβασίας. Άλλα χωριά αξιόλογα είναι τα Λουκάδικα, όπου βρισκόταν και το Βυζαντινό κάστρο του Κολοκυθιού, η Χιμάρα, ο Κάβαλλος (Πύριχος), τα Σκαλτσοτιάνικα, η Ριγανόχωρα και η Γωνέα. Στην περοχή τού Κολοκυνθίου ήταν και το μοναστήρι του Κουρνού.

Η Επαρχία Τρυγονά

Η επαρχία Τρυγονά οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη οικογένεια, η οποία στα χρόνια της Βενετοκρατίας νοίκιαζε κτήματα που προηγουμένως ανήκαν στους Τούρκους.
Από τα χωριά της επαρχίας αναφέρουμε το Σκουτάρι, τον Παρασυρό, τις Παλαιοκάλυβες (Καλύβια) και από τα μέρη στα οποία επεκτάθηκε η Μάνη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα τον Αγερανό και το Μαυροβούνι. Στον Αγερανό ήταν το κάστρο του Αντώνμπεη Γρηγοράκη, του πέμπτου μπέη της Μάνης (1803-1810). Στο Μαυροβούνι είχε χτίσει το κά-στρο του το 1795 ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης (1782-1797), το οποίο γκρέμι-σαν τα κανόνια του τουρκικού στόλου το 1803, επειδή είχε παραλάβει μπα-ρούτη από γαλλικό πολεμικό πλοίο.
Από το Μαυροβούνι ήταν ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης έβδομος μπέης της Μάνης (1812-1816), που τελείωσε τη ζωή του στις φυλακές του τουρκικού ναυστάθμου, το Μπάνιο.
Τον Αύγουστο του 1826 στον Παρασυρό αντιπαρατάχθηκαν οι Μα-νιάτες στον Αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ και λόγω του μεγάλου αριθμού των επιτιθεμένων αναγκάστηκαν οι υπερασπιστές του να υποχωρήσουν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που είναι γνωστό ως ‘’Λεφτή Συκιά’’. Οι εχθροί δεν προχώρησαν νοτιότερα, ίσως επειδή πρόλαβαν να φθάσουν οι Μανιάτες από τα νοτιότερα χωριά. Θα έγινε κατανοητό από τους ηγέτες των Αιγυπτίων, πως αφού δεν νίκησαν τους λίγους, δεν θα μπορούσαν να νικήσουν τους πολλούς, που θα έφθαναν σε λίγο σε βοήθειά τους.

Η επαρχία Φωκά

Το όνομά της οφείλει στην οικογένεια των Φωκάδων, που κατοικού-σαν στην Παλαιά Καρυούπολη με το Βυζαντινό κάστρο και την έδρα επισκό-που, ο οποίος υπαγόταν στη Μητρόπολη Λακεδαιμονίας. Αργότερα οι Φω-κάδες κατοίκησαν τη Νέα Καρυούπολη ή Μηνιάκοβα. Στην Παλαιά Κα-ρυούπολη, που βρισκόταν μεταξύ του Βαχού και της Τσεροβάς (Δρο-σοπηγής), υπήρχε παλαιό φρούριο από τα Βυζαντινά χρόνια. Σήμερα υπάρ-χουν εκεί ελάχιστα υπολείμματα και ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Νοτιο-ανατολικά της Τσεροβάς είναι το ύψωμα Τρικεφάλι, από το οποίο εξόρ-μησαν οι Μανιάτες στα Ορλωφικά, το 1770, και όπως αναφέρεται κατανί-κησαν τους Τουρκαλβανούς που είχαν εισχωρήσει στη Μάνη..
Είναι γνωστό ότι η οικογένεια Φωκά ήταν βυζαντινής καταγωγής και κατά τη βενετοκρατία του Μοριά (1685-1715) ο Θωμάς Φωκάς πήρε τον τίτλο του ιππότη το 1695 (από λανθασμένη ανάγνωση της χρονολογίας έχει γραφεί το 1495). Πιθανώς ήταν γιός του ο Αντώνης Καβαλιεράκης-Φωκάς ο οποίος το 1715, όταν οι Τούρκοι καταλάμβαναν το Μοριά, έκανε στο σπίτι του συγκέντρωση αντιπροσώπων της Μάνης και ο γιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας τους έπεισε να ζητήσουν από τους Τούρκους συνθηκολόγηση, όπως και έγινε. Έκτοτε ανέλαβε καπετάνιος της Κάτω Μάνης.
Στην επαρχία Φωκά υπάγονται τα χωριά Βαχός, Σκάλα, Τζεροβά (Δροσοπηγή), Νεοχώρι, Καυκί, Μηνιάκοβα ή Νέα Καρυούπολη. Τον Αύγου-στο του 1826 στη Νέα Καρυούπολη, το Καυκί και το Νεοχώρι προβλήθηκε άμυνα από τους Μανιάτες στον στρατό του Ιμπραήμ. Αφού κάμφθηκε και υποχώρησε η πρώτη γραμμή άμυνας γύρω από την Καρυούπολη, στα-μάτησε τους Αιγυπτίους η δεύτερη γραμμή στον Παρασυρό και στο μονα-στήρι του Αγίου Γεωργίου της Λευκής Συκιάς. Στην ίδια επαρχία είναι τα μοναστήρια της Παναγίας της Καταφυγιώτισσας και της Παναγίας της Κοτρωνίτισσας.

Η Επαρχία Μαλεβρίου

Η οικογένεια Μαλέβρη που διακρίθηκε στη δεύτερη βενετοκρατία (1685-1715) φαίνεται ότι κληροδότησε το όνομά της σε ολόκληρη την επαρχία. Στην πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685) υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι δεν κατοικήθηκε από Μανιάτες η περιοχή αυτή, διότι οι Τούρκοι που κατείχαν το κάστρο του Πασσαβά έλεγχαν και εκμεταλλεύονταν τη μεγαλύτερη έκτασή της. Μετά την κατάληψη του κάστρου από τους Έλληνες το 1685, οι Βενετσιάνοι το αχρήστευσαν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν εγκαταστάθηκε στη δεύτερη τουρκοκρατία τουρκικός στρατός. Η περιο-χή του κάστρου του Πασσαβά αναφέρεται ότι παραχωρήθηκε σε Τουρκο-βαρδουνιώτες, στην οικογέναια των Καραμαναίων, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τους Μανιάτες και συμπτύχθηκαν βορειότερα του ποταμού Βαρδούνια ή Σμήνου. Ο υπερπληθυσμός που συγκεντρώθηκε κυρίως στη Μέσα Μάνη φαίνεται ότι ανάγκασε τους Μανιάτες να αναζητήσουν ζωτικό χώρο και επεκτάθηκαν στην περιοχή του Μαλεβρίου.
Σε κατάλογο οικισμών της Μάνης του 1618 δεν αναφέρονται τα χωριά της επαρχίας Μαλεβρίου να κατοικούνται από Έλληνες. Ίσως παλαιό-τερα, το 1570, οι Τούρκοι να κατείχαν το κάστρο του Σιδηροκάστρου, διότι αναφέρεται ότι οι Μανιάτες τότε κατέλαβαν τα κάστρα του Σιδηροκάστρου και της Βαρδούνιας. Έκτοτε δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Τούρκοι πάλι στο Σιδηρόκαστρο και άρχισαν να πηγαίνουν εκεί ελληνικές οικογένειες στην περιοχή εκείνη.
Στα χωριά του Μαλεβρίου αναφέρονται ο Καρβελάς, η Μαραθέα, η Πηλάλα, τα Κονάκια, το Λίμπερδο (Πλάτανος), η Πάνιτσα (Μυρσίνη), ο Λυγε-ρέας, η Λίμνη, η Παλοβά (Κρήνη), τα Σκυφιάνικα, το Σκαμνάκι, η Σκαμνίτσα, το Σολά (Αστέρι), ο Σκουφομύτης, όπου είχε τους πύργους του ο γνωστός κλεφτοκαπετάνιος Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, το Σιδηρόκαστρο, η Δεσφίνα και ο Πολυάραβος. Στην εκστρατεία του Ιμπραήμ το 1826 στη Δεσφίνα θυσιάστηκε ο Κυριάκης Σταθάκος, αλλά στη μάχη του Πολυαράβου κατέρρευσε για μια ακόμη φορά ο θρύλος του Ιμπραήμ ως ανίκητου. Ακόμη στα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Μαλέβρι υπαγόταν η Καρέα και το Κρύο Νερό. Από την περιοχή του Καρβελά ήταν ο Κωνσταντήμπεης Ζερβάκος, που έχτισε το κάστρο του στο Πετροβούνι του Μαλεβρίου και έγινε γαμπρός του Αντώνμπεη Γρηγοράκη. Τον διαδέχθηκε στο μπεηλίκι της Μάνης ως έκτος μπέης (1810-1812), αλλά δεν μπόρεσε να γίνει αποδεκτός από τους Μανιάτες
Τον Αύγουστο του 1826 ο στρατός του Ιμπραήμ προσπάθησε να περάσει στη Δυτική Μάνη από τα χωριά της Δώθε Ρίζας ή Μαλτσίνας, ακολουθώντας το δρόμο από Άγιο Νικόλαο – Δεσφίνα – Πολυάραβο – Οίτυλο, τον οποίο του υπέδειξε ο προδότης Γεώργιος Βόσνας ή Μπόσινας. Αφού ο Ιμπραήμ πυρπόλησε στη Δεσφίνα το σπίτι του Σταθάκου μαζί με τους υπερασπιστές του, επειδή σκότωσαν τον προδότη Βόσνα, προχώρησε στον Πολυάραβο, όπου και γνώρισε βαρειά ήττα. Κατόπιν αυτού εγκα-τέλειψε οριστικά την ιδέα να κατακτήσει τη Μάνη, από την οποία αποχώ-ρησε με σημαντικές απώλειες.

Η περιοχή του Μαραθονησίου (Γυθείου)

Το Γύθειο, το Μαυροβούνι και ο Αγερανός μέχρι το 1750 και πλέον ήταν ακατοίκητα. Οι Γρηγοράκηδες, βοηθούμενοι και από άλλους Μανιάτες μετά το 1760 προχώρησαν από το Σκουτάρι και κατέλαβαν τους τόπους αυτούς. Στον Αγερανό εγκαταστάθηκε ο Αντώμπεης με άλλους Κουτσογρη-γοριάνους και στο Μαυροβούνι οι υπόλοιποι Γρηγοράκηδες. Ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης, ο τρίτος μπέης της Μάνης (1782-1797) έχτισε κάστρο στο Μαυροβούνι, που το ονόμασε Μελίσσι, αλλά το τουρκικό ναυτικό το κατέ-στρεψε με τα κανόνια του το 1803, επειδή οι Γάλλοι είχαν φέρει μπαρούτη στον Τζανήμπεη. Η περιοχή γνώρισε και στα επόμενα χρόνια καταστροφές, όταν τα παιδιά του Τζανήμπεη είχαν στρατολογηθεί στο Ρωσικό στρατό των Ιονίων νήσων.
Ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης, εκτός από το Μαυροβούνι έχτισε και το Μαραθονήσι, που πήρε το όνομα από το παρακείμενο νησάκι και αργότερα μετονομάστηκε σε Γύθειο. Από ορισμένους το Μαυροβούνι ονομαζόταν και Τζανετούπολη, αλλά η ονομασία αυτή δεν επικράτησε.
Το 1826, με την εισβολή του Ιμπραήμ, το Γύθειο δεν γνώρισε καταστροφές, επειδή ο Ιμπραήμ το βρήκε οχυρωμένο από τον Τζανετάκη Γρηγοράκη και το παρέκαμψε. Λεηλάτησε και πυρπόλησε το γειτονικό Μαυ-ροβούνι.

Η περιοχή της Μαλτσίνας (Δώθε Ρίζα)

Η περιοχή της Δώθε Ρίζας, η οποία βρίσκεται νότια του ποταμού Βαρδούνια ή Σμήνου, παλαιότερα ανήκε στην Άνω Μάνη ή την Έξω Μάνη.
Όταν το 1715 οι Τουρκοβαρδουνιώτες εγκαταστάθηκαν στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, είχαν καταλάβει την περιοχή μέχρι το κάστρο του Πασσαβά. Έδιωξαν τους Έλληνες κατοίκους των χωριών της Μαλτσίνας (Δώθε Ρίζας), του μετέπειτα δήμου Μελιτίνης (1836-1842) και εγκαταστάθηκαν αυτοί. Αλλά οι διωγμένοι κάτοικοι από τα χωριά τους, βοηθούμενοι και από άλλους Μανιάτες, πήραν με τα όπλα τους τις χαμένες για λίγο πατρίδες τους. Τα χωριά Καστάνιτσα, Σελεγούδι, Άγιος Νικόλαος, Κόκκινα Λουριά, Μαλτσίνα (Μέλισσα) και Αρχοντικό αποτέλεσαν την καπε-τανία της Καστάνιτσας του Βενετσανάκη.
Η Καστάνιτσα ήταν γνωστή από τα χρόνια του Κορκόδειλου Κλαδά, που είχε επαναστατήσει το 1480, είχε εγκαταλείψει τους Βενετούς της Κορώνης στους οποιους υπηρετούσε και πήγε ελευθερωτής στη Μάνη. Δέχθηκε επίθεση μεγάλου στρατιωτικού τουρκικού σώματος στην Καστά-νιτσα και διαλύθηκε το σώμα του. Ο ίδιος κατέφυγε στην Κάτω Ιταλία.
Το 1780 στην Καστάνιτσα ήταν εγκατεστημένος ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης με την οικογένειά του κοντά στον Παναγιώταρο Βενετσανάκη και μαζί έκαναν επιδρομές στις γύρω περιοχές. Οι Τούρκοι έστειλαν τον καπουδάν πασά Γαζή Χασάν με στόλο στο Μαραθονήσι, έφεραν στρατό και από την Τρίπολη και κατέστρεψαν τους κλέφτες της Καστάνιτσας.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Η Μάνη απλώνεται στις νότιες πλαγιές του Ταΰγετου και βρίσκεται μεταξύ του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου.
Τα βορειοανατολικά σύνορα της Μάνης αρχίζουν από τα Τρίνησα, τη θλεση Κακοσκάλι, ακολουθούν πορεία βορειοδυτική και συναντούν την κοίτη του βαρδούνια ποταμού ή Σμήνου και φθάνουν μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου. Στη συνέχεια ακολουθούν για ένα διάστημα προς βορρά την κορυφογραμμή του βουνόυ αυτού και αφού περάσουν το υψόμετρο 2407 μέτρα, δηλαδή την κορυφή του Προφήτη Ηλία, στρέφονται δυτικά και καταλήγουν στο χείμαρρο Ξερίλα που πορεύεται μεταξύ του βουνού της Σέλιτσας και τοιυ βουνού της Γιάννιτσας και εκβάλλει δίπλα από το ξενοδοχείο Ελίτ.
Για τα σύνορα της Μάνης ή Μαΐνης αρχικά περιοριζόταν στον παλαιό δήμο Μέσσης, όπου και το κάστρο της Μαΐνης. Βαθμιαία έφθασε να συμπεριλαμβάνει όλη την ημιαυτόνομη περιοχή, στην οποία δεν πατούσε Τούρκος χωρίς την άδεια του Μπέη της Μάνης, ο οποίος και την διοικούσε. Βλέπε:
Πριν από τα Ορλωφικά τα βορειο-ανατολικά σύνορα της Μάνης έφθαναν μέχρι το Σκουτάρι και οι Τουρκοβαρδουνιώτες κρατούσαν το κάστρο του Πασσαβά. Η περιοχή του Γυθείου ήταν ακατοίκητη. Σε κάποια εποχή, που δεν είναι καθορισμένη, πριν από τα Ορλωφικά ή κατ’ αυτά, οι Μανιάτες κατέκτησαν την περιοχή του Πασσαβά και έφθασαν μέχρι το Γύθειο και το Κακοσκάλι που είναι στα Τρίνησα.
Θα πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι της Έξω Μάνης δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Μανιάτες, αλλά Σπαρτιάτες και όταν ελευθερώθηκε η Καλαμάτα ο Πετρόμπεης ανακηρήχθηκε αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατοπέδου. Ακόμη στα χρόνια του Καποδίστρια η Μάνη διαιρέθηκε σε Ανατολική και Δυτική Σπάρτη. Όταν όμως στα χρόνια του Όθωνα ανοικοδομήθηκε η Σπάρτη, ατόνισε για τους Μανιάτες το όνομα Σπάρτη και Σπαρτιάτες, διότι άλλοι πλέον χρησιμοποιούσαν αυτά τα ονόματα και περιορίστηκαν στο Μανιάτες.
Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι Έλληνες δεν έκαναν διάκριση σε Μέσα, Έξω και Κάτω Μάνη, αλλά αποκαλούσαν Μάνη το χώρο που δεν είχε δικαίωμα να μπει τούρκος χωρίς την άδεια των τοπικών αρχόντων.
Ο αναγνώστης παραπέμπεται για περισσότερες πληροφορίες στις παρακάτω εργασίες:

Σταυρου Καπετανάκη, Τα σύνορα της Μάνης κατά την ιστορική της πορεία, Πρακτικά Γ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα 1985, σσ. 386-406 και πίνακες 25-27.

Σταυρου Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη, 2011, σσ. 149-156

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΪΝΗ – ΜΑΝΗ

Το όνομα Μάνη ή Μαΐνη για πρώτη φορά αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως Επισκοπή Μαΐνης υπαγομένη στην Μητρόπολη Κορίνθου, όπως φαίνεται στο ‘’τακτικό’’ του Λέοντος του ΣΤ’, το οποίο κατατέθηκε στο αρχείο του Πατριαρχείου το 907. Η υπαγωγή της Επισκοπής Μαΐνης στη Μητρόπολη Κορίνθου διατηρήθηκε μέχρι την Φραγκική κατάκτηση.
Χωρίς αμφιβολία η επισκοπή Μαΐνης προϋπήρχε του 907 και θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκε επί Βασιλείου του Α΄ του Μακεδόνος (867-886), όταν έγινε ο εκχριστιανισμός των Μανιατών. Γερ.Κονιδάρη, Η παλαιοτέρα μνεία της Μαΐνης και της επισκοπής αυτής, Θεολογία 22(1951)652.
Στη συνέχεια η ονομασία Μαΐνη ή Μάνη αναφέρεται από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο: ‘’Ιστέον ότι οι του κάστρου Μαΐνης οικήτορες ουκ εισίν από της γενεάς των προρηθέντων Σκλάβων, αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων…”. Στο βίο του Νίκωνος του Μετανοείτε μνημονεύεται προς τα τέλη του δεκάτου αιώνα ‘’..προς Μαΐνην παρεγένετο, κακείθεν προς Καλαμάταν μετέβη…’’. (Σπ.Λάμπρου, Ο βίος του Νίκωνος του Μετανοείτε, Νέος Ελληνομνήμων, 3(1906)161).
Μετά για μεγάλο διάστημα δεν αναφέρεται το όνομα, δηλαδή από το 10ο αιώνα και μέχρι τα τέλη του 13ου, οπότε μνημονεύεται από τον Γ. Παχυμέρη και τον Νικηφ. Γρηγορά στην εξιστόρηση της αιχμαλωσίας και την απελευθέρωση του Γουλιέλμου Βιλλαρδουΐνου έναντι της παραχώρησης των κάστρων της Μονεμβασίας, του Μυστρά, της Μαΐνης κ.ά.
Στις αρχές του 15 αιώνα αναφέρεται σε έγγραφα από τον Ιωάννη Ευγενικό. ‘’…και τη του Μονεμβασίας και του Μαΐνης και του Έλους και πάση τη εκ θεού σου αρχή’’. Σπ.Λάμπρου, Παλαιολόγια και Πελοποννησιακά, τόμ 1, σ. 178.
Η ετυμολογία του ονόματος Μάνη ή Μαΐνη αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας. Για πρώτη φορά ο Ψευδοδωρόθεος (Δωροθέου, Βιβλίον Ιστορικόν, Ενετίησιν 1786, σ. 480) τον δέκατο έβδομο αιώνα έδωσε την ακόλοθη ερμηνεία για την προέλευση του ονόματος: ‘’…τούτος ο τόπος της Μάνης, ακούσετε διατί ωνομάσθη Μάνη• οι άνθρποι όπου κατοικούν εις αυτήν είναι φυσικά μανιώδεις και κακοί άνθρωποι• και διατί φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλλουν ποτέ εις αγάπην, διά τούτο ωνομάσθη ο τόπος εκείνος Μάνη’’.
Οι Στεφανόπολι, οι οποίοι το 1798 επισκέφθηκαν τη Μάνη ως εκπρόσωποι του Μεγάλου Ναπολέοντα, έγραψαν ότι το όνομα οφείλεται στη μανία με την οποία πολεμούν τους Τούρκους.
Ο Phil. Fallmarayer θεώρησε ότι το όνομα προέρχεται από το ‘’μαίνεσθαι’’ και οι Μανιάτες ότι είναι Μαρδαΐτες από το Λίβανο.
Ο Αθανάσιος Πετρίδης, Περί του ονόματος της Μάνης, Πανδώρα 22(1872)156, έγραψε: ότι η ονομασία της Μάνης προέρχεται από τη λατινική λέξη manus που σημαίνει χέρι.
Ο Πέτρος Κανελλίδης στο Ημερολόγιο του Σκόκου (1888), σ. 238, το αποδίδει στη λέξη Magna, που ίσως λεγόταν με το όνομα αυτό κάποια πολίχνη του Ταϋγέτου. Στην περιοχή των Γρεβενών υπάρχει χωριό με το όνομα Μάνη. Στον Αστακό της Αικαρνανίας υπάρχει δάσος με το όνομα Μάνη. Στη νησίδα των Ιωαννίνων υπάρχει θέση με ίδιο όνομα. Στο νομό Εύρου υπάρχι χωριό Μάνη.
Ο Ι.Πατσουράκος, Ηθογραφία, Η Μάνη και οι Μανιάται, εν Πειραιεί 1910, σ. 13, ‘’Μάνη εκλήθη ουχί ως ο Ληκ ισχυρίζεται εκ του ιταλικού maina (δηλαδή κατεβάζουν τα πανιά γιατί φυσούν ισχυροί άνεμοι στο Ταίναρο) και ο Γ. Κροίσος εκ του μάνα, το οποίον ως και σήμερον πηγήν ύδατος σημαίνει, αλλ’ εκ του μαίνεσθαι, ουχί όμως διά την μανίαν των κατοίκων προς αυτοδικίαν, ως ο Δωρόθεος αναφέρει, αλλά διά το, ο και τους την σήμερον οικούντας την χώραν ταύτην των λοιπών ομοφύλων των διακρίνει, μετά μανίας εμμείνειν εις τα πάτρια’’.
Ο Π.Α.Φουρίκης, Παρατηρήσεις εις τα τοπωνύμια χρονικών του Μορέως, Αθηνά 40(1928)52, αποδίδει το όνομα Μάνη στην αλβανική λέξη μαν, η οποία με το άρθρο γίνεται μάν-ι, που σημαίνει μορέα. Όμως οι Αλβανικοί εποικισμοί είναι μεταγενέστεροι του ονόματος Μάνη-Μαΐνη.

Ο Γ.Καψάλης στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει τις διάφορες γνώμες, ότι προέρχεται από τη λέξη μάινα (κατέβασμα των πανιών ιστιοφόρου) και μανή δηλαδή λεπτή γή.
Ο Δ.Ι.Γεωργακάς, Συμβολή εις την τοπωνυμικήν έρευναν – Περί του ετύμου του ονόματος Μάνη-Μαΐνη, Αθηνά 48(1938)37, υποστήριξε τη άποψη του Εμμ. Πεζόπουλου, ο οποίος εξέφρασε τη γνώμη ότι προέρχεται από το επίθετο μανός, μανή, που σημαίνει αραιός, για τα φυτά όταν είναι αραιοφυτεμένα, ή για μαλλιά αραιά, φαλακρός. Η Μέσα Μάνη με τα άδενδρα βουνά της θα μπορούσε να πάρει το όνομα μανή γή και να γίνει Μάινη και Μάνη.
Οι Εξωμανιάτες ονόμαζαν εαυτούς Σπαρτιάτες.
Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων – Νίκων ο Μετανοείτε
Αφομοίωση των Σλάβων – δεν άφησαν ίχνη πολιτισμού

Για την προέλευση του ονόματος Μάνη: Φουρίκη Πέτρου, Παρατηρήσεις εις τα τοπωνύμια του χρονικού του Μορέως, Μάνη, Αθηνά 40(1928)41 κ.ε., όπου αναφέρονται οι περισσότερες από τις διατυοωθείσες απόψεις.Σελ. 48: Τον 17ο αιώνα ο Ψευδοδωρόθεος θεωρεί ότι προέρχεται από τη λέξη ‘’μανία’’, διότι οι άνθρωποι είναι μανιώδεις και κακοί. Οι Στεφανόπολοι ανήγαγαν το όνομα στη μανία που είχαν για τους Τούρκους,Ο Fallmerayer θεώρησε ότι το όνομα Μάνη προέρχεται από το μαίνεσθαι. Σελ. 49: Ο Αθανάσιος Πετρίδης θεώρησε ότι προέρχεται από τη λατινική λέξη χέρι δηλαδή manus. Σελ. 50: Ο Πέτρος Κανελλίδης θεωρεί ότι προέρxεται από τη λέξη magna. Σελ.. 52: ο Π. Φουρίκης θεωρεί ως πιθανότερο ότι προέρχεται από την αλβανική λέξη Μουριά, που είναι μαν και με το άθρο γίνεται μάν-ι.

Γεωργίου Γιανακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν (1453-1821)
Το όνομα Μάνη (σελ. 14) προέρχεται: …από τηνεις το Ταίναρον ευρισκομένην, ως επιστεύετο από τους αρχαίους, Πύλην του Άδου, ως και σήμερον υπάρχει ως εν χαώδες σπήλαιον παρά την ακτήν του θορυβώδους Ταινάρου εντός του οποίου εισχωρεί η θάλασσα, και από την οποίαν επίστευον ότι κατήρχοντο αι ψυχαί των νελρών εις τον Άδην και η έξοδος του σπηλαίου τούτου (της Πύλης) εφυλάσσετο από τον τρομερόν Κέρβερον, επειδή αι ψυχαί εκαλούντο λατινιστί ΜΑΝΕΣ, έλεγον ΙΝ ΜΑΝΙΣ, δηλαδή εις την Πύλην των ψυχών, και εκείθεν ωνομάσθη η περιφέρεια Μάνη.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΜΑΝΙΑΤΩΝ

Υπάρχει σε πολλούς η λαθεμένη εντύπωση, ότι τους Μανιάτες στην πρώτη τουρκοκρατία δεν τους είχε αγγίξει ο πολιτισμός και βρίσκονταν σε μια τελείως πρωτόγονη κατάσταση. Τους περιγράφουν σχεδόν ολόγυμνους και ίσως μεταφέρουν και εικόνες, που είχαν συναντήσει οι εξερευνητές στις τότε νέες χώρες. Όμως στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας οι Μανιάτες έχτιζαν εκκλησίες, τις οποίες διακοσμούσαν με γλυπτά και με αγιογραφίες. Ηγετικές μορφές του τόπου τους πήγαιναν σε ξένες χώρες, όπου συναντούσαν εκεί επισήμους και υπέγραφαν συμφωνίες συνεργασίας και συμμαχίας. Στα σπίτια τους στη Μάνη φιλοξενούσαν αντιπροσώπους ξένων δυνάμεων, από τους οποίους δεν έχουμε περιγραφές που να συμφωνούν με τις εικόνες, τις οποίες έχουν δώσει απόμακροι παρατηρητές και όχι ‘’περιηγητές’’, που ποτέ δεν πάτησαν το χώμα της Μάνης.
Ληστρικά επεισόδια τα οποία έλαβαν χώρα το 1670 στην Ελαφόνησο , που βρίσκεται στις ανατολικές ακτές του Λακωνικού κόλπου, αποδόθηκαν σε Μανιάτες, επειδή αυτό επέβαλαν οι εμπορικές ανάγκες του βιβλίου. Τα ίδια περιστατικά που γράφτηκαν κάποτε, επαναλαμβάνοταν με μικροπαραλλαγές και από άλλους, ώστε να δυσφημείται η Μάνη.
Η κοινωνία της Μάνης ήταν πράγματι άναρχη, δεν υπήρχε οργανωμένη πολιτεία με νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία και ίσχυε το δίκαιο του ισχυροτέρου. Γι’ αυτό οι Μανιάτες κατέφευγαν στη συσπείρωση για να αντιμετωπίζονται και να αντιμετωπίζουν τους άλλους ομαδικά και όχι κατ’ άτομο. Παράλληλα οι Μανιάτες μάθαιναν τη χρήση των όπλων και συνήθιζαν στη ψύχραιμη και θαρραλέα συμμετοχή τους στις πολεμικές συγκρούσεις και τούτο αποδείχθηκε πολύτιμος συντελεστής της εθνικής μας ανεξαρτησίας.
Πρώτη μορφή συσπείρωσης των Μανιατών ήταν η οικογένεια και ευρύτερα η γενιά. Σε ορισμένα χωριά κατοικούσε κυρίως μια μόνο γενιά, π.χ. στη Βάθεια κατοικούσαν οι Κοσμάδες, στον Κούνο οι Κοντόσταυλοι, στην Κοίτα και τα γύρω χωριά οι Νίκλοι, στο Κουτήφαρη οι Κουτηφαριάνοι, στα Ξανθιάνικα οι Ξανθιάνοι κλπ., ενώ στη Λαγκάδα κατοικούσαν τέσσερεις οικογένειες, οι Μπουλτσιάνοι, οι Αλεξιάνοι, οι Μιχαλιτσιάνοι και οι Ξυλαστοριάνοι κλπ. Ανατολικά της Λαγκάδας υπάρχουν ακόμη τα ίχνη ενός οικισμού, των Γριτσιάνικων, όπου κατοικούσε η οικογένεια Γρίτση-Παλαιολόγου . Σε άλλα χωριά, ιδιαίτερα της Έξω Μάνης, ζούσαν πολλές οικογένιες, όπως στον Κάμπο, στις Μαντίνειες κλπ. Στη Μέσα Μάνη υπήρχαν τα ξεμόνια, δηλαδή μια ολιγομελής οικογένεια έχτιζε στα κτήματά της τον πύργο της και μερικά βοηθητικά οικήματα στα οποία κατοικούσαν τα μέλη της. Όταν αυξανόταν ο αριθμός των μελών της οικογένειας, μεγάλωνε και ο οικισμός.
Για να ισχυροποιούνται περισσότερο οι οικογένειες δημιουργούσαν συντροφίες , δηλαδή ενώνονταν με άλλες οικογένειες, που τους συνέδεαν επιγαμίες ή κουμπαριές και παρουσιάζονταν ως ενιαία κοινωνική οντότητα. Άλλες φορές στις οικογενειακές αυτές ομάδες προσθέτονταν και μοναχικά άτομα ή μικρές οικογένειες, που μπορεί να βοηθούσαν στις γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες και αυτοί λέγονταν φαμέγιοι ή ακουμπισμένοι.
Οι μεγάλες οικογενειακές ομάδες ή γενιές διοικούνταν από τη γεροντική, που την αποτελούσαν οι αντιπρόσωποι των επί μέρους οικογενειών. Της γεροντικής προΐστατο ο πρωτόγερος, ο οποίος αποτελούσε τον εκπρόσωπο της οικογενειακής ομάδας στις συναλλαγές της με τις άλλες γενιές ή με την εξουσία. Οι Τούρκοι στους πρωτόγερους απευθύνονταν, όταν ζητούσαν τους φόρους ή την ειρήνευση. Ο πρωτόγερος με τη γεροντική κανόνιζε τα συνοικέσια, τις κουμπαριές, τις φιλίες ή τις αντιπαλότητες της οικογένειας. Κάθε οικογένεια της Μάνης αποτελούσε ξεχωριστή οντότητα και ήταν σαν μια ολιγομελής δημοκρατική κοινωνία.
Όταν σε ένα χωριό υπήρχαν γενικότερα προβλήματα, όπως ο κίνδυνος από πειρατές ή γειτονικούς οικισμούς, συνερχόταν γεροντική από τους πρωτόγερους του χωριού. Όταν το πρόβλημα ήταν καθολικό για μια επαρχία, όπως του κινδύνου από Τούρκους, ή της συνεννόησης με ξένες δυνάμεις, τότε συνερχόταν γεροντική από τους πρωτόγερους της περιοχής, για να λάβουν κοινές αποφάσεις. Τέτοια συνέλευση γερόντων έγινε στη Νόμια το 1571, όταν έπρεπε να αποφασίσουν αν θα συνεργάζονταν ή όχι με τους Βενετούς σε πολεμικές επιχειρίσεις εναντίον των Τούρκων. Η γεροντική εκείνη υπέδειξε και τρία πρόσωπα ως καπετάνιους, δηλαδή αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων της Μάνης. Ανάλογη σύσκεψη έγινε στην Καρυούπολη το 1715, για να αποφασισθεί η στάση των Μανιατών απέναντι στην επικείμενη νέα τουρκική κατάκτηση.
Οι επίσκοποι και οι ιερείς στη Μάνη ήταν σεβαστά πρόσωπα και συνήθως διαδραμάτιζαν ηγετικό ρόλο στη μικρή κοινωνία των μανιάτικων χωριών. Πολλές φορές φρόντιζαν να συμφιλιώνουν οικογένειες και να αποτρέπουν φονικά. Οι κληρικοί ήταν από τους λίγους που γνώριζαν ελάχιστα γράμματα και τις φτωχές τους γνώσεις πάσχιζαν να τις μεταδώσουν στους νέους από τους οποίους ξεχώριζαν τους διαδόχους τους. Σε ορισμένα χωριά στα οποία κατοικούσαν λίγες γενιές κάθε μια είχε και τον παπά της.
Η εκπαίδευση στη Μάνη ήταν στοιχειώδης και περιοριζόταν σε λίγα άτομα. Η ανάγκη της ανάγνωσης των εκκλησιαστικών βιβλίων ανάγκαζε μερικούς να μαθαίνουν να διαβάζουν και λιγότερους να γράφουν. Συνήθως αυτοί που προορίζονταν για να γίνουν ιερείς καταγίνονταν με την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής. Η σπανιότητα των ατόμων που μάθαιναν γράμματα δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζαν και τη σημασία τους. Ο Θ. Στεφανόπουλος το 1612 είχε στείλει το γιό του στη Ζάκυνθο για ‘‘να μάθει γράμματα και να γίνη άνθρωπος’’, όπως έγραφε σε επιστολή του, επαναλαμβάνοντας λόγια από τον ‘’Πτωχοπρόδρομο’’. Τον ίδιο καιρό ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος είχε στείλει στη Βενετία το γιό του για να σπουδάσει. Ακόμη όταν έγιναν οι συμφωνίες με το δούκα του Νεβέρ οι Μανιάτες ζήτησαν να ιδρυθούν στον τόπο τους σχολεία για τα παιδιά τους.
Στη Μάνη με τα άγονα εδάφη της η πυκνότητα του πληθυσμού ήταν μεγάλη και συναγωνιζόταν και αυτές τις εύφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη ο αριθμός των κατοίκων κατά τετραγωνικό χιλιόμετρο ήταν διπλάσιος από την Έξω Μάνη . Η οικονομία του τόπου στηριζόταν στη φτωχή γεωργική παραγωγή, στην κτηνοτροφία, που δεν θα ήταν ευκαταφρόνητη, στο ψάρεμα ή στο κυνήγι. Οι ανάγκες του πληθυσμού δεν καλύπτονταν από την παραγωγή και οι νέοι της Μάνης εύρισκαν διέξοδο στους ξένους στρατούς , στους οποίους υπηρετούσαν ως ‘’στρατιώτες’’ και αποτελούσαν άτακτα σώματα ιππέων. Πολλοί από τους Μανιάτες δούλευαν σε άλλες περιοχές, όπως στους ελαιώνες της Κορώνης , στον κάμπο της Μεσσηνίας ή του Έλους. Άλλοτε πάλι κατέφευγαν στη ληστεία και την πειρατεία.
Το εμπόριο στην πρώτη τουρκοκρατία φαίνεται πως ήταν σχετικά ανεπτυγμένο στη Μάνη, διότι όσο υπήρχαν στην ανατολική Μεσόγειο νησιά υπό χριστιανική διοίκηση, ιδιαίτερα στην Κύπρο και στην Κρήτη, η Μάνη βρισκόταν στο δρόμο τους. Αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο σε περίπτωση κακοκαιρίας, ιδιαίτερα όταν υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία, μπορούσε να εφοδιάζει τα πλοία, να παρέχει υλικά για την επισκευή των ζημιών τους κλπ. Αναφέρεται ακόμη ότι στο Οίτυλο εμπορεύονταν πειρατικές λείες και γι’ αυτό το ονόμαζαν ‘’Μεγάλο Αλγέρι’’.
Φαίνεται ότι στη Μάνη, κατά την πρώτη τουρκοκρατία, υπήρχαν πολλά πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν τόσο στην αλιεία, όσο και στις κοντινές μεταφορές ή ακόμη και την πειρατεία. Να σημειωθεί ότι η Μάνη δεν είχε δρόμους, παρά μόνο μονοπάτια, ούτε μεγάλες πηγές νερού ικανές να υδρεύσουν πολυάριθμες ομάδες ανθρώπων. Αυτά ήταν λίγα από τα πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα του τόπου, επειδή δεν ήταν εύκολη η εισβολή στο εσωτερικό της μεγάλων στρατιωτικών σωμάτων με τα εφόδιά τους και με πυροβολικό απαραίτητο για την κατεδάφιση των πύργων. Ο Εβλιά Τσελεμπί , παρά τις υπερβολές του, μας έδωσε πληροφορίες για τα πλοία του Πραστίου και του Οιτύλου. Παράλληλα έχουμε πληροφορίες από τη Ζάκυνθο, ότι πήγαιναν εκεί πολλά πλοιάρια με Μανιάτες πρόσφυγες. Να σημειωθεί ακόμη ότι ο Μαχαιρίδης από τη Μέσα Μάνη είχε πλοίο με το οποίο ξεκίνησε να πάει με την οικογένειά του στη Νεάπολη της Ιταλίας, αναζητώντας νέα πατρίδα.
Οι Μανιάτες δεν πλήρωναν συχνά τον οφειλόμενο φόρο, παρά μόνο όταν βρίσκονταν υπό την απειλή μεγάλων τουρκικών στρατιωτικών σωμάτων ή προ της απειλής ναυτικού αποκλεισμού. Το 1614 πλήρωσαν το χαράτσι οι κάτοικοι του Οιτύλου και την επόμενη χρονιά οι κάτοικοι άλλων παραθαλάσσιων χωριών . Δεν είναι όμως γνωστός ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η κατανομή της φορολογικής υποχρέωσης. Υπάρχουν όμως κατάλογοι με τις φορολογικές υποχρεώσεις των χωριών της Μάνης κατά την πρώτη τουρκοκρατία και τη βενετοκρατία.
Η επίλυση των διαφορών μεταξύ των Μανιατών πολλές φορές γινόταν με τα όπλα. Ο συμβιβασμός ήταν μια άλλη λύση, που πολλές φορές γινόταν με τη μεσολάβηση σεβαστών ή ισχυρών προσώπων. Άλλοτε οι διαφορές λύνονταν με απόφαση της συνέλευσης της επαρχίας . Αναφέρεται ακόμη ότι μια ένοπλη αναμέτρηση μπορούσε να αποτραπεί με την παρέμβαση όλων των κατοίκων του χωριού : ‘’…εμαζώχθη το χωρίον και δεν άφησε να τουφεκιστούνε…’’. Το 1571 που περιηγήθηκαν τη Μέσα Μάνη τα μέλη της αντιπροσωπείας της Βενετίας , συμφιλίωσαν με την παρέμβασή τους τις οικογένειες που είχαν μεταξύ τους διαφορές. Αξιοσημείωτο είναι ότι όταν υπήρχε τουρκικός κίνδυνος, ενώνονταν όλοι και από κοινού πολεμούσαν τους εχθρούς τους.

ΛΙΓΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Από το βιβλίο του Σταύρου Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Έκδ. Αδούλωτη Μάνη, Αρεόπολη 2011

1) Προϊόντα και Εμπόριο

Η Μάνη στη μεγαλύτερη έκτασή της είναι άγονη, πετρώδης και άνυδρη. Αν εξαιρεθεί η περιοχή του Πασσαβά, στην οποία επεκτάθηκε η Μάνη λίγες δεκαετίες πριν από την επανάσταση του 1821, ήταν η πιο φτωχή και όμως ήταν πυκνοκατοικημένη, όσο και τα πιο εύφορα μέρη του Μοριά. Η παραγωγή σε δημητριακά ήταν περιορισμένη και ανεπαρκής για τον αριθμό των κατοίκων της. Ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη με τα γυμνά βουνά της το χώμα είναι λιγοστό και με τη βαθμιδωτή καλλιέργεια των λόφων από τα χέρια των γυναικών, γινόταν προσπάθεια να συγκρατηθεί από τα νερά των βροχών. Όπου μπορούσε να φυτρώσει έστω και ένα στάχυ το καλλιεργούσαν με περισσή φροντίδα.
Παρ’ όλα αυτά η Μάνη είχε εμπορικές συναλλαγές με τους Πελοποννήσιους και με το εξωτερικό, έκανε δε και εξαγωγές στα προϊόντα τα οποία περίσσευαν από την εσωτερική κατανάλωση. Πέρα από τα γεωργικά προϊόντα οι Μανιάτες διέθεταν είτε στις γειτονικές περιοχές ή στα διερχόμενα πλοία μικρά οικόσιτα ζώα ή είδη χειροτεχνίας.
Σε γαλλικό υπόμνημα ανωνύμου συγγραφέα από το 1786 αναφέρεται ότι στην καπετανία της Ζαρνάτας ή Σταυροπηγίου παράγονται 3.000 βαρέλια (των 48 οκάδων) ελαιόλαδο, 30 καντάρια (των 44 οκάδων) μετάξι και 30 καντάρια κικκίδια ή πρινοκόκκι (κιννάβαρι-vermillon). Στην καπετανία της Ανδρούβιστας-Ζυγού 5.000 βαρέλια ελαιόλαδο, 30 καντάρια μετάξι και μια ποσότητα σίτου και κριθαριού που ήταν επαρκής για τις ανάγκες των κατοίκων της. Στην καπετανία της Τσίμοβας-Αρεόπολης (Μέσα Μάνη) παράγεται λίγο κριθάρι και λάδι. Στην καπετανία της Μηλιάς κριθάρι και λάδι και στην καπετανία του Μαλεβρίου κριθάρι και καλαμπόκι. Η Μάνη καλύπτει το 1/6 της παραγωγής λαδιού της Πελοποννήσου, τα κικκίδια το 1/8 και το μετάξι το 1/16 της παραγωγής του Μοριά.
Από το 1794 μέχρι τα χρόνια της επανάστασης έχουμε από διάφορους συγγραφείς πληροφορίες για τα προϊόντα της Μάνης, τα οποία διέθεταν στο εμπόριο. Ένας από τους πρώτους που έκανε λόγο για τις εξαγωγές της Μάνη ήταν ο Scrofani , που είναι και ο μόνος ο οποίος έγραψε το 1794 ότι από τη Μάνη γινόταν εξαγωγή 2.800 τόνων σιτηρών. Ο Πουκεβίλ δεν επισκέφθηκε τη Μάνη στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά έγραψε τις πληροφορίες που έλαβε στο χρόνο της αιχμαλωσίας του από τους Τούρκους. Ακολουθεί ο J. M. Wagstaff , ο οποίος δημοσίευσε στοιχεία που συνέλεξε ο John Philip Morier το 1804. Δεν υπάρχει όμως ομοφωνία για τις ποσότητες των προϊόντων που προορίζονταν για εξαγωγή, αλλά αντίθετα σημαντικές διαφορές. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά ένα μέρος οφείλεται στην αστάθεια της παραγωγής, διότι είναι γνωστό ότι υπάρχουν χρονιές που τις χαρακτηρίζει η ευφορία των καρπών της γης και χρονιές δύστυχες με μικρή παραγωγή. Μεταξύ των συγγραφέων υπάρχουν και σημαντικές διαφορές όσο αφορά στα εξαγόμενα προϊόντα. Το 1805 ακολούθησε ο W. M. Leake ο οποίος, με την προσοχή τού κατασκόπου που ήταν, μετέφερε πληροφορίες που φαίνεται να είναι οι πιο αξιόπιστες. Σημείωσε ότι στις καλές χρονιές οι Μανιάτες είχαν επάρκεια για τις ανάγκες τους σε σιτάρι και καλαμπόκι, αλλά το 1805 δεν είχαν ούτε δημητριακά, ούτε και χρήματα για να προμηθευθούν. Πληροφορίες έχουμε και από τον Thomas Gordon από τα χρόνια της επανάστασης.
Το λάδι το οποίο προοριζόταν για εξαγωγή, προερχόταν κυρίως από τις περιοχές του Σταυροπηγίου, της Καρδαμύλης και του Ζυγού και αποτελούσε το πιο αποδοτικό προϊόν και παράλληλα, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, το αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης του τοπικού καπετάνιου και αργότερα του μπέη της Μάνης. Ως προς την ποσότητα του εξαγόμενου λαδιού αναφέρονται περίπου από 300 μέχρι 1.000 τόνοι το χρόνο.
Σημαντικό προϊόν για εξαγωγή υπήρξε και το βελανίδι, το οποίο χρησιμοποιούσαν στη βυρσοδεψία. Προερχόταν κυρίως από την περιοχή του Ζυγού της Μάνης και τα Βαρδουνοχώρια. Οι εξαγόμενες ποσότητες κυμαίνονταν περίπου από 350 μέχρι 1350 τόνους. Το προνοκόκκι-κικκίδια, που ήταν ένα παράσιτο της βελανιδιάς, το χρησιμοποιούσαν στη βαφή των φεσιών, στα οποία έδινε λαμπρό κόκκινο χρώμα. Η ποσότητά του αναφέρεται ότι ανερχόταν σε 25 περίπου τόνους.
Οι Μανιάτισσες αύξαναν το οικογενειακό τους εισόδημα με τη σηροτροφία η οποία είχε μεγάλη διάδοση κυρίως στην Έξω Μάνη, όπου είναι σε αφθονία οι μουριές, με τα φύλλα των οποίων τρέφονται οι μεταξοσκώληκες. Η παράδοση της σηροτροφίας στη Μάνη διατηρήθηκε μέχρι τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Οι εξαγόμενες ποσότητες μεταξιού αναφέρονται από 1.700- 7.000 κιλά.
Εξαιρετικής ποιότητας ήταν το μέλι της Μάνης και η εξαγομένη ποσότητα αναφέρεται να παρουσιάζει διακύμανση από 13 μέχρι 50 τόνους. Μαζί με το μέλι υπήρχε και παραγωγή κεριού, από το οποίο γινόταν εξαγωγή 2 έως 3,8 τόνων.
Βαμβάκι καλλιεργούσαν στη Μάνη συχνότερα τα παλιότερα χρόνια και η εξαγομένη ποσότητα έφθανε τους 230 τόνους. Το 1805 αναφέρεται η παραγωγή ήταν 80 τόνοι και στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα είχε περιοριστεί σε 13 τόνους.
Αναφέρεται επίσης εξαγωγή 6-7 τόνων από λαθούρι, ακόμη ακατέργαστων δερμάτων και περίπου ενός εκατομμυρίου ορτυκιών παστωμένων στο ξύδι. Τα χρήματα, τα οποία εισέπραττταν οι Μανιάτες από τις εξαγωγές των προϊόντων τους, παρουσίαζαν και αυτά σημαντικές διαφορές από 251.000 μέχρι 982.000 γρόσια.
Τον Απρίλιο του 1785 στη Ζάκυνθο βρισκόταν αυτοεξόριστος ο πρώην Τζανέτμπεης Κουτούφαρης και ένας άλλος Μανιάτης καπετάνιος με το όνομα Μανωλάκης, ίσως Καβαλιεράκης-Φωκάς από την Καρυούπολη, οι οποίοι έδωσαν απαντήσεις στα ερωτήματα που τους είχε υποβάλλει ο πρόξενος της Γαλλίας. Στο ερώτημα εάν ‘’Υπάρχουν ξένοι εμπορευόμενοι εγκατεστημένοι στη Μάνη; Πόσοι είναι αυτοί; Από ποιά χώρα;’’, ο Μανιάτης καπετάνιος Μανωλάκης απάντησε: ‘’Τυχαίνει και έρχονται ορισμένοι εμπορευόμενοι στη Μάνη, αλλά μόνο περαστικοί, κι ανάλογα με τις εποχές. Δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένοι εδώ. Στις μέρες μας μετά τον πόλεμο των μεγάλων βασιλέων (πόλεμος Ρωσίας, Αυστρίας εναντίον της Τουρκίας) έρχονται στη Μάνη μερικοί Έλληνες από τις γειτονικές επαρχίες της Πελοποννήσου, λιγοστοί όμως. Οι εμπορικές συναλλαγές τους είναι μάλλον περιορισμένες, γιατί τα μέσα είναι πενιχρά. Οι ντόπιοι κάνουν και αυτοί τα αλισβερίσια τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητες που διαθέτει’’.
Η απάντηση του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη στο προηγούμενο ερώτημα ήταν: ‘’Δεν υπάρχουν ξένοι εμπορευόμενοι στη Μάνη. Έρχονται μόνο τον καιρό της συγκομιδής και ξαναφεύγουν μόλις τελειώσουν τις δουλειές τους. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λαδιού αγοράζεται από τους Σλαβόνους και προορίζεται για την Τεργέστη. Είναι ακριβότερο από το λάδι του Μοριά, χάρη στην ανώτερη ποιότητά του. Όλη η συγκομιδή βελανιδιών καθώς και τα κικκίδια αγοράζονται από όσους παρουσιαστούν εδώ, και φορτώνονται σε βενετσάνικα καράβια. Οι Μοραΐτες έχουν το μονοπώλειο του μεταξιού που το εξάγουν στην Τύνιδα. Τα υπόλοιπα προϊόντα πωλούνται και αγοράζονται ανάλογα με την περίσταση’’.
Σε μια επόμενη ερώτηση του Γάλλου προξένου στη Ζάκυνθο: ‘’ποίοι από τους κατοίκους της Μάνης ασχολούνται με το εμπόριο αγοράζοντας τα κατάλληλα για το εξωτερικό εμπόριο τοπικά προϊόντα;’’. Ο Τζανέτμπεης Κουτούφαρης απάντησε: ‘’Οι Μανιάτες δεν ασχολούνται με το εμπόριο, κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτα από όλα επειδή δεν διαθέτουν κεφάλαια, και δεύτερον επειδή δεν έχουν ιδέα από τέτοιες δουλειές. Ο μπέης της Μάνης είναι ο μοναδικός αρμόδιος να πωλεί τα τοπικά προϊόντα. Χωρίς την άδειά του, κανένας ντόπιος δεν έχει το δικαίωμα να διαπραγματεύται, και συγκεκριμένα κανένας ξένος δεν μπορεί να αγοράζει λάδι, μετάξι και βελανίδια. Τα υπόλοιπα προϊόντα είναι ελεύθερα να αγοράζονται και να πωλούνται κατά την κρίση του καθενός’’.
Είναι γνωστό ότι πριν από τα Ορλωφικά, το 1765, ο Παναγιώτης Μπενάκης αγόρασε βελανίδια από την οικογένεια της καπετάνισσας Γρηγοράκη και του γιού της Τζανή (μετέπειτα Τζανήμπεη Γρηγοράκη) από το Σκουτάρι. Αργότερα στην επαρχία Σταυροπηγίου ασκούσε εμπόριο ο Πούλος Μαυρίκος , ενώ στο Λιβόρνο της Ιταλίας άσκησε με επιτυχία το εμπόριο ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος από τον Καρβελά του Μαλεβρίου, ο οποίος αργότερα έγινε γαμπρός του Αντώνμπεη Γρηγοράκη και το 1810 πήρε το μπεηλίκι της Μάνης. Εμπόριο επίσης ασκούσε η οικογένεια Μαυρομιχάλη και μπορούμε να υποθέσουμε ότι όσοι είχαν πλοία, όπως ο Μπουζουναράς στο Γύθειο, ο Κουτσουλιέρης στην Τσίμοβα (Αρεόπολη) κ.ά. ασκούσαν και αυτοί εμπόριο.
Σε ένα υπόμνημα που βρέθηκε στα Ολλανδικά αρχεία, γραμμένο γύρω στα 1815, αναφέρονται για τη φορολογία των προϊόντων των Μανιατών τα ακόλουθα : ‘’…Οι Μανιάτες δεν πληρώνουν δεκάτη σε οτιδήποτε παράγει ο τόπος τους. Δεν υπάγονται σε κανένα τοπικό δίκαιο, είναι ελεύθεροι όταν κάνουν τη συγκομιδή, κανένας φοροεισπράκτορας δεν έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί στο αλώνι ή στο πατητήρι και δεν έχουν άλλους φόρους να πληρώσουν από τον κεφαλικό φόρο που επιβάλεται σε λίγα πράγματα, αλλά μια συνήθεια που επέβαλαν οι Μπέηδες να ιδιοποιούνται όλα τα λάδια σε μια ορισμένη τιμή έγινε ένα μονοπώλιο. Αυτός ο μπέης τους πληρώνει συνήθως το λάδι στα 25 μέχρι 30 πιάστρα το βαρέλι , που τα μεταπουλάει στα 40 μέχρι 50 πιάστρα. Αυτή η αποκλειστικότητα που κάνει το Μπέη κύριο όλων των λαδιών της Μάνης και οι ιδιοκτήτες χάνουν συνήθως 20% και συχνά 40% από τη διαφορά των τιμών, Το ίδιο γίνεται με τα βελανίδια. Ο Μπέης που ορίζει επίσης τις τιμές και με την πώληση φέρνουν ένα ικανοποιητικό ποσό. Υπάρχει παντού κατάχρηση, παντού ο λαός είναι το αντικείμενο της εξαπάτησης (της κοροϊδίας) των μεγάλων…’’

2) Ο Πληθυσμός της Μάνης

Ο αριθμός των κατοίκων της Μάνης δεν ήταν σταθερός, αλλά θα πρέπει να παρουσίαζε μια βαθμιαία αύξηση, ακολουθώντας τη γενικότερη αυξητική τάση, που παρατηρήθηκε στο Μοριά κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία. Βέβαια ο πληθυσμός της Μάνης δεν μπορεί να μειώθηκε την εποχή των Ορλωφικών και στην ακόλουθη αλβανοκρατία του Μοριά του οποίου ο πληθυσμός παρουσίασε σημαντική ελλάττωση, αφού πολλοί από τους Πελοποννήσιους βρήκαν άσυλο στη Μάνη, στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου πελάγους και στη Μικρά Ασία..
Στα χρόνια της Βενετοκρατίας αναφέρεται ότι οι Μανιάτες από πρόληψη δεν δέχονταν να μετρηθούν, γι’ αυτό το 1691 στην έκθεση του Ιάκ. Κορνέρ και του Μικιέλ οι Έλληνες της Πελοποννήσου υπολογίστηκαν σε 97.118, χωρίς όμως να περιλαμβάνονται οι κάτοικοι της Μάνης. Από την έκθεση του Γκριμάνι φαίνεται ότι ήταν περίπου 15.000.
Γενικότερα ο αριθμός των κατοίκων της Μάνης δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί, διότι από τα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν είχαμε απογραφές. Όταν μετά την απελευθέρωση, στα χρόνια 1848-1855, υπήρξαν συγκεντρωμένα στατιστικά στοιχεία ο πληθυσμός κυμαινόταν περίπου μεταξύ 36.000 και 38.000 κατοίκων. Θα πρέπει βέβαια να λάβουμε υπ’ όψη ότι μετά την επανάσταση του 1821, ένας αριθμός κατοίκων της Μάνης εγκαταστάθηκε σε άλλα μέρη, λόγω του υπερπληθυσμού που υπήρχε στον τόπο του.
Από τις εκτιμήσεις που είχαν γίνει κατά καιρούς δεν έλλειψαν οι υπερβολές. Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, γνωστοί ως Δημητριείς στο βιβλίο τους ‘’Γεωγραφία Νεωτερική’’ υπολόγισαν τα χωριά της Μάνης στον υπερβολικό αριθμό των 365 και τον πληθυσμό της σε 120.000. Πιο κοντά στην πραγματικότητα ήταν η εκτίμηση του πρώην Τζανέτμπεη Κουτούφαρη , ο οποίος το 1785 υπολόγισε τους κατοίκους της Μάνης σε 40.000, που κατοικούσαν σε 100 οικισμούς. Μαζί του ένας άλλος Μανιάτης καπετάνιος, ο Μανωλάκης, πιθανώς ο Φωκάς-Καβαλιεράκης από την Καρυούπολη, έδωσε τα επόμενα στοιχεία: χωριά 70, σπίτια 7.000, ενήλικες άνδρες 10.000 και ο συνολικός πληθυσμός 32.000 ψυχές.
Σε γαλλικό υπόμνημα ανώνυμου συγγραφέα από το 1786 ο πληθυσμός της Μάνης υπολογίστηκε σε 22.500 ψυχές.
Ο Δήμος και ο Νικολός Στεφανόπολι , που ήταν από τους Μανιάτες της Κορσικής, και ήρθαν σταλμένοι από το Βοναπάρτη, για να εξετάσουν την κατάσταση που επικρατούσε και τη δυνατότητα αποικιοποίησης της Πελοποννήσου ανέφεραν ότι σε 360 χωριά κατοικούσαν 45.000. Στον αριθμό των χωριών πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οι μικροί οικισμοί και τα ξεμόνια.
Το 1803 ο Πρώσος Bartholdy υπολόγισε τους Μανιάτες σε 20.000, ενώ κατά την εκτίμηση του Γάλλου προξένου στην Πάτρα Roussel ο πληθυσμός της Μάνης, που κατοικούσε σε 111 χωριά, ανερχόταν σε 50.000. Από αυτούς θεωρούσε ως στρατεύσιμους, δηλαδή αυτούς που μπορούσαν να πολεμήσουν και εκτός των ορίων της Μάνης σε 8.770 άνδρες, ενώ γενικά οι οπλοφόροι, συμπεριλαμβανομένων των εφήβων και υπερηλίκων ήταν 16.392.
Το 1805 ο Άγγλος κατάσκοπος-περιηγητής W. M. Leake , που ήταν πολύ προσεκτικός στις εκτιμήσεις του, υπολόγισε τους κατοίκους της Μάνης σε 30.000 και από αυτούς θεώρησε ότι οι 10.000 ήταν μάχιμοι.
Ο ιστορικός Μιχαήλ Σακελλαρίου , λαμβάνοντας υπ’ όψη τις διάφορες δημοσιεύσεις, υπολόγισε ότι οι Μανιάτες το 1780 ήταν 30.000 και βαθμιαία αυξάνονταν, ώστε το 1821 να ανέρχονταν σε 40.000.
Για τον αριθμό των χωριών, στα οποία κατοικούσαν οι Μανιάτες, πρέπει να τονίσουμε ότι υπήρχαν πολλά ξεμόνια, δηλαδή ένας πύργος με μερικές προσκολλημένες κατοικίες, όπου διέμεναν τα μέλη μιας οικογένειας. Ακόμη σε μερικά χωριά οι οικισμοί χωρίζονταν με μικρή απόσταση και είναι συζητήσιμο αν θα πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα ενιαίο χωριό ή θα πρέπει να αναφερθεί κάθε οικισμός σαν ιδιαίτερο χωριό. Η καταγραφή των ονομάτων των χωριών από το Νικήτα Νηφάκη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πλέον ενδεικτική του αριθμού των χωριών, δηλαδή 117 για τη δεύτερη τουρκοκρατία. Παρ’ όλα αυτά από τις Γαϊτσές αναφέρονται η Χώρα και η Πρίντα, ενώ δεν μνημονεύονται η Μπίλιοβα και η Νερίντα. Από τους μικροοικισμούς που βρίσκονται κοντά στα Πηγάδια δεν αναφέρεται κανείς. Αντίθετα από τα αναφερόμενα χωριά δεν έχει κατοίκους η Κόκα της Μεγάλης Μαντίνειας, η Βοϊδονίτσα της Ανδρούβιστας, που είναι σήμερα μόνο μοναστήρι κλπ.
Ο Άγγλος περιηγητής Morritt σχετικά με την πυκνότητα του πληθυσμού έγραψε: ‘’…Ο πληθυσμός της Μάνης είναι τόσος πολύς σε σχέση με την γονιμότητα της γης, που αναγκάζονται να εισάγουν πολλά από τα είδη πρώτης ανάγκης. Για αυτό πρέπει τακτικά να κάνουν εμπόριο με τις τουρκικές επαρχίες, και να ανταλλάσσουν το λάδι, το μετάξι και είδη της οικοτεχνίας τους για πιο απαραίτητα είδη όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι και άλλες προμήθειες. Για να αποκτήσουν αυτά, μερικές φορές καταφεύγουν στο λαθρεμπόριο και κάποιες άλλες στη συστηματική καταβολή του χαρατσίου και την αναγνώριση της Πύλης. Αυτό πάλι το απέφευγαν όταν, μια καλή χρονιά ή μια εξαιρετική πηγή προμήθειας καθιστούσε την υποταγή τους περιττή· με αυτή τους όμως την απείθεια είχαν πολλές φορές προκαλέσει την εκδίκηση των ισχυρών γειτόνων τους…’’.

3) Η μανιάτικη φορεσιά

Μεταξύ των Πελοποννησίων και των Μανιατών υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην αμφίεση. Οι άνδρες στο Μοριά φορούσαν φουστανέλλα, για την οποία υποστηρίζεται ότι διαδόθηκε από τους Αλβανούς μετοίκους του 14ου αιώνα. Αντίθετα οι Μανιάτες φορούσαν σαλβάρια (βράκες) τα οποία έφθαναν μέχρι τα γόνατο. Η αμφίεσή τους έμοιαζε με τους νησιώτες του Αρχιπελάγους. Οι γυναίκες σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία φορούσαν σαλβάρια που έφθαναν χαμηλά μέχρι τους αστραγάλους, ενώ οι Μανιάτισσες αποτελούσαν μοναδική εξαίρεση σε όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, διότι φορούσαν φορέματα όπως στην Ευρώπη.
Ελλιπείς πληροφορίες προερχόμενες από το Niculai Jorga, ο οποίος το 1715 έλαβε μέρος στην τουρκική εκστρατεία στο Μοριά, αναφέρουν ότι οι Μανιάτες και οι Τσάκωνες φορούσαν κοντό λευκό μανδύα και κάλυπταν το κεφάλι με σιδερένιο κράνος .
Το 1795 ο Άγγλος περιηγητής J. Morritt περιέγραψε τη φορεσιά τής καπετάνισσας ανιψιάς τού Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, και του ιδίου ως εξής : ‘’…Η καπετάνισσα φορούσε ελαφρό γαλάζιο φόρεμα χρυσοκεντημένο, με ζώνη γύρω στη μέση, κι ένα κοντογούνι χωρίς μανίκια από ολοκέντητο κρεμεζί βελούδο. Πάνω από αυτά φορούσε σκουροπράσινο βελουδένιο πολωνέζικο μαντώ με πλατειά ανοιχτά μανίκια, επίσης πλουσιοκεντημένα. Στο κεφάλι μια κίτρινη χρυσοκεντημένη σκούφια που έμοιαζε με στέμμα. Ένα μαντήλι από άσπρη χρυσοΰφαντη μουσελίνα, στερεωμένο στο δεξιό ώμο, περνούσε πάνω από το στήθος και κάτω από τον αριστερό ώμο, ανέβαινε στο κάλυμμα της κεφαλής, έπεφτε πίσω της και κρεμόταν ως το πάτωμα…’’
Για τον Τζανέτμπεη έγραψε: ‘’…Φορούσε σφιχτό γελέκι με ανοιχτά μανίκια όλο κεντήματα από ασήμι και μάλαμα, κι ένα βελουδένιο ρούχο με μαύρες ούγιες στα μανίκια. Το ζουνάρι του, που συγκρατούσε την πιστόλα και το στιλέτο, ήταν χρυσοϋφαντο κόκκινο μαντήλι. Η βράκα του έφθανε ως τα γόνατα κι από κει και κάτω φορούσε σφιχτές γκέτες από γαλάζια τσόχα και μαλαμοκαπνισμένες και ασημένιες θήκες για να προστατεύονται οι αστράγαλοι. Όταν βγήκε από τον πύργο έρριξε στους ώμους του ένα πλούσιο φαρδομάνικο μανδύα, γαλάζιο απ’ έξω και κόκκινο από μέσα. Το σαρίκι του ήταν πράσινο και χρυσό. Κι αντίθετα με τις τούρκικες συνήθειες τα γκρίζα μαλλιά του κρέμονταν κάτω από το σαρίκι.
Ίδια ήταν και η φορεσιά των παρακατιανών, αλλά χωρίς τα πλούσια κεντήματα και στολίδια. Τα παπούτσια τους από κίτρινο δέρμα, δένονταν σφιχτά στο πόδι. Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια απαράλλαχτα με τα ευρωπαϊκά κι όχι σαλβάρια (βράκες) όπως όλος ο θηλυκόκοσμος της Οθωμανικής ανατολής…’’.
Το 1805 πέρασε από τις Κιτριές ένας άλλος Άγγλος περιηγητής, ο W. Gell , ο οποίος μας έδωσε πληροφορίες για την αμφίεση του Αντώνμπεη Γρηγοράκη: ‘’…Βρήκαμε ότι ο μπέης ήταν ένας καλός ηλικιωμένος άνθρωπος, ντυμένος με ένα μακρύ γαλάζιο μπενίσσι (επανωφόρι) και με μια εσωτερική φανέλα ριγωτή μπαμπακομέταξη, που τα ένωνε ένα πλατύ κόκκινο ζωνάρι. Δεν φορούσε ούτε καλπάκι (καπέλο), όπως οι επιφανείς Έλληνες, ούτε το είδος του σαρικιού που φορούσαν οι Τούρκοι, αλλά σαν κι αυτό που φορεί στο κεφάλι του ο υπηρέτης μου ο Δημήτρης στην εικόνα (στο βιβλίο του υπάρχει η σχετική εικόνα-βλέπε εικόνα Μανιατών στο εξώφυλλο των αγωνιστών) και τα μαλλιά του που ήταν κατάξανθα και φουντωτά προεξείχαν μέσα από τις πτυχές….’’.
Ο W. Gell μας έδωσε ακόμη πληροφορίες για την αμφίεση του Γεωργίου Καβαλιεράκη-Γρηγοράκη, τον οποίο θεώρησε σαν τον πατέρα του Δημήτριο-Καβαλιέρη Γρηγοράκη και έγραψε: ‘’…Φορούσε άσπρη ζακέττα και ανατολίτικα σαλβάρια που έφταναν ως τα γόνατα…’’.
Ο Φ. Πουλεβίλ το 1815 επισκέφθηκε το Μυστρά και περιέγραψε τη φορεσιά δύο μουσουλμάνων, πιθανώς Τουρκοβαρδουνιωτών, ως Μανιατών: ‘’Στο Μυστρά είδε τους πρώτους Μανιάτες. Ήταν ψηλοί, με ξυρισμένα κεφάλια, εκτός από το κορφοκέφαλο που σκεπαζόταν από ένα φεσάκι. Φορούσαν μια κόκκινη μεταξωτή τζάκα χρυσοκέντητη, ζουνάρι με δύο πιστόλες κι ένα χατζάρι, χοντρές άσπρες ευρωπαϊκές κάλτσες και παπούτσια και κουβαλούσαν ένα μακρύκανο βενέτικο τουφέκι. ‘’Ήταν η πιο γραφική φορεσιά που είδα στην Ελλάδα’’. Κεφάλι ξυρισμένο δεν είχαν οι Μανιάτες αλλά οι Μουσουλμάνοι.

4) Η κοινωνική διαστρωμάτωση

Η κοινωνική διαστρωμάτωση των οικογενειών της Μάνης, που ήταν συνάρτηση της πολεμικής ισχύος τής κάθε μιας, έγινε αντικείμενο παρεξήγησης. Εσφαλμένα έχει περάσει στην αντίληψη του κοινού η πλάνη, ότι στη Μάνη υπήρχαν οι Νικλιάνοι , που εθεωρούντο ως «ευγενείς», και οι φαμέγιοι ή αχαμνόμεροι, που τους αποτελούσαν οι λοιπές «ταπεινές» οικογένειες.
Στην Έξω Μάνη υπήρχε διάκριση σε «σπίτια» πρώτης, δευτέρας και τρίτης τάξης. Ο Διονύσιος Μούρτζινος μας περιγράφει αυτή τη διαστρωμάτωση σε μια αναφορά του της 4ης Ιανουαρίου 1830, στην οποία έγραψε: «…Κύριοι τα σημερινά σπίτια της Δυτικής Σπάρτης (Μάνης) είναι εκείνα που εφάνησαν και φαίνονται απ’ αιώνες. Εις το Σταυροπήγι είναι ο Κουμουνδουράκης και ο Καπετανάκης, είναι και τρίτα άλλα σπίτια πολλά. Εις την Ανδρούβιστα είναι ο Τρουπάκης είναι και άλλα δεύτερα και τρίτα. Εις την Καστάνια είναι ο Ντουράκης και άλλα μικρότερά του, εις τον Ζυγόν είναι ο Χρηστέας και ο Αλεξάκης και άλλα τρίτα πολλά, εις την Μηλιά είναι ο Κυβέλος είναι και άλλα δεύτερα, εις την Καστάνιτζαν είναι οι Βενετζανιάνοι. Δια τους Μαυρομιχάληδες τους οποίους σεις υμνείτε είναι ισότιμοί τους οι Κυριακουλιάνοι , είναι και η οικογένεια των Νικολιάνων οπού είναι ο Βοϊδής, είναι και μέρος Γιαννιάνων και Αβραμιάνων…».
Ο χαρακτηρισμός σε πρώτα, δεύτερα και τρίτα σπίτια γινόταν ανάλογα με την πολεμική δύναμη της οικογένειας ή τον αριθμό των όπλων που διέθετε η κάθε μια. Πρώτα ήταν τα σπίτια που είχαν αναδείξει καπετάνιο και ακολουθούσαν τα δεύτερα και τρίτα. Πέρα από αυτούς υπήρχε και το κατώτερο κοινωνικό στρώμα που το αποτελούσαν μεμονωμένα άτομα, προερχόμενα κυρίως από ορεινά χωριά, ή μικρές οικογένειες, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούσαν για τη διατροφή τους. Τα άτομα αυτά ήταν υποχρεωμένα να αναλαμβάνουν γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες των ευπορότερων οικογενειών. Άλλοτε εχρησιμοποιούντο ως σωματοφύλακες ή ακόλουθοι από ευπόρους ή καπετάνιους και συνήθως είχαν την αντιμετώπιση του παρακατιανού ή του υπηρέτη. Μεταξύ όμως αυτών και των πρώτων σπιτιών μεσολαβούσαν δύο άλλα στρώματα, βαθμολογημένα, όπως τονίστηκε, από τον αριθμό των όπλων τα οποία μπορούσαν να κινητοποιήσουν.
Εκτός από τους εργαζόμενους σε ξένες γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες υπήρχαν πολλές οικογένειες, οι οποίες δεν διέθεταν μεγάλο αριθμό όπλων, ώστε να ανήκουν στα ισχυρά σπίτια. Δεν μπορούμε όμως και να τις κατατάξουμε σε μια τελευταία κοινωνική τάξη, διότι μερικές από αυτές, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχαν ιστορία και πιθανώς στο παρελθόν να κατείχαν την πρώτη θέση στην περιοχή τους.
Ο Α. Πετρίδης , που έζησε στη Μάνη, δεν έκανε το σφάλμα να διαιρέσει τους Μανιάτες σε Νικλιάνους και φαμέγιους, αλλά αναφέρεται στους «από γενεάς» και στους «φαμέγιους». Προφανώς θέλησε να αντικαταστήσει ή να διευρύνει τον όρο Νικλιάνοι, με το όρο «από γενεάς», ώστε να μην περιορίζεται σε μια μόνο τοπική οικογένεια. Πιθανώς με τον όρο που εισήγαγε ήθελε να περιλάβει εκτός από τις λίγες πολύ ισχυρές οικογένειες, τα πρώτα και δεύτερα σπίτια ή ακόμη και τρίτα με κάποια ιστορία. Π.χ. ο γιός του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, ονομαζόμενος Κωνσταντίνος Τζανετάκης, που ζούσε στα Βαρούσια του Σταυροπηγίου, παρότι δεν είχε υπολογίσιμο αριθμό όπλων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τους φαμέγιους. Ήταν χωρίς αμφιβολία από γενεάς. Επίσης ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος χωρίς προηγουμένως να ανήκει στα πρώτα σπίτια, αφού πλούτισε από το εμπόριο στο Λιβόρνο της Ιταλίας και παντρεύτηκε μια από τις κόρες του Αντώνμπεη Γρηγοράκη, αναδείχθηκε τελικά σε μπέη της Μάνης.
Μια μεγάλη γενιά της Κοίτας και των γύρω χωριών, οι Νίκλοι ή Νικλιάνοι, ήταν γνωστή από το 16ο αιώνα και τότε μοιραζόταν στο μετέπειτα δήμο Μέσσης την πρωτοκαθεδρία με τους Κοσμάδες της Βάθειας και τους Κοντόσταβλους του Κούνου. Οι άλλες γενιές διαιρέθηκαν και χάθηκαν, ενώ οι Νικλιάνοι αύξησαν την ισχύ τους, ιδιαίτερα μετά την επανάσταση του 1821 και κυριάρχησαν στο δήμο Μέσσης. Εκτός από τα χωριά τους, το Νικλιάνικο, είχαν εγκατασταθεί συνήθως ως γαμπροί ή φιλοξενούμενοι και σε άλλα γειτονικά χωριά, π.χ. στη Λάγια, για να ενισχύσουν την τοπική δύναμη των νέων συγγενών τους ή συμμάχων τους . Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί λαθεμένα ο θρύλος ότι οι Μανιάτες διακρίνονται στους «ευγενείς» ή Νικλιάνους και στο «λαό» ή αχαμνόμερους. Η εντύπωση αυτή, παρά τη μεγάλη διάδοση που έχει, είναι τελείως εσφαλμένη. Κανένας από τους Νικλιάνους δεν διεκδίκησε ποτέ το μπεηλίκι της Μάνης, που εδίδετο στους ισχυρότερους ή ικανότερους των Μανιατών, ούτε αναγνωρίστηκε ως καπετάνιος. Ακόμη η Φιλική Εταιρεία γνωρίζοντας τις τρεις ισχυρότερες γενιές της Μάνης, που ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Τρουπάκηδες και οι Γρηγοράκηδες, ενδιαφέρθηκε για την ένωσή τους. Δεν έδειξε ειδική φροντίδα να μυήσει κάποιον από τους Νικλιάνους για να στηριχθεί σ’ αυτόν. Τελικά, ήταν ένας θρύλος που πήγασε από την οικογενειακή περηφάνεια μιας γενιάς του δήμου Μέσσης, που είχε πολλά να ζηλέψει από άλλες γενιές της Μάνης.

Από το βιβλίο του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη: Μανιάτικα Μελετήματα, Αθήνα 1978
Μοιρολόγια…………..σσ. 79-101
Η αδελφική αγάπη…….. 103-108
Η πατριά……………….. 129-182
Ο νόμος του δικωμού.. 183-225

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Αναφέρεται ότι οι Μανιάτες έμειναν ειδωλολάτρες μέχρι τα χρόνια του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνος ή μέχρι τα χρόνια του Νίκωνος του Μετανοείτε, γύρω στα χίλια. Αυτό δεν εόναι απόλυτα σωστό γιατί δτη Μάνη υπάρχουν απομεινάρια από παλαιοχριστιανικές εκκλησίες.
Εκκλησίες παρελθόντων αιώνων στην Κυπάρισσο και στο Τηγάνι. Ν. Δρανδάκη, Μάνη – Λακωνία. Παράρτημα Λακωνικών Σπουδών αριθ. 17.
Νίκων ο Μετανοείτε. Λακ.Σπουδαί 14/89 Σπ. Λάμπρου, Ν. Ελληνομν. Γ’, σσ. 129-228
Κονιδάρη Γερασίμου, Η παλαιοτέρα μνεία της Μαΐνης και της επισκοπής αυτής, Θεολογία 22(1951)652.

Η πρώτη μνεία της Μάνης είναι παλάιοτέρα και ανάγεται εις τους χρόνους του Λέοντος του ΣΤ’, του Σοφού (886-912) και της πρώτης πατριαρχίας του Νικολάου του Μυστικού (901-7). Τότε ακριβώς οι δύο ηγέται έθεσαν τέρμα εις την ανωμαλίαν εν τη πρωτοκαθεδρία των θρόνων, την τάξιν των υποκειμένων μητροπόλεων… (Επομένως είχε καταγραφεί η επισκοπή Μαΐνης τον προηγούμενο αιώνα σε σύνοδο που έγινε)
(σ. 666) …»εν τω τακτικώ» του Λέοντος του ΣΤ’, όπερ κατετέθη (907) εις το Πατριαρχικόν Αρχείον. Είναι λοιπόν παλαιοτέρα (της αναφοράς) του Κωνσταντίνου του Πορφυρο-γεννήτου. Εν τη οριστική συνθέσει της επαρχίας του ΚΖ. Μητροπολίτου Κορινθίας της Πελοποννήσου περιλαμβάνονται οι επίσκοποι κατά την ακόλουθον τάξιν. α) ο του Δαμαλά, β) ο Άργους, γ) ο Μονεμβασίας, δ) ο Κεφαλληνίας, ε) ο Ζακύνθου, στ) ο Ζημαινάς, ζ) ο Μαΐνης
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η επισκοπή Μαΐνης ιδρύθηκε μετά τον εκχριστιανισμόν των Μανιατών (875). Πιθανώς όμως να υπήρχε και παλαιότερα λόγω της σπουδαιότητος του κάστρου της Μαΐνης.

Ζερλέντου Περικλέους, Τάξις ιεραρχική των εν Πελοποννήσω των Αγίων του θεού εκκλησιών – Η Μητρόπολις Ζαρνάτας και αι εν Μάνη επισκοπαί, Ερμούπολις 1922

(σ. 6) Από τις αρχές του 15ου αιώνος, αλλά και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται η επισκοπή Καρυουπόλεως
Το 1476-1486 υπήρχαν στη Μάνη τρεις Πατριαρχικαί εξαρχίαι, η της Μεγάλης Μαΐνης, η της Μικράς Μαΐνης και η του Μεγάλου Ζυγού
(Να σημειωθεί ότι Μεγάλη Μαΐνη είναι η Μέσα Μάνη, Μεγάλος Ζυγός η Έξω Μάνη, αλλά η Μικρά Μαΐνη δηλαδή η Μικρομάνη είναι στη Μεσσηνία)
(σ. 7) Κατά τους τελευταίους χρόνους συνεστάθησαν οκτώ επισκοπαί εν Μάνη, η της Ζαρνάτας, ης έδρα ήτο η Σταυροπηγή (Σταυροπήγιο εκαλείτο όλη η επαρχία η οποία μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε το δήμο Αβίας. Έδρα της επισκοπής Ζαρνάτας ήταν το μοναστήρι της Βελανιδιάς – δίκλητοε ναός του Αγίου Νι8κολάου – στον οικισμό Μαλεβριάνικα των Βαρουσίων).
Η επισκοπή Ζαρνάτας έγινε αρχιεπισκοπή και με τη μεσολάβηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη έγινε Μητρόπολη.
Άλλες επισκοπές ήταν της Ανδρούβιστας, της Μηλέας (ή Μηλέας και Καστάνιας), του Ζυγού με έδρα την Πλάτσα, της Μαλτίτζας που βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, της Λαγίας, που αναφέρεται και ως Κολοκυνθίου ή Λαγίας και Κατωπαγγίου και ακόμη η επισκοπή Μαΐνης. Εκτός από αυτές που υπάγονταν στη Μητρόπολη Ζαρνάτας στη Μάνη υπήρχε και η επισκοπή Καρυουπόλεως που ανήκε στη Μητρόπολη Μονεμβασίας και Καλαμάτας.
(σ. 43) Εν έτι 1621 τη αιτήσει των κατοίκων των χωρών Ζυγού, Μηλέας Ανδρούβιτζας και άλλων κωμών εν τη Έξω Μάνη προς τον Πατριάρχην Κύριλλον τον από Αλεξανδρείας τον Λούκαριν, προήχθησαν εις αρχιεπισκοπήν αι ειρημέναι χώραι υπό την επωνυμίαν αρχιεπισκοπή Πλάτζας, εξελέγη δε μηνί Απριλίω του αυτού έτους,αρχιεπίσκοπος ο εκ Πλάτζας ιερομόναχος Παρθένιος, όριο δε της ειρημένης αρχιεπισκοπής εγένοντο τα πατριαρχικά σταυροπήγια Ζαρνάτας και Γιαννίτζας και η επισκοπή Μαΐνης.
Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάθε μία από τις επισκοπές της Μάνης.

Αβραμέα Άννα, Ιστορικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά τεκμήρια από το Οίτυλο της Μάνης. Από την αρχαιότητα μέχρι το ΙΕ’ αι. Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)3-22.

Αλμπάνη Βιργινίας, Ιερός ναός Άϊ-Στράτη Τσερίων (Δήμου Δυτικής Μάνης), Λακωνικαί Σπουδαί 18(2006)169-182.

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Γαρδενίτσας Μέσα Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 3(1977)36-83

Γκιολέ Νικολάου, Οι τοιχογραφίες Αγίου Πέτρου Διρού στη Μάνη και η ιδιόμορφη εις άδου κάθοδος, Λακωνικαί Σπουδαί 6 (1982)134-161

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου Νικήτα στον Καραβά Μέσα Μάνης Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)154-202.

Γκιολέ Νικολάου, Το εικονογραφικό πρόγραμμα του τρούλλου του Άϊ-Στράτηγου στους Μπουλαριούς στη Μέσα Μάνη, Λακωνικαί Σπουδαί 10(1990)135-140.

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου θεοδώρου Άνω Πούλας στη Μέσα Μάνη, Λακωνικαί Σπουδαί 13 (1996)277-305.

Γριτσόπουλου Τάσου. Ολίγα περί Αγίου Γεωργίου Μαραθονησίου, Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)439-448.

Δημητροκάλλη Γεώργιου, Ο δίκογχος σταυρεπίστεγος ναός του Προδρόμου στη Βάθειας της Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)139-153

Δρανδάκη Νικολάου, Μάνη και Λακωνία, Παράρτημα αριθ. 17 των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’, Αθήναι 1999. Τόμοι Α, Β, Γ. Δ με τις εκκλησίες της Μάνης και Ε ευρτήριο.

Δρανδάκη Νικολάου, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης. Έκδ. Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθήναι 2002

Δροσογιάννη Φανή, Σχόλια στις τοιχογραφίες της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στη Μεγάλη Καστάνια της Μάνης, Αθήναι 1982.

Ετζέογλου Ροδονίκη, Καρυούπολις, μία ερειπωμέν βυζαντινή πόλη. Σχεδίασμα ιστορικήε ζγεωηραφίας της βορειονατολικής Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)3-60

Καπετανάκη Σταυρου, Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996.
Οι Μαντιναίοι κληρικοί στη σελίδα 153
Ο Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρύσανθος Παγώνης σ. 155
Ο Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης σ. 162
Ο Μητροπολίτης Ζαρνάτας Γαβριήλ Φραγκούλης σ. 164
Ο Μονεμβασίας και Σπάρτης Διονύσιος Σασανάς σ. 167
Οι Μαντιναίοι ιερείς και μοναχοί σ. 168
Οι Εκκλησίες σ. 171

Καπετανάκη Σταυρου, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη, 2011, σσ. 149-156.

Κίτσος Σωτήριος, Ανέκδοτος κτιτορική επιγραφή της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Αντρουμπεβίτσης Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 5(1980)391-394.

Κουγέα Σωκράτη Β., Συμβολαί εις την Ιστορίαν και την τοπογραφίαν της Βορειοδυτικής Μάνης, Ελληνικά 6(1933)261-324.
Στη σελίδα 270 το κάστρο της Ζαρνάτας με τους ναούς του.
Στη σελίδα 288 η επισκοπή Ζαρνάτας

Κωνσταντινίδη Χαράς, Ο ναός της Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα της Μέσα Μάνης, Παράρτημα των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’ αριθ. 2, Αθήνα 1998

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Συμβολή στη μελέτη των βυζαντινών «τοξωτών κωδωνοστασίων», Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)67-89.

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Ο ναός της Αγίας Σοφίας στη Λαγκάδα της Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 6 *1982)80-124/

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Ο Άγιος Μάμας στον Καραβά Κούνου Μέσα Μάνης (1232), 10(1992)140-165.

Μενενάκου Σοφίας, Η εικονιστική απόδοση των λόγων του Ιησού (Ματθ. 25, 35-36) σε μεταβυζαντινούς ναούς, Λακωνικαί Σπουδαί 11(1992)230-239.

Μενενάκου Σοφίας, Άγιος Σπυρίδων στους Μπουλαριούς (1792). Παρατηρήσεις στις επιγραφές, την αρχιτεκτονική και το εικονογραφικό πρόγραμμα, Λακωνικαί Σπουδαί 17(2004)163-178

Μπελιά Ελένη, Μοναστηριακά λακωνίας, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)328-368

Ταβουλαρέα Γιάννη, Σαμοΐλι-Βαϊδενίτσα Δύο Μοναστήρια στη Σαϊδόνα της Δυτικής Μάνης, Καλαμάτα 1970

Χώρα Γεωργίου Α.. Ιστορία της Ιεράς Μονής Παναγίας Ανδρουμπεβίτσης Κάμπου-Αβίας Μεσσηνίας, Αθήναι 2002

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Η Μάνη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν γνωστή για τους πύργους της, που συντελούσαν να αποτελεί απόρθητο φρούριο των Μανιατών, αλλά και καταφύγιο των καταδιωκόμενων Ελλήνων.
Στη Μάνη υπήρχαν και μικρά κάστρα, εκτός από τους μανιάτικους πύργους που ήταν πολλοί στη Μέσα Μάνη, όπως στη Βάθεια ή στην Κοίτα την ‘’πολύπυργο’’ και τη Νόμια παρομοία, που αναφέρει ο Νικήτας Νηφάκης . Κάστρα οικοδομήθηκαν τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας από τον Τζανέτμπεη Κουτουφαρη στις Κιτριές (1772), τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη στο Μαυροβούνι (1795) με το όνομα Μελίσσι, το οποίο κατέστρεψε με τα κανόνια του ο τουρκικός στόλος το 1803, τον Γεωργάκη Καπετανάκη στην Τρικότσοβα της Αβίας γνωστό ως Πετροβούνι (1795), τους Κουμουνδουράκηδες μέσα στο κάστρο της Ζαρνάτας, του Αντώνμπεη Γρηγοράκη στον Αγερανό (1805), τον Κωνσταντήμπεη Ζερβάκου ονομαζόμενο και αυτό Πετροβούνι. Ιδιόμορφη καστροπολιτεία αποτελούσαν οι πύργοι των Τρουπάκηδων στην Άνω Καρδαμύλη, που ήταν μια συμπαγής μάζα πύργων για να προστατεύει ο ένας τον άλλο. Διάσπαρτοι πύργοι ήταν στα χωριά της Μάνης που ανήκαν στις ισχυρές γενιές του τόπου ή στην ύπαιθρο, όταν μια οικογένεια για να προστατεύει την περιουσία της, έχτιζε έναν πύργο στα κτήματά της και γύρω του οικοδομούνταν κατοικίες και αποτελούσαν τα ξεμόνια .
Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σε κάστρα της Μάνης αε επίσκεψη του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου στην Πελοπόννησο το 1415 με την ευκαιρία της οικοδόμησης του κάστρου στο Εξαμίλι. Τη χρονι΄ά εκείνη πολιόρκησε και το κάστρο της μαντίνειας.
Αναφέρεται ότι η κατάσταση στη Μάνη ήταν τότε τραγική και τα φονικά αλλεπάλληλα και για να τους ηρεμήσει ο αυτοκράτορας γκρέμηισε τα κάστρα τους. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος αναφερόμενος στα δεινά που μάστιζαν τον τόπο, γράφει και τον τρόπο με τον οποίο ο Μανουήλ βελτίωσε την κατάσταση: «…πάσι δε τα κάλλιστα πεποιημένος και δέοντα. Ποιεί δ’ ουν αυτά γνώσει και δυνάμει ξένη χρησάμενος, τη μεν αυτούς παραινέσας όσον εικός, τη δε τα φρούρια λύσας αυτών, οις θαρρούντες α μη θέμις δραν εβουλεύοντο. Τρόποις τοιουτοις το χρηστόν αυτοίς ήθος εχαρίσατο…».

Για τα κάστρα της Πελοποννήσου έχουν γράψει:

Ιωάννης Σφηκόπουλος, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά,
Στα κάστρα της Μάνης και της πλησίον Λακωνίας και Μεσσηνίας αναφέρει:
Λογκανίκου
Βορδώνιας
Καστρι
Μυστρά
Κομουστάς
Άρνας
Μπαρδούνιας
Πασσαβά
Καρυούπολης
Κελεφά
Τηγανιου
Ωρηάς (Άνω Πούλας)
Πόρτο Κάγιο
Κότρωνα Κολοκυθιάς-Λουκάδικα)
Γαρδικι
Πήδημα
Θουρία
Ανδρούσα
Καλαμάτας
Γιάννιτσα
Μαντίνειας
Μύλων (Μελίπυργος)
Γιάννιτσας
Ζαρνάτα
Γαρμπελιά
Π’υργος Κουμουντουράκη
Λεύκτρο
Σημείση: Στους Μύλους της Μαντίνειας ο πύργος που υπάρχει σήμερα είναι πολύ μεταγενέστερος, δηλαδή μετά το 1825. Προηγουμένως (1805) ήταν άλλος που βρισκόταν εκατό μέτρα νότια από την πηγή. Κάστρο στους Μύλους περιγράφει ο Τσελεμπί που πέρασε από εκεί το 1670, όσο αυτός μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος.
Ο πύργος του Κουμουνδουράκη χτίστκε μετά το 1812, προηγουμένως υπήρχε εκεί πυργόσπιτο που σώζονται τα ερείπιά του ακόμη. Όλο το συγκρότημα του Κουμουνδουράκη βρίσκεται στην κορυφή του κάστρου της Ζαρνάτας.
Για τον πύργο της Γαρμπελιάς αναφέρεται ότι ήταν μύλος κυλινρικού σχήματο; Και μετά προστέθηκε και ορθογώνιο κτίσμα. Ίσως δεν είναι τόσο παλαιός ο πύργος αυτός. Η βυζαντινή Ζαρνάτα θα ήταν στην κορυφή του λόφου, όπου κοντά υπάρχει και πηγή νερού.

Ε. Καρποδίνη-Δηνητριάδη (Κείμενα), Ν. Νιανός (σχέδια), Λίζα Έβερτ, Ντόρα Μηναΐδη και Μαρία Φακίδη (φωτογραφίες), Κ’αστρα της Πελοποννήσου.

Γιάννη Σαΐτα, Ελληνική παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Μάνη, έκδ. Μέλισσα

Παν. Σταμ. Κατσαφάδου, τα κάστρα της Μάνης, Αθήνα 1992.
Αναφέρεται στα δύο κάστρα της Μαΐνης, δηλαδή το βυζαντινό κάστρο που ήταν στο Τηγάνι ανάμεσα στο Μέζαπο και την Αγία Κυριακή και το φραγκικό κάστρο που είναι στην Άνω Πούλα, στα ερείπια της ακρόπολης της αρχαίας Ιππόλας, το οποίο χτίστηκε από τον Γουλιέλμο Βιλλαρδουΐνο.

Charles Hopf, Inedites ou peu connues Publiees Avec notes et tables genealogiques (Chroniques Greco-Romanes). Επανέκδοση Χ. Σπανού.
Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν πίνακες φρουρίων της Πελοποννήσου από την εποχή του Τουρκο-Βενετικού πολέμου 1462-1479.
Σελ. 202; Mayayiado nel Maconiso = Μαγκανιακό
Drusa = Ανδρούσα
Calamata= Καλαμάτα
Manteyna =Μαντίνεια
Lesfaro = Λεύκτρο
Maina Granda = Μεγάλη Μάνη
Stelli Levizza vel Seliviza = Σελίνιτσα
Ruolio vel Ruolo =
Castri vel Castriti = Καστρί
Jonava vel Janina= Γιάννιτσα
Lendari=Λεοντάρι
Longanico= Λογκανίκο
Verdonia =Βαρδούνια ή Βορδώνια
Lacovuno =Λυκοβουνό (Σελασία)
Irachi vel Zirachi = Γεράκι

Σελ. 203. 1463. Veneti obtinuerunt
Janizza= Γιάννιτσα
Dirautri over Drasi= Γεράκι
Longanico=Λογκανόκο
Pidimia = Πήδημα
Maina =Μικρομάνη
Calamata se perse ut supra = Κσλσμάτα
Castri = Καστρι
Verdonia = Βαρδούνια
Platanos vile= Πλάτανος ??
Cariposti sive Caropoli in brazzo de Maina = Καρυούπολι
Cocchochia sine Colochita ut supra =Καλοκυθιά
Comusta = Κουμουστά
Maina Grande in brazzo ut supra =Μεγάλη Μάνη
Lefro = Λεύκτρο
Mantegna in brazzo ut supra = Μαντίνεια

Σελ. 205-6: Όσα σημειώνονται με + ανήκουν στη Βενετία, όσα με το γράμμα R είναι ερειπωμένα και τα υπόλοιπα τα έχουν οι Τούρκοι.
Gardichi salo = Γαρδίκι
Apidimia +R = Πήδημα
Maina +R = Μικρομάνη
Longanico = Λογκανίμο
Calamita +R = Καλαμάτα
Selevizza =
S. Zoszi Scorta = Άγιος Γεώργιος Σκορτών
Loi = Λόι
Lendari = Λεοντάρι
Adruisa R = Ανδρούσα
Arzirocastro +
Diracchi + = Διρράχι
Belveder +
Gardizi = Γαρδικι
Sidro Castro = Σιδηρόκαστρ
Serenes + = Ζαρνάτα
Manconico R =Μαγκανιακό
Malvasia + =Μονεμβασία
Castri R = Καστρι
Licocastro R
Astro + = Άστρ
Vardonia + = Βαρδούνια
Teologo R
Astrizi + =Αστρίτσι
Misitra = Μιστρά
Platanos villa R= Πλάτανος
Asopes = Ασωπός
Zerachi =Γεράκι
Gariposti overo Garipoli +R – Καρυούπολη
Vatica + =Βάτικα
Ales Lenidi R =Λεωνίδιο
Cochichia over Colichitia + =Κολοκυθιά (Λουκάδικα)
Arna Villa + =Άρνα
Mantegnia + =Μαντίνεια
Maina Grande + = Μεγάλη Μάνη
Janizza +R =Γιάννιτσα
Comusta villa + = Κουμουστά
Lefco + =Λεύκτρο

Σελ. 206: Κάστρα που ανήκαν στη Βενετία
Napoli
Malvasia
Maina
Chelidoni
Coron
Modon
Androcastro
Bardunia
Longanico
Calamata
Vumero
Cholera
Castranizza et Piastro

Κevin Andrews, Castles of the Morea, Princrton, New Jersey 1953

Πετροβούνι, κάστρο της οικ. Καπετανάκη

Ν. Ο. Σηφουνάκη, Το “οχύρωμα” των Καπετανάκηδων στο Πετροβούνι, Θέματα χώρου-τεχνών design – art in greece 14 (1983)120.

Σταύρου Καπετανάκη, Ο γερο-Παναγιωτάκης Καπετανάκης, η ζωή του, ο τόπος του και η διαθήκη του, Λακωνικαί Σπουδαί 8(1996)410-417

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Κώστα Πασαγιάνη, Μοιρολόγια και τραγούδια, Αθήναι 1928.

Βασιλείου Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια, Αθηνα 1934.

Κυριάκου Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, Αθήνα 1979.

Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, Μοιρολόγια της Μάνης, Αθήνα 1997.

Σωκράτη Β. Κουγέα, Τραγούδια του Κάτω Κόσμου,

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Περί της εποικήσεωςΣλαβικων τινων φυλών εις την Πελοπόνησον Αθήναι 1843.

Φαλλμεράυερ Φ. Ι., Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, εκδ. Νεφέλη, 1974.

Χοπφ Καρόλος. Οι Σλάβοι εν Ελλάδ, ανασκευή θεωριών Φαλλμεράιρ, Εν Βενετία 1872.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΗ

ΠΑΛΑΙΑ

Αλεξανδράκου Δημητρίου, Ιστορία της Μάνης, Αθήναι 1892

Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από το1769 και εντεύθεν, Αθήναι 1858.

Ανωνύμου (Ζησίου), Οι Μαυρομιχάλαι, Αθήναι 1903

Π. Ε. Δούκα, Η Σπλαρτη διλα μλεσου των αιώνων, Ν. Υ΄θρκη 1922

Απ. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία 1453-1821, Αθήναι 1923

Κώστα Πασαγιάνη, Μοιρολόγια και τραγούδια, Αθήναι 1928.

Βασιλείου Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια, Αθηνα 1934.

Πέτρου Καλονάρου, Ηθογραφία της Μάνης, Αθήναι 1934.
Α) Το Νίκλι και οι Νικλιάνοι…….. σσ. 012-015
Β) Το κοινωνικό Σύστημα………… 015-017
Γ) Η γυναίκα στη Μάνη…………… 023-024
Δ) Η μανιάτικες έχθρες – Μεγαλο-
γενήτες – Αχαμνόμερη……………. 026-028
Ε) Ο γάμος στη Μάνη…………….. 042-044
ΣΤ) Το κληρονομικό δίκαιο……… 044-050
Ζ) Τα μοιρολόγια Έξω και Μέσα Μάνης 060-068
Η) Η μανιάτικη εκδίκηση…………. 069-075

Μελετίου Γαλανοπούλου, Εκκλησιαστικαί σελίδες Λακωνίας, Αθήναι 1939,

Γεωργίου Γιανακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν (1453-1821)
Το όνομα Μάνη (σελ. 14) προέρχεται: από τη λατινική λέξη ΜΑΝΕΣ=ψυχή
Πολίτευμα, ήθη και έθιμα σελ. 15
Νικλιάνοι-Φαμέγοι σελ. 19
Ξέβγαλμα σελ. 20
Ψυχικό – Τρέβα (ανακοχή) σελ 21
Ακολουθούν Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία

Δημητρίου Δημητράκου-Μεσίσκλη, Οι Νυκλιάνοι, Αθήναι, 1949
Γιατί ονομάστη Μάνη σσ. 8-9
Κοινωνικές τάξεις σσ. 16
Η ρούγα σσ. 24-25
Χαρές και λύπες σσ. 39-42
Αρετές σσ. 61-69
Πόλεμο κ.ε.ι σσ. 69-73
Διοίκηση σσ. 73-78
Τα κάστρα σσ. 84-87
Πλάνες των ιστορικών σσ. 93- κ.ε.
Ποιοι είναι και από πού προέρχονται οι Νυκλιάνοι σσ. 146-150
Σε τί οφείλονται οι πόλεμοι και η αναρχία σσ. 162-167
Το ημερολίγιο του ιατρού Παπαδάκη σσ. 200-216

Βαγιακάκου Δικαίου Β., Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης, Αθήναι 1961

Βαγιακάκου Δικαίου Β., Μάνη (Μέσα Μάνη), Ο τόπος, οι Βυζαντινοί ναοί, οι πύργοι, το μοιρολόγι, Αθήναι 1968

Γιαννουκάκου-Ραζέλου Γεωργίου Αχ., Οι Εθελοντικοί αγώνες της Μάνης, Αθήνα 2005

Ζερλέντου Περικλέους,Μηλιγγοί και Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Ερμούπολις 1922.

Κανδηλώρου, Τάκη, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, Αθήνα 1924.

Καπετανάκου Ευαγγελία Κ., Λακωνικά περίεργα, Αθήναι 1911.

Κατσικάρου Ν. Θ., Η βεντέττα στη Μάνη, Αθήνα 1933.

Κουγέα Σωκράτη, Λόγοι εκατονταετήροι, Αθήναι 1959

Κουγέα Σωκράτη: Νικήτα Νηφάκη, Μανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα, Αθήναι 1964
Ιστορία της Μάνης σσ. 29-58
Αποχαιρετισμός της πατρίδος σσ. 59-68
Διάλογοι σσ. 69-124
Σάτιρα Θεοδωράκη Κιτρινιάρη σσ. 191-200
Σάτιρα Γερασίμου Παπαδοπούλου σσ. 201-218

Μαυρομιχάλη Πέτρου Κ., Εις τον αγώνα διά την επιβίωσιν της φυλής 1946-1950, Αθήναι 1950.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δημοσθ., Χριστόφορος Παπουλάκης, εις Διονυσίου Βογοπούλου, Πελοποννησιακό Ημερολόγιο, έτοε Α’, έκρ. Εφημ. ‘’Ηχώ Μεσσηνίας’’, Αθήναι 1954

Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε’, Πελοπόννησος, Έκδ. Toλ’ιδη, Αθήνα,1997

Πουκεβίλ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Έκδ. Τολίδη, 1996

Πουκεβίλ, Ταξίδι στο Μοριά, έκδ. Τολίδη, Αθήνα 1980

ΝΕΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ

Αλεξάκη Ελευθερίου Π., Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης, Αθήνα 1980.

Αναπλιώτη Γιάννη, Το Εικοσιένα χωρίς μύθο, Καλαμάτα 1971.

Αναπλιώτη Γιάννη, Τζανέτμπεης Κουτήφαρης, Καλαμάτα 1957

Βαγιακάκου Δικαίου, Οι Μανιάτες της Κορσικής, Το βιβλίον των απεθαμένων (1715-1934), Αθήναι 1983

Βαγιακάκου Δικαίου, Περί τα Παραταινάρια της Μάνης τοπωνύμια, Αθήναι 1966

Βασιλάκου Νίκου, Οι πυργοι της Μάνης – Φρουροί από πέτρα, Κλασσικαί εκδόσεις,

Βενιζελέα Γεωργίου, Μάνη ταξιδιωτικός και πολιτιστικός οδηγός, Αδούλωτη Μάνη, 2003.

Βερνάρδου Ι. Α., Δαβάκης Πίνδος, έκδ. Λόγχη

Βουγιουκλάκη Γεωργίου και Βασιλείου Π., Γενεαλογική ρίζα των Νικλιάνων της Μάνης και του κλάδου Πουγιουκλή των χωριών Λάγιας-Καρίνιας, Αθήνα 2008

Βουγιουκλάκη Κώστα, Η Μάνη ανά τους αιώνες, έκδ. Τροχαλία 1997.

Γαλανοπούλου Μελετίου, Εκκλησιαστικαι σελίδες Λακωνίας, Αθήναι 1939.

Γιαννακόπουλου Π. Ε., Το Γύθειον, Αθήναι 1987

Γλετζάκου Γεωργίου Δ., Η Κελεφά του χθες και του σήμερα, Αδούλωτη Μάνη 2009

Γλετζάκου Πιέρου, Προσκύνημα στη Μάνη, Αθήνα 1997.

Γούδη Χρήστου Δρ., Λόγος για τη Μάνη, Αδούλωτη Μάνη

Δασκαλάκη Απόστολου, Της Μάνης τα περασμένα, σειρά Α’, Β’, Γ’, Αθήνα 1977

Δούκα Π. Χ, Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Ν. Υόρκη1922.

Δρανδάκη Νικολάου, Μάνη και Λακωνία, Παράρτημα αριθ. 17 των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’, Αθήναι 1999. Τόμοι Α, Β, Γ. Δ με τις εκκλησίες της Μάνης και Ε ευρτήριο.

Δρανδάκη Νικολάου, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης. Έκδ. Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθήναι 2002.

Δρογκάρη Μαρίας, Παναγιώταρος Βενετσανάκης, έκδ. Γράμματα, Αθήνα 1982,

Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Περιηγητές στη Μάνη 15ος-19ος αιώνας, Γύθειο 1993.

Ηλιόπουλου Νώντα, (Μνήμων), Μάνη, έκδ. Ίκαρος, Αθήναι 2977.

Καλλιδώνης Πάνος Ι. Η θρυλική Μάνη, Ιστορία-Λαογραφία-Μοιρολόγια, Πειραιάς 1981.

Καλογήρου Αντωνίου, Τα μοναστήρια της Μέσα Μάνης, Αδούλωτη Μάνη 2005.

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005.

Καπετανάκη Σταύρου Γ.,Αριστεία σε μανιλατες αγωνιστές, Αδούλωτη Μάνη 2008

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη 2011

Καργάκου Σαράντη, Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, Αθήνα 1998

Καούρη Ευθυμίου, Χώρα Μαΐνης ασωμάτων, Αδούλωτη Μάνη.

Καριζώνη Κατερίνας, Γουργουρίνη Λεωνίδα και Γιαννόπουλου Χάρη, Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο, Αδούλωτη Μάνη.

Κάσση Κυριάκου, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης,

Κάσση Κυριάκου, Θρύλοι του Ταινάρου, Μάνη-Αθήνα 2000.

Κατσαφάδου Παναγιώτη Σταμ., Μάνη Μέζαπος, η Ομηρική Μέσση, Αθήνα 1994

Κισκιρέα Γιάννη Κ., Ατούρι – Λαογραφικά, Αθήνα 2001

Κόμη Κώστα, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, Ιωάννινα 1995.

Κόμη Κώστα, Βενετικά κατάστιχα Μάνης-Μπαρδούνιας, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 1998.

Κομπιλήρης Παναγιώτης Δ., Συλλογή λέξεων και φράσεων της Έξω Μάνης, έκδ. Αφούλωτη Μάνη, 2009.

Κοτσώνη Κωνσταντίνου Λ., Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Αθήνα 1999.

Κοτσώνη Κωνσταντίνου Λ., Μελετήματα και άρθρα, Αθήνα 2012

Κουγέα Σωκράτη, Τραγούδια του Κάτω Κόσμου. Αθήνα 2000.

Κουγέα Σωκράτη, Η Μάνη στα Αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπεράκης Γερακάρης (1689-1711), Αθήνα 2012

Κουγέα Σωκράτη Β, Η γυναίκα Κυρία στη Μεσσηνιακή Μάνη – Μέσω προικώων και άλλων εγγράφων (1745-1864), έκδ. Το Ροδακιό 2003.

Κουγέα Σωκράτη Β, jn, Αγνάντια στο Βενέτικο, έκδ. Ποταμός, Αθήνα 2008.

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ιστορία της Μάνης, Αθήνα 1993

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ο Λαός της Μάνης, Αθήνα 1994

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ταίναρο, Έκδ. Αδούλωτη Μάνη, 2005

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Λακωνία και Ελληνισμός, Αθήνα 1985.,

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μοιρολόγια της Μάνης, Αθήναι 1997

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μανιάτικα Μελετήματα, Αθήνα 1978

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μαυρομιχαλαίοι και Καποδίστριας, Αθήνα 1982.

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Σπάρτη παραγνωρισμένη, Μάνη αδικημένη, έκδ. Αδούλωτη Μάνη 2003

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Νίκλης-Νίκλος-Νικλιάνοι, Αθήναι 1963

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Το όνομα Γύθειο (αρχή και σημασία) Αθήνα 1986

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Σολωμικά ανάλεκτα, Αθήνα 1969

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Συμβολή εις την γλώσσαν του Σολωμού, Αθήναι 1967

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Προσθήκαι εις τα παραταινάρια τοπωνύμια, Αθήναι 1966

Κυβέλου Ιωάννη Λ., ‘’Κυβελαίοι’’ ηγετικό γένος της Μάνης, Αθήνα 1995.

Κυριαζή Κώστα Δ., Η Μανιάτισσα, Αθήνα 1970

Λούκου Χρήστου, Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, έκδ. Θεμέλιο.

Μακφαίηλ Ντόναλντ- Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούι, Αδούλωτη Μάνη, 2012

Μακφαίηλ Ντόναλντ-Γεωργίου, Μάνη Πολυάραβος, Αδούλωτη Μάνη 2010

Μανιατέα Γιάννη, Λεξικό της μανιάτικης διαλέκτου, Αθήνα 2002.

Μαντούβαλου Γιάννη Δ., Το οδοιπορικό Μπουλαριών-Διπόρου Μέσα Μάνης, Αθήνα 1998

Μαντούβαλου Γιάννη Λ., Το Διρό της Μάνης, Αθήνα 1989

Μαντούβαλου Φωτίου Σπ., Γενεαλογικό δένδρο οικογενείας Μαντούβαλου κλάδου Κουτίβελου, Αθήνα 1998

Μαραβελέα Γ, Α. Οι Παλαιολόγοι της καρδαμύλης, Αθήνα 1982.,

Μαραβελέα Γ, Α.
\
Μέντη Κώστα Σπ., Η ωραιότερη και πυργοστόλιστη Μάνη, Αθήνα 1998

Μέξη Δήμου, Η Μάνη και οι Μανιάτες, εκδ. Εστία, 1977

Mirambel Andre, Μελέτη μερικών Μανιάτικων κειμένων, Αθήνα 1992.

Μοστράτου Σμαράγδα Δ., Καργκέζε το Ελληνικό χωριό της Κορσικής, Κέδρος 1979

Μπελιά Ελένη, Η εκπαίδευση εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την περίοδον 1828-1832, Αθήνα 1970

Μπόφου-Πυργουλάκου Σταύρος Β., Μάνη – Σκλρός τόπος με το αξεπέραστο Μεγαλείο, Αδούλωτη Μάνη 2000

Μποσκαΐνου Γιάννη Δ., Ζαρνάτα Ιστορική έρευνα, Αθήνα 1992.

Ντάρλα Ανδρέα, Η Παλαιολιθική Μάνη, Η ανασκαφή στα Καλαμάκια. Αθήνα 1999

Ξυδέα Μιχάλη, Μανιάτικη αντίσταση, Αδούλωτη Μάνη.

Παναγιωτούνη Πάνου Ν., Ηλίας Τσαλαφατίνος, ο αγνοημένος ήρωας του 1821, και το ομηρικό Οίτυλο, Αθήνα 1990,

Παναγιωτούνη Πάνου Ν.,Τα Μανιάτικα, (Ποιήματα), Αθήνα 1982

Παναγόπουλου Π., Νέα Σμύρνη, Μια Ελληνική Οδύσσεια του 18ου Αιώνα, Αθήνα 1972.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δ., Χριστόφορος Παπουλάκης, ει; Διονυσίου Βογοπούλου,Μεσσηνιακό Ημερολόγιο, 1(1954)144—164.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δ.,Δίπτυχον Ιστορικόν και Φιλολογικόν της Εθνεγερσίας, Αθήναι 1971.

Πατρικουνάκου Σταύρου Π.,Ιστορία του Γυμνασίου και Λυκείου Αρεόπολης – Η Μάνη κατά τον εικοστό αιώνα, Αθήνα 2001

Πατρικουνάκου Σταύρου Π.,Βαχός Μάνης, Αθήναι 1999.

Πιερακέα Βασίλη, Οι Παλαιοί Μανιάτες, Αδούλωτη Μάνη,2001.

Πριάχιν Γιούρι, Ο Λάμπρος Κατσώνης, Αθήνα 2005.

Πρωτοψάλτη Εμμανουήλ, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Καλαμάτα 1980.

Σκοπετέα Σταύρου, Η ένδοξος εποποιϊα των Μανιατών κατά του Ιμβραήμ πασά,, Μάχαι Βέργας, Διρού, Κακής Σκάλας, Πολεμίστρας Ανδρούβιστας, Πολυαράβου, Αθήναι 2001.

Στάππα Κυριάκου Ν., Η Λακωνία κατά τη τουρκοκρατίαν και βενετοκρατίαν 1460-1821, Αθήναι 1993.

Τσιμπιδάρου Βάσου, Μανιάτικες αναμνήσεις, Αθήνα 1989

Φέρμορ Πάτρικ Λη, Μάνη, Αθήνα 1972.

Φτέρη Γεωργίου, Μάνη πατρίδα μου, Αθήνα 1981

Χελντράιχ Θεοδώρου, Λεξικό των δημωδών ονομάτων των φυτών τηε Ελλάδος, έκδ. Τολίδη

Χρυσομάλλη Αλέκου Γ., Απόπειρα αποβάσεως Ιμπραχήμ εις Μάλσοβαν και το θρυλικό κανόνι ‘’Κοψοχείλα’’. Καλαμάτα 1974.

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Μάνη – Μαρτυρίες για το χώρο και την Κοινωνία, Περιηγητές και επιστημονικές αποστολές (15ος-19ος αι., Λιμένι, Αρεόπολη 1993.)

Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο Μάνης. Πειηγητές στη Μάνη, 15ος-19ος ;ιώνας. , 1993-1994

Νομαρχία Λακωνίας, Λακωνία Γλώσσα, Ιστορία, Πολιτισμός, Πρακτικά Στ’ Συνεδρίου, Αρεόπολη 2004

Πρακτικά Συνεδρίου, Μάνη και Καλαμάτα, Καλαμάτα 2001

Πρακτικά Συνεδρίου, Μανιάτες Ακαδημαϊκοί, Πανεπιστημιακοί της ευρύτερης περιοχής Αρεοπόλεως, Αθήνα 2003

Υπουργείον Πολιτισμού, 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της καστάνιτσας, Σπάρτη 2008

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΝΗ ή ΠΡΟΣΗΛΙΑΚΗ ΜΑΝΗ

*Αγερανός Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Άγιος Βασίλειος Καρυουπόλεως (Καρ/εως)
+Αγιος Βασίλειος Μαλεβρίου
+Άγιος Ευστράτιος Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Αγριολόγκαδα Γυθείου ()
Αλεπού Τευθρώνης (Σκοπού)
Άμπελος Λαγίας (Ταινάρου)
Αραχτιδόλακκα Γυθείου ()
+*Αργυλιάς Τευθρώνης (Ασίνης)
Αχίλλειο Λαγίας (Ταινάρου)
+Βαθύ Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Βάτας Τευθρώνης (Ασίνης)
+*Βαχός Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Γεωργιτσάνων πύργος Τευθρώνης (Ασίνης)
+*Γωνέα Τευθρώνης (Σκοπού)
Δελάμπαλη Γυθείου ()
+*Δημαρίστικα Πέρα
+*Δημαρίστικα Μέσα
Διρός Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Δρυαλί Τευθρώνης (Ασίνης)
Ελυμπιές Λαγίας (Ταινάρου)
Ζαρκοκάλυβα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Ζούδα (Χαλικιά) Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Κάβαλος Τευθρώνης (Κνακαδίου)
+*Καινούρια Χώρα Λαγίας (Ταινάρου)
+Καλόγερου Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Καλούκα Μαλεβρίου
+*Καλύβια Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
+*Καρβελάς Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Καριαλού Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Καρυουπόλεως
+*Καυκί Καρυουπόλεως (Καρ/λεως)
+Καυκί Τευθρώνης (Ασίνης)
Κερασιά Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
*Κλιματσίνα
+Κόζια Μαλεβρίου (Σμήνους)
Κοκκάλα Λαγίας (Ταινάρου)
+*Κονάκια Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Κόπραινα Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+*Κορογονιάνικα Λαγίας (Ταινάρου)
+*Κότρωνας Τευθρώνης (Σκοπού)
Κουλούκια Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Κουτουμού Γυθείου (Γυθείου)
Κουτουμούς Χάνια Γυθείου ()
Κορακιάνικα Λαγίας (Ταινάρου)
Κυπριανός Λαγίας (Ταινάρου)
+*Λάγια Λαγίας (Λαγίας)
Λέϊτσα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Λιακός Γυθείου ()
+Λιγερέας Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
*Λίμνη Γυθείου (Γυθείου)
+*Λίμπερδο Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Λουκάδικα Τευθρώνης (Κνακαδίου)
Λούτσα Τευθρώνης (Σκοπού)
+Μαλιαρή Συκιά Γυθείου ()
Μάλτα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Μαραθόλακκα Γυθείου ()
+*Mαραθονήσι Γυθείου (Γυθείου)

ΔΥΤΙΚΗ ή ΑΠΟΣΚΕΡΗ –

+*Αγγειαδάκι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Αγία Βαρβάρα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άγία Κυριακή Μέσσης (Θυρίδων)
+*Άγιος Γεώργιος Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άγιος Γεώργιος Μέσσης (Μέσσης)
*Άκια Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άλικα Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Αλτομυρα Αβίας (Γερηνίας)
+*Ανδρούβιστας Χώρα Καρ/μύλης (Καρ/λης)
+Αράχοβα Λέυκτρου (Μηλέας)
+*Αρμυρός Αβίας (Αβίας)
*Αρχιά
+*Βάθεια Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Βάμβακα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Βαρούσι Αβίας (Γερηνίας)
+*Γαϊτσά Χώρα Αβίας (Γερηνίας)
*Γαρδενίτσα Μέσσης (Μέσσης)
+*Γούρνιτσα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
*Δίπορο Μέσσης (Μέσσης)
+*Δολοί Αβίας (Κιτριών)
+*Δρυ Μέσσης (Θυρίδων)
+*Δρυάλος Οιτύλου (Ιππολών)
+*Έρημος Οιτύλου (Ιππολών)
+Ίζινα Λεύκτρου (Μηλέας)
+Καλιαναίικα Αβίας (Κιτριών)
+*Καλονιοί Μέσσης (Μέσσης)
+*Κάλυβες Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Κάμπος Αβίας (Γερηνίας)
+*Καραβοστάσι Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Καρδαμύλη Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Καρέα Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Καρύνια Οιτύλου (Ιππολών)
+*Καστάνια Λεύκτρου (Καστανέας)
+*Καφιόνα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κελεφά Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Κέρια Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κεχριάνικα Μέσσης (Μέσσης)
+*Κηπούλα Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κιτριές Αβίας (Κιτριών)
+*Κοίτα Μέσσης (Μέσσης)
+Κολυμπιτσαίικα Καρδαμύλης (Καρ/μύλης)
+*Κοτρώνι Λεύκτρου (Πέφνου)
+Κοτσιμαραίικα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Κότσιφας Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κουλούμι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κούνος Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κουσκούνι Οιτύλου (Άρεος)
+*Κουτρέλα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κουτήφαρη Λεύκτρου (Θαλαμών)
+Κοψολαιμαίικα Καρδαμύλης (Καρδ/λης)
+*Κριλιάνικα Οιτύλου (Άρεος)
+*Κρύο Νερό Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Λαγκάδα Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Λάζος Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Λάκκος Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Λάκκος Οιτύλου (Ιππολών)
*Λεύκτρο Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+Λιοντάκι Μέσσης ()?????????
+*Λιασίνοβα Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Λιμένι Οιτύλου (Άρεος)

Μάραθος Λαγίας (Ταινάρου)
+*Μαραθέα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Μαρμάρι Λαγίας (Ταινάρου)
+Μαρούλια Γυθείου (Γυθείου)
Μαρούλια Εξοχή Γυθείου ()
+Μαρούλια Κάτω Γυθείου (+)
Μάτσακας Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Μαυροβούνι Γυθείου (Γυθείου)
Μεριακό Γυθείου ()
Μοναχή Συκιά Μαλεβρ. (Μαραθέας)
Μονή Συκιά Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Νεοχώρι Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
Ξεροκάλυβα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Νήφι Έξω-Μέσα Τευθρών. (Ασίνης)
Παρασπόριο Γυθείου ()
Παγανέα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Παλαιοκάλυβα Τευθρών (Τευθρώνης)
+*Παλοβά Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+Πάλυρος Λαγίας (Ταινάρου)
+*Πάνιτσα Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Παρασυρός Τευθρών. (Τευθρώνης)
+Πασαβάς Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
+Πα(τ)σαβάς Γυθείου (+)
+*Παχιάνικα Λαγίας (Λαγίας)
+Πετροβούνι Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Πηλάλα Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Πιόντες Λαγίας (Ταινάρου)
+*Πολυάραβος Μαλεβ. (Πολυαράβου)
*Πόρτοκάγιο
+Πριτζιώτικο Γυθείου ()
Πύργαρος Λαγίας (Ταινάρου)
Πύργος Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Ράχη Γυθείου (Γυθείου)
+*Ριγανόχωρα Τευθρώνης (Σκοπού)
Σελινίτσας Εξοχή Γυθείου ()
+*Σιδερόκαστρο Μαλεβ. (Πολυαράβ.)
*Σκάλα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
+*Σκαλτσοτιάνικα
+*Σκαμνάκι Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Σκαμνίτσα Μαλεβρίου(Πολυαράβου)
Σκόπα Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Σκουτάρι Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+Σκουφομύτη Μαλεβρ. (Πολυαράβου)
+*Σκυφιάνικα Μαλεβρ. (Πολυαράβου)
+Σολά Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+Σολοτέρι Λαγίας (Λαγίας)
*Σπείρα Λαγίας (Λαγίας)
+Σταρέλιτσα Μαλεβρίου (Σμήνους)
Συκάμινο Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+Τόμπρα Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+*Τσεροβά Καρυουπόλ. (Πυρρίχου)
+Τσιχοβά Μαλεβρίου (Μαραθέας)
*Φλήτσο Καρυουπόλεως (Καρ/λεως)
+*Φλομοχώρι Τευθρώνης (Ασίνης)
+Χάρακες Λαγίας (Ταινάρου)
+*Χειμάρρα Τευθρώνης (Κνακαδίου)
+Χωσιάριο Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
Ψαθάκια Μαλεβρίου (Μαραθέας)

ΑΠΟΣΚΙΑΔΕΡΗ ΜΑΝΗ

+*Λοσνά Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Μαλευριάνικα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μάλτα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μαντίνεια Μεγάλη Αβίας (Αβίας)
+*Μαντίνεια Μικρή Αβίας (Αβίας)
+*Μέζαπος Μέσσης (Μέσσης)
*Μηλέα Λεύκτρου (Μηλέας)
+*Μίνα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Μουντανίστικα Μέσσης (Μέσσης)
+*Μπίλιοβα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μπουλαριοί Μέσσης (Μέσσης)
+*Μπρίκι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Μπρίντα Αβίας (Γερηνίας)
*Μύλοι Αβίας (Αβίας)
+*Νεοχώρι Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+*Νερίντα Αβίας (Γερηνίας)
+*Νικάνδρι Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Νίκοβο Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Νόμια Μέσσης (Μέσσης)
+*Νομιτσή Λεύκτρου (Θαλαμών)
+Ξανθιάνικα Λεύκτρου (Μηλέας)
+*Ξωχώρι Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Οίτυλο Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Οροβά Αβίας (Γερηνίας)
+*Οχιά Μέσσης (Θυρίδων)
+*Παγγιά Μέσσης (Θυρίδων)
+*Παλαιόχωρα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Πετροβούνι Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Πηγάδια Αβίας (Γερηνίας)
+*Πλάτσα Λεύκτρου (Πέφνου)
*Πολεμίτα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Πολιάνα Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Πραστίο Καρδαμύλης (Προαστίου)
+Πρίπιτσα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Πύργος Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+*Πύργος Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Ρίγγλια Επάνω Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Ρίγγλια Κάτω Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Σαϊδώνα Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Σβίνα Λεύκτρου (Θαλαμών)
+*Σέλιτσα Αβίας (Αβίας)
*Σελίνιτσα Λεύκτρου (Λεύκτρου)
*Σελίστια Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Σκυφιάνικα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Σταυρί Μέσσης (Θυρίδων)
+*Σωματιανά Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Σωτηριάνικα Αβίας (Γερηνίας)
+*Τραχήλα Λεύκτρου (Θαλαμών)
*Τριανταφυλλιά Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Τρικότσοβα Αβίας (Αβίας)
*Τσέρια Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Τσικαλιά Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Τσίμοβα Οιτύλου (Άρεος)
+*Τσόπακας Οιτύλου (Ιππολών)
+*Φραγκούλια Οιτύλου (Ιππολών)
*Φτίο
*Χαριά Οιτύλου (Νικάνδρου)
*Χαρούδα Οιτύλου (Νικάνδρου)
*Ψίο Μέσσης (Καινιπόλεως)

ΟΙ ΔΗΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΤΟ 1841

Με τη Διοικητική διαίρεση του 1836 η Μάνη διαρέθηκε σε τριάντα ένα δήμους, ενώ το 1841 περιορίστηκαν οι δήμοι σε δέκα και με βάση αυτή τη διαίρεση θα χωρισθούν οι Μανιάτες αγωνιστές. Ο δήμος Μελιτίνης του 1836, που καταχωρήθηκε στην επαρχία Λακεδαίμονος, θεωρούμενος και αυτός ότι ανήκει στη Μάνη συμπεριλαμβάνεται στην καταγραφή των αριστείων των Μανιατών.

1841 1836
01) Αβίας (Αβίας Κιτριών, Γερηνίας)
02) Καρδαμύλης (Καρδαμύλης, Λεπτίνου, Προαστίου)
03) Λεύκτρου (Λεύκτρου, Καστανέας, Μηλέας, Πέφνου, Θαλαμών, Πολιαίνης)
04) Οιτύλου (Οιτύλου, Άρεως, Νικάνδρου, Ιππολών)
05) Μέσσης (Μέσσης, Θυρίδων, Καινηπόλεως)
06) Γυθείου (Γυθείου)
07) Μαλευρίου (Πολυαράβου, Σμήνους, Μαραθέας)
08) Καρυουπόλεως (Πυρρίχου, Καρυουπόλεως, Τευθρώνης)
09) Κολοκυνθίου (Κνακαδίου Σκοπού, Ασίνης)
10) Λαγίας (Λαγίας, Ταινάρου)
—- (Μελιτίνης)

Αναλυτικότερα οι δήμοι και τα χωριά της Μάνης με τις Διοικητικές διαρέσεις του 1836 και 1841 έχουν ως ακολούθως:

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΟΙΤΥΛΟΥ

ΔΙΑΙΡΕΣΗ 1841 ΔΙΑΙΡΕΣΗ 1836

Δήμος Αβίας Δήμος Αβίας:
Αλμυρό Αλμυρό
Αλτομυρά Μαντίνεια Μεγάλη
Βαρούσι-Σταυροπήγιο Μαντίνεια Μικρή
Γαϊτσές-Κέντρον Μύλοι
Μπίλιοβα-Κέντρον Πετροβούνι
Νερίντα-Ανατολικόν Σέλιτσα
Πρίντα-Βόρειον Τρικότσοβα-Χαραυγή
Χώρα Γαϊτσών Δήμος Κιτριών: Δολοί Άνω
Δολοί Άνω Δολοί Κάτω
Δολοί Κάτω Καλιανέϊκα
Καλιανέϊκα Κιτριές
Κάμπος Δήμος Γερηνίας: Αλτομυρά
Κιτριές Βαρούσι
Μαλευριάνικα Γαϊτσές
Μάλτα Μπίλοβα-Κέντρον
Μαντίνεια Μεγάλη Νερίντα-Ανατολικόν
Μαντίνεια Μικρή Πρίντα-Βόρειον
Μύλοι Χώρα Γαϊτσών
Οροβά-Άγιος Βασίλειος Κάμπος
Πετροβούνι Μαλευριάνικα
Πηγάδια Μάλτα
Σέλιτσα-Βέργα Οροβά-Άγιος Βασίλειος
Σωτηριάνικα Πηγάδια
Τρικότσοβα-Χαραυγή Σωτηριάνικα

Δήμος Καρδαμύλης: Δήμος Καρδαμύλης:
Γούρνιτσα-Αγία Σοφία Γούρνιτσα
Κάλυβες Καρδαμύλη
Καρδαμύλη Κολιμπιτσέικα
Κολιμπιτσέικα Νίκοβο
Λάζος Ξωχώρι
Λιασίνοβα-Προσήλιο Πρίπιτσα
Νίκοβο Χώρα Καρδαμύλης
Ξωχώρι-Παχυγιαννέικα Δήμος Προαστίου: Λάκκος
Πετροβούνι Πετροβούνι
Πρίπιτσα Προάστιο-Πραστίο
Προάστιο-Πραστίο Σαϊδόνα
Σαϊδόνα Δήμος Λεπτίνου: Κάλυβες
Τσέρια Λιασίνοβα-Προσήλιο
Κοτσιμαρέικα Τσέρια
Κοψολαμέικα Κοτσιμαρέικα
Λιμπόχοβα-Ζαχαριάς Κοψολαιμέικα
Χώρα Καρδαμύλης ή Ανδρούβιστα Λιμπόχοβα-Ζαχαριάς

Δήμος Λευκτρου Δήμος Λεύκτρου:
Άγιος Δημήτριος Λεύκτρο
Αράχοβα-Καρυοβούνιο Νεοχώριο
Γαρμπελιά-Κυβέλεια Πύργος
Ίσνα-Ελαιοχώριον Δ. Καστάνιας: Καστάνια
Καστάνια Δήμος Μηλέας: Αράχοβα
Κοτρώνι Γαρμπελιά
Κουτήφαρη-Θαλάμες Ίσνα
Λαγκάδα Μηλέα
Λεύκτρο Ξανθιάνικα
Λοσνά-Πηγή Φαγκριάνικα
Μηλέα Δήμος Πεφνου: Άγιος Δημήτριος
Νεοχώριο Κοτρώνι
Νομιτσή Λοσνά
Ξανθιάνικα Πλάτσα
Πλάτσα Ρίγκλια
Πολιάνα-Άγιος Νίκων Δ. Θαλαμών: Κουτήφαρη
Πύργος Νομιτσή
Ρίγκλια Σβίνα-Πλάτανος
Σβίνα-Πλάτανος Τραχήλα
Σωματιανά Δ. Πολυαίνης: Λαγκάδα
Τραχήλα Πολιάνα-Άγιος Νίκων
Φαγκριάνικα Σωματιανά

Δήμος Οιτύλου Δήμος Οιτύλου:
Αγγειαδάκι Καραβοστάσι
Άγιος Γεώργιος Καρέα Άνω
Αρεόπολη-Τσίμοβα Καρέα Κ.-Κονάκια
Βάμβακα Κελεφά
Δρύαλος Κρυονέρι
Έρημος Οίτυλο
Καραβοστάσι Δήμος Άρεος: Αρεόπολη-Τσίμοβα
Καρέα Άνω Κουσκούνι-Σωτήρας
Καρέα Κάτω Κριλιάνικα
Καρύνια Λιμένι
Καφιόνα Τσίπα
Κελεφά Δ. Νικάνδρου: Πύργος
Κουλούμι Τριανταφυλλιά-Νικάνδρι
Κουσκούνι-Σωτήρας Χαριά
Κουτρέλα Χαρούδα
Κριλιάνικα Δ. Ιππολών: Αγγειαδάκι
Κρυονέρι Άγιος Γεώργιος
Λάκκος Βάμβακα
Λιμένι Δρυάλος
Μίνα Έρημος
Μπρίκι Καρύνια
Οίτυλο Καφιόνα
Παλαιόχωρα και Σκυφιάνικα Κουλούμι
Πολεμίτας Κουτρέλα
Πύργος Λάκκος
Τριανταφυλιά-Νικάνδρι Μίνα
Τσίπα-Νέο Οίτυλο Μπρίκι
Τσόπακας Παλαιόχωρα
Φραγκούλια Πολεμίτας
Χαριά Τσόπακας
Χαρούδα Φραγκούλια

Δήμος Μέσσης: Δήμος Μέσσης:
Αγία Κυριακή Άγιος Γεώργιος
Άγιος Γεώργιος Άγιος Ιωσήφ
Άγιος Ιωσήφ Αρχιά
Άλικα Γερδενίτσα
Αρχιά Δίπορο
Βάθεια Καλονιοί
Γαρδενίτσα-Κοκκινόκαμπος Κεχριάνικα
Δίπορο Κοίτα
Δρυ Λεοντάκι
Ελιά Μέζαπος
Εξοχαί Μπουλαγιοί Άνω
Καλονιοί Μπουλαριοί Κάτω
Καραβάς Νέασα
Κεντροκολόσπιτο Νόμια
Κέρια Πέπον
Κεχριάνικα Ψίον
Κιππούλα Δήμος Θυρίδων: Αγία Κυριακή
Κοίτα Βάθεια
Κολόπυργος-Καλόπυργος Δρυ
Κοτράφι Ελιά
Κυπάρισσος Εξοχαί
Κούνος Καραβάς
Λαγουδιές Κεντροκολόσπιτο
Λάχος Κέρια
Λεοντάκι Κιππούλα
Μέζαπος Κούνος
Μουντανίστικα Λαγουδιές
Μπουλαριοί Άνω Λάχος
Μπουλαριοί Κάτω Οχιά
Νέασα Παγγιά
Νόμια Σμαηλιάνικα
Ξηρόλακκος Σταυρί
Οχιά Τροχάλακας
Παγγιά Χαραμπός
Πέπον Δ. Καινηπόλεως: Άλικα
Σμαηλιάνικα Κολόπυργος
Σταυρί Κοτράφι
Συχαλάσματα ή Χαλάσματα Κυπάρισσος
Τροχάλακας Μουντανίστικα
Τσικαλιά Ξηρόλακκος
Χαραμπός Συχαλάσματα
Ψίον Τσικαλιά

ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΓΥΘΕΙΟΥ

Δήμος Γυθείου Δήμος Γυθείου:
*Γύθειο ή Μαραθονήσι Γύθειο
Κουτουμού-Σύνορα Κουτουμού
Κουτουμούς Χάνι-Αιγίαι Κουτουμούς Χάνι
Λίμνη Λίμνη
Μαλλιαρή Συκιά Μαλλιαρή Συκιά
Μαρούλια Μαρούλια
Μαυροβούνι Μαυροβούνι
Ράχη Ράχη

Δήμος Μαλευρίου Δήμος Πολυαράβου:
Άγιος Βασίλειος Λυγερέας
Διρό Παλοβά
Καλόγηρος Πολυάραβος
Καρβελάς Σιδηρόκαστρο
Κόζια Σκαμνίτσα
Κονάκια Σκουφομύτη
Κουλούκα Σκυφιάνικα
Λίμπερδο-Πλάτανος Σολά-Αστέρι
Λυγερέας Τόμπρα
Μαραθέα Δήμος Σμήνους: Καλόγηρος
Παλοβά-Κρήνη Κόζια
Πάνιτσα-Μυρσίνη Κονάκια
Πηλάλα Λίμπερδο
Πολυάραβος Πάνιτσα-Μυρσίνη
Σιδηρόκαστρο Πηλάλα
Σκαμνάκι Σκαμνάκι
Σκαμνίτσα Σταρέλιτσα
Σκουφομήτη Δήμος Μαραθέας: Άγιος Βασίλειος
Σκυφιάνικα Διρό
Σολά-Αστέρι Καρβελά
Σταρέλιτσα Κουλούκα
Τόμπρα Μαραθέα
Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα

Δήμος Καρυουπόλεως Δήμος Καρυουπόλεως:
Άγιος Βασίλειος Άγιος Βασίλειος
Αγερανός Καρυούπολη
Βαχός Κατσαουνιάνικα
Βαθύ Καλύβια; Καυκί
Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Νεοχώριο
Κατσαουνιάνικα Πασσαβάς
Καυκί Χωσιάριο
Νεοχώρι Δήμος Πυρρίχου: Βαχός
Παλαιοκάλυβες Σκάλα
Παρασυρός Τσεροβά-Κοτρώνα
Πασσαβάς Δήμος Τευθρώνης: Αγερανός
Σελίτσα-Λαγκάδα Βαθύ
Σκάλα Παλαιοκάλυβες
Σκουτάρι Παρασυρός
Τσεροβά (Δροσοπηγή) Σελίτσα-Λαγκάδα
Χασικόντα Σκουτάρι
Χωσιάριο Χασικόντα

Δήμος Κολοκυνθίου (Τευθρώνης) Δήμος Κνακαδίου:
Αργιλιάς Κάβαλος- Πύρριχος
Βάτας Λουκάδικα
Γωνέα Χιμάρα
Δριαλί (Δρυμός) Δήμος Ασίνης: Αργυλιάς
Εξοχαί-Ζούδα Βάτας
Κάβαλος (Πύρριχος) Δριαλί (Δρυμός)
Καρυαλού Καυκί
Καυκί Νήφι
Κότρωνας Φλομοχώρι
Λουκάδικα Δήμος Σκοπού: Γωνέα
Νήφι Εξοχαί
Ριγανόχωρα Καρυαλού
Σκαλτσιοτιάνικα Κότρωνας
Φλομοχώρι Ριγανόχωρα
Χιμάρα Σκαλτσιοτιάνικα

Δήμος Λαγίας Δήμος Λαγίας:
Αχίλλειο Δημαρίστικα
Δημαρίστικα Λάγια
Καινούρια Χώρα Παχιάνικα
Κορογονιάνικα Σολοτέρι
Λάγια Δήμος Ταινάρου: Αχίλλειον
Πάλυρος Καινούρια Χώρα
Παχιάνικα Κορογονιάνικα
Πιόντες-Αντρογιάλι Πάλυρος
Σολοτέρι Πιόντες-Αντρογιάλι

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΟΣ

ΔΗΜΟΣ ΜΕΛΙΤΙΝΗΣ
Άγιος Νικόλαος
Αρχοντικό
Δεσφίνα
Καστάνιτσα
Κόκκινα Λουριά
Μαλτσίνα
Μπαρδούνιας Κάστρο
Σελεγούδι

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Όνομα Δήμος 1841 Δήμος 1836

Αγγειαδάκι Οιτύλου Ιππολών
Αγερανός Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Αγία Βαρβάρα ή Φτίο Οιτύλου Ιππολών
Αγία Κυριακή Μέσσης Θυρίδων
Άγιος Βασίλειος Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Άγιος Βασίλειος Μαλευρίου Μαραθέας
Άγιος Γεώργιος Οιτύλου Ιππολών
Άγιος Γεώργιος Μέσσης Μέσσης
Άγιος Ιωσήφ-Σούφης Μέσσης Μέσσης
Άγιος Νικόλαος Μελιτίνης Μελιτίνης
Άλικα Μέσσης Καινηπόλεως
Αλμυρό Αβίας Αβίας
Αλτομυρά Αβίας Γερηνίας
Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Αράχοβα-Καρυοβούνι Λεύκτρου Μηλέας
Αργιλιάς Κολοκυνθίου Ασίνης
Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Αρχοντικό Μελιτίνης Μελιτίνης
Αχίλλειο Λαγίας Ταινάρου
Βάθεια Μέσσης Καινηπόλεως
Βαθύ Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Βάμβακα Οιτύλου Ιππολών
Βαρούσι-Σταυροπήγι Αβίας Γερηνίας
Βάτας Κολοκυνθίου Ασίνης
Βαχός Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Γαϊτσές-Κέντρο Αβίας Γερηνίας
Γαρδενίτσα-Κοκκινόπυργος Μέσσης Μέσσης
Γαρμπελιά-Κυβέλεια Λεύκτρου Μηλέας
Γουράτου Λεύκτρου Θαλαμών
Γούρνιτσα-Αγία Σοφία Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Γύθειο-Μαραθονήσι Γυθείου Γυθείου
Γωνέα Κολοκυνθίου Σκοπού
Δημαρίστικα Πέρα και Μέσα Λαγίας Λαγίας
Δίπορο Μέσσης Μέσσης
Διρό Μαλευρίου Μαραθέας
Δολοί, Άνω και Κάτω Αβίας Κιτριών
Δρυ Μέσσης Θυρίδων
Δρυαλί-Δρυμός Κολοκυνθίου Ασίνης
Δρυάλος Οιτύλου Ιππολών
Έλια-Ελαία Μέσσης Θυρίδων
Εξοχαί Μέσσης Θυρίδων
Έρημος Οιτύλου Ιππολών
Ζούδα-Χαλικιά-Εξοχαί Κολοκυνθίου Σκοπού
Ίζινα-Ελαιοχώριο Λεύκτρου Μηλέας
Κάβαλος-Πύρριχος Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Καινούρια Χώρα Λαγίας Ταινάρου
Καλιαναίικα Αβίας Κιτριών
Καλόγερος Μαλευρίου Σμύνους
Καλονιοί Μέσσης Μέσσης
Κάλυβες Καρδαμύλης Λεπτίνου
Καλύβια Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Κάμπος Αβίας Γερηνίας
Καραβάς Μέσσης Θυρίδων
Καραβοστάσι Οιτύλου Οιτύλου
Καραμούσταφα Οιτύλου Οιτύλου
Καρβελάς Μαλευρίου Μαραθέας
Καρδαμύλη Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Καρέα Οιτύλου Οιτύλου
Καρύνια Οιτύλου Ιππολών
Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καστάνια Λεύκτρου Καστανέας
Καστάνιτσα Μελιτίνης Μελιτίνης
Κατσαουνιάνικα Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καυκί Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καυκί Κολοκυνθίου Ασίνης
Καφιόνα Οιτύλου Ιππολών
Κελεφά Οιτύλου Οιτύλου
Κεντροκολόσπιτο Μέσσης ?Καινηπόλεως
Κερασιά Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Κέρια Μέσσης Θυρίδων
Κεχριάνικα Μέσσης Μέσσης
Κιππούλα Μέσσης Θυρίδων
Κιτριές Αβίας Κιτριών
Κόζια Μαλευρίου Σμύνους
Κοίτα Μέσσης Μέσσης
Κόκκινα Λουριά Μελιτίνης Μελιτίνη
Κολιμπιτσαίικα Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Κολόπυργος-Καλόπυργος Μέσσης Καινηπόλεως
Κονάκια Μαλευρίου Σμύνους
Κοριαλού Κολοκυνθίου Σκοπού
Κορογονιάνικα Λάγιας Ταινάρου
Κότρωνας Κολοκυνθίου Σκοπού
Κοτρώνι Λεύκτρου Πέφνου
Κοτσιμαραίικα-Πεδινό Καρδαμύλης Λεπτίνου
Κοτράφι Ιππολών Οιτύλου
Κουλούκα Μαλευρίου Μαραθέας
Κουλούμι Οιτύλου Ιππολών
Κούνος Μέσσης Θυρίδων
Κουσκούνι-Σωτήρας Οιτύλου Άρεως
Κουτήφαρη-Θαλάμες Λεύκτρου Θαλαμών
Κουτουμού-Σύνορα Γυθείου Γυθείου
Κουτουμούς Χάνια- Αιγίαι Γυθείου Γυθείου
Κουτρέλα Οιτύλου Ιππολών
Κοψολαιμέικα-Καταφύγι Καρδαμύλης Λεπτίνου
Κριλιάνικα Οιτύλου Άρεως
Κρύο Νερό Οιτύλου Οιτύλου
Λάγια Λαγίας Λαγίας
Λαγκάδα Λεύκτρου Πολυαίνης
Λάζος Καρδαμύλης Λεπτίνου
Λάκκος Καρδαμύλης Προαστίου
Λάκκος Οιτύλου Ιππολών
Λεύκτρο Λεύκτρου Λεύκτρου
Λιασίνοβα-Προσήλιο Καρδαμύλης Λεπτίνου
Λιμένι Οιτύλου Άρεως
Λίμνη Γυθείου Γυθείου
Λίμπερδο-Πλάτανος Μαλευρίου Σμύνους
Λιοντάκι Μέσσης Μέσσης
Λοσνά-Πηγή Λεύκτρου Πέφνου
Λουκάδικα Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Λυγερέας Μαλευρίου Πολυαράβου
Μαλευριάνικα Αβίας Γερηνίας
Μαλλιαρή Συκιά Γυθείου Γυθείου
Μάλτα Αβίας Γερηνίας
Μάλτα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Μαλτσίνα-Μέλισσα Μελιτίνης Μελιτίνης
Μαντίνεια Μεγάλη Αβίας Αβίας
Μαντίνεια Μικρή Αβίας Αβίας
Μαραθέα Μαλευρίου Μαραθέας
Μαραθονήσι-Γύθειο Γυθείου Γυθείου
Μαρμάρι Λαγίας Ταινάρου
Μαρούλια Γυθείου Γυθείου
Μαυροβούνι Γυθείου Γυθείου
Μέζαπος Μέσσης Μέσσης
Μηλέα Λεύκτρου Μηλέας
Μίνα Οιτύλου Ιππολών
Μουντανίστικα Μέσσης Μέσσης
Μπίλιοβα Γαϊτσών-Κέντρο Αβίας Γερηνίας
Μπουλαργοί Μέσσης Μέσσης
Μπρίκι Οιτύλου Ιππολών
Μύλοι (Μαντίνειας) Αβίας Αβίας
Νεοχώριο Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Νεοχώριο Λεύκτρου Λεύκτρου
Νερίντα Γαϊτσών-Ανατολικό Αβίας Γερηνίας
Νήφι Έξω, Μέσα Κολοκυνθίου Ασίνης
Νικάνδρι Οιτύλου Νικάνδρου
Νίκοβο Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Νόμια Μέσσης Μέσσης
Νομιτσή Λεύκτρου Θαλαμών
Ξανθιάνικα Λεύκτρου Μηλέας
Ξωχώρι Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Οίτυλο Οιτύλου Οιτύλου
Οροβά-Άγιος Βασίλειος Αβίας Γερηνίας
Οχιά ή Νοχιά Μέσσης Θυρίδων
Παγανέα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Παγγιά Μέσσης Θυρίδων
Παλαιοκάλυβα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Παλαιόχωρα Οιτύλου Ιππολών
Παλοβά Μαλευρίου Πολυαράβου
Πάλυρος Λάγιας Ταινάρου
Πάνιτσα-Μυρσίνη Μαλευρίου Σμύνους
Παρασυρός Κολοκυνθίου Τευθρώνης
Πασσαβάς Γυθείου Γυθείου
Πασσαβάς Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Παχιάνικα Λαγίας Λαγίας
Πετροβούνι Αβίας Αβίας
Πετροβούνι Καρδαμύλης Προαστίου
Πετροβούνι Μαλευρίου Μαραθέας
Πηγάδια Αβίας Γερηνίας
Πηλάλα Μαλευρίου Σμύνους
Πιάλα-Δρυόπη Λεύκτρου Καστανέας
Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας Ταινάρου
Πλάτσα Λεύκτρου Πέφνου
Πολεμίτα Οιτύλου Ιππολών
Πολιάνα-Άγιος Νίκων Λεύκτρου Πολυαίνης
Πολυάραβος Μαλευρίου Πολυαράβου
Πραστίο ή Προάστιο Καρδαμύλης Προαστίου
Πρίντα Γαϊτσών-Βόρειο Αβίας Γερηνίας
Πρίπιτσα Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Πύργος Λευκτρου Λεύκτρου
Πύργος Οιτύλου Νικάνδρου
Ράχη Γυθείου Γυθείου
Ριγανόχωρα Κολοκυνθίου Σκοπού
Ρίγκλια-Ελαιοχώριο Λεύκτρου Πέφνου
Σαϊδόνα Καρδαμύλης Προαστίου
Σβίνα-Πλάτανος Λεύκτρου Θαλαμών
Σελεγούδι Μελιτίνης Μελιτίνης
Σελίνιτσα Λεύκτρου Λεύκτρου
Σέλιτσα-Βέργα Αβίας Αβίας
Σελίτσα-Λαγκάδα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Σιδερόκαστρο Μαλευρίου Πολυαράγου
Σκάλα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Σκαλτσιοτιάνικα Κολοκυνθόυ Σκοπού
Σκαμνάκι Μαλευρίου Σμύνους
Σκαμνίτσα Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκουτάρι Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Σκουφομύτη Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκυφιάνικα Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκυφιάνικα Οιτύλου Ιππολών
Σολά Μαλευρίου Πολυαράβου
Σολοτέρι Λαγίας Λαγίας
Σταρέλιτσα Μαλευρίου Σμύνους
Σταυρί Μέσσης Θυρίδων
Σιχαλάσματα ή Χαλάσματα Μέσσης Καινηπόλεως
Σωματιανά Λεύκτρου Πολυαίνης
Σωτηριάνικα Αβίας Γερηνίας
Τόμπρα Μαλευρίου Πολυαράβου
Τραχήλα Λεύκτρου Θαλαμών
Τριανταφυλλιά Οιτύλου Νικάνδρου
Τρικότσοβα-Χαραυγή Αβίας Αβίας
Τροχάλακας Μέσσης Θυρίδων
Τσέρια Καρδαμύλης Λεπτίνου
Τσεροβά-Δροσοπηγή Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Τσικαλιά Μέσσης Καινηπόλεως
Τσίμοβα-Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Τσίπα-Νέο Οίτυλο Οιτύλου Οιτύλου
Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα Μαλευρίου Μαραθέας
Τσόπακας Οιτύλου Ιππολών
Φλομοχώρι Κολοκυνθίου Ασίνης
Φραγκούλια Οιτύλου Ιππολών
Φτίο ή Αγία Βαρβάρα Οιτύλου Ιππολών
Χαριά Οιτύλου Νικάνδρου
Χαρούδα Οιτύλου Νικάνδρου
Χασικόντα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Χιμάρα Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Χωσιάριο Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Ψίο Μέσσης Θυρίδων

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Επειδή είναι πολλοί από τους Μανιάτες, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ιστορία του χωριού τους, θα καταχωριστούν παρακάτω οι βιβλιογραφικές ενδείξεις για κάθε χωριό, όσες είχαν καταγραφεί από διάφορα βιβλία, χωρίς βέβαια να είναι πλήρεις.
Ο αναγνώστης όμως που ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει πληροφορίες από τα «Τετράδια της ιστορίας της Μάνης» θα έχει την ευκαιρία να βοηθηθεί σημαντικά. Εκτός από τις λίγες πληροφορίες, που μπορεί να έχει από τις παρακάτω βιβλιογραφικές παραπομπές, μια πλούσια συλλογή πληροφοριών υπάρχουν στα «Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης».
Μπορεί να αναζητήσει τους αξιωματικούς οι οποίοι έλαβαν το βαθμό τους κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Τους οπλαρχηγούς και τους στρατιώτες που αναγνωρίστηκαν από τις επιτροπές αξιολόγησης των εκδουλεύσεων των αγωνιστών. Υπάρχουν οι αξιωματικοί οι οποίοι κατατάχθηκαν στη Φάλαγγα αλλά και οι αξιωματικοί του στρατού στην περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, όπως καταγράφονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως της εποχής εκείνης. Μπορεί να βρεί ακόμη τους πρώτους δημοτικούς άρχοντες και τους ενόρκους της Οθωνικής περιόδου. Αξιοπρόσεκτη πρέπει να είναι η καταχώριση εκλογικών καταλόγων. Ακόμη μορεί να αναζητήσει ονόματα στο ημιτελές «Βιογραφικό λεξικό Μανιατών», ή ονόματα χωριών ή προσώπων στα έγγραφα που παρουσιάζονται και στο πλήθος των άρθρων που έχουν καταχωρισθεί.
Για τις εκκλησίες καλό είναι ο αναγνώστης να χρησιμοποιεί τα βιβλία της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, παράρτημα 17 (τέσσεροι τόμοι και ευρετήριο) που περιλαμβάνουν τις εργασίες του Καθηγητή Νικολάου Δρανδάκη.
Για να μη γίνεται η αναγραφή ολοκλήρων των τίτλων των εργασιών στις οποίες θα παραπέμπεται ο αναγνώστης καταχωρίζονται παρακάτω.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
ΣΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΑΡΘΡΩΝ

Η οικογένεια των Μεδίκων – Γιατρών κατοικούσε στο Οίτυλο και το 1618 αρχηγός της γενιάς ήταν ο Πέτρος Μέδικος-Γιατρός, ο οποίος παρέμενε στο Πραστίο και εκπροσωπούσε τους Μανιάτες στις διαπραγματεύσεις με τον δούκα του Νεβέρ, Αυτός είχε σκοπό να εκδιώξει τους Οθωμανούς από τα Βαλκάνια και να αποκαταστήσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Παρέδωσε στον Σατωρενώ, τον εκπρόσωπο του δούκα του Νεβέρ στη Μάνη, έναν κατάλογο με τα ονόματα των χωριών της Μάνης και της γειτονικής περιοχής (επαρχίες Καλαμάτας και Βαρδουνοχωρίων). Στη στατιστική του σημείωνε τα ονόματα των χωριών και τον αριθμό των σπιτιών στο καθένα. Η στατιστική αυτή αρχικά παρουσιάστηλε από τον Buchon και αργότερα από τον Κ. Κόμη (σ. 585), ο οποίος έχει και πολλές άλλες πληροφορίες για τα χωριά.
Ο Χασιώτης σε εργασία του παρουσίασε πίνακα από τα Ισπανικά αρχεία του έτους 1655, στον οποίο η Μάνη διαιρείται σε Άνω και Κάτω Μάνη. Σε άλλη του εργασία αναφέρεται στις επαναστατικές κινήσεις των Μελισσηνών του 1571.
Το 1670 ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιά Τσελεμπί περιόδευσε τη Μάνη και δίνει πληροφορίες, αλλά είναι υπερβολικός στις εκτιμήσεις του, Πλην των Πελοποννησιακών, και ο εκδοτικός οίκος ‘’Εκάτη’’ έχει εκδόσει το βιβλίο του στα Ελληνικά.
O Peter Topping παρουσίασε φορολογικό πίνακα των Βενετών του 1692 στον οποίο αναφέρεται ο φόρος που πλήρωναν τα διάφορα χωριά της Μάνης στους Τούρκους κατά την πρώτη τουρκοκρατία και μετέπειτα στους Βενετούς.
Ο Β. Παναγιωτόπουλος παρουσίασε πίνακες του 1700 στους οποίους καταγράφονται στοιχεία του ελληνικού πληθυσμού των χωριών. Εδώ σημειώνονται οι αριθμοί των ανδρών και του γενικού πληθυσμού κάθε χωριού της Μανης.
Το 1795 ο Μorritt περιόδευσε τη Μάνη και μας δίνει τις πρώτες αυθεντικές πληροφορίες.
Το 1798 ο Νικήτας Νηφάκης σε ένα από τα στιχουργήματά του αναφέρει όλα τα χωριά της Μάνης. Τις συγγραφές του παρουσίασε ο Σωκράτης Κουγέας.
Το 1805 ο Leake, λοχαγός του αγγλικού στρατού, περιόδευσε τη Μάνη και κατέγραψε τις παρατηρήσεις του, μάλλον σαν κατάσκοπος και όχι σαν περιηγητής.
Το 1813 ο αρχαιοκάπηλος Cockerell επισκέφθηκε τους Δολούς και την Καρδαμύλη και μας δίνει και αυτός τις πληροφορίες του.
Το 1813 ο Πουκεβίλ παρουσίασε πίνακα με τον αριθμό των στρατιωτών κάθε χωριού που ήταν κατάλληλοι για εκστρατεία και τους πολεμιστές των χωριών σε περίπτωση σύγκρουσης στον τόπο τους. Δεν πρέπι να θεωρηθεί αξιόπιστος.
Στα τέλη του 1827 επισκέφθηκε τη Μάνη και ο Αμερικανός Post κομίζοντας τρόφιμα για τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες, που είχε αναγκάσει να εγκαταλείψουν τις εστίες τους ο Ιμπραήμ πασάς θετός γιός του Μωχάμετ Άλυ αντιβασιλιά της Αιγύπτου.

Andrews Kevin, Casteles of the Morea, Princeton, N. Jersay 1953

Βαγιακάκου Δικαίου, ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης
Βαγιακάκου Δικαίου, Μανιάτες στη Ζάκυνθο

Βογιατζίδου Ι. Κ., Νέος Εληνομνήμων, τόμ 19, 1925, σ. 202

Buchon J., Le livre de la conqueste de la Moree.
Buchon J., Nouvelles reserches historique sur la principaute francaise de Morea et ses hautes baronnies

Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Ο κατάλογος με τους κατοίκους των χωριών της Μάνης παριλαμβάνεται στου Μιχ. Χουλιαράκη, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμ. Α’, μέρος ιι. Σ.σ. 43-44.

Gell W., Narrative of a journey in the Morea, London 1823.

Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. 1453-1821, Αθήναι 1923.

Δεληγιάννη Κανέλλου, Απομνημονεύματα, σειράς Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21, Επιμελητής Εμμ. Πρωτοψάλτης, αριθ. τόμ. 16-18.

Δημητράκου – Μεσίσκλη Δημητρίου, Οι Νυκλιάνοι, Αθήναι 1949.

Δρανδάκη Ν., Οι Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, Διατριβή επί Υφηγεσία,

Ζακυνθινού Δ., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.
Ζακυνθινού Δ., Le Despotat Grec de Morea, 1932, τόμ. 1 και 2.

Ζερλέντη Π., Η Μητρόπολις Ζαρνάτας και αι εν Μάνη επισκοπαί, Ερμούπολις 1922.

Simpson R. Hope, Seven cities offered by Agamemnon to Achilles, Ann. Brit. Sch. Arch. Athens 61(1966)119.

Hopf Ch., Croniques Greco-Romanes, Berlin 1873, στη σ. 203 κ.ε.

Καπετανάκη Σοφίας, Περιγραφή της διαδρομής Καλαμάτας – Κιτριών από τον W. Gell, Λακωνικαί Σπουδαί, 10(1990)499-524.

Καπετανάκη Σταύρου, Τα σύνορα της Μάνης κατά την ιστορικήν της πορεία, Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα 1985, τόμ. Γ’, σ. 386-406

Καπετανάκη Σταύρου, Ο Γερο-Παναγιωτάκης Καπετανάκης, Η ζωή του, ο τόπος του και η διαθήκη του, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 384-441.

Καπετανάκη Σταύρου, Έγγραφα της μονής Παναγίας Φανερωμένης Δολών, Λακωνικαί Σπουδαί, 9(1988)334 κ.ε.

Καραθανάση Αθ., Επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά 8(1971) 249 κ.ε.

Καρακασσώνη Πέτρου, Ιστορία της τριημέρου μάχης του Πολυαράβου,

Cockerell C. R., Travels in Southern Europe and the Levant, London 1903.

Κολοκοτρώνη Θεόδωρου, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, (Απομνημονεύματα) Αθήναι 1851.

Κόμη Κώστα, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης 15ος – 19ος αιώνας, Ιωάννινα 1995

Κουγέα Σ. Β., Η μονή της Τίμιοβας, Μεσσηνιακά Γράμματα 1(1956)18.

Κουγέα. Σ. Β., Η καταγωγή του πρωτοστατήσαντος στην Ορλωφικήν επανάστασιν Παναγιώτη Μπενάκη φωτιζόμενη από τα αρχεία της Βενετίας, Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, (1965) 1 κ. ε.)

Κουγέα Σ. Β.: Νικήτα Νηφάκη, Μανιάτικα Ιστορικά Στιχουργήματα, Αθήναι 1964. Κεφάλαιο: Ιστορία της Μάνης, ήθη, χωρία, και ιντράδες αυτής,

Κουγέα Σ. Β., Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης, Ελληνικά, τόμ. ΣΤ’, Αθήναι 1933.

Λάμπρου Σπ., Βραχέα Χρονικά, τόμ. 2, αριθ. 9.

Leake W. M., Travels in the Morea, London 1830, vol. 1.

Lemerle P., L’ Emirat d’ Aydin Byzance et l’ occident, 1957.

Λούκου Χ., Η κατάληψη της Καλαμάτας από τους Μανιάτες το 1831, Μνήμων 1(1971)79 και 83.

Μαραβελέα Γ. Α., Πραστείο, μια αγνοημένη μικρογραφία του Μυστρά, Αθήνα 1981.

Miller W., Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, μετ. Α. Φουριώτη, Αθήναι 1960.

Megaw H., Byzantie Architecture inMani, Brit. Sc. Athens., vol. 33, 1932-3, p. 137.

Μομφεράτου Αντωνίου, Συγισμούνδος Πανδόλφος Μαλατέστα – Πόλεμος Ενετών και Τούρκων εν Πελοποννήσω 1463-1464, Αθήναι 1914, σ. 29.

Morritt J., Account of a journey through the district of the Maina. In R. Walpole,Travels in various countries of the East, being a continuation of Memoirs relating to European and Asiatic Turkey, London 1820.

Μπελιά Ελένης, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1075)275, 281, 285, 289 και 293

Μπόμπου-Σταμάτη Β., Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5, σ. 274.

Νικήτα Νηφάκη: Βλέπε Σ. Β. Κουγέα.

Παναγιωτόπουλου Βασίλη, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος – 18ος αιώνας,, Ιστορικό αρχείο Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1985, σσ. 287-289 και 310-311.

Παπαδόπουλου Γ. Γ.,,Χρονογραφία οερί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, Αθήναι 1865.

Παπαρρηγοπούλου Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, εκδ. Π. Καρολίδου, Αθήναι 1925, τόμ. Ε΄.

Πατρικουνάκου Σταύρου, Βαχός Μάνης, Αθήνς 1999/

Pernice E., Mitt. Deutsch. Arc. Athen, τόμ. 19, σ. 360 κ.ε.

Πουκεβίλ Φ. Κ. Ο. Λ., Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε’, σ. 403-405.

Randolf B.,The present state of the Morea called anciently Peloponnesus, London 1689.

Σάθα Κ.. Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. 1-6.
Κ. Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς,

Simpson R. Hope, The seven cities offered by Agamemnon to Achilles

Σκιά Α., Τοπογραφκά και επιγραφικά των εν Μεσσηνία Φαρών και των πέριξ, Αρχαιολογική Εφημερίς, Αθήναι 1911, σ. 117.

Sciro G., Cronaca dei Tocco di Cefalonia, σ. 480, στιχ. 3509.

Σκοπετέα Σταύρου, Το Αλμυρόν και η ιστορία του, Μεσσηνιακόν ημερολοόγιον 2(1951)103-106, έκδ. Βογόπουλος.

Σταυροπούλου-Μακρή Α., Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Γλέζου στη Μέσα Μάνη, Δωδώνη 8(1979)305,
ό.π., 144, 159.

Στεφανόπολι Δήμου και Νικολό, Ταξίδι στην Ελλάδα, Αθήνα 1974.

Σφηκόπουλου Ιωάννη, Τα Μεσαιωνικά κάστρα του Μοριά, Αθήναι 1968.

Thiriet F., Regestes des Deliberations du senat du Venise, concernant la Romanie, τόμ. !, (1329-1399).

Topping Peter, Taxation di Mactu in Mani under Venetian rule, Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 1990, τόμ, Γ΄, σ. 7 κ.ε.

Traquair Ramsey, Laconia – The churches of Western Mani, Ann.Brit. Scool Athens, Vol. XV (1908-9), p.177.

Τριανταφύλλου Κ., Η Μικρομάνη (και τα Γιαννιτσάνικα) υπό τον βοεβόδα των Πατρών, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5 (1978) σ. 157.

Φιλική Εταιρεία: Μέξα Βαλ., Οι Φιλικοί,, Αθήναι 1937 και Μελετοπούλου Ι. Α., Η Φιλική Εταιρεία (Αρχείον Σέκερη), Αθήνα 1967,

Forster E.S., South-Western Laconia

Foucart P., Bull. Corresp. Hellenique, τόμ. 1, σ. 31.

Fougeres G., Mantinee, σ. 586-589

Χασιώτη Ι., Εποικισμοί Μάνης, Ελληνικά 22(1969)116.

Χέρτζβεργκ Γ, Φ., Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου μέσρι σήμερον, τόμ. Α’.

Xιώτη Π., Σειρά ιστορικών απομνημονευμάτων. τόμ. Γ΄, Κέρκυρα 1863 .

ΑΒΙΑ

Όνομα αρχαίας πόλης στο Μεσσηνιακό κόλπο. Αναφέρεται ότι μετονομάστηκε η αρχαία Ιρή σε Αβία. Η Ιρή είναι γνωστή από τον Όμηρο, που αναφέρει ότι είναι μια από τις επτά πόλεις που έταξε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα ως προίκα, αν ήθελε να παντρευτεί μια από τις κόρες του. Βλέπε Μαντίνεια που ιδρύθηκε στη θέση της Αβίας. Σταύρου Γ. Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996, σ. 19 κ.ε.

ΑΓΕΡΑΝΟΣ

Στον κόλπο του Αγερανού τοποθετείται η αρχαία πόλη των Ελευθερολακώνων «ο Αραϊνός», όπου σώζεται και μεγάλο κτήριο των ρωμαϊκών χρόνων. Ροδονίκης Ετζέογλου, Λακ. Σπ., τ. 9, σ. 5. Παυσ. ΙΙΙ, 24, 10. W.Leake, τ. 1, σ. 234. Α.Γούδα, Βίοι Παράλληλοι, τ. 8, σ. 4.
Ο Αγερανός αναφέρεται στην έμμετρη ιστορία της Μάνης του Νικήτα Νηφάκη, ως χωριο της Κάτω Μάνης (Ανατολικής). Εκεί είχε το κάστρο του ο Αντώνμπεης Γρηγοράκης. Ο κάτοικος του Αγερανού λέγεται κατά τον στιχοπλόκο Αγεραναίος. Με αυτό το χαρακτηρισμό εννοεί τους Κουτσογληγοραίους, δηλαδή τον κλάδο των Γρηγοράκηδων από τον οποίο προερχόταν ο Αντώνμπεης και οι ανιψιοί του και άλλοι συγγενείς και οπαδοί οι οποίοι κατοικούσαν στον Αγερανό. Στους «διαλόγους» περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι στίχοι, όπου αναφέρεται η περιοχή ως Γερανία, αλλά μάλλον θα είναι σχηματισμένη η λέξη με την ποιητική άδεια:
Ο Μπέης είναι στο βαθύ, στου Γερανού την άκρη
και εις την Μάνην πρόσταξεν απ΄ άκρη έως άκρη
φουσάτα να συνάξουσι, πάσα καπετανία,
και να τα στείλουσι ευθύς εκεί στην Γερανία.
Σ.Κουγέα, Νικήτα Νηφάκη: Μανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα, σ. 36, στιχ. 48 επίσης σ. 74, στιχ. 21-21, σ. 103, στιχ. 787, σσ. 115 και 122.
Ο Γ. Σαΐτας, Οχυρές εγκαταστάσεις καπεταναίων Μάνης, Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 537 (και 525), αναφέρει «… στο Μικρό ακρωτήρι του Αγερανού, που επέβλεπε τις σκάλες του Πάνω και Κάτω Βαθύ, υψωνόταν το τειχισμένο συγκρότημα του Αντώνμπεη Γρηγοράκη…». Ο Α.Κουτσιλιέρης, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 181, αναφέρει ότι στον Αγερανό υπάρχουν μέχρι σήμερα τα σπίτια Γρηγοράκηδων και του κλάδου της ίδιας οικογενείας των Αλιτζερινιάνων.
Το 1805 επισκέφθηκε τον τόπο και συνάντησε τον Αντώνμπεη ο Άγγλος περιηγητής W. Leake, ο οποίος ανέφερε ότι ο Μπέης διέμενε στο Μαραθονήσι, ενώ ο πύργος του ήταν στον Αγερανό. W.Leake, τ. 1, σ. 234.
To 1806 υπέγραψαν το υποσχετικό στον Αντώνμπεη οι κάτοικοι της Μάνης και από την περιοχή Σκουτάρι και Τρυγονά αναφέρονται μεταξύ των άλλων και οι «Αγερανιώτες». Ανωνύμου, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 46.
Το 1809 περιέγραψε το κάστρο του Αντώνμπεη Γρηγοράκη ο Άγγλος περιηγητής J.Galt, Voyages and travels in the years 1809, 1810 and 1811, London 1812, σσ 153-156. Π.Θεοδωρακάκου-Βαρελίδου, Κάστρο Γρηγοράκηδων εις Αγερανό Μάνης, Τεχνικά Χρονικά, 4/550 (Απρίλιος 1972), σσ. 309-326. Να σημειωθεί ότι λανθασμένα το αναφέρει ως κάστρου του Τζανήμπεη Γρηγοράκη.
Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ (Pouqueville), Ταξίδι στην Ελλάδα, Έκδ. Αφων Τολίδη, τ. 5, σσ. 397 και 398, στη Γαλλική έκδοση σσ. 602 και 604 αναφέρει το Geranos που στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται ως Αγέρανος.
Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική επιστημονική αποστολή.
Στα χρόνια 1828-1830 έστειλαν στον κυβερνήτη οι τοποικές αρχές στατιστικά στοιχεία για την Ανατολική Μάνη και αναφέρεται ότι στον Αγερανό κατοικούσαν 35 οικογένειες με 127 κάτοικοι (άνδρες 33, γυναίκες 62 και παιδιά 32). Ε.Μπελιά, Στατιστικά στοιχεία της Λακωνίας, Λακ. Σπ., τ. 3, σ. 445.
Βλέπε ακόμη: Κ. Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης,.ωάννινα 1995, σ. 265.

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Οικισμός του Ζυγού της Μάνης που δεν διατηρείται σήμερα το όνομά του. Δεν μπορεί να εντοπισθή με ακρίβεια, ίσως είναι η Γαρμπελιά ή κάπου μεταξύ αυτής και του Νομιτσή.
Αναφέρεται για πρώτη φορά στο χάρτη του B. Agnese (1554), ως S. Barbara. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 265.
Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται στην περιοχή του Ζυγού της Μάνης ο οικισμός Αγία Βαρβάρα (J.Βuchon: Agia Varnava, Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584: Agia Varvara, αριθ. 37) με 20 σπίτια (εστίες= fuochi).
To 1621 στη Νομική συναγωγή του Δοσιθέου αναφέρεται στο χωριό Αγία Βαρβάρα, που υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας. Σ.Κουγέα, Ελληνικά, τ. 6, σ. 299.
Το 1655 αναφέρεται σε έκθεση για τους κατοίκους και τα χωριά της Μάνης το χωριό Aiorovarites (Αγιοβαρβαρίτες), που μπορεί να ταυτιστεί με την Αγία Βαρβάρα. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)155.
Το 1670 πέρασε από την περιοχή του Ζυγού της Μάνης ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιγιά Τσελεμπή, Κ.Κωστάκη, Πελοποννησιακά, τ. 14, σ. 300 και ΕβλιάΤσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Έκδ. Εκάτη, σ. 279. Αναφέρεται ότι η Αγία Βαρβάρα βρίσκεται νότια του χωριού Νομιτσή και στους πρόποδες ενός απρόσιτου βουνού ή πάνω στις πλαγιές ενός απότομου βουνού. (συνυπάρχει στην ίδια εργασία Αγία Βαρβάρα και Κούμανι;;;). Στο χωριό Κούμανι υπάρχει ναός Αγίας Βαρβάρας.

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Στην κοινότητα Δρυάλου, όπως σχηματίστηκε το 1914, υπήρχαν προσκολλημένοι οι οικισμοί Αγία Βαρβάρα, Φτείον, Παλιόχωρα, Σκυφιάνικα και Τσόπακας. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 223.
Αναφέρεται το 1829 από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Το 1810 η Αγία Κυριακή, που βρίσκεται νότια του Μέζαπου, ανήκε στην επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Χαρακτηρίζεται ως ψαροχώρι και παλαιότερα, στα χρόνια της επανάστασης, ήταν έδρα πειρατών.
Αξιόλογος στην περιοχή της ο βυζαντινός ναός του Προφήτη Ηλία του 12ου αιώνα με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα.
Η Αγία Κυριακή ανήκε το 1836 στο δήμο Θυρίδων και το 1841 στο δήμο Μέσσης.

ΑΓΙΑΝΝΗΣ

Αναφέρεται το 1810 οικισμός με το όνομα Αγιάννης που ανήκε στην επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου. Κατά τον Ανάργυρο Κουτσιλιέρη ο οικισμός αυτός βρίσκεται μεταξύ της Λάγιας και του Πορτοκάγιου.

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή και βρίσκεται Β.Α. της Κοίτας.

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Χωριό της επαρχίας Μαλεβρίου. Αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή το 1829 και υπήρξε πρωτεύουσα της ομώνυμης κοινότητας της επαρχίας Γυθείου. Λακωνικαί Σπουδαί 3(1979)446, κάτοικοι στα χρόνια του καποδίστρια 42.
Άγιος Βασίλειος υπάρχει και στην επαρχία Φωκά.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μέζαπου. Βρίσκεται μεταξύ Μίνας και Μεζάπου
Στους Νυκλιάνους σ. 222-3 αναφέρεται στη Διοικητική Διαίρεση της Μάνης ότι το 1836 υπαγόταν στο δήμο Ιππολών, το 1842 στο Δήμο και στο 1841 στο δήμο Οιτύλου και το 1914 στην κοινότητα Μίνας.
Βλέπε στις εργασίες του Δρανδάκη το ναό της Επισκοπής και του Αγίου Προκόπιου Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μάσα Μάνης,

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ οικισμός μεταξύ Γαρδένιτσας και Νόμιας.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Λεύκτρου

Ήταν η έδρα της οικογενείας Χρηστέα, όπου σώζεται ο πύργος. Οι Χρηστέοι ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.
Στου Στ. Καπετανάκη, οι Κυβελαίοι της Γαρμπελιάς, στα τετράδια της ιστορίας της Μάνης αναφέρονται οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Κυβελαίων και Χρηστέων.
Στου Δικαλιου βαγιακάκου, ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης αναφέρεται στη σ. 25 και 117.
Για το νησάκι Πέφνος γράφει ο Πουκεβίλ στη σ. 596 και ο Post στη σ. 87.

ΑΓΙΟΣ ΗΛΙΑΣ ή ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Λάγιας

Στο χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής τοποθετείται δυτικά από τα Δημαρίστικα
Ο Δ. Δημητράκος στους Νυκλιάνους σ. 223 τον αναφέρει σαν οικισμό κοντά στη Λάγια.

ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Στη στατιστική του Πέτρου Μδικου-Γιατρού, από το 1618, αναφέρεται σαν San Constantino.Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ.
Πρέπει να ήταν οικισμός γύρω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου που βρίσκεται ανατολικά της Σβίνας (Πλάτανος) νότια από τις Θαλάμες (Κουτήφαρη).
Στο ναό σώζεται κτητορική επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού και αναφέρει ότι χτίστηκε το 1699 από τους Γριτσιάνους, δηλαδή την οικογένεια Γρίτση-Παλαιολόγου. Να σημειωθεί ότι αναφέρεται ότι ο οικισμός Γριτσιάνικα βρίσκονταν ανατολικά της Λαγκάδας.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Αναφέρεται το 1618 στην στατιστική του Πέτρου Μέδικιυ-Γιατρο ως San Nicolo di gardicia με τριάντα σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584. Πιθανώς σχετίζεται με τον ναό του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ Πλάτσας και Νομιτσή.
Στην παραλία του Λεύκτρου, βόρεια του Αγίου Δημητρίου, υπάρχει παραλιακός οικισμός με το όνομα Άγιος Νικόλαος, που ανθεί σήμερα, αλλά φαίνεται ότι αναπτύχθηκε τα μετεπαναστατικά χρόνια Σελίνιτσα.

ΑΓΚΙΑΔΑΚΙ ή ΑΓΓΙΑΔΑΚΙ

Σημειώνεται στον χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του 1829. Το 1914 ήταν χωριό της κοινότητας Μίνας. Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι σ. 223. Στη σ. 225 αναφέρεται ότι το Αγγιαδάκι είναι υποκοριστικό του αγγιάδι και το ρήμα αγγιάζω σημαίνει πειράζω, δίνω αφορμή πάλις. Φαίνεται ότι το Αγγιαδάκι έγινε αφορμή για φιλονικία μεταξύ των γειτόνων. Μέρος διαφιλονικούμενο.

ΑΚΙΑ-(Γ)ΚΡΕΜΟΣ

Στην στατιστική του Πέτρου Μέδικιυ-Γιατρού αναφέρεται το 1618 ως Hachia με 40 σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 585 κλπ.
Ο Νικήτας Νηφάκης (1798), Κουγέας σ. 204, την αναφέρει ως Κρεμός δηλαδή Γκρεμός και θεωρείται ότι είναι η Άκια, η οποία βρίσκεται σε Γκρεμό.
Ήταν ένα χωριό της Πεντάδας, που περιλάμβανε τα χωριά: Παλαιόχωρα, Βάμβακα, Άκια,Κουλούμι και Μπρίκι. Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της μάνης, σ. 81. Βλέπε ακόμη το υποσχετικό στον Αντώνμπεη του 1806. Ακόμη W. M. Leake, τόμος Α’, σσ. 285, 311.
Το 1829 αναφέρεται ως Άκια από τη Γαλλική Επιστημονική αποστολή/

ΑΛΙΚΑ-ΑΛΥΚΑ

Το 1571 αναφέρεται το χωριό Άλυκα. Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)258.
Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου – Γιατρού να έχει 80 σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 585 κλπ.
Το 1655 αναφέρεται σε Ισπανικό έγγραφο ως Faglia. Χασιώτης σ. 155.
Το 1700 αναφέρεται από τον Β. Παναγιωτόπουλο, σσ. 60 και 234.
Ο Πουκεβίλ (Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε΄ Πελοπόννησος σ. 405) τα αναφέρει το 1813 με το όνομα ‘’Γλυκά’’ και σημειώνει ότι είχαν 80 άνδρες ικανούς να εκστρατεύσουν και 190 ικανούς να πολεμήσουν.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή ανέφερε ότι είχαν 380 κατοίκους.
Ο Δ. Δημητράκος στους Νυκλιάνους σ. 222-3 αναφέρει ότι διοικητικά το 1836 ανήκε στο δήμο Καινιπόλεως και το 1841 στο δήμο Μέσσης. Το 1914 έγινε η κοινότητα Αλίκων και το 1928 είχε 313 κατοίκους. Ακόμη στη σ. 225 αναφέρεται: Άλικα = μέρος Παραθαλάσσιο. Ο κάτοικος των παραθαλασσίων της Πελοποννήσου ονομαζόταν Αλικός και δωρικώς Αλίκος. Σημειώνεται ότι στα Άλικα αρμόζει αυτό το όνομα γιατί τα γύρω χωριά είναι σε απόσταση από τη θάλασσα, όπως η Βάθεια,Μπουλαριοι, Κοίτα, Νόμια κλπ. στη σ. 248 αναφέρει ότι τα Άλικα θεωρούνται η πατρίδα των Γρηγοράκηδων. (Αλλού αναφέρεται ότι και οι Μαυρομιχαλαίοι προέρχονται από τα Άλικα). Τέλος στη σ. 271 αναφέρεται επιγραφή από τα Άλικα.
Βλέπε: Λακωνικαί Σππουδαί τόμ. Θ’ , σ. 476 και 497
Ο W. M. Leake, σσ. 288-290, 308, 310.

ΑΛΜΥΡΟ Βλέπε Αρμυρό

ΑΛΤΟΜIΡΑ

Το τοπωνύμιο έχει σλαβική προέλευση. Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 266. Το χωριό βρίσκεται στην άλλοτε επαρχία Σταυροπηγίου (παλαιότερα επαρχία Ζαρνάτας), η οποία μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε το δήμο Αβίας.
Στα Αλτομιρά υπάγεται και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο φαίνεται να ελέγχει τη διάβαση από τον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου προς τα πεδινά, όπου το χωρίο Σωτηριάνικα. Στα Σωτηριάνικα υπήρχε άλλη μονή, το μοναστήρι της Μαρβίνιτσας. Φαίνεται ότι τα μοναστήρια αυτά συνετέλεσαν στον εξελληνισμό των σλαβικών φύλων. Και τα δύο είχαν υποστεί πολλές καταστροφές, αλλά είχαν διασωθεί υα ιερά, τα οποία είναι χτισμένα κατά τον πλινθοπερίκλειστο τρόπο δομής, που δηλώνει υη βυζαντινή τους προέλευση. (Να σημειωθεί ότι το ιερό του Αγίου Γεωργίου έχει πρόσφατα επικαλυφθεί με ασβεστοκονίαμα (σοβατιστεί). Να σημειωθεί ότι τα μοναστήρια στην περιοχή καλύπτουν τις διαβάσεις, π.χ., προς την Άνω Σέλιτσα (Άνω Βέργα) είναι το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, ανατολικότερα το μοβαστήρι της Τόμιοβας, την οδό από τον Κάμπο προς την Καρδαμύλη της Αντρουμπεβίτσαςκλπ.
Εκτενέστερα βλ’επε Θ. Μπελίτσου, Τα Αλτομιρά της έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 14(1998)293-346.

ΑΜΠΕΛΟ

Το Άμπελο αναφέρεται από τον Parkins στο βιβλίο ‘’εικόνες της Μάνης στις σ.38 και 110

ΑΝΩ ΠΟΥΛΑ

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄ σ. 287: Άγιοι Θεόδωροι Άνω Πούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄ σ. 491: Βυζαντινοί ναοί: Ο οπίσω της Άνω Πούλας (αρχαίας Ιππόλας), εγγύς της θαλάσσης, ναός του Σωτήρος, ο Άγιος Θεόδωρος της Άνω Πούλας με τοιχογραφίες διαφόρων εποχών. των οποίων αι αρχαιότεραι εξεταστέον εάν ανάγωνται εις τον ΙΑ΄ αιών. Μνημονευτέος ακόμη ο Άγιος Φίλιππος της Κουνιώτικης Πούλας με λείψανα τοιχογραφιών των οποίων άλλαι υπολαμβάνονται έργα του ΙΑ΄ αιώνος και άλλαι του ΙΓ΄. Με διαλελυμένα μάρμαρα τέμπλο δυναμένων να θεωρηθούν έργα του Νικήτα Μαρμαρά.
Λακωνικαό Σπουδαί τόμ. Γ΄ σ. 55 Αναφπρά εις Άγιον Νθκήτα παρά ττω νεκροταφείω της Άνω Πούλας και ό.π., σ. 73
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄ 157: Άγιος Φίλιππος Άνω Πούλας Κούνου.
Λακωβικαό Σπουδαί, τόμ. Ζ΄ σσ. 162 και 165: ¨Αηιοι Θεόδωροι Άνω Πούλας, β΄ ήμισυ του 13ου Αιώνα.
Ό.π. σ. 184 : Άγιος Φίλιππος Άνω Πούλας (β΄ ήμισυ 13ου αιώνα).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ, 5, το υψόμετρο της Άνω Πούλας είναι 350 μέτρα.
Ό.π. σ. 84: ‘’Κάστρο ωριάς’’.
Ό.π-. σ. 158-9 Άνω Πούλα στα Σφακιά και στο Κατωπάγκι. Σ. 225: Πήρε το όνομα από πρόσφυγες της Άνω Πούλας Σφακίων

ΑΡΑΧΟΒΑ-ΚΑΡΥΟΒΟΥΝΙ λΕΥΚΤΡΟΥ

Δασκαλάκης, Η Μάνη και η Οθωμανική αυτοκρατορία, σ. 69: Το 1618 από την Αράχοβα ήταν ο Δημέας Βελκούνος και στη στατικστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού σημειώνεται Arachova με 40 σπίτια. Κ. Κόμη,
Χασιώτης, σ. 155, την αναφέρει Aracona
Topping: Milea και Aracova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 348 και στους Βενετούς 160.
Κουγέας, Ελληνικά ΣΤ΄ (1933) σ. 299 αναφέρεται στη Συναγωγή του Δοσιθέου ότι η Αράχοβα το 1621 υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας.
Κουγέας, Νηφάκης, σ. 93 αναφέρει την Αραχοβα.
Από την Επιστημονική Γαλλική Αποστολή μαθαίνουμε ότι η Αράχοβα το 1829 είχε 71 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄ σ. 511 αναφέρεται η Αράχοβα.
O Leake στη σελ. 262 αναφέρει την Αράχοβα.
Στα Μεσσηνιακά Β΄ σ. 160 αναφέρεται η Αράχοβα.
Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 76 αναφέρεται στην Αράχοβα.
Στ. Καπετανάκη, Η θυσία του Παπά-Πανάγου Ρούσσου, Λακωνικά, Επετειακή έκδοση 1902-2002, Αθήναι 2003, σ. 515,

ΑΡΓΙΛΙΑΣ

Σημειώνεται στο χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής το 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄ σ. 445. Το 1830 ο Αγιλιάς είχε 209 κατοίκους.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄ , σ. 303, ετυμολογία του Αργιλιά.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 223 αναφέρει ότι διοικητικά ο Αργιλιάς το 1836 υπαγόταν στον δήμο Ασίνης και το 1914 στην κοινότητα Νήφι.

ΑΡΔΟΥΒΙΣΤΑ ή ΑΝΔΡΟΥΒΙΣΤΑ

Η Ανδρούβιστα ή Αρδούβιστα, όπως την αποκαλούσαν παλαιότερα, είναι μια περιοχή, η οποία περιλαμβλανει πολλά χωριά. Ως κυρίως Ανδρούβιστα καλείται το χωριό Χώρα και ακολουθπούν το Ξωχώρι, το Νίκοβο κλπ.
Το 1278 αναφέρεται ο καπετάνιος της Ανδρούβιστας Μιχαήλ Σπανός, ο οποίος κατηγορήθηκε από τους Βενετούς ότι λήστεψε το πλοίο του Ιωάννη Πανιάνο (Pagniano), που ήταν φορτωμένο με σιτάρι. Tafel-Tomas, τόμ. 3, σ. 233.
Πάλι το 1278 άνδρες από την Ανδρούβιστα λήστεψαν βάρκα (πλοιάριο) που πήγαινε αλάτι από την Κορώνη στην Καστάνια. Τους συλληφθέντες οδήγησαν στο κάστρο του Λεύκτρου- Belforte, ‘οπου καπετάνιος ήταν ο μαλρυδούκας και τους φυλάκισαν. ‘ο.π.
Το 1440 ο Κωνσταντίνος (;) Παλαιολόγος ή κάποιος από τους αδελφούς του υπέγραψε αργυρόβουλο και επέτρεψε στους αδελφούς Σπανούς να έχουν ως δούλο τον Κόμπη, γιατί ο πατέρας του είχε γεράσει και δεν μπορούσε να δουλεύει.
Το 1480 αναφέρεται ότι ο Κροκόδειλος Κλαδάς κινήθηκε από την Κορώνη, και πήγς στη Μάνη και κετέλαβε διάφους τόπους ή κάστρα μςταξύ των οποίων ήταν και το Λεφτίνι και η Ανδρούβιστα. Στις 4 Απριλίου 1480 έγινε μάχη στο κάστρο της Καστάνιας (ή Καστάνιτσας) των Τούρκων με τον Κλαδά που ηττήθηκε. Στις 6 Απριλίου του 1480 κατέφυγε στο Ακρωτήριο της Μάνης του Αγίου Αγγέλου, όπου ήταν πλοία τα οποία πήγαιναν στο Πόρτο Κάγιο και από εκεί τον παρέλαβαν στις 13 Απριλίου τον παρέλαβαν γαλέρες του βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου. Σάθας, Τουρκπξρατουμένη Ελλάς, σ. 42 και του ιδίου, Μνημεία Ελληνικής ιστορίας, τόμ. 6, σ. 221.
Το 1618 οι Μανιάτες με επιαστολή τους προς το δούκα του Νεβέρ κατέστησαν τον Πέτρο ΜέδικαΓιατρό πληρεξο΄θσιό τους. Από την Ανδρούβιστα υπέγραψε ο «Γεώργιος Σκούμπλος και ταβουλάριος Ανδρούβιστας με όλην μου την χώρα προσκυνώ την υψηλοτάτη σου αφεντία». Σάθας, τουρκοκρατουμένη Ελλάς σ. 206.
Το 1618 η στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρονται τα χωριά (Buchon):
Arduvista megali chora με 80 σπίτια
Crimignono di Arduvista με 35 σπίτια = Κριμίνιοβο
Ceria du Arduvista με 10 απίτια = Τσέρια
Celisti di Arduvista με 25 σπίτια = Σέλιτσο
Precista di Arduvista με 25 σπίτια = Πρίπιτσα
Nixovo di Arduvusta με 40 απίτια = Νίκοβο
Κ. Κόμη, Πληθυσμός κλ. Βλέπε περιεχόμενα
Το 1621 η Ανδρούβιστα υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας. Δοσιθέου, Νομξκή Συναγωγή αναφερομένη από Σ. Κουγέα, Ελληνικά, σ, 229.
Το 1642 απέπλευσε από το Οίτυλο ο Χριστόφορος, επίσκοπος Ανδρούβιστας (Hartovista), για την Ιταλία προκειμένου να γίνουν συνεννοήσεις για μετανάστευση Μανιατών. Μαζί του πήγαν και 45 πρόκριτοι από τη Μάνη. Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)133-4.
Το 1655 η Ανδρούβιστα αναφέρεται στην Άνω Μάνη. Χασιώτης, 155.
Το 1659 αναφέρεται στην κίνηση του Μοροζίνη για αντιπερισπασμό με την κατάληψη της καλαμάτας. Α. Καραθανάση Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄, σ, 240-50. Από κακή ανάγνωση αναφέρεται ως Ανδραβίδα.
Το 1670 αναφέρεται από τον Εβλιγιά Τσελεμπί, «Το χωριό Αρνόστα είναι ένα χωριό με πέντε γειτονιές, σαράντα εκκλησίες και τρία μοναστήρια».. Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 299. Έκδ. Εκάτης, σ. 277.
Από το 1670 αναφέρεται στη Ζάκυνθο οικογένεια Στεφανάκη από Ανδρούβιστα. Λ. Ζώης, Βιογραφικό Λεξικό Ζακύνθου
Tο 1690 αναφέρεται ο capitan Curta di Andruvista Πρλοποννησιακά Β΄ , σ. 429.
Το 1692 πλήωνε φόρο στους Βενετούς. P. Topping, Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 1990, τόμ. Γ΄, σ. 8.Αβδρούβιστα Λεφτίνι και ϊασίνοβα όλα μαζί πλήρωναν 709 και π-λήρωσαν και πλήρωσαν μέρος του φόρου,150 ρεάλια. Οι γέροντες δεν συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν με τον Γενικό Προβλεπτή Πελοποννήσου το θέμα της φορολογίας.
Το 1715 Καπετάνιος της Ανδρούβιστας ήταν ο Παναγιώτης Σκούρτος. Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 404.
Το 1798 ο Νικήτας Νηφάκης (Σ. Κουγέας) αναφέρει την Ανδρούβιστα στις σελ. 71 και 117.
Το 1806 αναφέρεται στο υποσχετικό στον Αντώνμπεη και το υπογράφει ο Αντώνιος Τρουπάκης.
To 1805 h Ανδρούβιστα σημειώνεται στον χάρτη του W. M. Leake.
Το 1829 σημειώνεται στον χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής και σημειώνονται ακόμη τα χωριά: Ξωχώρι, Νίκοβο, Λάκκοι, Γούρνιτσα, Πετροβούνι και Καρδαμύλη.
Για την επισκοπή Ανδρούβιστας βλέπε Ζερλέντη, σ. 50.
Σε υπόμνημα των Ολλανδικών αρχείων αναφέρεται: Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 281 και 288.
Για τη μάχη της Κακής Σκάλας της Ανδρούβιστας (1826) βλέπε: Πελοποννησιακά Β΄, σ. 133. Για τον Θεόκλητο Ανδρούβιστας ό.π., σ. 163 (1801). Για το Θεόκλητο βλέπε ακόμη Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 69. Ο Θεόκλητος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
Η επαρχία Ανδρούβιστας μπορούσε να κινητοποιήσει 600-700 στρατιώτες για την επανάσταση του 2832. Πατριαρχλεας Δίπτυχο σ. ξζ΄.

ΑΡΜΠΑ

Άρμπα ήταν γειτονειά του χωριού Κάμπος Αβίας.

ΑΡΜΥΡΟ-ΑΛΜΥΡΟ

Αλμυρές πηγές αναφέρονται από τον Παυσανία, XXX 2.
Λακωνικαί Σπουδαί,τόμ. Η΄, σ. 402, 421, 429, 430, 433. Για τα οχτρά της Βλεργας του Αλμυρού βλέπε:
Το χειμώνα εξυπηρετεί την Καλαμάτα σαν λιμάνι, (1805) Leake, σ, 325, 331.
Bory de Saint Vincent, σ. 343-4
Πουκεβίλ, σ. 584-5.
Αναφέρεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή το 1829
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 285-6. Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων, όπου αναφέρεται σαν λιμάνι της Καλαμάτας
» » , τόμ. Η΄, σ. 402, 429, 430, 433.
» » , τόμ. Θ΄, σ. 479, 484, στάση του 1831.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,
Πελοποννησιακά, τόμ. Α΄, σ. 73-93. Μάχη 1770
Ό.π. σ. 368. Διαθήκη Γεωργίου Μαυρομιχάλη για Κορωνόπουλο.
Πελοποννησιακά, τόμ. Ε΄, σ. 161. Ετυμολογία
» » , Παράρτημα 5, σ. 188, το 1827 ο Νικηταράς σκόπευε να πάει εκεί.
Ό.π., σ. 200, 292 – φόβος επιδρομής Ιμπραήμ σ. 302-3
Πελοποννησιακά Παράρτημα 13, σ. 532.
Ό/π/. σ. 281, ο Κουντουτιώτης στο Αλμυρό.
Ό.π., σ. 235, κίνηση λιμανιού Αλμυρού
Β. Πατριαρχέας, Δίπτυχον, σ. ξζ΄, Γεωργάκης Χριστοδουλάκης-Καπετανάκης μπορούσε να στρατολογήσει 500 στρατιώτες.
Post, σ. 77-88 και 104-5
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα της Μάνης, σ. 302, 404.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄. σ. 54. Τόμ. Β΄, σ. 223 (1825). Τόμ. Γ΄, σ. 143.
Θ. Κολοκοτρώνη , Απομνημονεύματα, σ. 164-5, 192, 215.
Δ. Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης,, βλέπε περιεχόμενα
Πέτρπυ Κπυτήφαρη, Ιστορικαί Σημειώσεις, σ. 199-201, 203.
Γεωργίου Ψύλλα, Απομνημονεύματα, σ. 50, 147,-151, 162-3,171.
Δέσποινα Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας, σ. 78, 9599, 236
» » , Το θαλάσσιο Δικαστήριο, σ. 56-7, 94-5, 129
Από το Αλμυρό πέρασαν πολλοί. Για τη φύλαξη της Βέργας ήρθαν όλοι οι οπλαρχηγοί της Μάνης, ο Θ. Κολοκοτρώμης, ακόμη ο Γ. Κουντουριώτης, ο Ι. Α. Καποδίστριας κλπ.

ΑΡΧΙΑ (Αρχιά)

Δ. Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 225. Υποθέτει ότι από εκεί άρχιζε η πόλη Μέση.
Το 1655 αναφέρεται σε Ισπανικό κατάλογο χωριών της Μάνης ως Archia, Χασιώτης σ. 155.
Αναφέρεται το 1829 από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΜΕΛΙΤΊΝΗΣ

Το 1700 αναφέρεται ως Archondio από τον Β. Παναγιωτόπουλο με 49 κατοίκους από τους οποίους οι 16 ήταν άνδρες.
Μετά από 100 περίπου χρόνια αναφέρεται από τον Νικήτα Νηφάκη (Κουγέας, σ. 107).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄. σ. 368, αναφέρεται ότι ανήκε στην επισκοπή Μαλτσίνας.
Πελοποννησιακά, τόμ. Β΄, σ. 118, αναφέρεται ότι γειτόνευε με τους Τουρκοβαρδουνιώτες.
Ό.π., σ. 305, ετυμολογία

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ, ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΕΓΆΛΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Ένας από τους τρεις παραλιακούς οικισμούς της Μεγάλης Μαντίνειας (οι άλλοι: Παλαιόχωρα και Κοπάνο-Ακρογιάλι). Θεωρείται ότι οφείλει το όνομά του στη Βυζαντινή εποχή και είχε σχέση με τους άρχοντες Παλαιολόγους, ίσως αρχοντικό περιβόλι, γιατί κτίσμα δεν έχει εντοπισθεί μέχρι τώτα.

ΑΣΩΜΑΤΟΙ ή ΣΩΜΑΤΙΑΝΑ
Μικρός οικισμός κοντά στο Κουτήφαρη του Λεύκτρου.

ΑΣΩΜΑΤΟΣ (η)

Στο ακρωτήριο Ταίναρο (Κριτήρι), εκεί που ήταν ο ναός του Ποσειδώνα υπάεχουν επιγραφές της παλιάς εποχής. Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 87, 93. Στη σ. 98 αναφέρεται ότι υπάρχει χριστιανικός ναός στη θέση του παλαιού ναού του Ποσειδώνα. Εκεί ήταν η πύλη του Άδη..
Leake, σ. 296-9, 302, 304.

ΑΦΟΥΓΚΙΑ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται ως Afugia di Colochitia με 50 σπίτια. Πιθανόν να είναι το χωριό Σκαλτσωτιάνικα ή άλλο πλησίον που χάθηκε.
Το 1655 την αναφέρει ο Χασιώτης σ. 155, ως Afunga.
Το 1692 ο Tοpping την αναφέρει ως Affungie e Cogna, δηλαδή Αφούγκια και Γωνέα, που μαζί πλήρωναν φόρο στους Βενετούς 74 ½ ρεάλια.
Το 1700 την αναφέρει ο Β. Παναγιωτόπουλος σ. 26, ως Affungia
Τον 18ο αιώνα την αναφέρει ο γιατρός Παπαδάκης Αφούγκια Γλίνας. Βλέπε : Δημητράκου , Οι Νυκλιάνοι.

ΑΧΙΛΛΕΙΟ ή ΑΧΙΛΑΤΣΙΚΟ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 97, Αχιλλάτσικο, λιμάνι , το οποίο Διοικητικά υπαγόταν το 1914 στην κοινότητα Λάγιας. Στη σ. 95, αναφέρεται ότι Αχίλλειο λέγεται ο οικισμός που βρίσκεται στο Πόρτο Κάγιο κοντά στο μοναστήρι. Στη σ. 93 σημειώνεται και ως Πλατιά Άμμος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 153, στο Αχίλλειο βρίσκεται ναός σταυρεπίστεγος, Βυζαντινής εποχής αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Ο Leake, σ. 296-9, 302, 304 κάνει λόγο όπου και για Ασώματοι

ΒΑΘΕΙΑ

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 257, ο Ντόκος γράφει ότι Vatia ήταν κοντά στο κάστρο της Μάνης castello di Maina.
To 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται Vatia με 20 σπίτια.
To 1655 αναφέρεται σε ισπανικό κατάλογο των χωριών της Μάνης ως Fatia, Χασιώτης, σ. 155.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 147, ο Μέρτζιος αναφέρει ότι ο Άγγελος Σουμάκης βρισκόταν στη Βάθεια στο σπίτι του κουμπάρου του Αντώνη Γερακάρη. Ο Μιχάλης Γερακάρης είχε πιάσει ένα τούρκικο καράβι με 30 κοπηλάτες.
Το 1692 η Vachia πλήρωνε φόρο στους Βενετούς 42 ½ ρεάλια. Topping, (Ίσως πρόκειται για το χωριό Βάτας γιατί είναι μαζί με άλλα χωριά της Κολοκυθιάς, υπάρχει όμως και χωριό Putta που ίσως είναι ο Βάτας.)
Το 1700 ο Παναγιωτόπουλος αναφέρει ότι η Βάθεια είχε 212 κατοίκους από τους οποίους οι 54 μόνο ήταν άνδρες,
Ο Νηφάκης (Κουγέας) στις ιντράδες της Μάνης, στίχο 210 αναφέρει τη Βάθεια.
Το 1805 ο Leake αναφέρει τη Βάθεια.
Το 1806 αναφέρεται η Βάθεια στο υποσχετικό που δόθηκε στον Αντώνμπεη Γρηγοράκη.
Το 1813 την αναφέρει και ο Πουκεβίλ.
Το 1829 αναφέραι από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή να έχει 333 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 139: Αναφέρεται ναός του Προδρόμου στον οικισμό που είναι εκεί πλησίον και ονομάζεται Γουλάς της Βάθειας
Δημητράκος, Νυκλιάνοι, σ. 158-9. Βάθεια στην Κρήτη και στη Μάνη. Προσθέτουμε Βάθεια και στην Εύβοια.
Ό.π., σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση, το 1836 ανήκει στο δήμο Καινηπόλεως και με το σχέδιο του 1841 στο σήμο Μέσσης. Το 1914 η κοινότητα Βάθειας είχε το 1928236 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί. Τόμ. Α΄, σ. 357 στη Βάθεια και Απορράχια ναός
Ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 446, το 1828-30 κάτοικοι 333.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428, Άγιος Ιωάννης Γουλά από 14-15 αιώνα.
Ό.π., παράρτημα 9ο, σ. 164: στο Γουλά Βάθειας ορθόλιθοι.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο, σ. ξζ΄, ο Αναγνωσταράς αναφέρει ότι η Βάθεια (Μιχαλακιάνοι και λοιποί) μπορεί να κινητοποιήσει 400 στρατιώτες.
Ό.π., σ. ξη΄. Ο Φιλήμων γράφει ότι: ‘’Μέσση 700 Μιχαλακιάνοι υπό τους Μαυρομιχάλας’’
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5ο, σ. 395-7, στο Πεταλίδι εγκαταστάθηκε από τη Βάθεια ο Τσικρικας.
Σύνορα Μάνης, σ. 398.
O Leake αναφέρει τη Βάθεια στη σ. 294.
Ο Πουκεβίλ στη σ. 602
Δ, Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.
Parkins, Εικόνες της Μάνης, σ. 99, 100.

ΒΑΘΥ

Το 1805 τo αναφέρει ο Leake σ. 234, 236-7, 252, 255-6, 259, 267, 276, 296, 299, 302, 304.
Το 1815 αναφέρεται από τον Πουκεβίλ.
Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 282, αναφέρεται σε υπόμνημα των Ολλανδικών Αρχείων.
Στου Φιλήμονος το αρχείο αναφέρεται, σ. 24 ως κατοικία του Αντώμπεη Γρηγοράκη. Στη σ. 111 και του Τσιγκούριου Γρηγοράκη, Πόρτο βαθύ. Στη σ. 193 και του Καβαλιέρη Δημήτριου Γεηγοράκη.
Πατριαρχέα, Δίπτυχον, σ. ξζ΄, Ο Αναγνωσταράς αναφέρει ότι από το Πόρτο Βαθύ και Πασσαβά κινητοποιούνται 600 στρατιώτες με τον Τσιγκούριο και Καβαλιέρη.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, σ. 537 είναι εκεί ο πύργος του Αντώνμπεη. Στο Βαθύ περιλαμβάνεται και ο Αγερανός.
Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 41 και 148.

ΒΑΜΒΑΚΑ-MΠAMΠAKA

Β. Παναγιωτόπουλος γράφει: 16) Pabaca, 42 κάτοικοι από τους οποίους οι 10 άνδρες.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη σημειώνεται : Πάπακα. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι.
Νηφάκης (Κουγέας): Μπάμπακα, στ. 204
1806, Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Στην Πεντάδα υπάγονυαι τα χωριλαΠαλαιόχωρα, Βαμβακα, Άκια, Κουλούμι και Μπρίκι.
Leake σ. 282, 285, 311
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 95 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 281, 284, 286 Άγιοι Θεόδωροι Μπάμπακας
Ό.π., τόμ. Θ΄, σ. 32: Οι Άγιοι Θεόδωροι είναι του 11ου-12 αιώνα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 18-20, 70, για Αγίους Θεοδώρους.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 90: Άγιοι Θεόδωροι, επιγραφή Λέοντος. Η Διοικητική Διαίρεση στη σ. 222-3, 1836 Δήμος Ιππολών. 1841 Δήμος Οιτύλου. 1914 κοινότητα Μίνας. Στη σ. 232 αναφέρεται ότι το όνομα προέρχεται από άνθρωπο που ονομαζόταν Βαμβακάς ή Παμπακάς
Λακωνικαί Σπουδαί, τα’ομ. Α΄, σ.281, 284, 283, 286 περί Αγίων Θεοδώρων
Ό.π., σ. 298: Δύο στρατιώτες πληγωμένοι από Βάμβακα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ.Θ΄, σ. 476, 495
Πελοποννησιακά. Τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437 Άγιοι Θεόδωροι από το 1075
Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 81-2.
Parkins Εικόνες της Μάνης, σ. 7, Άγιοι Θεόδωροι.

ΒΑΡΟΥΣΙ

Το Βαρούσι οφείλει το όνομά του στην τουρκική λέξη voroch που σημαίνει φρούριο. Βαρόσι ή Βαρούσι ονομαζόταν ο οικισμός που ήταν έξω του κάστρου, στον οποίο κατοικούσαν χριστιανοί. Το όνομα απαντά στην Κύπρο, στην Κορώνη κλπ. Το Βαρούσι της Αβίας ονονάστηκε γιατί βρίσκεται έξω από το κάστρο της Ζαρνατας, το οποίο ήταν κατεστραμμένο από τα χρόνια των Παλαιολόγων και ξαναχτίστηκε από τους Τούρκους το 1670. Πολλές φορές αναφέρεται στον πληθυντικό αριθμό ως Βαρούσια, προφανώς γιατί υπάρχουν τρεις διάκριτοι οικισμοί, από βορρά προς νότο τα Μαλεβριάνικα, το Βαρούσι και η Μάλτα. Σήμερα έχει το όνομα Σταυροπήγι.
Για την ετυμολογία της λέξης Βαρούσι βλέπε: Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 164.
Πρώτη αναφορά έχουμε το 1692 από τον Topping, ο οποίος αναφέρει ότι Varussi και Dollus πλήρωναν στους Βενετούς φόρο 324 ρεάλια, δηλαδή όσο και πριν από την κατάκτηση των Βενετών το 1685 στους Τούρκους.
Το 1699 νοικιάστηκαν κτήματα ανήκοντα στον Λιμπεράκη Γερακάρη. Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, σ. 5 και 13.
Το 1700 ο Β. Παναγιωτόπουλος αναφέρει Varvuni e Maltizza είχαν 160 κατοίκους από τους οποίους οι 36 ήταν άνδρες..
Ο Ζαρλέντης γράφει ότι το Βαρούσι το 1780 υπαγόταν στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας, η οποία το 1818 έγινε μητρόπολη.
Ο Νηφάκης (Κουγέας) το 1798 αναφέρει το Βαρούσι στο στίχο 67 των Ιντράδων κλπ.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει το Baryssia με 140/280
Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι το 1829 είχε 237 κατοίκους.
Το 1786 αγιογράφος του ναού Κοίμησης Θεοτόκου στο Βαρούσι ήταν ο Αναγνώστης Φιλιππάκης μαζί με τον Αναγνώστη Καλλιέργη. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ.136
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 286, Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 415-434. (Πούλος Μαυρίκος}.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΔ’, σσ. 427-516.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 429 αναφέρεται σε Κουτηφαραίους από Βαρούσι το έτος 1690. Και πάλι γίνεται λόγος για Κουτηφαραίους το 1715, ό.π., τόμ. Γ+Δ΄, σ. 404.
Το 1795 ο Άγγλος περιηγητής Morritt σ. 49 αναφέρει το χωριό ως Barussa.
Ο Πουκεβίλ αναφέρεται στις σ. 558, 585, 592.
Στα Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 53.

ΒΑΤΑΣ

Ο Βάτας είναι ένα χωριό του παλαιού δήμου Κολοκυνθίου και βρίσκεται κοντά στο Φλομοχώρι. Στο Βάτα πριν από την επανάσταση του 1821 κατοικούσε η πολύκλαδη οικογένεια Φελούρη. Μέλη της οικογενείας αυτής σκότωσαν τον Τσιγκούριο Γρηγοράκη, που ήταν μπας καπετάνιος της Μάνης. Ο Πετρόμπεης, του οποίου ο Τσιγκούριος ήταν αδελφός της μητέρας του, ζήτησε και πέτυχε τη βοήθεια των Τούρκων και ανάγκασε τους περισσότερους από τους Φελούρηδες να σκορπίσουν σε άλλα μέρη για να αποφύγουν την εκδικητική μανία των συγγενών του Τσιγκούριου.
Ένας γέρος της οικογενείας Φελούρη, ο πρώτος στην οικογενειακή ιεραρχία, όταν άκουσε το φονικό είπε «όσο ζούσε ο Τσιγκούριος δεν μπορούσε να μας βλάψει, τώρα που τον σκοτώσαμε θα μας καταστρέψει».
Το 1618 τον αναφέρει ο Πέτρος Μέδικος στη στατιστική του με 30 σπίτια (Vatas di Cholochitia).
To 1655 αναφέρεται από το Χασιώτη σ. 155 ως Vata.
Το 1692 τον αναφέρει ο Topping ως Putta και πλήρωνε φόρο 48 ρεάλια τόσο στους Βενετούς, όσο και παλαιότερα στους Τούρκους. (Στην περιοχή του Κολοκυνθίου υπάρχει χωριό με το όνομα Vachia, που θεωρούμε ότι είναι η Βάθεια, που δεν ανήκει στην Κολοκυθιά)
Το 1700 τον αναφέρει ο Β. Παναγιωτόπουλος ως Vata με 283 κατοίκους από τους οποίους οι 66 ήταν άνδρες.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως Βάτα. Βάτα επίσης το γράφει και ο Νικήτας Νηφάκης στίχ. 37 στις Ιντράδες κλπ.
Το 1806 στο υποσχετικό προς τον Αντώνμπεη σημειώνεται: Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα και Σκαλτσιωτιάνικα.
Το 1805 ο Leake τον αναφέρει στις σ. 272, 308 και στον χάρτη του τον τοποθετεί νοτιότερα.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει Vattas ότι είχε 60 πολεμιστές για εκστρατεία και γενικά 70.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 209 κατοίκους.
Ο Βάτας ήταν η έδρα του επισκόπου Λαγίας. Ζερλέντης, σ, 41.
Διοικητικά ο Βάτας το 1836 ανήκε στο δήμο Ασίνης και μετά την συγχώνευση στο δήμο Κολοκυνθίου. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 223.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τόμ. Β΄, σ. 160.
Parkins, Εικόνες της Μάνης, σ. 122.

ΒΑΧΟΣ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναγράφεται με αριθμό 56 ως Vacha με 35 σπίτια. Στον αριθμό 58 είναι μοναστήρι και οικισμός Panagia di Vacha με 20 σπίτια. Να σημειωθεί ότι ανατολικά του Βαχού υπάρχει μοναστήρι της Παναγίας.
Το 1655 ο Χασιώτης στη σ. 155 αναφέρει τον Βαχό ως Vacha.
Το 1670 ο Εβλιγιά Τσελεμπί, Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 302, έγραψε ότι το χωριό Βόχα θεωρείται σύνορο της εσωτερικής (Μέσα) Μάνης. Έχει 100 σπίτια και 300 οπλοφόρους. Γράφει για τη μορφή των σπιτιών
Ο Topping γράφει ότι το 1692 τα χωριά Vaca και Scala πλήρωναν φόρο στους Βενετούς 91 ρεάλια.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα αναφέρεται το χωριό ως Βαχά.
Ο Νικήτας Νηφάκης (Κουγέας) στο στίχ. 41 το γράφει ως Βαχός.
Το 1806 στο υποσχετικό προς τον Αντώνμπεη αναφέρονται στην επαρχία Φουκάς οι Βαχιώτες.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι βγάζει 130 πολεμιστές, αλλά μπορούν να πάρουν οπλα 350.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 475 κατοίκους. Στο χάρτη της Αποστολής σημειώνεται ότι δυτικά του Βαχού είναι η Κλιματσίανα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄. σ. 131. Στον Άγιο Νικόλαο τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλκατζάκη από Νόμια.
‘Ο.π., τόμ. Θ΄. σ. 16 Βαχός. Στη σ. 17 παραπομπή σε Πετρίδη: ‘’Περί των εν Κορσική Στεφανοπούλων’’, Πανδώρα, τόμ. 20, σ. 431
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ, 160, Βαχός στην Κρήτη και στη Μάνη. Ό.π., σ. 250: Στο Βαχό κατέφυγε ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 248: Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων. Ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 446 Βαχός και Σκάλα το 1829 κάτοικοι 594 από τη Γαλλοκή Επιστημονική Αποστολή.Ό.π., τομ. Η΄, σ. 434, αναφέρεται ο Βαχός.
Πελοποννησιακά, τόμ. Γ+Δ΄, σ. 285, το 1715 αναφέρεται ο Αντώνιος Καβαλιεράκης-Φωκάς,
Το 1805 ο Leake σ. 237, 242, 258, 263, 281.
Σ. Καπετανάκη, Τα σύνορα της Μάνης, σ. 386.
Σταύρου Π. Πατρικουνάκου, Βαχός Μάνης, Αθήνα 1999.

ΓΑΪΤΣΕΣ-ΚΕΝΤΡΟ: Μπίντα, Νερίντα, Μπίλιοβα, Χώρα
ΧΩΡΑ

Oι Γαϊτσές ή παλαιότερα Γαστίτζα, που έχουν μετονομαστεί σε Κέντρο, αποτελούν ένα άθροισμα από τέσσερα χωριά. Το κυρίως χωριό ήταν η Χώρα και τα συνοδευτικά ήταν η Μπρίντα ή Βόρειο, η Νερίντα ή Ανατολικό και η Μπίλιοβα ή Κέντρο.
Το 1618, σύμφωνα με την καταγραφή του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού ήταν:
Α) Μεγάλη Χώρα ή Χώρα Γαϊτσών με 80 σπίτια.
Β) Μπρίντα με 30 σπίτια
Γ) Νερίντα με 25 σπίτια
Δ) Χώρα Παναγίας Χελμού με 50 σπίτια, που σήμερα δεν υπάρχει παρά μόνο το μοναστήρι της Παναγίας του Χελμού. Η κορυφή του υψώματος στο οποίο είναι το μοναστήρι λέγεται Καστράκι, προφανώς γιατί εκεί υπήρχε παλαιότερα κάστρο, Χωείς αμφιβολία το αναφερόμενο από τον Βuchon ως κάστρο της Γαστίτζα.
Ε) Νέα Χώρα Γαϊτσάς με 20 σπίτια, που πιθανώς αντιστοιχεί στην Μπίλιοβα.
(Σε εποχή που δεν υπήρχαν Σλάβοι ένα νέο χωριό πήρε σλαβικό όνομα, προφανώς γιατί η περιοχή στην οποία οικοδομήθηκε είχε από παλαιότερα σλαβικό τοπωνύμιο. Το ίδιο συμβαίνει με την Τρικότσοβα, που οικίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και την Τσεροβά-Δροσοπηγή, στην οποία πήγαν οι κάτοικοι της γειτονικής Κοτρώνας,)
Η πρώτη αναφορά των Γαϊτσών είναι το 1429, στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν ο Θεόδωρος Παλαιόγος παραχώρησε την περιοχή της Έξω Μάνης στον αδελφό του Κωνστνατίνο την λεγόμενη τότε Γαστίτζα .(Φραντζής, Χρονικό 131β). «… επί δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας και Γαστίτζα…». Παπαδόπουλος, σ. 134.
Το 1480 στην επανάσταση του Κροκόδειλου Κλαδά αναφέρεται η Γαστίλα ως οχυρή θέση ή κάστρο, που την κατέλαβαν οι επαναστάτες. Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 38.
Το 1618 σε επιστολή των Μανιατών στο δούκα του Νεβέρ υπογράφει ο Ιώσαφος ιερομόναχος και ηγούμενος Χελμού.
Το 1621 αναφέρεται στη Νομική Συναγωγή του Δοσιθέου Ιεροσολύμων ότι η αρχιεπισκοπή Πλάτσης εκτεινόταν από την επισκοπή Μαΐνης μέχρι τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια της Ζαρνάτας και της Γατζίτζας. Β. Μυστακίδου, Τεσσαρακονταετηρίς Κ. Κόντου, σ. 400.
Το 1655 αναφέρεται Gartizza ή Gastizza. Χασιώτης σ. 155.
Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄. σ. 250 Καραθανάσης. Μοροζίνη κατέλαβε Καλαμάτα.
1670 Από τον Εβλιά Τσελεμπί, ο Καραθανάσης στα Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄. σ. 298, αναφέρει ότι: από τον Κάμπο προχώρησε 1 1/2 ώρα και έφθασε στην Κατσίτσα, που βρίσκεται στους πρόποδες ενός απότομου βουνού.
1692 ο Τopping αναφέρει ότι η Gattizza πλήρωνε φόρο στους Βενετούς 408 ½ ρεάλια.
Το 1780 οι Γαϊτζές υπάγονταν στην επισκοπή Ζαρνάτας, και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζρνάτας. (Χώρα, Μπρίντα, Μπίλιοβα, Νερίτζα) Ζερλέντης.
Το 1798 ο Νηφάκης (Κουγέας) αναφέρει Γαστίτζες, στιχ. 67.
Το 1813 ο Πουκεβίλ Garizes είχε 150 πολεμιστές και μπορούσαν να πολεμήσουν 300.
1729 Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή βρήκε ότι η Μεγάλη Γαΐτζα κάτοικοι 237.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 457: Ναός Κοίμησης Θεοτόκου με ξυλόγλυπτο τέμπλο και τοιχογραφίες 18ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 300: Πληγωμένος Σπυριδάκης Παναγιώτης από Γαζιτζές.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 63: Κοίμησης Γαϊτσών κωδωνοστάσιο.
;;; Φιλική Εταιρεία αριθ. 39 Αναγνώστης Δημητρόπουλος από Γαϊτσές προεστός των 4 χωρίων. Γραμματικός του Πετρόμπεη.
Στ. Καπετανάκη Σύνορα Μάνης, σ. 388, 391, 392, 397.
Πουκεβίλ, σ. 558.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 60 (επιγραφές)

ΓΑΡΔΕΝΙΤΣΑ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται ως Gardinichia με 20 σπίτια.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει τον αριθμό των κατοίκων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 491: «…το μαρμάρινον διαλελυμένον τέμπλον του παρά την Γαρδενίτσαν Βυζαντινών χρόνων ναού του Αγίου Ιωάννου και το τέμπλον τούτο πρέπει να συνδεθή προς την τέχνην του Νικήτα…».
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄. σ. 36: Άγιος Ιωάννης Θεολόγος (εκτενώς).
Ό.π., σ. 42: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας και Άγιος Ιωάννης Θεολόγος.
Ό.π., σ. 460, Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας υποστήλωση. Και σ. 462 Άγιος Πέτρος και Άγιος Ιωάννης Θεολόγος 12ος-13ος αιώνας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 63, 67, 71, 78 Σωτήρας Γαρδενίτσας, Και σ. 85: Ασπιδόμορφα είναι τα τρία γνωστά προστώα της Μάνης, όπως της Χαριάς, του Σωτήρα Γαρδενίτσας… και του Άϊ Στράτηγου Μπουλαριών.
Ό.π., σ. 89, Σωτήρας Γαρδενίτσας (12ος αιώνας) διακρίνονται τα ποδαρικά σύγχρονου προς αυτό μονόλοβου κωδωνοστασίου με κεραμοπλαστικό διάκοσμο.
Ό.π., σ. 94: Δικτυωτό πλέγμα συναντάμε στη Μάνη στα τέλη του 13ου αιώνα και κατά τον 14ο αιώνα και το βρίσκουμε στον Σωτήρα Γαρδενίτσας και άλλες εκκλησίες.
Ό.π., σ. 138, Άγιος Ιωάννης Θεολόγος.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 147: δίκογχοι ναοί: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας.
Ό.π., τόμ. Ζ΄ σ. 166, Άγιος Ιωάννης Θεολόγος Γαρδενίτσας και στη σ. 168 Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ, σ. 11: Σωτήρας Γαρδενίτσας 11ος αιώνας. Και ό.π., σ. 31 κωδωνοστάσιο Σωτήρα 12ος αιώνας. Και ό.π., σ. 71 και 73: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας αρχές 13ου αιώνα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 70 και 80: Σωτήρας
Traquair, σ. 180. Megaw σ. 154.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση, Δήμος Μέσσης.
Ό.π., σ. 227. ετυμολογία: Από Καρδενίτσα, ήτοι κόρη ή ιδιοκτησία του Καρδιανού.
Ό.π., σ. 282, κατά τον Vasmer το Γαρδενίτσα προέρχεται από το σλαβικό Gord’nik, ή το βουλγαρικό Graduica = ακρόπολη φρούριο, οχυρό.

ΓΑΡΜΠΕΛΙΑ ΑΒΙΑΣ

Βορείως του κάστρου της Ζαρνάτας υπάρχει πύργος της οικογενείας Κουμουνδουράκη με το όνομα Γαρμπελιά. Κατά την επανάσταση διέμενε εκεί ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης και το 1815 γεννήθηκε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, οποίος διετέλεσε πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδος.
Υποτίθεται ότι στον πύργο αυτόν κατέφυγε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όταν το 1803 πηγαίνοντας στη Ζαρνάτα για να βοηθήσει τον Παναγιώτμπεη Κουμουνδουράκη κυνηγήθηκε και τραυματίστηκε στο πόδι.

ΓΑΡΜΠΕΛΙΑ ΜΗΛΙΑΣ

Δυτικά των Ξανθιάνικων της Μηλιάς και στο μονοπάτι που οδηγεί στο Νομιτσή υπάρχει ο οικισμός Γαρμπελιά-Κυβέλεια, όπου και κατοικούσε ανέκαθεν η οικογένεια Κυβέλου. Υπάρχει ακόμη ο πύργος της οικογένειας Κυβέλου,
Ίσως εκεί πέρασε ένα μέρος της παιδικής του ηλικίας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για τον οποίο αναφέρεται ότι μετά το 1780, που στην Καστάνιτσα σκοτώθηκε ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης και ο πατέρας του Κωσταντής Κολοκοτρώνης πήγε στη Μηλιά.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΗ’, (2006), σσ. 333-426. (Κυβελαίοι)

ΓΕΡΑΚΑΡΙΑ

O B. Randolf σελ. 10, αναφέρει τα λιμάνια της Μάνης και ανάμεσα στην Παγανέα και στο Πόρτο Κάγιο σημειώνει Γερακαρία. Στο χάρτη το σημειώνει Υακαρία και το τοποθετεί στον Κυπριανό, κοντά στο Πόρτο Κάγιο. Να σημειωθεί ότι στα Δημαρίστικα υπάρχει οικογένεια Γερακάρη. Αλλά σημαντική οικογένεια Γερακάρη κατοικούσε στο Σκουτάρι και εκεί συνάντησε ο Εβλιά Τσελεμπί μια τουρκοπούλα, κόρη φίλου του, που την είχε αιχμαλωτίσει ο Γερακάρης και είχε κάνει μαζί της παιδί, η οποία και δεν δέχθηκε να ακολουθήσει τον Τσελεμπί. Απόγονος εκείνου του Γερακάρη θα ήταν ο πειρατής Αλεξανδρής που τον καταζητούσαν οι Τούρκοι και ο γιός του Πασχάλης Γερακαράκης ο οποίος έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821.
Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 303. Ο Τσελεμπί από τον Πασαβά πηγαίνει στο Καλοκιτολάρ (ίσως Κολοκύθι) για το οποίο γράφει ότι έχει έξη γειτονιές και μετά πορεία οκτώ ωρών σε πετρώδη δρόμο φθάσαν στο Γιαρακάρι και από εκεί μετά δύο ώρες πήγαν στο Τριανταφυλλένιο φρούριο που ήταν κοντά στο Καγιάμπασι (Λιμάνι που χωράει 500 καράβια και το στόμιό του είναι προς ανατολάς, δηλαδή το Πόρτο Κάγιο).

ΓΕΡΜΑ

Το 1752 μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου, που φέρει τρία στρ’ωματα τοιχογραφιών και το νεώτερο είναι του Μιχαήλ Κληροδέτη από το 1752. Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ, 490.
Ο αντιπρόσωπος της Μάνης, ο οποίος το 1770 συνόδευε τον Τούρκο ιερωμένο Εβλιά Τσελεμπή, ήταν ο Μιχαλάκης από τη Κέρμα (Γέρμα). Καραυανάσης, Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 293. Βλέπε και έκδ. ‘’Εκάτης’’.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα, 5ο, σ. 395-397: Δαιμονάκος από Γέρμα.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13ο, σ, 264 – 266. Κληροδέτης αγιογράφος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρι στη Γέρμα ο Άγιος Νικόλαος.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ, 85: «…φουρνικά καλύπτουν τα δυτικά γωνιαία διαμερίσματα του ναού του Αγίου Νικολάου στη Γέρμα, από τον 11ο αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Ζ΄, σ. 132: Στο ναό Ζωοδότη Γέρμας τοιχογραφίες από τον Παναγιώτη Κληροδέτη από Κάβαλλο 1725.
Ό.π., στο ναό Αγίου Νικολάου εικόμες του Μιχαήλ Κληροφέτη.
ΓΑΚ, Υπ. Θρησκ., φάκ. 19, Μοναστήρι, 13 Αυγούστου 1829.
Γέρμα στη Γαλατία Μικράς Ασίας (Ελευθερουδάκης εγκυκλοπαίδεια) και στη Βόρειο Ήπειρο. Ν. Ελληνομνήμων, 10(1913)278, 460, 466.

ΓΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ – ΙΕΡΟΣ ΛΙΜΗΝ

Δ. Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο Α΄, σ. 65: Στα 1687 αναφέρεται σαν τοπωνύμιο «Γερολιμνιώνας».
Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 98: Αναφέρεται παλαιός λιμένας, που πρέπει να αντιστοιχεί στο Γερολιμνιώνα, δηλαδή Γερολιμένα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 106, Γερολιμένας από Ιερολιμένας, Ιερό Αθηνάς.
Ό.π., σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1914 κοινότητα Γερολιμένα. Το 1928 είχε 374 κατοίκους μαζί με την Οχιά.
Ό.π.,σ. 185: Από εκεί έφυγαν για τη Μέση Ανατολή Μανιάτες στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στη σ. 280 τα ονόματα αυτών που έφυγαν.

ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ – ΕΛΑΙΟΧΏΡΙΟΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η Γιάννιτσα υπάγεται στην επαρχία Καλαμάτας και πρόσφατα μετονομάστηκε σε Ελαιοχώριο. Από το σεισμό της 13 Σεπτεμβρίου 1986 καταστράφηκε ολοκληρωτικά.
(1293) Πρώτη αναφορά της Γιάννιτσας γίνεται στα 1293, όταν οι κάτοικοί της κατέλαβαν το κάστρο της Καλαμάτας. Δ. Ζακυνθινού, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945, σ, 60 (Παραπέμπει Livre de la conqueste, παρ. 701 και Δ. Ζακυνθινού, Le Despotat Grec de Morea, 1932, τόμ. 1, σ. 62-3, 205 και τόμ. 2, σ. 216.).
Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, εκδ. Π. Καρολίδου, Αθήναι 1925, τόμ. Ε΄ , σ. 117, όπου αναφέρεται Γενιτζού.
W. Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, μετ. Α. Φουριώτη, Αθήναι 1960, σ. 238.
(1334) Στις 13 Μαΐου 1334 αναφέρεται Μέγας Τζάσης της Γιάννιτσας (Zassi seineur de Gianniza). Σε απόφαση Βενετικού Δικαστηρίου F. Thiriet, Regestes des Deliberations du senat du Venise, concernant la Romanie, τόμ. !, (1329-1399), σ. 33. Αναφέρεται και από τον P. Lemerle, L’ Emirat d’ Aydin Byzance et l’ occident, 1957, σ. 94.
(1408) Σε έγγραφο της 22 Νοεμβρίου 1408 αναφέρεται Megazassi dominus Janice. Κ. Σάθα. Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. 2, σ. 217
(1415) Στο Χρονικό των Τόκκων αναφέρεται Μεγάλος Τζάσης του Μορέως Ελεαβούρκος που είχε έδρα τη Γιάννιτσα, αλλά στο κείμενο δεν αναφέρεται το όνομα της Γιάννιτσας. G. Sciro, Cronaca dei Tocco di Cefalonia, σ. 480, στιχ. 3509.
(1429) Στα 1429 παραχωρήθηκε η Έξω Μάνη από το Οίτυλο και βορειότερα μαζί με τις κτήσεις της Μεσσηνίας, που ανήκαν στην επιτροπική του Μελισσηνού, από το Δεσπότη Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο στον αδελφό του Κωνσταντίνο. Η Επιτροπική του Νικηφόρου Μελισσηνού περιλάμβανε και τη Γιάννιτσα, Φραντζή, Χρονικό, 133β.
(1463-7) Στους χωρογραφικούς πίνακες του Ch. Hopf, Croniques Greco-Romanes, Berlin 1873, στη σ. 203 αναφέρεται κάστρο της Γιάννιτσας στα 1463 και στη σελ. 206 αναφέρεται πάλι το κάστρο της Γιάννιτσας που το κρατούσαν οι Βενετοί στα 1467.
(1471) Σε άλλο χωρογραφικό πίνακα που έχει δημοσιεύσει ο J. Buchon, Le livre de la conqueste de la Moree, αναφέρεται από τον Ιωάννη Σφηκόπουλο, Τα Μεσαιωνικά κάστρα του Μοριά, Αθήναι 1968, σ, 50, αρ. 67.
(1618) Στα 1618 η Γιάννιτσα συμπεριλαμβανόταν στη Μάνη και την αποτελούσαν τρεις οικισμοί:
Γιάννιτσα με 80 σπίτια
Παλαιά Γιάννιτσα με 20 σπίτια
Παναγία της Γιάννιτσας με 30 σπίτια
J. Buchon, Investigation des Archives et Biblioteques, Paris 1845, τόμ. 1, σ. 280-7.
(1641 και 1788) Σε σιγίλλιο του 1641 αναφέρεται «Ιάννιτζα», Διον. Ζακυνθινού, Ελληνικά 2(1929)154. Σε μεταγενέστερο σιγίλλιο του 1788 αναφέρεται «Γιαννιτζά». Δ. Ζακυνθινού, Ελληνικά 5(1932)185.
(1659) Την εποχή που οι Βενετοί με τον Μοροζίνη ξεσήκωσαν επανάσταση των κατοίκων του Ταϋγέτου για να καταλάβουν μαζί την Καλαμάτα, αναφέρεται και η Γιάννιτσα. Αθ. Καραθανάση, Επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά 8(1971) 249, 250, 256.
(1692) Σε ανέκδοτο έγγραφο που έχει στα χέρια του ο Τοpping από τα αρχεία της Βενετίας με χρονολογία 1692 αναφέρεται: Gianizza και Monasterio di Gianizza, που συμπεριλαμβανόταν στη Μάνη.
(1700) Στη διάρκεια της Ενετοκρατίας του Μοριά έγινε απογραφή του Γκριμάνη στα 2700. Η Γιάννιτσα παρελαμβανόταν στη μάνη και την αποτελούσαν τρεις οικισμοί:
36. Castra di Gianizza κάτοικοι 59, οικίες 20.
48. Gianizza Grande κάτοι 198, οικίες 56.
49. Gianizza κάτοικοι 198, οικίες 30.
(1700) Η Γιάννιτσα και το Δίκαλλο (Παλαιός οικισμός βορείως της Γιάννιτσας, όπου μετά από επιδημία – σύμφωνα με την προφορική παράδοση – ερημώθηκε και έχει απομένει μόνο ο ναός της Παναγίας Βλεχέρνας, ο οποίος ήταν μοναστήρι μέχρι τα πρώτα χρόνια του Όθωνα. Νομίζω ότι έχει καταστραφεί από τον τελευταίο σεισμό). Οι κάτοικοι της Γιάννιτσας δεν έδιναν στοιχεία για τη Βενετσάνικη απογαρφή, όπως και όλη η Μάνη. Β. Μπόμπου-Σταμάτη, Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5, σ. 274.
(1753) Ο Ευρίππου Παΐσιος που έγινε επίσκοπος στα 1753 καταγόταν από τη Γιάννιτσα. Σ. Κουγέα, Η μονή της Τίμιοβας, Μεσσηνιακά Γράμματα 1(1956)18. Α. Σκιά, Τοπογραφκά και επιγραφικά των εν Μεσσηνία Φαρών και των πέριξ, Αρχαιολογική Εφημερίς, Αθήναι 1911, σ. 117.
P. Foucart, Bull. Corresp. Hellenique, τόμ. 1, σ. 31.
E. Pernice, Mitt. Deutsch. Arc. Athen τόμ. 19, σ. 360 κ.ε.
R. Hope Simpson, Seven cities offered by Agamemnon to Achilles, Ann. Brit. Sch. Arch. Athens 61(1966)119.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, α) την εποχή που έπεσε ο Κουμουνδουράκης (1803) αβαρέρει: «Εις τους έξη χρόνους επάνω, έβγαλα τα παιδιά μου εις ένα χωριό Γιάννιτσα, πλησίον της Καλαμάτας (σελ. 32). Β) Στην μεγάλη καταδίωξη των κλεφτών (1805) ο Κολοκοτρώνης πηγαίνοντας στη Μάνη πέρασε από τη Γιάννιτσα, όπου ήταν ο Τουρκοβαρδουνιώτης Ρουμπής (σελ. 51). Γ) Στη μάχη της Βέργας (1826) ο Θ. Κολοκοτρώνης έφτασε στη Γιάννιτσα σελ. 165).

ΓΙΑΝΝΙΤΣΑΝΙΚΑ

Κ. Τριανταφύλλου, Η Μικρομάνη (και τα Γιαννιτσάνικα) υπό τον βοεβόδα των Πατρών, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5 (1978) σ. 157.
Ελένης Μπελιά, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1075)275, 281, 285, 289 και 293
Χ. Λούκου, Η κατάληψη της Καλαμάτας από τους Μανιάτες το 1831, Μνήμων 1(1971)79 και 83.
Τους μανιάτικους πύργους στα Γιαννιτσάνικα αναφέρουν ο W. Gell (βλέπε Σοφίας Καπετανάκη, ) και ο Leake.

Γ(Κ)ΡΙΤΣΙΑΝΟΙ

Το 1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται χωριό Griciagni με 20 σπίτια.
Στα βόρεια της Λαγκάδας του Λεύκτρου υπάρχει παλαιός ερειπωμένος οικισμός που φέρει το όνομα Γκριτσιάνικα.
Στον Άγιο Κωνσταντίνο της Σβίνας (Πλάτανος) υπάρχει κτητορική επιγραφή που αναφέρει ότι έγινε από τους Γριτσίανους της Λαγκάδας στα 1698;.

ΓΚΛΕΖΟΥ-ΓΛΕΖΟΥ

Κοντά στον Πύργο Διρού. Λακωνικαί Σπουδαί Α΄, σ. 285 : Άγιος Πέτρος Γλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄, σ. 89: Ταξιάρχης Γκλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄, σ. 134: Οι τοιχογραφίες του Αγίου Πέτρου Πύργου Διρού, που βρίσκονται στην περιοχή Γλέχου (εκτενής περιγραφή). Ό.π., σ. 152, 153, 155.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄ , σ. 139: Α. Σταυροπούλου-Μακρή, Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Γλέζου στη Μέσα Μάνη, Δωδώνη 8(1979)305, ό.π., 144, 159.
Ό.π., Άγιος Πέτρος Γκλέζου σελ. 139, 140, 141, 150.
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 158: Αγία Βαρβάρα και Άγιος Νικόλαος Γλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί Θ΄, σ. 11: Ταξιάρχης Γλέζου 11ος αιώνας.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 19 και 116 Ταξιάρχης.
Πελοποννησιακά ΙΖ΄, σ. 91: Ταξιάρχης Γλέζου πρώτο ήμισυ 11ου αιώνα, ό.π., σ. 94 Ταξιάρχης Γλέζου (;τοιχογραφίες) 13ος αιώνας.

ΓΟΥΡΑΤΟΥ

Οικισμός στο Κουτήφαρη. Ζώης: Οικογένεια εκ Μάνης από το 1683 και 1688.

ΓΟΥΡΝΙΤΣΑ – ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Χωριό γειτονικό της Καρδαμύλης το οποίο υπαγόταν στην επαρχία Ανδρούβιστας.
!829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 57.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 133: Γεώργιος Μακρομάλλης Αγιογράφησε (1700) την Αγία Σοφία Γούρνιτσας.

ΓΥΘΕΙΟ – ΜΑΡΑΘΟΝΗΣΙ

Στον ναό Αγίου Νικολάου Γυθείου σε εικονα Αγίου Νικολάου (1857) και σε εικόνα Παναγίας Νρεφοκρατούσας (1858). Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 128.
Δ. Δξμητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 224 Το Γύθειο ανήκε στους Ελευθερολάκωνες.
Λακωνιακαί Σπουδαί Β΄, σ. 121! Ρωμαϊκή επιγραφή δτο Γύιειο,
Ό.π., σ. 247, 248, 276, 282, 292. Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων.
Πελοποννησιακά, ΙΒ΄, σ. 214: Γύθειο 215
Πελοποννησιακά παράρτημα 13, σ. 532 Κρανάη Γυθείου (Πύργος).
Πελοποννησιακά παράρτ. 9, σ. 83: Αιχμαλωσία καραβιών στα 1821.
Hebry Post σς. 121-122 αναφέρεται στο Γύθειο. 121 αναφέρει Παλαιόπολη και 123 το νησάκι Κρανάη.
Leake σς. 234, 244-5-6-7-9μ 257, 260, 264, 273, 278, 289. παλαιόπολη 244, 248, 259. Κρανλαη 247.
Πουκεβίλ, τόμ 5, σ. 552, 584, 602-3
Βλέπε: Δήμου Γυθείου, Γύθειο, Ιστορία. Οκτώβριος 2010.

ΓΩΝΕΑ

1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Gognia di Cholochitia με 12 σπίτια.
1692: Topping: Affungia e Cogna πλήρωναν φόρο 74 ½ ρεάλια τόσο στους Τούρκους, όσο και στους Βενετούς/
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη: Γωνέα, βλέπε Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι στο Ημερολόγιο του Παπαδάκη.
Νηφάκης: Γωνέα σ. 37.
1806: Υποσχετικό στον Αντώμπεη.
Το Κολοκύθι το αποτελούσαν τα χωριά: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα και Σκαλτζοτιάνικα κλπ.
1813: Πουκεβίλ αναφέρει στο τέλος του βιβλίου ότι η Γωνέα είχε 20 πολεμιστές που μπορούσαν να εκστρατεύσουν και 40 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Επιστημονική Γαλλική Αποστολή η Γωνέα είχε 116 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί Β΄, σ. 491: Άγιος Γεώργιος Γωνέας του ΙΗ΄ αιώνος: (ανιστορηθεί διά συνδρομάς κόπου και εξόδου παρά του κυρ Αντωνίου Καλλέρζη).
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 445: κάτοικοι 116 το 1830
Πελοποννησιακά ΙΓ΄, σ. 88: Γωνέα

ΔΗΜΑΡΙΣΤΙΚΑ

Νηφάκης: Δημαρίστικα στιχ. 35
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Δημαρίστικα.
1814: Πουκεβίλ: Διέθετε 39 πολεμιστές για εκστρατεία και μπορούσαν να πολεμήσουν 140.
1829: Επιστημονική Γαλλική Αποστολή, Δημαρίστικα Πέρα και Μέσα, κάτοικοι 263.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.. Βλέπε Ζερλέντη.
Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση 1836, υπαγόταν στο δήμο Λαγίας και το 1841 πάλι στο δήμο Λαγίας. 1914 Κοινότης Λάγιας.
Λακωνιναί Σπουδαί Γ’ , σ. 446: Δημαρίστικα, κάτοικοι: Πέρα 126 και Μέσα 137.

ΔIBOΛAΣ

1692 Topping: ;Dunala ίσως Δρυάλια
1700: Β. Παγιωτόπουλος: 24. Dittola ; άνδρες 24 και σύνολο πληθυσμού 105
18ος αιώνας: χειρόγραφο Παπαδάκη: Διβολας. Βλέπε Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι.

ΔΙΠΟΡΟ

1692: Topping: Μπουλαριοί και Δίπορο πλήρωναν φόρο 29 και έδωσαν 26 ρεάλια.
1700: Παναγιωτόπουλος: 4. Δίπορο άνδρες 8, σύνολο πληθυσμού 37.
1829: Επιστημονικη Γαλλική Αποστολή: Δίπορο
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄ σ 461, Ναός Άι Στρατήγη Διπόρου Μπουλαριών. Ναός Παναγίας Διπόρου σ. 462 (Βλέπε Μπουλαριοί)
Δρανδάκη, Τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 17 και 70: Άι Στρατήγης Μπουλαριών-Διπόρου πρώτο ήμισυ 11ου Αιώνα (εκτενώς).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση. 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 Κοινότης Μπουλαριών.
Ό.π., σ. 225: Δίπορο = Δύο πόροι, δηλαδή δύο δρόμοι, στο Δίπορο διακλαδίζεται ο δρόμος για το Λιοντάκι και τα Μουντανίστικα.

ΔΙΧΟΒΑ

Leake σ. 267, 277, 280.

ΔΟΛΟΙ

Οι Δολοί αποτελούνται από δύο ξεχωριστούς οικισμούς, τους Άνω Δολούς και τους Κάτω Δολούς. Η πρώτη τους αναφορά είναι στα 1618 στην στατιστική του Πέτρου Μέδικου. Όπου αναφέρεται Dolus, detto chorio με 60 σπίτια.
Στους Δολούς είχε κτήματα ο Λιμπεράκης Γερακάρης, όπως είχε στον Κάμπο και του ανήκαν οι μύλοι της Μαντίνειας. Βλέπε Κουγέα στις αναφορές του στον Γερακάρη. Τους Μύλους τους παραχώρησε προίκα στην κόρη του Σταθούλα, που παντρεύτηκε τον Μπένο Ψάλτη, γενάρχη των Μπενάκηδων της Καλαμάτας. (Σ. Β. Κουγέα, Η καταγωγή του πρωτοστατήσαντος στην Ορλωφικήν επανάστασιν Παναγιώτη Μπενάκη φωτιζόμενη από τα αρχεία της Βενετίας, Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, (1965) 1 κ. ε.)
1692 Topping: Varussi et Dollus πλήρωναν φόρο 324 ρεάλια τόσο στους Τούρκους, όσο και στους Βενετούς.
1700. Β. Παναγιωτόπουλος: κάτοικοι 68 άνδρες και σύνολο πληθυσμύ 261 στους Κάτω Δολούς..
Ζερλέντης: Το 1780 αναφέρεται ότι οι Δολοί ανήκαν στην επισκοπή Ζαρνάτας. Το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας και μετά στη Μητρόπολη Ζαρνάτας.
(1798) Νηφάκης: Δολοί στίχ. 66.
(1913) Πουκεβίλ: Κάτω Δολοί: άνδρες για εκστρατεία 1160 ??????
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή. Κάτω Δολοί κάτοικοι: 522 και Άνω Δολοί 712.
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 139: Ο Πούλος Δημαγγελέας 1785 ζωγράφησε το ναό Αγίου Νικολάου Κάτω Δολών μαζί με τον Καλλιεργάκη, Πενταχωρέα και Φιλιππάκη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ’, σ. 131: Αναγνώστης Καλλιεργάκης από Πραστείο τοιχογραφίες στον Άγιο Νικόλαο Δολών.
Ό.π., σ. 135 και 136: Πενταχωρέας και Φιλιππάκης.
Ό.π., σ. 133: Αγία Παρασκευή 1698 τοιχογραφίες του Παναγιώτη Μπενιζέλου (οικογένεια Βενιζέλου και Βενιζελέα είναι στα Τσέρια).
Ό.π., σ. 135: 1785 ναός Αγίου Νικολάου Κάτω Δολών Αναγνώστης Πενταχωρέας και Χριστόφιλος Πενταχωράκης. 1752 στο ναό του Άγο Νικήτα Δολών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 334, Δολοί.
Πελοποννησιακά Β΄, σ. 428: Δολοί Μούζαλος.
Πελοποννησιακά Γ και Δ΄, σ. 404: Δολοί Ν. Σαράβας 1716.
Πελοποννησιακά Ε΄, σ, 101: Πολιορκία Κουμουνδουράκη – Δολοί.
Πελοποννησιακά τόμ. ΣΤ΄, σ. 5, 12, 13, 37: 1699 ενοικίαση κτημάτων.
Φιλική Εταιρεία, αριθ. 79: Βενετζάνος Π. Κέντζου Γαϊτανάρος και 265 Ιωάννης Παν. Κουγέας.
Πελοποννησιακά Παράρτημα 5, σ. 200-206: Δολοί – Κετσέας.
Ό. π., σ. 395-7: Από Δολούς στο Πεταλίδη Δαμήλος.
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 13, σ. 7: Άγιος Νξκήτας (εκτενώς).
Επίσκεψη στους Δολούς του Cckerell με περιγραφή του τόπου και εθίμων. Σοφία Καπετανάκη στην Ιθώμη)
Μοrritt, σ. 49 αναφέρει τους Δολούς ως Dokies.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης σ. 401.
Πουκεβίλ, τόμ. Ε΄, σ. 558, 584-5, 592.

ΔΡΥ

1571, Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί Α΄, σ. 256, αναφέρεται χωριό Δρυ.
1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυ των Κοντόσταυλων με 85 σπίτια.
Βαγιακάκου: Μανιάτες στη Ζάκυνθο. Α΄, σ. 42. Το 1670 αναφέρεται χωριό Δρυ και το τοπωνύμιο στις Θυρίδες «Άγιος Σώστης».
1682, Topping: Κούνος, Δρυ και Κιππούλα πλήρναν 33 ½ και 42 ρεάλια.
1700 Παναγιωτόπουλος: άνδρες 30. Δρυ, άνδρες 39, σύνολο πληθυσμού 116.
18ος αιώνας, Δημητράκου Οι Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη: Δρυ
1798: Νηφάκης: στιχ. 209 Δρυ.
1810. Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου Ζαρλέντης.
1819: Γαλλική Επιστηνομική Αποστολή: Δρυ.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 455: Βυζαντινός ναός Αγίας Σωτήρας. Στη συνοικία Κωλόπυργος (Καλόπυργος.) του χωρίου Δρυ. Βυζαντινός διάκοσμος πιθανώς ΙΒ και ΙΓ΄αιώνος, ως και μεταβυζαντινός του 1771.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 105: Με παρόμοιο τρόπο (όπως στην Αγία Σοφία λαγκάδας) σχεδιάζονται τα τείχη στη ΒαΪοφόρο του Ναού του Αγίου Σωτήρος στον Κωλόπυργο του Δρυ, 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 115:
Ό.π., σ. 156-7, Αγία Σωτήρα στον Κωλόπυργο Δρυ (1300
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 166: Αγία Σωτήρα Κωλόπυργου Δρυ (β΄ μισό του 13ου αιώνα).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 72: Εικόνα Σταύρωσις στην Αγία Σωτήρα του Κωλόπυργου Δρυ.
Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεσε 1836: Δήμος Θυρίδων. 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., σ. 226: Δρυ (το) = Δρυς, βελανιδιά. Τόπος όπου έχει ονομασθεί Βελανιδιά ή Βελανιδιές.
Πελοποννησιακά Β΄, σ. 309. Ετυμολογία Δρυ, Δρυάλος, Δρυαλί-Δρυαλίτες
Ό.π., σ. 320: Στο Δρυ τοπωνύμιο Κιόνοι.
Ό.π., σ. 326: Στο Δρυ τοπωνύμιο ορμί
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Δρυ: Α. Μαριόλης και Β. Τσιρίβας.

ΔΡΥΑΛΙ

1618 Στη στατιστική τιυ Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυαλί της Κολοκυθιάς με 25 σπίτια.
1692 Topping αναφέρει Dricali ότι πλήρωνε φόρο 22 ½ και Gnefi (Νήφι) 22 ½ ρεάλια.
O ίδιος γράφει Dunala πλήρωναν φόρο 12 σε Τούρκους και Βενετούς. =Διβόλα και Δρυόλια.
1700 Παναγιωτόπουλος: 38. Driali άνδρες 38 σύνολο πληθυσμού 147.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου: Δρυαλί.
Νηφάκης: 1798: στίχ. 35.
1806 υποσχετικό Αντώνμπεη: Δρυαλί.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου βλέπε: Ζερλέντη.
1813 Πουκεβίλ: Δρυάκι άνδρες για εκστρατεία 40, σύνολο πολεμιστών 100.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι…
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στον Ταξιάρχη Δρυαλίου τοιχογραφίες του Ανρωνίου Κασκαντάκη;;; 1763.
Διοικητική Διαίρεση βλέπε Δημητράκου Νυκλιάνοι. 1836 δήμος Ασίνης και 1914 Κοινότητα Νήφι.
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 446: Νήφι + Δρυαλί κάτοικοι 272 (1828-1830).
Μεσσηνιακά Γράμματα Β΄, σ. 160:
Δρυαλίτες 1655 Χασιώτης σ. 130-155: Draglites. (υπάρχουν Δρυ, Δρυάλος, Δρυαλί Δρυόλια μήπως εννοεί άλλο).

ΔΡΥΑΛΟΣ

Οι κάτοικοι του Δρυάλου αναφέρουν ότι είναι απόγονοι των Κοντόσταυλων. Ίσως εκδιώχθηκαν από το Δρυ ή έγιναν πολλοί και μέρος από αυτούς κατέλαβαν άλλη περιοχή και εγκαταστάθηκαν.
1618. Στην στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυαλο με 15 σπίτια.
1692. Topping, Driulos πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 20 ½ και στους Βενετούς 13 ρεάλια.
1700 Παναγιωτόπουλος αναφέρει 6. Driallo άνδρες 49 και σύνολο πληθυσμού 201.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Δρύαλος.
Νηφάκη: Δρυαλί στιχ. 203
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Δρύαλος: οι κάτοικοι: Δημιανιάνοι, Μαρακάδες, Χριστομανωλιάνοι.
1829, Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Δρύαλος κάτοικοι 190.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 93 «Το μονόλοβο κωδωνοστάσιο του Αγίου Γεωργίου στο Δρύαλο» τέλη 14ου ή 15ου αιώνα. Ό.π., σ. 89 και ό.π., σ. 95
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 31: Άγιος Γεώργιος 14ος αιώνας.
Δρανδάκη, Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, σ. 75: Ναός Φανερωμένης
Δημητράκου Νυκλιάνοι, Διοικητική Διαίρεση σ. 222-3. 1836: δήμος Ιππολών. 1841: δήμος Οιτύλου. 1914 Κοινότης Δρυάλου κάτοικοι 356: Περιλάμβανε τα χωριά: Δρύαλο, Αγία Βαρβάρα, Φτίο, Παλιόχωρα, Σκυφιάνικα και Τσόπακα,
Ό.π., σ. 226: Ετυμολογία: Δρύαλος (Δρυ-αλός) = παραθαλάσσιο δάσος δρυών, τόπος βελανιδιών κοντά στη θάλασσα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 65, 67, 71, 78 Άγιος Γεώργιος κωδωνοστάσιο.
Λακωνιακί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 464-5. Άγιος Γεώργιος και Φανερωμένη Δρυάλου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476 και ίσως 495 (Δρυάλια).
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Στο Πεταλίδι από Δρύαλο: Μαρτάκος και Λουγκάνης.
Μεσσηνιακά Γράμματα Β΄, σ. 160.

ΔΡΥΟΛΙΑ

1914 Οικισμός κοινότητας Αρεοπόλεως βλέπε Νυκλιάνοι του Δημητράκου σ. 223.
Δρυάλια στην κοινότητα Αρεοπόλεως με 12 κατοίκους (από Εφημερίδα Κυβερνήσεως)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 495 Δρυάλια.

ΕΡΗΜΟΣ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται χωριό Έρημο με 15 σπίτια.
1829. Αναφέρεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: «Εις όσους εκτίσθησαν κατά την βυζαντινήν εποχήν, ναΐσκους μονοκάμαρους εγκαταλελειμμένους το πλείστον και μάλλον ή ήττον ερειπωμένους, ως είναι οι περί την Αγίαν Βαρβάραν Ερήμου Σουλανή με υπολείμματα επί της αψίδος μετωπικών ιεραρχών φερόντων κατά κόσμον εγχείρια και μονόχρωμα φαιλόνια».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 55: Αγία Βαρβάρα Ερήμου του 12ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Θ΄, σ. 32 Αγία Βαρβάρα 11ος-12ος αιώνας.
Ό.π., σ. 89.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, σ. 68 και 99: Αγία Βαρβάρα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3. Διοικητική Διαίρεση: 1836 Δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλου. 1914 Κοινότητα ;;;;
Ό.π., σ. 227: Έρημος: πήρε το όνομα από τα πλησίον της εκτεταμένα ερείπια πόλης, η οποία πιθανόν αντικατέστησε την αρχαία Μέσση. Μικρό χωριό πάνω από το Μέζαπο, κάτοικοι 64.
Λακωνικαί Σππυδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 495.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Αγία Βαρβάρα 12ος αιώνας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Έρημο: Μπραΐμης.

ΖΑΡΝΑΤΑ

Κάστρο Ζαρνάτας: Στα ερείπια αρχαιοελληνικού είχε κτισθεί Βυζαντινό κάστρο, το οποίο καταστράφηκε επί αλληλομαχιών των Παλαιολόγων και το 1670 χτίστηκε το κάστρο, τα ερείπια τουν οποίου βλέπουμε σήμερα.
Καστελανία Ζαρνάτας: Στα χρόνια της βενετοκρατίας η Μάνη ήταν χωρισμένη στην καστελανία της Ζαρνάτας, που περιλάμβανε την Άνω Μάνη (βορείως του Οιτύλου και τα χωριά του δήμου Μελιτίνης) και την καστελανία της Κελεφάς (νότια της Αρεόπολης και του Σκουταρίου).
Επαρχία Ζαρνάτας: Στη δεύτερη τουρκοκρατία η επαρχία Ζαρνάτας αντιστοιχούσε στον μετέπειτα δήμο Αβίας, που ήταν γνωστός, κυρίως κατά την επανάσταση του 1821, με το όνομα Σταυροπήγι.
1278: Ο Μαρτίνι Αδάμο ληστεύτηκε από τον Μεσοποταμίτη καπετάνιο της βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Γιστέρνα (Λεύκτρο), βοηθούμενος από καπεταναίους της Ζαρνάτας. (Tafel και Thomas, τόμ. 3, σ. 232.
1278 Ο Θεόδωρος Lalando και ο Θεόδωρος Cavalicanda από τη Μεθώνη ληστεύθηκαν ενώ ήταν στη Ζαρνάτα με λάδι, per domino illius loci pro domino Inperatore ό.π.. σ. 237.
1429 « Εκ δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας και Γαστίτζα» Φραντζής 131 β, Παπαδόπουλος 134.
1459 «Ο μεν γαρ δεσπότης κυρ Θωμάς παρέπιπτε και επολιόρκη τα του αυταδέλφου του άστεα και χώρας, Ζαρνάταν λέγω και τα έτερα της Επιτροπικης του Μελισσηνού» 39 οβ.
«Και ο μεν παρέλαβε τάχα την Ζαρνάτα, ο δεσπότης κυρ Θωμάς λέγω, και το Λεύκτρον και το πολύ της Μάνης Ζυγού και την Καλαμάταν». 39 ιβ
1618 Σε επιστολή προς τον Δούκα του Νεβερ υπογράφουν Α) Φραγκίσκος Οιτύλου με Ζαρνάτα και Β) Κωνσταντίνος Πούβαλης με όλη τη Ζαρνάτα. Δασκαλάκης Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 18 και 19.
1618 Στην απογραφή του Π. Μέδικου αναφέρεται κάστρο της Ζερνάτας με 80 σπίτια. Πρέπει να ήταν οικισμός μέσα ή έξω από το κάστρο. Στη Ζαρνάτα περιλαμβάνονταν ο Κάμπος με 90 σπίτια και η Οραβά με 30.
1655 Χασιώτης 155. Ζαρνάτα.
Ζώης. Οικογένεια Χρυσάφη από Ζαρνάτα 1685
1670 Ε, Τσελεμπί (Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 296) αναφέρει το κάστρο του Ζάραντα. Κατεδαφίστηκε επί Μωάμεθ. Επειδή ο από τα Γιάννινα Ασλάν πασάς διαλύθηκε το φρούριο ήταν πρώτα ερειπωμένο.
1615 Ο Σιλάν (Ασλάν) πασάς όστις εκάλεσε εις την κώμην Ζαρνάτα τον κόσμον εις υποταγήν (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 113).
1642 Αναφλερεται σε Άγγελο Μπούβαλη που ήταν από την Ζαρνάτα (ό.π., σ. 135)
1670 Ο Αλή πασάς πήγε στη Ζαρνάτα με 10.000 για να φτιάξει φρούριο (ό.π., σ. 160).
1673 Πολιορκία κάστρου Ζαρνάτας από Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων. Αποτυχία, έφυγαν οι Μαλτέζοι που είχαν έρθει σε βοήθεια του Γερακάρη. (ό.π., σ. 162, 163, 164, 165 και 169).
1674 Ο Ν. Μπούχαλης από τη Ζαρνάτα πήγε στη Ζάκυνθο (ό.π., σ. 171).
1684 Η Ζαρνάτα αναφέρεται σαν τοποθεσία που οι Τούρκοι έχτισαν κάστρο (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282. Περιγραφή κάστρου Ζαρνάτας (ό.π., σ. 289)
Informazione intorno alla fortezza di Zarnata scritta dal Campo di Zarnata (ό.π., σ. 290)
1700 Παναγιωτόπουλος Borgo dι Zarnata άνδρες 31, σύνολο πληθυσμού 127.
1805 Ο Leake αναφέρει Ζαρνάτα
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 286: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Ό.π.. σ. 282 Σταυροπήγι = Ζαρνάτα.
Ζερλέντης : 1612 Πατριαρχική Εξαρχία και Σταυροπηγίου Ζαρνάτας.
1754: Οι Πατριαρχικές Εξαρχίες Ζαρνάτας και Ακόβων έγιναν Αρχιεπισκοπή. Ο αρχιεπίσκοπος (από την οικογένεια Δεληγιάννη) πήγε στη Ρωσία στα 1770 μετά τα Ορλωφικά. Καταργήθηκε η αρχιεπισκοπή και έγινε πάλι Εξαρχία.
1780: Η πατριαρχική Εξαρχία Ζαρνάτας έγινε επισκοπή και την αποτελούσαν τα χωριά: Η Ζρνάτα και Κάμπος καλούμενα, τα Βαρούσια, η Μαλτίτζα, τα Μαλεβριάνικα, οι Δολοί, η Μαντίνεια, η Σέλιτζα, τα Τριγκότζοβα, τα Σωτηριάνικα, τα Αλτομιρά, τα Πηγάδια, οι Γαϊτσές: Η Χώρα, η Μπρίντα, η Μπίλιοβα και η Νερίτζα. Η Αροβά και η Λεντίνι (Το Λεφτίνι υπάγεται στη Ζαρνάτα).
1811: Έγινε αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας,
1819: Έγινε Μητρόπολη και ο Γαβριήλ Φραγκούλης έγινε Έξαρχος πάσης Μαΐνης. Μετά την απελευθέρωση καταργήθηκε.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 457: Ναός Ζωοδόχου Πηγής από το 1790 καταγράφει με χαριτωμένας λαϊκάς τοιχογραφίας 1787.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 131: Καλλέργης Χριστόδουλος στον Ναό Αγίου Νικολάου Κάστρου Ζαρνάτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. Ζ΄, σ. 131: Ναός Παναγίας Καστριανής. Τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλλιεργάκη από Πραστίο 1787.
Ό.π., σ. 152. Σταυρεπίστεγος Ζωοδόχου Πηγή κάστρου Ζαρνάτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 119 και 233.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 133: Ζαρνάτα, ό.π., σ. 318 (Ενετοκρατία).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 164: Ζαρνάτα εκκλησιαστικώς ό. π., σ. 458 και Ζαρνάτα 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 277, 326 και 404 Ζαρνάτα 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 63, 66 και 69. Ζαρνάτας Παρθένιος 1812
Πελοποννησιακά τόμ. Στ΄, σ. 5 κ.ε.: 1699 ενοικίαση κτημάτων Λιμπεράκη Γερακάρη.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 249 και 250: 1659 Ζαρνάτα.
Πελοποννησιακά Παράρτημα 13, σ. 525: κάστρο Κουτήφαρη, Κουμουνδουράκη και ό.π. σ. 530.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 271: Επί ενετοκρατίας στη Ζαρνάτα υπάγεται η Κουτσαβά (Αλαγονία), Μαρδάκι, Σιδερόπορτα, Τίμιοβα, Αγία Τριάδα.
Μοrritt, σ. 49 Ζαρνάτα και σ. 55 Γερήνια.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: 388, 390-2-7-8-9, 400-1-2.
Leake: 261, 264, 313-5-6-8, 323-4-5.
Πουκεβίλ, σ. 558, 566, 584, 585, 593.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 14, τόμ. Β. 53, και 56.
Μαραβελέα, Πραστίον: σ. 21
Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα (κάστρο Κουμουνδουράκη) σ. 42.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 69, 76, 82, 106, 129.

ΖΥΓΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ – Ο ΖΥΓΟΣ ΤΩΝ ΜΕΛΙΓΚΩΝ

Περιγράφεται Έσω Ζυγός, που ταυτίζεται με την επαρχία Ζυγού και στον Έξω Ζυγό που είναι η επαρχία Καρδαμύλης ή Ανδρούβιστας.
Στον Έσω Ζυγό, τον κυρίως Ζυγό της Μάνης, διακρίνονταν το 1618 τα ακόλουθα χωριά της Μάνης: Πλάτσα, Λοσνά, Κοτρώνι, Νομιτσή, Κουτήφαρη, Σβίνα, Κούμανη, Σωματιανά, Λαγκάδα, Τραχήλα, Πολιάνα, Ταγαριάνοι, Λοξαριάνοι (Δοξαριάνοι;), Άγιος Κωνσταντίνος, Γκριτσιάνοι.
Ο Δρόγκος ή Ζυγός των Μελιγκών αναφέρεται στην επιγραφή του Αγίου Γεωργίου Οιτύλου, και του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι (Κουγέας, Αβραμέα)
«Και ιδού εγράψαμεν προστάγματα προς πάντας τους εν τη περιοχή της Ιθώμης και Ανδρούσης εν τω Μεσσηνιακώ κόλπω και των Έσω και Έξω Ζυγών, ίνα τη πρώτη του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους (1429) έλθουσι μετά όπλων και των πλειόνων ανθρώπων». Φραντζή 136β και Παπαδόπουλος σ. 139.
«Το Λεύκτρον Μαΐνης, το και Νεκταρία πάλαι καλούμενον και πάντα τον εκείνου Ζυγόν άχρι και της Πύλου της λεγομένης Οιτύλου, εκ δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας». Φραντζή 131 β και Παπαδόπουλου σ.133.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: 387, 390-1-2-3-4-5-6-9, 401.
1459: « Ει και ο μεν (Θωμάς) τάχα απήρε την Καλαμάτα και το Λεύυκτρον και πολύ του της Μάνης Ζυγού». Φραντζής 391 β, σ. 112 ή 528-30.
1615: Αναφέρεται ότι οι κάτοικοι τοι βραχίονα της Μέσσης του Οιτύλου, Ζυγού και Καλαμάτας… (Στο κείμενο Τιγεο = Ζυγός – ο Δασκαλάκης το θέλει Γυθείου, αλλά τότε το Γύθειο δεν υπήρχε). Δασκαλάκης, Μάνη και Οθωμανική Αυτοκρατορία σ. 55 και Buchon σ. 254 και Στ. Καπετανάκη ;;; σ. 40)
1618: Σε επιστολή προς το Δούκα του Νεβέρ υπογράφουν Α) Νικήτας Επίσκοπος και Έξαρχος Πατριαρχικού Ζυγού.
Β) Οικονόμος Κουτήφαρης με τα χωριά του Ζυγού. Δασκαλάκης ό.π., σ. 68-9.
Ο Πέτρος Μέδικος–Γιατρός κατέγραψε τα χωριά της Μάνης και του Ζυγού. Μέρτζιος: Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91.
1612: Οι κάτοικοι του Ζυγού, ήρχισαν ήδη την επαναστατικήν δράσιν, λεηλατήσαντες μερικά σπίτια στην Καλαμάτα. Ό.π., σ. 95
1615: Ο Μουσολίν Ραΐζ διορίστηκε σαντζάκης του Μυστρά, Μονεμβασίας, Κορώνης, Καλαμάτας, Ζυγού και ολοκλήρου του βραχίονος της Μάνης. ό.π., σ. 107.
Νηφάκης: Ζυγός: στιχοι ή σελίδες;; 74, 79, 87, 112, 118.
1806: Υποσχτικό στον Αντώνμπεη του καπ. Χριστόδουλου Χρηστέα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 281, 289: Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΓ΄, σελ. 74: Πισοζυγιάτες = οι προσηλιακοί Μανιάτες.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο. σελ. ξζ΄: Ο Ζυγός με τα χωριά του, που ηγείτο ο Χρηστέας μπορούσε να κινητοποιήσει 700-1000 άνδρες σύμφωνα με στατιστική του Αναγνωσταρά και του Φιλήμονα.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5ο, σ. 207: Ζυγός
Leake, σ. 261, 262, 315, 318, 320.
Πουκεβίλ, σ. 584, 598.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ, 232 (Κανανός, τόμ. Β΄, σ. 31, 161.
Μαραβελέα, Πραστίον, σ. 195: Στα 1609 στο Ζυγό περιλαμβάνονταν και το Πραστίο.
Βαγιακάκος, Ιμπραήμ εναντίον Μάνης, σ. 71, 187.
Φιλικοί από Ζυγό, Αρχείο Σέκερη, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 18:
21. Ηλίας Χρυσοσπάθης 224
248. Ιωάννης Χρυσοσπάθης 295
75. Νικόλαος Χρηστέας 392
242. Πανάγος Χρηστέας 446
244. Δημήτριος Χρηστέας 207 Άγιος Δημήτριος

ΙΖΙΝΑ

1618: Στην στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Ίζινα με δέκα σπίτια.
1790: Νηφάκης: Ίζινα στιχ. 89.
Leake, σ. 320.

ΚΑΒΑΛΟΣ – ΠΥΡΡΙΧΟΣ

1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Cavalo nel Purcho με δέκα σπίτια.
1655: Χασιώτη, σ. 155, Cavalo
1692: Topping: Cavalo πλήρωνε φόρο 47 ρεάλια σε Τούρκους και Βενετούς.
1700: Παναγιωτόπουλος: 21. Cavalo 54 άνδρες και 346 σύνολο πληθυσμού.
18ος αιώνας. Χειρόγραφο Παπαδάκη: Κάβαλος στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους. 1717, 1727, 1760.
1798: Νηφάκης: Κάβαλος στίχ. 39
1806: Υποσχετικό στον Αντώμπεη, Κάβαλος: Μιχαλιάνοι, Γιαννιάνοι, Κουτρουμανιάνοι.
1813: Πουκεβίλ, Κάβαλος 300 αριθμός πολεμιστών;;;
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 201.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Εικονογράφος Παναγιώτης Κληροδέτης από Κάβαλο. (Υπάρχει και άλλος Μιχαήλ Κληροδέτης από Κελεφά).
Ό.Π., σ. 133: Αγιογράφος Μιχαήλ από Κάβαλο.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 160, Κάβαλος στην Κρήτη και στη Μάνη.
Ό.π., σ. 224: Στη θέση του Κάβαλου ο Πύρριχος.
Forster – επιγραφές, σ. 160, 167.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρια: Αγία Τριάς και Μεταμόρφωση (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 248: Πύρριχος
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 445: κάτοικοι 201 (1830)
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄. σ. 434: Κάβαλος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 477, 497.
Πελοποννησιακά, τόμ. Β΄, σ. 330: Στον Κάβαλο τοπωνύμιο «πόρος».
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΒ΄, σ. 215: Πύρριχος/
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 5, σ. 495-7: Πήγαν στο Πεταλίδι από Κάβαλο Πετράκος, Μπουκουβάλας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 259, 262-4: Παναγιώτης Κληροδέτης Αγιογράφος.
Leake, σ. 234, 275, 279.
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον Μάνης: σ. 81

ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΧΩΡΑ

1618: Στη στατιστική τιυ Π. Μέδικου αναφέρεται Gunio chorio di Cosma με 50 σπίτια. Νομίζουμε ότι αντιστοιχεί στην Καινούρια Χώρα.
1700: Παναγιωτόπουλος: 24. Chernuiacora με 12 άνδρες σε σύνολο πληθυσμού 53.
18ος Αιώνας: χειρόγραφο Παπαδάκη: Καινούρια Χώρα.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου,
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ταινάρου, 1841, δήμος Λαγίας και 1914 κοινότητα Λάγιας.
1813: Πουκεβίλ, Καινούρια Χωριά αριθμός πολεμιστών 30/20.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 96.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 96 (1828-30).

ΚΑΛΑΜΙΤΣΙ – ΠΟΡΤΟ ΚΑΛΑΜΙΤΣΙ

1674: Από Πόρτο Καλαμίτσι έφυγαν πρόσφυγες από το Πραστίο για τη Ζάκυνθο (Χασιώτης: Εποικισμοί σ. 135.
Βλέπε Εβλιά Τσελεμπί για Πόρτο Καλαμίτσι.

ΚΑΛΙΑΖΙ

1670: Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 302, «Μια ώρα από το Καριά Δερεσί ήταν το χωριό Καλιά, Έχει 50 σπίτια χωρίς κήπους και αμπέλια. Ένα χωριό που έχει νερά που αναβλύζουν» Το χωριό Καλιά μπορεί να είναι η Σκάλα ή η Χαριά.
1700: Παναγιωτόπουλος: Καλιάζι, άνδρες 62 σε σύνολο πληθυσμού 252.
1692, Topping, Cagliati πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 87 και στους Βενετούς 83 ρεάλια.
18ος αιώνας. Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους, σ, 209 του Δημητράκου: Κάλιαζι.
1725. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: «Ο εις την θέσιν Κάλιαζι ή Χαλάσματα, προ του χωρίου Γέρμα ικανών διαστάσεων ναός του Σωτήρος (1725)»
1829 Η Γαλλική Επιστηνονική Αποστολή σημειώνει μοναστήρι «Καλιάζι», Μ. Χουλιαράκη, τόμ. Α΄, Μέρος 1, σ. 44).

ΚΑΛΙΑΝΑΪΙΚΑ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Αγιογράφος στον Προφήτη Ηλία (1758) ο Αναγνώστης από Λαγκάδα, ίσως Σελεβερδάκης.
Ό.π., σ. 134 και ίσως Νικόλαος από Νομιτζή. (Ίδιος και στους Αγίους Θεοδώρους του Κάμπου)
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428 Άγιος Νικόλαος Καλιανέϊκα.

ΚΑΛΟΝΙΟΙ

1618. Στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Calionna de Nicliani με 15 σπίτια.
1655. Χασιώτης, σ. 155 Calognius.
1700: Παναγιωτόπουλος: 29. Calοgni άνδρες 30 σε σύνολο πληθυσμού 104.
1692 Topping: Chita Cologni stomia πλήρωναν στους Τούρκους 80 ρεάλια και στους Βενετούς πλήρωσαν 36.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου, Καλονιοί.
Νηφάκης: Καλονιούς, στίχ. 33.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη ; Καλονιάτες
Πουκεβίλ: Caloge άνδρες 300 ???
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 47.
Δημητράκου: Νυκλιάνοι, σ. 158-9: Καλλονή στην Κρήτη, Καλονιοί στην Κοίτα.
Ό.π., σ. 223: Διοικητική Διαίρεση: 1914 στην Κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 227: Οι Καλονιοί αντί Καλλονή

ΚΑΛΟΥ – στου Καλού

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 158, 170, 184: Άγιος Βασίλειος στον Καλού (1270-1280) (τέλος του 13ου αιώνα).
Ό.π., σ. 173: Ταξιάρχης ή Άγιος Λουκάς στον Καλού (αρχές 14ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 73: Άγιος Βασίλειος στον Καλού, 13ος αιώνας.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Άγιος Βασίλειος Καλού 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 91: Ταξιάρχης ή Άγιος Λουκάς αρχές 14ου αιώνα.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 248, 254: ναοί

ΚΑΛΥΒΕΣ – Κάλυβες

Νηφάκης: Κάλυβες στιχ. 69.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 130: Αγιογράφος Ιωάννης Π.Μ. στα 1822 στον ναό της Μεταμορφώσεως.
Λακωνικαί Σπουδαί, τον, Η΄, σ. 420: Κάλυβες.

ΚΑΜΠΟΣ

Στα 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Cambos di Zernata με εννενήντα σπίτια.
1670: Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄. σ. 298. Το προάστιο-χωριό Καμπόσι έχει τριακόσια σπίτια. (Είναι συνήθως υπερβολικός π Τσελεμπ)ί.
1686: Αναφέρεται Campo di Zarnata (Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 290).
1700 Παναγιωτόπουλος: Κάμπος άνδρες 64 σε πληθυσμό 274. Άνω Κάμπος 63 άνδρες σε σύνολο κατοίκων 281. Κάμπος και Άρμπα άνδρες 89 σε σύνολο 285. Κάτω Κάμπος και Άρμπα 27 άνδρες σε σύνολο 115.
1692: Τopping: Campo Nerova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 408 ½ ρεάλια και 280 στους Βενετούς.
Νηφάκης: Κάμπος στίχ. 67
1813 Πουκεβίλ: Cavos 130 πολεμιστές για εκστρατεία και 260 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 285. Η Άρμπα αναφέρεται χωριστά.
1780: Επισκοπή Ζαρνάτας: Η Ζαρνάτα και Κάμπος καλουμένη. (Ζερλέντης).
1811 ο Κάμπος ανήκε στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 134: Ίσως τους Αγίους Θεοδώρους Κάμπου να ζωγράφισαν οι Νικόλαος από Νομιτσή και Αναγνώστης από Λαγκάδα.
Δημητράκος, Νυκλιάνοι σ, 224: Στη θέση του Κάμπου η αρχαία Γερήνια.
Forster, σ. 163 επιγραφές.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 468: Άι Γιαννάκης Κάμπου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434. Κάμπος 420.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ+Δ, σ. 332, Κάμπος Κολοκούβαρος 1730.
Πελοποννησιακά τόμ. ΣΤ΄, σ. 5 και 13: Κάμπος ενοικίαση κτήματος Λιμπεράμη Γερακάρη 1699.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 214 Κάμπος.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 427: Άι Γιαννάκης Κάμπου 13ος αιώνας.
Φιλική Εταιρεία αρ. 266: Ιεροδιάκονος Δανιήλ Κουλουφέκης από τον Κάμπο.
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 5, σ. 132: Ιερομόναχος Παρθένιος “εκ χώρας Κάμπου”. 1764. (Κουγέας Η μονή Τίμιοβας 1956)
Ό.π., σ. 395-7: Από Κάμπο στο Πεταλίδι. α) Μαρκέας και β) Δαζέας
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 388, 401.
Πουκεβίλ 558
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 15.

ΚΑΝΔΗΛΗ-ΚΑΝΔΥΛΗ

Όταν τελεόωσε ο Τουρκο-βενετικός πόλεμος 1463-1479, οι Βενετοί παρέδωσαν στους Τούρκους τη Μάνη, η οποία είχε πολεμήσει μαζί τους και δεν την είχαν πατήσει Τούρκοι. Ο ευρισκόμενος στην υπηρεσία της Βενετίας Κροκόδειλο Κλαδάς, ο οποίος είχε κτήματα στον Ζυγό της Μάνης, εγκατέλειψε τους Βενετούς και πήγε στη Μάνη κάνοντας την πρώτη κατά των Τούρκων επανάσταση. Αναφέρεται ότι ο Κλαδάς εκδίωξε τους Τούρκους και μεταξύ των τόπων που κατέλαβε αναφέρεται και το Κανδήλι, το οποίο όμως δεν ήταν δυνατόν μέχρι τώρα να εντοπισθεί. Από το ακόλουθο έγγραφο, που αποτελεί φορολογικό πίνακα, φαίνεται να φορολογούνται από κοινού το χωριό Λουκάδικα του Κολοκυνθίου με το Κανδήλι. Επειδή στα Λουκάδικα υπάρχει κάστρο, γνωστό σαν κάστρο της Κολοκυθιάς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι Κανδήλι και κάστρο Κολοκυθιάς ταυτίζονται και είναι δίπλα στο χωριό Λουκάδικα.
1692: Topping: Candilie e Lucadica πλήρωναν φόρο στους Τούρκους και μετά στους Βενετούς 97 ρεάλια.
1700: Παναγιωτόπουλος σ. 289 και 311: 34. Candilli, άνδρες 79, σύνολο πληθυσμού 345.

KAΡABAΣ

Λακωνικαλι Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 154: (εκτενώς). Άγιος Νικήτας Καραβά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 160-168: Άγιος Μάμας (πρώτο μισό 13ου αιώνα).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιος Μάμας Καραβά (13ος αιώνας).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 158: Καραβάς στα Κύθηρα και στη Μάνη. Η θέση του Μανιάτικου Καραβά μπορεί να έχει σχέση με καράβια, όπως στα Κύθηεα;
Ό.π., σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., σ. 227: Καραβάς από πρόσφυγες του Καραβά Κυθήρων.

ΚΑΡΑΒΟΣΤΆΣΙ

Το 1829 το Καραβοστάσι, που είναι λιμάνι του Οιτύλου είχε σημειωθεί από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο χάρτη.

ΚΑΡΒΕΛΑΣ

18ος αιώνας : χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους, αναφέρεται το 1763.
Νηφάκης: Καρβελοχώρι, στιχ. 46.
1806 υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καρβελάς εις Μαλέβρι.
1813 Πουκεβίλ: ο Καρβελάς διέθετε 50 ένοπλους για εκστρατεία και 100 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 388
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 131: Τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλκατζάκη στα 1773 στον Ταξιάρχη και στα 1780 στον Άγιο Πέτρο.
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ. 250: Ο Ζερβόμπεης 1810- 1812 ήταν από Καρβελά.
Λακωναικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447: κάτοικοι 388 (1828-30).
Leake, σ. 255, 257, 267.
Πουκεβίλ, αριθμός ανδρών για εκστρατεία

ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ

Βλέπε: Ανδρούβιστα

ΚΑΡΕΑ. (Άνω και Κάτω Καρέα)

Στα 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται: 53. Charea με 18 σπίτια (μήπως Χαριά;;;)
1655 Χασιώτης, σ. 155. Carea
Zώης, οικογένεια Φουκά το 1590 από Χαριές (Χαριά ή Καρυές) Οικογένεια Κληροδότη από Χαριές Μάνης
1670: Ε. Τσελαμπί: Παλοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300: «Από δω (Σιδηρόκαστρο) προχωρήσαμε προς την κατεύθυνση της Μέκκας (νότια). Χωριό Καρυόπολη… από εδώ προχωρήσαμε προς την κατεύθυνση της Μέκκας μισή ώρα… Κρύο Νερό». Δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι είναι η Καρυούπολη και όχι η Καρέα.
1700 Παναγιωτόπουλος Καρέα άνδρες 59 σε πληθυσμό 280.
1692, Topping: Η Carea πλήρωνε φόρο στους Τούρκους 90 ρεάλια και στους Βενετούς 47 ½.
Νηφάκης, Καρέα στιχ. 41.
1806, υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καρέα εις μαλέβρι.
Ο Leake αναφέρει Καρέα
1813: Πουκεβίλ: Carca μπορούσε να στρατολογήσει για εκστρατεία 40 πολεμιστές, ενώ πολεμούσαν 30:::
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 47.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ, 160: Καρέα στη Μάνη, Καρέα στην Κρήτη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 497.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 400.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ, 160.

ΚΑΡΙΝΙΑ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Charignia με 30 σπίτια.
1655, Χασιώτης σ. 155: Carigna
1700 Παναγιωτόπουλος: 20. Carigna, άνδρες 12 σε πληθυσμό 48.
1692 Topping: Mina Carini πλήρωναν φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 21 ½.
18ος αιώνας: Αναφέρεται στο χειρόγραφο Παπαδάκη που είναι στους Νυκλιάνους του Δημητράκου.
Νηφάκης: στιχ. 205. Καρίνια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Καρίνια
1805 Leake, σ. 287: Καρίνια
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 173: Άγιος Γεώργιος Καρίνιας (13ος αιώνας)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 73 και 74. Άγιος Γεώργιος (1281)
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Μίνας.
Ό.π., σ. 227: Καρίνια: από την αρχαία λέξη Κάρηνον = Κάρη, που σημαίνει κεφαλή «πίπτε κάρηνα Τρώων φευγόντων». Επί ορέων κορυφή. Επί πόλεων ακρόπολη «Πολλάων πολίων κατέλυσα κάρηνα». Η τοποθεσία της Κάρηνας είναι και κορυφή και κάστρο. Η τοποθεσία αυτή λέγεται σήμερα και Πομλεμίτας = ακρόπολη. Τα δύο χωριά είναι κτισμένα σε οχυρές θέσεις και απέχουν 500 μέτρα.
Ό.π., σ. 282: ο Vasmer θεωρεί το Καρήνεια από το σλαβικό Koryto που σημαίνει σκάφη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 466: Άγιος Γεώργιος στην Καρίνια της Μίνας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ, 476, 477, 495.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 101: Άγιος Γεώργιος Καρίνιας 1285.
Βαγιακάκος: Ο Ιμβραήμ εναντίον Μάνης: σ, 82.

ΚΑΡΥΟΥΠΟΛΗ

Χωρογραφικοί πίνακες του Hopf, σ. 203: 1463: 21. Caripoli in Brazzo du Maina.
Ό.π., σ. 205-6 από το 1471: 111. Caripoli με το σημείο R που σημαίνει ότι το κάστρο ήταν ερειπωμένο
Bouchon 1471,1474, Cariporti
1618: αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Cariopoli Vescovato με 20 σπίτια. Δηλαδή είναι τόπος διαμονής του επισκόπου.
1655. Χασιώτης σ. 155: Caropogli
1670. Ε. Τσελεμπί Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300 Βλέπε σχετικά στην Καρέα.
1684 Πρόσκληση στο Μοροζίνη από Καρυούπολη. (Μήπως Καρέα;) Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282.
1700. Παναγιωτόπουλος, 21. Cariopoli άνδρες 36 σε πληθυσμό 165.
1692 Topping Cariopoli πλήρωνε φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 37 ½ ρεάλια.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη: 1763 Μηνιάκοβα Νέα Καρυόπολι, στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους, σ. 202. Ο Παπαδάκης στην Καρυούπολη γιάτρεψε τον Λουμάκη το Γιώργη.
1805 Leake στο χάρτη του σημειώνεται η Καρυούπολη. 1805: Πέρασε ο Leake, σ, 252, 8, 263, 3, 4, 7, 280
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Καρυούπολη κάτοικοι 154.
Επισκοπή Καρυουπόλεως: Ζερλέντης, σ. 35.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στον ναό Αγίου Γεωργίου τοιχογραφίες από Μιχαήλ Κληροδέτη 1863 (από Κελεφά;)
1715 Ο Αντώνιος Καβαλιεράκης-Φωκάς κατοικούσε στην Καρυούπολη (ή Βαχό). Μέρτζιος, Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ’, σ. 281-285.
1770 Ο Καρυουπόλεως παρακινεί τους Μανιάτες να συμπράξουν με τους Ρώσους. Σακελλαρίου, σ. 164 (Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 16).
1821: Κατάλογος Αναγνωσταρά: 300-600 στρατιώτες μπορούσε να στρατολογηθούν από την Καρυούπολη.
Ετζέογλου, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 3, «Καρυούπολις» εκτενώς.
Ό.π., σ. 12, είναι η πρώτη πόλη στη Μάνη που μνημονεύεται σε γραπτό κείμενο.
Ό.π., σ. 14: 1447 Ο Κυριακός Αγκωνίτης επισκέπτεται την Καρυούπολη. Ήταν εκεί ο Γ. Σοφιανός ως στρατοπεδάρχης.
Ό.π., σ. 18: Επισκοπή Καρυουπόλεως από 1340 μέχρι 1426.
Ό.π., σ. 24: Ναός Αγίου Νικολάου.
Ό.π., σ. 27: ναός Αγίου Γεωργίου εικονογράφηση 1793.
Ό.π., σ. 15: Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας τόμος έκτος σ. 65, 220. Χάρτης Πτολεμαίου.
1615: Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 113: Αναφέρεται ο επίσκοπος Καρυουπόλεως αρχηγός αντιπροσωπείας Μανιατών.
Ό.π., σ. 357: Μοναστήρι Παλαιάς Καρυούπολης Άγιος Γεώργιος που πουλήθηκε στους Τζεροβίτες από τον πνευματικό Ανανία.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: Κάτοικοι 154 (1828-1830).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 232: Επίσκοπος Καρυουπόλεως Μακάριος (ίσως ο Γουράτος, γιατί αναφέρεται ότι ήταν από Κουτήφαρη,
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 281-5 και Μνήμων τόμ. Ε΄, (1975) σ. 4.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 441, επίσκοπος Καρυούπολης στα Ορλωφικά.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 438, επίσκοπος Καρυουπόλεως επιστολή Αντώνμπεη Γρηγοράκη.
Λακωνικαί Σπουφαί τόμ. Η΄, σ. 434 Καρυούπολις.
Πελοποννησιακά τόμ Β΄, σ. 323, Καρυούπολη τοπωνύμιο Λακωνίας.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 281 Καρυούπολη 1715, Αντ. Καβαλιεράκης.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 63, επισκοπή καρυουπόλεως. Ό.π., σ. 60 Καρυουπόλεως Βενέδικτος 1812,
Πατριαρχέας Δίπτυχον, σ. ξζ’: Αναγνωσταράς γράφει ότι η περιοχή Καρυούπολης με τον Γεωργάκη Καβαλιεράκη (Φωκά) δίνει 300 στρατιώτες.
Ό.π., ξη΄: Ο Φιλήμων έχει την Καρυούπολη να δίνει 600 στρατιώτες με Τσιγκουριό και Καβαλιέρη (Ενώ ο Αναγνωσταράς έχει αυτούς τους δύο στο Βαθύ και Πασσαβά με τους 600 στρατιώτες. Ορθώς).
Πελοποννησιακά παράρτ, 13, σ. 525 και 537. Πύργος Καβαλιεράκη (Φωκά-Κοσονιάνων).
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 400.
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 28, 42, 76, 81, 83,
Παλαιολόγεια-Πελοποννησιακά: τόμ. Α΄, σ. 181 Επίσκοπος Καρυουπόλεως.

ΚΑΣΠΟΤΕΝΟΙ

!618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chaspotegni με 40 σπίτια. Το όνομα κασποτίνος απαντά στην προσπάθεια μετανάστευσης μανιατών στα 1644 (Μέρτζιος, Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σελ. 434-6) πιθανώς κάποιο χωριό φέρονταν με το όνομα της οικογένειας που το κατοικούσε.
1700: Παναγιωτόπουλος: 10. Chaspotinus με 25 σε πληθυσμό 94.
1692, Topping Cospodini ΄πλήρωναβ φόρο στους Τούρκους 20 ½ και στους βενετούς 11 ρεάλια.
1644, Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 436: Παύλος Κασποτίνος.

ΚΑΣΤΑΝΙΑ – ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΣΤΑΝΙΑ

1278: Άνδρες από την Ανδρούβιστα λήστεψαν βάρκα που πήγαινε από την Κορώνη στην Καστάνια, φορτωμένη λάδι και αλάτι και ανήκε στον Αλβέρτο Μαραγκώνο και Ιωάννη Κόντε. Τους συλληφθέντες οδήγησαν στο κάστρο του Λεύκτρου (Belforte) και τους φυλάκισαν. Στο κάστρο καπετάνιος ήταν ο Μακρυδούκας (Tafel –Thomas, τόμ. 3, σ. 234).
Στα 1480 επί Κλαδά (Σάθας, σ. 38 και 40).
Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μάδικου αναφέρεται Καστάνια με 150 σπίτια.
Στα 1655, Χασιώτης, σ. 155, Kastagniotes.
1670 Ε. Τσελαμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 299 «Χωριό Καστάνια. Μέσα σε μια ρεματιά είναι 300 σπίτια… 400 οπλοφόρους».
1692 Topping, Castagnia-Prastio πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 417 ½ και στους βενετούς 133 ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή του Δοσιθέου, Κουγέας: Ελληνικά, τόμ 6ος, 1933, σ. 299 Καστανέα: στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας.
Νηφάκης, Καστάνια στιχ. 91 και 121.
1805. Στο χάρτη του Λήκ σημειώνεται Καστάνια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι ;;;
Επισκοπή Μηλέας και Καστάνιας: Ζερλέντης σ. 49.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 490: Άγιος Πέτρος Καστάνιας (υπάρχει μονογραφία για την εκκλησία).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 456 «Ο ναός του Αγίου Πέτρου εις Καστανέα τετρακίονος, κτισμένος το πλείστον κατά το πλινθοπερίκλειστον σύστημα δομής με ικανά κεραμοπλαστικά κοσμήματα, θαυμάσιον μαρμάρινον ανάγλυφον περίθυρον, μεταγενέστερον βυζαντινόν νάρθηκα και νεότερον (1816) κωδωνοστάσιον. Διασώζει τον γραπτόν του διάκοσμον αναγόμενον πιθανότατα εις το β΄ ήμισυ του 11ου αιώνος».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 456: Μεταβυζαντινός σταυρεπίστεγος με τρούλλον ο ναός του Αγίου Νικολάου (Τρικάμπανος) εις Καστανέαν. Έχει νάρθηκα και σώζει τοιχογραφίες του 15ου μάλλον αιώνος.
Ό.π., σ. 457: Ο ναΐσκος της Παναγίας εις Καστάνιαν με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα.
Ό.π., σ. 457: Μεταξύ Καστάνιας και Σαϊδόνας ερειπωμένος ναός των Ταξιαρχών με τοιχογραφίες πιθανώς του 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 85: Με φουρνικό στεγάζεται το κεντρικό τμήμα του νάρθηκα του Αγίου Πέτρου Καστανέας. Ο ναός χρονολογείται στον 12ο αιώνα και ο νάρθηκαν δεν απέχει πολύ χρονολογικά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 154: Φ.Α. Δροσογιάννη, σχόλια στις τοιχογραφίες της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Μεγάλη Καστάνια της Μάνης, Αθήνα 1980.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 152, α) σταυρεπίστεγος Άγιος Νικόλαος, β) Τρουλλαίος σταυρεπίστεγος Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος και γ) Άγιος Νικόλαος.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 158: Άγιος Νικόλαος «στης Μαρούλαινας» Καστάνιας. Ό.π., σ. 172, Άγιος Γεώργιος Καστάνιας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71, Άγιος Γεώργης Καστάνιας 13ος αιώνας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 300: Πληγωμένος Νικόλαος Δουράκης από Μεγάλη Καστάνια.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 63: Άγιος Πέτρος Καστανέας κωδωνοστάσιο.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΣΤ’, 2002, σσ. 249-312 (Οικογ. Δουράκη).
Για την Καστάνια της Δυτικής Μάνης γίνεται λόγος στο άρθρο του Στ. Καπετανάκη με τίτλο «Η οικογένεια Δουράκη».
Πατριαρχέας, Δίπτυχον, σ. ξζ΄: Ο Κωνσταντής Δουράκης από Καστάνια μπορούσε να κινητοποιήσει 400-500 άνδρες.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Από Καστάνια στο Πεταλίδι: Δουράκης.
Leake, σ. 316-8.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 159-161.
Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, σ. 41 και 51.

ΚΑΣΤΑΝΙΤΣΑ – ΜΙΚΡΗ ΚΑΣΤΑΝΙΑ

Στους χωρογραφικούς πίνακες του Hopf σ. 206: 13. Castanitza.
Στα 1480 επί Κροκόδειλου Κλαδά (Σάθας, σ. 38 και 40).
Στα 1655 Χασιώτης, σ. 155: Castagniotes.
Νηφάκης: Καστανιτζα στιχ. 103, 122
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 255.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 290: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ, 447: κάτοικοι 255 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 434: Καστάνιτζα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 511, Καστάνια.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 131: Καστάνιτσα Μικρή 1481 (Καψάλης).
Ό.π., σ. 134: 1780.
Ό.π., σ. 144-6-8-156-158.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 118: Καστάνια Μικρή.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 89: Άγιος Πέτρος 12ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437, Άγιος Πέτρος 12ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437, Άγιος Νικόλας, 13ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428, Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος πρώτο ήμισυ 13ου αιώνα .
Ό.π., τόμ. ΙΖ΄, σ. 95, Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος πρώτο ήμισυ 13 αιώνα.
Ό.π., τόμ. ΙΖ΄, σ. 94, Άγιος Προκόπιος 13ος αιώνας.
Ο Βασίλης Βενετσανάκης από τη Μικρή Καστάνια κινητοποιούσε 250 στρατιώτες.
Φιλική Εταιρεία, σ. 383 Νικολάκης Βενετζανάκης από Καστάνιτζα μέλος της Φ. Ε. από 2 Απριλίου 1819.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 525: Πύργος Μικρής Καστάνιας.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 392.
Leake, Καστάνιτζα, σ. 262, 316.
Πουκεβίλ, σ. 596.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 58 και 161.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, 38, 52, 53, 63.
Δ. Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 118 και 148.

ΚΑΣΤΡΙ – Ξεμόνι βορείως του όρμου Μαρμάρι

Εικόνες της Μάνης: Parkins, σ. 102.

KATΣAOYNIANIKA

Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, 1829 σημειώνονται στον χάρτη τα Κατσαουνιάνικα, που βρίσκονται κοντά στο χωριό Χωσιάριο και την Μαραθέα.
Leake, σ. 255, 271
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 148.

ΚΑΥΚΙ

Νηφάκης: Καυκί στόΊχος 44.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καυκιώτες στην επαρχία Φουκά.
1813: Πουκεβίλ: Καυκί άνδρες για εκστρατεία 19 και σύνολον πολεμιστών 20.
Το 1829 το αναφέρει η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1836 δήμος Ασίνης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 31 (1828-30)
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 313, ετυμολογία. Ό.π., σ. 306: Τοπωνύμιο Αχράδα στο Καυκί .
Leske, σ. 267.

ΚΑΦΙΟΝΑ

1798: Νηφάκης, Καφιόνα στιχ. 205.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη : Καφιονάτες.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Καφιόνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 459: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας. Τοιχογραφίες 12ου-13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 157, 160: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1264)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 157, 158, 168: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1264) και (1264-1265-1270).
Λακωνικαί Σπουδαί Θ΄, σ. 73: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1263-1270).
Δρανδάκης: Βυζαντινές τουχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 72.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου. 1914 κοινότητα ;;;;
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 65: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ’ , σ. 476-495.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 254: Άγιοι Θεόδωροι 1263-70.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Καφιόνα 1) Παπαδάκος, 2) Πιρούκας ;;;.
Βαγιακάκος: Ο Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 39, 44.

ΚΕΛΕΦΑ – ΚΑΣΤΡΟ ΚΕΛΕΦΑΣ

Το κάστρο της Κελεφάς οφείλει το όνομά του στη γειτονεα με το χωριό Κελεφά και χτίστηκε το 1670 από τους Τούρκους μετά από τη συμφωνία του Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος για να αποφύγει εισβολή των Τούρκων στη Μάνη, συμφώνησε να χτίσουν οι Τούρκοι τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας. Το 1685 οι Μανιάτες συμπολέμησαν με τους Βενετούς, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στην περιοχή της Κορώνης κσι αφού πολιόρκησαν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας τα ανάγκασαν σε παράδοση. Το 1715 με την νέα τουρκοκρατία συμφωνήθηκε οι Μανιάτες να διώξουν μόνοι τους τους Βενετούς, οι οποίοι κρατούσαν το κάστρο, και να μην εισχωρήσουν Τούρκοι στη Μάνη. Το κάστρο της Κελεφάς καταστράφηκε από τους Τούρκους και δεν χρησιμοποιήθηκε έκτοτε.
1618 Στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Chelefa με 300 σπίτια.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Chilefa
Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο, Β΄, σ. 9, 1709 αναφέρεται Κελεφά για μεταφορά κρασιού στη Μάνη.
1670 Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 302. «Το χωριό Κελεφά είναι ένα μικρό χωριό που βρίσκεται σε πεδιάδα… σε απόσταση βολής τόξου ένα ποταμάκι τρέχει το λένε Καρνλα Δερεσί». (Προφανώς είναι το μυλολάγκαδο (που ξεκινάει από Καρέα και πορεύεται ανάμεσα σε Οίτυλο και Κελεφά.
1672. Το Σεπτέμβριο του 1672 έγινε στάση στην περιοχή του κάστρου της Κελαφάς (Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 162)
Η Κελεφά ζητεί βοήθεια από Μοροζίνη (1685). Πολιορκία κάστρου Κελεφάς (Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 282-293.
1700. Παναγιωτόπουλος: Borgo di Chielefa άνδρες 108 σε πληθυσμό 467.
1692 Topping, Chelefa πλήρωνε φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 47 ½ ρεάλια.
1798. Νηφάκης Κελεφά στίχ. 85.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καλαφά : Βασιλιάνοι, Γιωργακιάνοι, Τριγανίτες, Φάλτζοι.
1805 Leake: Κελεφά, σσ. 257, 264, 313, 320.
Πουκεβίλ: σ. 558 Kyclers, Πολεμιστές για εκστρατεία 150, σύνολο πολεμιστών 300. Θα πρέπει να είναι η Κελεφά.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Κελεφά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 128: Ιστοριογραφία σε τοιχογραφία Άκρας ταπείνωσις του ναού Πέρα Παναγιά Κελεφάς: Ο Αντώνιος Νικολάου ;; (1861 😉
Λακωνικαί Σουδαί, τόμ. Ι΄, σ. 233, 416, 476, 494, 497.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 318, Κελεφά στην Ενετοκρατία (άρθρο Κριμπά).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 315. Τοπωνύμιο Κελεφά.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ, σ. 277, Κελεφά 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 150-163 Κελεφά (αναφέρονται σιδηρά κράνη)
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 399-400.

ΚΕΡΑΣΕΑ

1700: Παναγιωτόπουλος: Chierasia άνδρες 19 σε σύνολο πληθυσμού 75.
1829 Κερασιά κάτοικοι 57 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

ΚΕΡΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Κέρια.
(1813) Pouqueville Kienica Κέρια –Κεχριάνικα.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: Ο Άγιος Γεώργιος Κέριας με δύο στρώματα τοιχογραφιών, των οποίων η νεότερη πιθανώς ανάγεται στον 13ο αιώνα.
Λακωνικαό Σπουδαί τομ. ΣΤ΄, σ. 95-6: Ο Άγιος Ιωάννης στα Κέρια είναι από το πρώτο ήμισυ του 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιος Δημήτριος Κέρια 1300. Ό.π., σ. 73 Αρχάγγελος Κέρια (β΄ 13ου αιώνα).
Δρανδάκη, Βυζαντιναί τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 75: Άγιος Ιωάννης.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική διαίρεση της Μάνης 1836: Δήμος Θυρίδων, 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., α. 228, μοναστήρι Αϊγιάννη.
Ό.π., σ. 228: Κέρια από το απόκρημνο νησάκι Κέρια, Κερεια, Κάρος που βρίσκεται μεταξύ Νάξου και Αμοργού.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 73, 77, 78: Άγιος Ιωάννης κωδωνοστάσιο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 466: Ναός Ασωμάτων Κέρεια.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 496.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Άγιος Δημήτριος (προχωρημένος 13ος αιώνας).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 431: Άγιος Ιωάννης (πρώτο ήμισυ 13ου αιώνα).
Leake, σ. 292, 300.

ΚΕΧΡΙΑΝΙΚΑ

1700 Παναγιωτόπουλος: 14. Cecrianica άνδρες 11 σε πληθυσμό 52.
1692. Topping: Cheghrianica στους Τούρκους δεν πλήρωναν φόρο ενώ στους Βενετούς 7 ρεάλια.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Κεχριάνοι.
Ό.π.. Νυκλιάνοι σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 228: Κεχριανικα τόπος που έσπερναν κεχρί ή από άνθρωπο ονομαζόμενο Κεχρής (Πουλημένος Κεχρής. Το 1659, Βαγιακάκος, Νίκλος 1954, σ. 30 και Κεχρής Γεώργιος 1674-6, μετανάστης, Τσιπρανλής Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 126-127).
Νηφάκης: Κεχριάνικα στιχ. 208.
1813 Pouqueville, Kienica;, (Κέχρης) 40 πολεμιστές για εκστρατεία και 90 συνολικά πολεμιστές.
1829: Κεχριάνικα σ. 142 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
1820: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στο ναό Παναγίας εικονογράφος Παναγιώτης Κλήροδέτης 1789.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: από Κεχριάνικα στο Πεταλίδι: 1) Πασαρέας, 2) Κοττέας.

ΚΗΠΟΥΛΑ-ΚΙΠΠΟΥΛΑ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chipoulla με 30 σπίτια.
Το 1655, Χασιώτης, σ. 155 Chipula
1700, Παναγιωτόπουλος: 31. Cipulla: 22 άνδρες σε πληθυσμό 93.
1692, Topping, Cunos, Diri, Chipula πλήρωνε φόρο στους Τούρκους 33 ½ και στους Βενετούς 43 ρεάλια.
18ος αιώνας χειρόγραφο Παπαδάκη: Κηπούλα. (Στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους)
Ό.π., Νυκλιάνοι, σ. 64: Ιστορία Κατσημαντή, ό.π., σ. 60 που πήγε στον Γερολιμένα.
Ό.π., σ. 106: Συζητείται η θέση της αρχαίας Ιππόλας.
Ό.π., σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση 1836 δήμος Θυρίδων. 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Νηφάκης: Κηπούλα στιχ. 209.
1813 Pouqueville, Mynela ? άνδρες για εκστρατεία 30 και συνολο πολεμιστών 100.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 95.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου (Ζερλέντης)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Ιστοριογράφος ναού Αγίων Ανατγύρων Κιππούλας (1265) Νικόλαος και Θεόδωρος από Ρετζίτζα (Ρεκίτσα).
Ό.π., σ. 156, 157, 162, 166, 173, 180, 184, 185: Δρανδάκης οι τοιχογραφίες των Αγίων Αναργύρων Κηπούλας Αρχαιολ. Εταιρεία 1980, σ. 109.
Ό.π., σ. 157, 166, 168: Άγιος Νίκήτας Κηπούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιοι Ανάργυροι Κηπούλας, 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 73: Άγιοι Ανάργυραι (1265) και Άγιος Νικήτας (13ος αιώνας).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 100: Άγιοι Ανάργυροι Κηπούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Στ΄, σ. 519: Έργον Πετρίδη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 467: Άγιοι Ανάργυροι.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 253: άγιοι Ανάργυροι 1265.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5-6, σ. 395-7: Στο Πεταλίδη από Κηπούλα: 1) Λεουτσάκης, 2) Τσακάκος, 3) Πενταρβάνης, 4) Κατσαράς, 50 Κορκολιάκος-Δημέας, 6) Γαρδελάκης.

ΚΙΤΡΙΕΣ

1670. Ε. Τσελεμπί (Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 296) Αναφέρεται στο λιμάνι του Ζάραντα – Ζαρνάτας – Το στόμιό του βλέπει προς την Κορώνη και μπορεί να χωρέσει 200 πλοία. Πολλά νερά. Ιαματικά νερά.(Μήπως εννοεί το λιμάνι του Αλμυρού, αλλά γράφει πως πορεύτηκαν από τους μύλους νότια).
1612. Ο Βενετός στόλαρχος Τσιβράν πήγε στις Κιτριές, είχε συνομιλίες με Μανιάτες και τελικά αναχώρησε για Σαπιέντζα. Περιγράφει εντυπώσεις από τους συγκεντρωθέντες στις Κιτριές που νόμιζαν ότι άρχισε πόλεμος με τους Τούρκους (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 92-3, 95).
1639. Φήμες ότι οι Τούρκοι στοχεύουν να χτίσουν κάστρα στο Οίτυλο, το Πόρτο Κάγιο και τις Κιτριές. Ό.π., σ. 124).
1659. Ο βενετσάνικος στόλος έφυγε από Κιτριές και Πόρτο Κάγιο και πήγε στη Σαπιέντζα για να ησυχάσουν οι Τούρκοι και να πιάσει ο αιφνιδιασμός (ό.π., σ. 150).
1659. Μοροζίνη στις Κιτριές (ό.π., σ. 151).
1673. Στόλος Μαλτέζικος πήγε στις Κιτριές για την πολιορκία της Ζαρνάτας, που είχε οργανώσει ο Λιμπεράκης Γερακάρης. Εγκατάλειψη προσπάθειας άλωσης του φρουρίου. Έφυγαν οι Μαλτέζοι (ό.π., σ. 162, 163, 165).
1685 Αναφέρονται οι Κιτριές στην πολιορκία της Ζαρνάτας (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 291.)
Νηφάκης, Κιτριές στίχ, 116, 163.
1805 Leake χάρτης
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Κιτριές.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ, 127: 1773 Ιστοριογράφος εικόνας Χρηστού στον Άγιο Κωνσταντίνο ο Αναγνώστης.
Ό.π., σ. 133, Μαυρομιχάλης Ιωάννης Π. 1839 εικόνα του Προδρόμου στον Άγιο Κωνσταντίνο Κιτριών.
Ό.π., σ. 247: Έδρα Τζανέτμπεη Κουτούφαρη.
Forster: επιγραφές Γερήνιας, σ. 163.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 153, ο πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωαννίκιος στις Κιτριές 1659.
Ό.π., σ. 282, 285, 287.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 378 Κιτριές, σ. 334.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 85 και 86. Κιτριές 1770.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 431, Κιτριές 1821 Περραιβός.
Ό.π., σ. 453. Κουτήφαρης.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 101: 1815. Κιτριές μετάβαση Θεοδωρόμπεη.
Ό.π., σ. 107: 1817, 1819 Πετρόμπεης.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 251, 4, 5: 1659 Κιτριές.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428: Άγιος Νικόλαος Κιτριών.
Πατριαρχέας, Δίπτυχον σ. ξζ΄, Ο Θεοδωράκης Κουμουνδουράκης από Σταυροπήγιο και Κιτριές μπορούσε να κινητοποιήσει 500 άνδρες.
‘Ο.π., σ. ξθ΄: Στις Κιτριές κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης στις 2 Αυγούστου 1818, ο Αναγνώστης Δημητρόπουλος γραμματικός του Μπέη στις 30 Νοεμβρίου 1818. Ο Κωνσταντίνος Mαυρομιχάλης στις 30 Δεκεμβρίου 1818, Αθανάσιος Κωνστ. Κυριακός στις 31 Αυγούστου 1818, ο Ιωάννης Κ. Κυριακός στις 21 Δεκεμβρίου 1818, ο Nικολάκης Χρηστέας από Ζυγό 29 Νοεμβρίου 1818.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 188: Βομβαρδισμός Κιτριών 1827.
Ό.π., σ. 194-5, 200, 207, 209.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 235: Λιμάνι Κιτριών.
Ό.π,. σ. 536: Κιτριές πύργος.
Μοrritt, σ. 45, 48, 49, 57
Ροst, σσ. Από 70 μέχρι 105 αναφέρεται πολλές φορές.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: σ. 398, 399, 402.
Leake, σσ. 237, 316, 317, 321-3-4, 332.
Πουκεβίλ, σ. 559, 566, 568, 569, 585, 589, 591, 592.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 17, 53, και τόμ. Β΄, σ. 161.
Μαραβελέα, Πραστίον: σ. 21.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 52.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης σσ. 17, 25, 36, 56, 64, 68, 74, 88, 98, 104, 105, 117, 127, 152.
Στεφανόπολι, σ. 277, Κουμουνδούρος

ΚΟΖΙΑ

1618. Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται: 54. Chosea με 12 σπίτια.
Λακωνικαί Σπουδαί σ. 357: Εις Κότζια (Μαλέβρι) ο Άγιος Γιώργης μοναστήρι (1829).

ΚΟΖΟΥΝΑΣ

Παλαιός μικρός οικισμός Β.Α. των Δημαρίστικων, που αναφέρεται ως Κορακές στο χάρτη της Γαλλικής Επιστημικής Αποστολής (1829). (Α. Κουτσιλιέρης)

ΚΟΙΤΑ – ΚΙΤΤΑ

1571, Ντόκος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 258: Αναφέρεται χωριό Κοίτα.
1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Κοίτα των Νικλιάννων με 80 σπίτια. Το Νικλιάνικο αποτελείται από Βράγκια, Κοίτα, Καλονοί, Νόμια, Απάνω Μπουλαριούς.
1655, Χασιώτης σ. 155.Chita.
Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο Α΄, σ. 41: Στα 1670 αναφέρεται «Γοίτα».
1700 Παναγιωτόπουλος 8. Giatta με 111 άνδρες σε πληθυσμό 478.
1692 Topping, Chita, Koloni, Stomia πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 80 και στους Bενετούς 36 ρεάλια.
18ος αιώνας: χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου: Κοίτα, Πάνω Χώρα Κοίτας.
Νηφάκης: Κοίτα στίχ, 297.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Κοίτα: Επάνω Χώρα: Τζικεροκουτρουλιάνοι, Χριστιάνοι.
Leake: Κοίτα
Πουκεβίλ 1813: Δεν αναφέρεται (ίσως ως Πλάτσα;;;)
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 285.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ, 281-2: Ναός Σεργίου και Βάκχου Κοίτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. ΣΤ΄, σ. 89: Άγιος Σέργιος και Βάκχος Κοίτας.
Ό.π., σ. 135, 145, 152, 153, 158, 160. 1265-1285.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 164, 173, 184. Άγιος Σέργιος και Βάκχος.
Ό.π., σ. 176: Άγιος Νικόλαος Κοίτας (1300).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 11, Ασώματοι Κοίτας 10ος αιώνας.
Δρανδάκη, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 80: Άγιος Νικόλαος και Άγιος Θεράποντας, σ. 4, 21, 70, Ασώματοι 10ος αιώνας, σ. 66, 77, 80 Άγιοι Σέργιος και Βάκχος.
Δημητράκος Νυκλιάνοι, σ, 23 Η φουλιά της Κοίτας είναι η αγορά των αρχαίων.
Ό.π., σ. 29 και 270 το Εληνικό σχολείο Κοίτας ιδρύθηκε στα 1866.
Ό.π., σ. 92: Εκκλησίες Αγίων Σεργίου και Bάκχου, επιγραφή Mαρασιώτη,
Ό.π., σ. 181-2-4: Μάχη Κοίτας 1870.
Ό.π., σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση 1836 και 1841: Δήμος Μέσσης, 1914 κοινότητα κοίτας (Κάτοικοι το 1928 ήταν 1432.
Ό.π., σ. 228: Ετυμολογία Κίττας ή Κοίτας .
Ό.π., σ. 256: Ημερολόγιο Κοιτιάτη (ανώνυμος)
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 198: 1734 Χαμόδρακας ίσως από Κοίτα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 167: Τοπογραφικό Κοίτας.
Ό.π., σ. 178: Μαστόροι Κοίτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 465: Άγιος Γεώργιος κοντά στην Κοίτα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 496 Κοίτα.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 310: Τοπωνύμιο Καλαβρός στη Κοίτα.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 90: Άγιος Σέργιος-Βάκχος: β΄ ήμισυ του 12ου αιώνα.
Πελοποννησιακά Παράρτ, 5, σ. 395-7: Από Κοίτα στο Πεταλίδι: 1) Αλαφρός, 2) Λαγιάκος, 3) Αλμυράντες, 4) Αγραπίδης.
Leake, σ. 287, 8, 9, 310.
Βαγιακάκος Ο Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 81, 82, 86.

ΚΟΚΑ της ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Στα 1618 αναφέρεται η Κόκα της Μαντίνειας στη στατιστική του Π. Μέδικου με 40 σπίτια, ενώ η Μαντίνεια (Παλιόχωρα ή Μεγάλη Μαντίνεια είχε τριάντα).
Η Κόκα είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της και δέχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα κατοίκους από τα Αλτομιρά. Μετά τον σεισμό του 1944 πολλοί από τους κατοίκους της Κόκας εγκαταστάθηκαν στη Μεγάλη Μαντίνεια και έκτοτε μένει χωρίς κατοίκους.

ΚΟΚΚΑΛΑ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 174: Άη Γιάννης Ποταμίτης Κοκκάλα (13ος αιώνας)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71 και 72: Άη Γιάννης Ποταμίτης, Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223: Διοικητική διαίρεση: 1914 κοινότητα Κοκκάλας. Στα 1928 κάτοικοι 617 (Κοκκάλα, Ελυμπιές, Κορακιάνικα, Παχιάνικα, Σολοτέρι, Σπείρα)
Ό.π., σ. 229: Κοκκάλα αντί κροκάλα= χαλικότοπος.

ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΡΙΑ

1700: Παναγιωτόπουλος, 20. Κόκκινα Λουρία άνδρες 25 σε πληθυσμό 99.
Νηφάκης, Κόκκινα Λουριά στίχ. 105.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 367: Επισκοπή Μαλτσίνης, Κόοκινα Λουριά οικογένειες 42. καθολικό ο Άγιος Δημήτριος (1829)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 427: κάτοικοι 217 (1830).
Πελοποννησιακά τόμ, Β΄, σ. 118, Κόκκινα Λουριά στην περιοχή της Βαρδούνιας.
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον Μάνης σ. 116.

ΚΟΚΚΙΝΟΓΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.

ΚΟΛΟΚΥΘΙΑ – ΚΟΛΟΚΥΘΙ

Αναφέρεται σαν περιοχή, χερσόννησος, κάστρο. Στους τοπογραφικούς πίνακες του Hopf: 1) α) 1463 αριθ. 22. Colochita ut Supra σ. 203.
β) 1467: 114 Colochita το κατείχαν οι Βενετοί σ. 205-6.
2) 1571: Η Μάνη αποτελείτο από τρία κομμάτια, α) την περιοχή Οιτύλου, β) την Κολοκυθιά και γ) τον Βραχίονα της Μάνης. Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 257 κ.ε.
3) 1655 Χασιώτης, σ. 155 Colochitia. Ίσως όμως αναφέρεται μαζί με το προηγούμενο δηλαδή castello Colochitia και θα πρέπει να είναι το κάστρο δυτικά του Κότρωνα στο χωριό Λουκάδικα.
4) 1614: Αναφέρεται ότι οι Ισπανοί ήθελαν να χτίσουν φρούριο στο Πόρτο Κάγιο στο Ακρωτήριο που ονομάζεται Κολοκυθιά (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 100)
5) 1643: Η τουρκική αρμάδα έφτασε στο λιμάνι που λέγεται Κολοκυθιά (ό.π., σ. 138).
6) 1646: Ήρθε στη Μάνη στη θέση Κολοκυθιά με πλοία (ό.π., σ. 143)
7) 1806: Στο υποσχετικό του Αντώνμπεη: Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα, Σκαλτσιοτιάνικα.
8) Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 418 Κολοκυθιά.
9) Post σ. 77, 116.
10) Στ. καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 393, 398.
11) Leake σ. 263, 4, 308
12) Πυκεβίλ σ. 584, 602, 604.
13) Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 42.

ΚΟΛΟΚΥΘΙΑΣ ΚΆΣΤΡΟ – ΛΟΥΚΑΔΙΚΑ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται: Castro di Colochitia με 80 σπίτια. Κάστρα στην Κολοκυθιά είναι: το πρώτο στο Ακρωτήρι, πάνω σε άγονο μέρος, που δεν μπορεί να έχει 60 σπίτια και δεύτερο τα Λουκάδικα. Εδώ πρέπει να αναφέρεται στα Λουκάδικα.
1655: Χασιώτης σ. 155 Castro. Στον πίνακα αναφέρεται castro και μετά Castello Colochitia που σημαίνει κάστρο και καστέλλο Κολοκυθιάς. Το πρώτο θα πρέπει να είναι στα Λουκάδικα και το δεύτερο ανατολικά του Κότρωνα.
1692 Topping: Candili e Lucadica πλήρωναν φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 97 ρεάλια.

ΚΟΝΑΚΙΑ

Χωριό του Μαλεβρίου κοντά στον Καρβελά.
1813 Πουκεβίλ διέθεταν 30 πολεμιστές για εκστρατεία και 50 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Κονάκια κάτοικοι 163.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447: κάτοικοι 163 (1828-30)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 274, έγγραφα Βέη

ΚΟΥΡΝΟΥ Μοναστήρι με το όνομα Κουρνού. Βρίσκεται μεταξύ των χωριών Σολοτέρι και Νήφι.

ΚΟΡΟΓΟΝΙΑΝΙΚΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chorio Chorogona με τριάντα σπίτια. Η θέση που αναφέρεται δεν ταιριάζει με τα Κορογονιάνικα, που βρίσκονται πολύ νότια. Ίσως πρόκειται για κάποιο χωριό που βρισκόταν ή που ακόμη βρίσκεται κοντά στον Κάβαλο και το κατοικούσε η οικογένεια Κορογόνα και μετά έγινε νέα εγκατάσταση στο νότο. Να σημειωθεί ότι αναφέρεται (90. Ozia di Chorogon). Ozia = Οχιά που φαίνεται ότι την κατοικούσε τότε η οικογένεια Κορογόνα.
18ος αιώνας: Χειρόγραφι Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου: Κορογονιάνοι σ. 215
Νηφάκης: Κορογονιάνικα στιχ. 39.
1813 Πουκεβίλ: Caragognianika 40 πολεμιστές για εκστρατεία και 50 για να πολεμήσουν στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 96;
Δημητράκου: Νυκλιάνοι σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836: Δήμος Ταινάρου, 1841 δήμος Λαγίας και 1914 κοινότητα Λαγίας.
‘Ο.π., σ. 229: Κορογόνης = εκείνος που γεννά κορίτσια.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: Κάτοικοι 55 το 1828-30.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 171: Κορογονιάνικα ετυμολογία.
Πελοποννησιακά παράρτ. 9. σ. 164: Ορθόλιθοι στα Κορογονιάνικα/

ΚΟΡΑΚΕΣ – ΚΟΡΑΚΙΑΝΙΚΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: χάρτης σημειώνεται Korakes; Β.Α. από τα Δημαρίστικα. Εκεί υπήρχε παλαιός οικισμός με όνομα Κοζουνάς (Πληροφορία Α. Κουτσιλιέρη). Πολύ βορειότερα σημειώνονται σε πρόσφατο χάρτη τα Κορακιάνικα που είναι βόρεια από το Σολοτέρι.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 160: Κορακιάνικα στη Μάνη, Κορακιές στην Κρήτη. (Νομίζω κάτι ανάλογο και στην Κέρκυρα.
Ό.π., σ. 223: 1914 τα Κορακιάνικα υπ’αγονταν στην κοινότητα Κοκκάλας.

ΚΟΤΡΑΦΙ

1618 στη στατιστική του Π. Μ.εδικου αναφέρεται Κοτράφι με 15 σπίτια.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 147, 149, 152: Άγιος Παντελεήμων Κοτράφι δίκογχος σταυεπίστεγος.
Ό.π., σ. 187, 189: Άγιος Παντελεήμονας (1300).
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ. 223: Διοικητική Διαίρεση: Κοινότης Μίνας σαν Κότραφας.
Ό.π., σ. 229: Κότραφας = τόπος που σώζονται θεμέλια παλαιών σπιτιών.

ΚΟΤΡΩΝΑ

Κοτρώνα ονομαζόταν η Παλαιά Τσεροβά-Δροσοπηγή που την εγκατέλειψαν οι κάτοικοί της και εγκαταστάθηκαν στην Τσεροβά.

ΚΟΤΡΩΝΑΣ

1655 Χασιώτης σ. 155: Catrona (Κότρωνας ή Κοτρώνα που είναι η παλαιά Τσεροβά-Δροσοπηγή). Ο Κότρωνας ανήκε στην Κάτω Μάνη.
1692 Topping, Cottrona e Cerova στους Τούρκους πλήρωναν φόρο 70 και στους Βενετούς 52 ρεάλια. Ο Κότρωνας και η Τσεροβά απέχουν πολύ για να αποτελούν μια φορολογική ενότητα (Μήπως υπάρχει Κότρωνας ή Κοτρώνα στην Τσεροβά; Κοτρώνα είναι η Παλαιά Τσεροβά)
Νηφάκης: Κότρωνας στίχ, 37.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα και Σκαλτσιοτιάνικα.
1813: Πουκεβίλ: Cotronis μπορούσε να παρατάξει για εκστρατεία 25 άνδρες και σε πολεμική σύγκρουση στον τόπο του 100 πολεμιστές.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 96.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: Μεταβυζαντινόν κτίσμα της μιονής Σωτήρος πάνω από τον Κότρωνα. (Πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 153: Σταυρεπίστεγος μεταβυζαντινής εποχής Άγιος Χαράλαμπος Κότρωνα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι: Η Τευθρώνη των Ελευθερολακώνων στον Κότρωνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α’ , σ. 357: Μοναστήρι Κοίμησης Θεοτόκου Κότρωνα 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434, Κότρωνας.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 214: Κότρωνας (Τευθρώνη).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 426: Άγιος Χαράλαμπος Κότρωνα.
Post, σ. 104, 110, 115.
Leake, αναφέρει πολλά για Τευθρώνη)
Βαγιακάκος: Ιμπραήμ εναντίον Μάνης: σσ. 10, 47, 48, 49, 81, 89.

ΚΟΤΡΩΝΙ

Πατρίδα του Φιλικού και αγωνιστή Ηλία Χρυσοσπάθη.
Νηφάκης: Κοτρώνι στιχ. 78.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Κοτρώνι.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 3λί Ηλίας Χρυσοσπάθης. 1777.
Φιλική Εταιρεία αριθ. 224, Ηλίας Χρυσοσπάθης, Καπετάνιος, Οδέσσα μύησε 153, Γιάννη Χαντζίκο, 244. Ιάκωβο Κορνίλιο, 392. και 399 Νικολάκη Χρηστέα. 295. Ιωάννη Χρυσοσπάθη.

ΚΟΤΣΙΦΑΣ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή τον αναφέρει.
Δημητράκου: Νυκλιάνοι, σ. 158: Κοτσιφιάνικα στα Κύθηρα, Κότσιφας στην Πεντάδα της Μάνης.
Ό.π., σ. 223: Κότσιφας το 1914 υπαγόταν στην κοινότητα Μίνας.

ΚΟΥΛΟΥΜΙ

Κουλο’υμι σημαίνει σωρός χωμάτων.
Το Κουλούμι αναφέρεται από το 1278: Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 50 και Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, (1962) σ. 174-5.
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται: Chouloumia με 60 σπίτια.
1655 Χασιώτης 155: Culumia
Παναγιωτόπουλος: 23. Cαλumia άνδρες 24 σε πληθυσμό 86.
Νηφάκης: Κουλούμι στιχ. 206.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Πεντάδα: Παλαιόχωρα, Βάμβακα, Άκια, Κουλούμο, Μπρίκι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 142.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 458: Ναός Ασωμάτων εις τον οικισμό Κουλούμι (Σταυροεισής, δικίονος εγγργραμμένος μετά τρούλλου του 13ου Ιαώνα).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 158. Κουλούμι στη μάνη και στην Κεφαλονιά
Ό.π., σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλυο και 1914 κοινότητα Μίνας.
Ό.π., σ. 229: Ονομάστηκε από πρόσφυγες της Κεφαλονιάς.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σσ. 473, 474, 476, 477, 494, 495.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 174: Καλούμι ετυμολογία.
Πελοποννησιακά, Παράτ. 5, σ. 375-9: Από Κουλούμι στο Πεταλίδι: α) Τσιίβαράκης,
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 81

ΚΟΥΜΑΝΗ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 93 «Το κωδωνοστάσιο του ναού των Αγίων Ανατγύρων στο Κούμανη (13ος αιώνας) είναι μονόλοβο επάνω από την πρόσοψη του ναού με κεραμοπλαστικό διάκοσμο».
Traquair ό.π., σσ. 193-4
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 94: Το κωδωνοστάσιο της Αγίας Σοφίας Λαγκάδας θα ήταν παρόμοιο με του ναού των Αγίων Αναργύρων στο Κούμανη ό.π., σ. 95.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 31: Άγιοι Ανάργυροι, μονόχωρος με τρούλλο, β΄ μισό 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ, 67, 72, 76, 78, Άγιοι Ανάργυροι κωδωνοστάσιο.

ΚΟΥΝΟΣ

1571 Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 256. Αναφέρεται χωριό Κούνος στο οποίο έμενε ο Γεώργιος Γερακάρης.
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chounon de Contostauli με 60 σπίτια.
1655 Χασιώτης σ. 155 Cunos.
1637: Πειρατικά σκάφη πήγαν στη Μονεμβασία ορισμένοι σκλάβοι Μανιάτες στείλαν γράμματα στη Μάνη, στο χωριό Κούνος (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 123).
1700 Παναγιωτόπουλος: 12. Cuno άνδρες 46 σε πληθυσμό 180 ατόμων.
1692 Topping: Cunos, Diri, Chipula πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 33 ½ και στους Βενετούς 43 ρεάλια.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη: Κούνος
Νηφάκης: Κούνος στίχ. 208.
1813 Πουκεβίλ: Konnos άνδρες για εκστρατεία 40 και γενικά πολεμιστές 35;;;
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 119.
1810: Επισκοπή Λαγίας-Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: Βυζαντινός ναός Αγίας Σωτήρας Κούνου και Βυζαντινά γλυπτά στον Άγιο Ιωάννη Κούνου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 463: Δύο άγνωστοι ναοί έξωθεν του χωρίου Κούνος (νεκροταφείο).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι: σ. 70 Μπιλαλάκος από Κούνο.
Ό.π., σ. 128: Πεντάγια Κούνου.
Ό.π., σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Θυρίδων (Κούνος-Κιπούλα-Παγγιά-Σταυρί- Δρυ- Κέρια- Οχιά- Αγία Κυριακή. Δήμαρχος Ταγαρούλιας. 1841 δήμος Μέσσης. 1914 Κοινότητα Κούνου με 1024 κατοίκους το 1928 (Κούνος-Αγία Κυριακή, Άγιος Αθανάσιος, Δρυ, Έλια, Κωλόπυργος, Καραβάς, Κέρια, Κιππούλα, Λαγκαδιές, Παγγιά, Σταυρί, Τροχάλακας, Χαραμπί).
Ό,π., σ. 229: Κούνος = από την Κούνια.
Ό.π., σ. 263: Στον Κούνο ήταν πόλη με όνομα Μάνη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 157 Άγιος Νικήτας Κούνου.
Ό.π., σ. 178: Πεντάγια Κούνου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 477. 496 Κούνος.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 320: Κούνος Ετυμολογία.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Από Κούνο στο Πεταλίδι: Α) Καραμούζης, Β) Γιαννακάκος, Γ) Κουράκος, Δ) Κατσημαντής, Ε) Σκαφιδάς, ΣΤ) Παπαδόγκονας.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 393.
Βαγιακάκος : Ιμβραήμ εναντίον Μάνης σ. 82

ΚΟΥΡΝΟΥ

Μοναστήρι μεταξύ Σολοτέρι και Νήφι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Χάρτης.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 230: Κουρνός = Κρουνός, κρήνη, βρύση.
Ό.π., σ. 282: Κατά τον Βάσμερ το Κουρνός προέρχεται από το σλαβικό κ’ρου = ανάπηρος, μισερός.
Λακωνικαι Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρι Κουρνού (1829).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΓ΄, σ. 84 Κουρνός

ΚΟΥΣΚΟΥΝΙ – ΣΩΤΗΡΑΣ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Κουσκούνι με 40 σπίτια.
Νηφάκης: Κουσκούνι στιχ. 202.
1805 Leake Κουσκούνι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Κουσκούνι με 190 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 128: Ιστοριογράφος εικόνας Αγίου Γεωργίου στο ναό Μεταμόρφωσης στο Κουσκούνι ο Ανδριανός (1888).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 133: Ναός Παναγίας (1789) εικονογράφος Νικόλαος Κορογόνης από Νομιτζή.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 8: Στην Ασιατική ακτή του Βοσπόρου υπάρχει χωριό με το όνομα Κουσκουντζούκ (Βλέπε Τσίμοβα και Τσιμοβάσι).
Ό.π., σ. 222: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Άρεος. 1841 δήμος Οιτύλου και από το 1914 κοινότητα Αρεοπόλεως.
Ό.π., σ. 230: Από το όνομα Κουσκουντζούκ και όχι από τη λέξη Κούσκουνας, που σημαίνει μώλωπας και σε μεταφορική έννοια φούσκωμα, ύψωμα, λόφος.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395 -7: Από το Κουσκούνι στο Πεταλίδι, 1) Χιουτακάκος.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 83.

ΚΟΥΤΗΦΑΡΗ – ΘΑΛΑΜΑΙ

1618 Σε επιστολή των Μανιατών στο δούκα του Νεβέρ υπέγραψε και ο Οικονόμος Κουτήφαρης με τη γενιά του και με τα χωριά του Ζυγού (Δασκαλάκης, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 68-9).
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Κουτηφαριάνοι με 40 σπίτια.
1655, Χασιώτης σ. 155. Κουτουβάλι.
Ζώης: Οικογένεια Γρίτση από Κουτήφαρη 1667, 1749. Οικογένεια Μαυρομιχάλη από Κουτήφαρη 1788. Οικογένεια Στρατάκη από Κουτηφαριάνικα Μάνης 1669.
1670 Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300: « Από δω (Πλάτσα) σε απόσταση βολής ντουφεκιού κείται το Κατοκάρι» (Κι’ ‘άλλο τόσο είναι η Λαγκάδα).
1684 από Κουτήφαρη ζητούν επεμβαση του Μοροζίνη (Χιώτης, τόμ, Γ’ , σ. 282.
1692 Τopping, Κουτήφαρη πλήρωνε φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 174 ρεάλια.
Νηφάκης: Κουτούφαρης στιχ. 82.
1813, Πουκεβίλ, Κουτούφαρη διέθετε 200 πολεμιστές για εκστρατεία και 400 για πόλεμο στην έδρα του.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 214.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 130, εικονογράφοι: Αναγνώστης Δημαγγελάκης 1744,
Ό.π., σ. 131: Ηλίας Καλοφακάκης 1839.
Ό.π., σ. 133: Ηλίας Κουτήφαρης 1828.
Ό.π., σ. 136: Ηλίας Χανδρέας 1882.
Forster, Επιγραφές – 161, 171, 188.
Μνήμων, τόμ. Ε΄, (1975) σ. 4: Μακάριος Καρυουπόλεως από Κουτήφαρη. Ίσως πρόκειται για τον Γουράτο (Πελοποννησιακά τόμ. Γ+Δ, σ. 281-5).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 178: Μαστόροι από Κουτήφαρη. Οι Ζυγουριάνοι από Καφιόνα, ίσως πήγαν στο Κουτήφαρη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 519: Κουτήφαρη Ζυγού.
Πελοποννησιακά Γ+Δ, σ. 285: Έξαρχος Μουγκάκης από Κουτήφαρη 1715.
Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 253: Τσελεμπί γλώσσα που μιλούσαν νερικοί Πελοποννήσιοι: Κοτοφάριουμ.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437: Μεταμόρφωση από β΄ ήμισυ 11ου αιώνα.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 133 Ιερομόναχος Άνθιμος εκ Χώρας Κουτήφαρη 1745. (Αναφέρεται ότι ήταν από το Κουτήφαρη της Μεσσηνίας (Ανδρούσας), αλλά για να γράφεται Χώρα σημαίνει ότι ήταν κεντρικό μεγάλο χωριό και γύρω του περιβάλλονταν από μικρά. Το Κουτήφαρη της Μεσσηνίας ήταν ένα ασήμαντο χωριουδάκι με ελάχιστα σπίτια.)
Μorritt, Κουτήφαρη-Θαλάμαι σ. 55.
Leake, Θαλάμαι σ, 327.
Πουκεβίλ, σ. 596.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 51, 175, 367.

ΚΟΥΤΟΥΜΟΥ

Χωριό που ανήκε στο δήμο Γυθείου και ήταν κοντά στο Λίμπερδο-Πλάτανος, .
1813 Πουκεβίλ Coutoumoia διέθετε 10 πολεμιστές για εκστρατεία ή για τον τόπο τους/
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 49.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446, κάτοικοι 49 (1829-30).

ΚΟΥΤΡΕΛΑ

Η Κουτρέλα είναι χωριό κοντά στη Βάμβακα.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή την αναφέρει.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι: Διοικητική διαίρεση. 1836 δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου. 1914 Κοινότητα Μίνας.
Ό.π., σ. 230: Κουτρέλα, από το Κούτρος

ΚΟΥΤΡΟΥΜΑΝΗ

18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου: Κουτρουμάνη (Οικογένεια Κουτρουμάνη ζούσε στον Κάβαλλο).
Το τοπωνύμιο Κουτρουμάνια ακούγεται στην περιοχή Ακρογιάλι (Κοπάνο) της κοινότητας Αβίας.

ΚΡΙΛΙΑΝΙΚΑ – ΚΡΙΑΛΙΑΝΙΚΑ

Νηφάκης: Κριλιάνικα στιχ. 203.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 95.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση: Δήμος Άρεος το 1836, δήμος Οιτύλου το 1841 και κοινότητα Αρεοπόλεως το 1914.
Ό.π., σ. 230: Κριαλιάνικα = ή από κριάρης ή από Κράλης που σημαίνει μπέης στα σλάβικα. Στον Κούνο υπάρχει Κριάλης.
Μαλιγκούδης Φαίδων: σ. 39 και ΙΙΙ: λέξη που σημαίνει τον φορέα της κεντρικής εξουσίας (Μονάρχης, βασιλιάς). Εμφανίζεται μετά τον 9ον αιώνα. Προέρχεται από το Κραλ που έχει τη ρίζα του στον Καρολομάγνο που στα αρχαία γερμανικά λεγόταν Καράλ. Προφανώς τα Κριαλιάνικα δεν έχουν σλάβικο όνομα από τους Σλάβους του 7ου αιώνα, που πήγαν στη Μάνη. Ήταν όνομα κάποιου και από αυτόν ονομάστηκε ο οικισμός. Δηλαδή η προέλευση είναι βυζαντινή και όχι παλαιοσλαβική.

ΚΡΥΟ ΝΕΡΟ

1619 αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Κρύο Νερό με 45 σπίτια.
1655. Χασιώτης, σ. 155. Κρυονερό.
1670 Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 301. Κρύο Νερό. Έχει 150 σπίτια και 200 οπλοφόρους.
1684 Πρόσκληση στον Μοροζίνη από Κρυονέρι (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282).
1700 Παναγιωτόπουλος Κρύο Νερό άνδρες 54 σε πληθυσμό 240.
1692 Topping: Crionero. Πλήρωνε φόρο στους Τούρκους και στους Βενετούς 70 ½ ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου: Κουγέας, Ελληνικά τόμ. ΣΤ΄, σ. 299. Κρύο Νερό: Στην αρχιεπισκοπή Πλάτσης.
Νηφάκης Κρύο Νερό στίχ. 42.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Κρυονερίτες εις Μαλέβρι.
1813 Πουκεβίλ: Κρυονερό είχε 20 πολεμιστές εκστρατείας και 35 στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 28.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 133: Ναός Αγίου Αθανασίου Κρυονέρι « Χειρ Μιχαήλ από κώμη Καβαλού».
Στ. Καπετανάκη: Σύνορα Μάνης, σ. 400.

ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΣ

Το 476 έγινε πολιορκία της Καινήπολης, που ήταν στη θέση της Κυπάρισσου, από τον Γιζέριχο και απέτυχε, ενώ είχε καταστρέψει όλα τα παράλια της Δυτικής Ελλάδος. Επειδή είχε πολλές απώλειες για να εκδικηθεί πήγε στη Ζάκυνθο και συνέλαβε 500 σκλάβους τους οποίους πριόνισε και πέταξε στη θάλασσα.
1571 Ντόκος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 257 αναφέρεται χωριό Κυπάρισσος. Είχε αρχαία.
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Κυπάρισσος με 10 σπίτια.
1813 Πουκεβίλ Κυπαρίσσι διέθετε 20 πολεμιστές εκστρατείας επί συνόλου πολεμιστών 50.
Δρανδάκης, Βυζαντικές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 4: Άγιος Πέτρος Κυπάρισσος.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 111: Κυπάρισσος – Γιζέριχος – Καινήπολις.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223: Διοικητική διαίρεση: Κυπάρισσος στην κοινότητα Αλίκων το 1914..
Ό.π., σ. 224 στη θέση Κυπάρισσου η παλαιά Καινήπολις.
Ό.π., σ. 271: Επιγραφές Κυπάρισσου.
Ό.π., σ. 277: Καινήπολη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 428: Αρχαίες εκκλησίες στην Κυπάρισσο και Τιγάνι (στον Μέζαπο).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 434: Κυπαρίσσι – Μαχαιρίδης 1644. Για την αισχρή συμπεριφορά των Βενετών.
Ό.π., σ. 322: Ετυμολογία.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 214-5, Κυπάρισσος – Καινήπολη
Cockerell, σ. 91: Ήθελε να επισκεφθεί την Κυπάρισσο για αρχαιοκαπηλεία.
Ό.π., σ. 96: Ήταν πολλά τα έξοδα για να πάνε με ασφάλεια στην Κυπάρισσο. Υπολόγιζαν ότι έπρεπε να πάει μαζί τους ο Μούρτζινος και 40 οπλαφόροι.
Morritt, σ. 55-56 Καινήπολις – Κυπάρισσος.
Post, σ. ΙΙΙ (Προλόγου)
Leake: σ. 261, 288, 290-294, 304, 307, 308. Καινήπολις 293, 300, 301-2.
Πουκεβίλ σ. 612.

ΛΑΓΙΑ

1571 Ντόκος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 259, αναφέρεται χωριό Λάγια.
Το 1582 προτόπαπας Μουρίσκος και ο υιός του Νικόλαος αναφέρονται σε επιστολή Μανιατών. Τοπωνύμιο στου Μουρίσκου απαντάται στη Λάγια (Κουτσιλιέρης-Βαγιακάκος). Δασκαλάκης Μάνη και Οθωμανική Αυτοκρατορία σ. 43-4. Στα βενετικά κατάστχα του Κόμη το όνομα Μουρίσκος στα χρόνια της βενετοκρατίας του Μοριά απαντούσε στη Μικρή Μαντίνεια.
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται: Laia di Chourchougliani με 100 σπίτια. Η οικογένεια Κούρκουλου δεν υπάρχει πλέον στη Λάγια, αλλά συναντάται στον τόπο σχετικό τοπωνύμιο. Οι Κούρκουλοι της Κέρκυρας έχουν στην οικογενειακή τους παράδοση ότι προέρχονται από τη Μάνη.
1655, Χασιώτης σ, 155 Lagocori.
1700 Παναγιωτόπουλος: 18. Laia άνδρες 92 σε πληθυσμό 360.
1692 Topping Loggia e Piondes στους Τούρκους πλήρωναν φόρο 42 1/2 και στους Βενετούς 15 ρεάλια.
18ος αιώνας, χειρόγραφο Παπαδάκη: Λάγια 1716, στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους.
Νηφάκης, Λάγια στιχ, 33.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Λάγια
1805 Leake: Laia
1813 Πουκεβίλ Λάσσα πολεμιστές εκστρατείας 60 ενώ στον τόπο τους φθάνουν τους 380.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 543.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου: Ζερλέντης, σ. 40.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 158, 184: Άγιος Ζαχαρίας (β΄ μισό 13ου αιώνα)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 72: Άγιος Ζαχαρίας Λάγιας (δ΄ τέταρτο 13ου αιώνα).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση.1836 δήμος Λάγιας (Λάγια, Δημαρίστικα, Παχιάνικα, Σολοτέρι, Σπείρα, δήμαρχος Δεκουλάκος). 1841 δήμος Λάγιας και 1914 κοινότητα Λάγιας (κάτοικοι 1263 το 1928) Λάγια, Αμπελο, Πιόντες, Αχίλλειο, Δημαρίστικα, Καινούρια Χώρα, Μιανές, Κορογονιάνικα, Κυπριανός, Πάλιρος, Προφήτης Ηλίας, Πύργαρος, Χάρακες).
Ό.π., σ. 231, Λάγια = Λάϊα από την αρχαία πόλη Λας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 543 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 497.
Πελοποννησιακά τόμ. Ρ΄, σ. 89: 1815 Συμφιλίωση Μπουγιουκλιάνων – Πηλοκοκκιάνων.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 254: Άγιος Ζαχαρίας δ΄ τέταρτο 13ου αιώνα.
Πατριαρχέας Δίπτυχο σ. ξζ΄: Ο Φιλήμων γράφει ότι από τη Λάγια βγαίνουν 400 στρατιώτες με τον Γληγορακόγκονα, που είναι υπό τους Μαυρομιχαλαίους.
Λήκ σ. 263, 273, 308.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 82.

ΛAΓIOY

Nηφάκης, Λάγιου στίχ. 48.
1813 Πουκεβίλ, Lango διέοετε 20 πολεμιστές εκστρατείας και 40 στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επστημονική Αποστολή, Λάγιου κάτοικοι 66 (επαρχία Μυστρά)΄
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 429: Λάγιου – δεν αναφέρονται κάτοικοι (1830).
Ό.π., σ. 131: Λάγιου
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 129: Λάγιου – Πύργος Ζαλούμη.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 99-100: Το 1804 ήταν ιδιοκτησία Γρηγοράκη και Κροντηρά..

ΛΑΓΚΑΔΑ

1618 Στη στατιστική του Π. Μ.εδικου αναφέρεται α) Λαγκάδα με 40 σπίτια και β) Απάνω Λαγκάδα με 40 σπίτια, που χωρίζονται από ένα λαγκάδι. Σήμερα διακρίνεται η κυρίως Λαγκάδα (βόρεια) που φέρει και το όνομα Μπλουτσιάνικα, από το επίθετο Μπούλτσος και από την Πέρα Χώρα (νότια).
1655 Χασιώτης σ. 155, Λαγκάδα.
1670 Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300. «Το χωριό Λαγκάδα».
1684 η Λαγκάδα μαζί με άλλα χωριά της Μάνης ζήτησαν τη βοήθεια του Μοροζίνη. Αναφέρεται το όνομα του Θεόδωρου Βούλτσου-Μπούλτσου, Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 282. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για το χωριό του Ζυγού της Μάνης και όχι για τη στενωπό που χωρίζει την ανατολική από τη δυτική Μάνη.
1692 Topping, Langada πλήρωνε φόρο στους Τούρκους και αργότερα στους Βενετούς 100 ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου: Κουγέας, Ελληνικά, τόμ. 6ος , σ. 299. Λαγκάδα: Στην αρχιεπισκοπή Πλάτσης.
Νηφάκης: Λαγκάδα στίχ, 83.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Λαγκάδα.
1805! Leake, Λαγκάδα.
1813 Πουηεβίλ: Λαγκάδα διέθετε 200 πολεμιστές εκστρατείας και 400 στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 57.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 457, Ναός της Αγίας Σοφίας Λαγκάδας με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 80. Ναός Αγίας Σοφίας (εκτενώς).
Ό.π., σ. 94. Άγιος Σωτήρας Λαγκάδας, φέρει μονόλοβο κωδωνοστάσιο.
Ό.π., σ. 95.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 174, Αγία Σοφία Λαγκάδας 13ος αιώνας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 31. Σωτήρας Λαγκάδας 14ος αιώνας. Αγία Σοφία β΄ μισό 13ου αιώνα.
Ό.π., σ. 476, 497.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 65, 66, 68, 69, 71, 72, 76, 77, 78: Αγία Σοφία και Σωτήρας κωδωνοστάσιο.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 429: 1690 από Λαγκάδα αναφέρονται τα ονόματα: 45. Βασίλης Αλεξάκης. 49. Γεώργιος Μπουλτσος. 50. Νικ. Μιχαλάκης ή Μιχαλίτσης. 51. Ανδρέας Ξυλάστορας και 67. Θεόδωρος Κονόμος.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ+Δ, σ. 285, 1715 Γεώργιος Βούλτσος.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 94. Αγία Μαρίνα Λαγκάδας 13ος αιώνας.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437: Σωτήρας Λαγκάδας 14ος αιώνας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13ο, σ. 532: Πύργοι Λαγκάδας.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τομ. Β΄, σ. 169.

ΛΑΚΚΟΣ – Λάκκοι Καρδαμύλης-Λάκκος Μέσα Μάνης

1670 Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 299. Στα αριστερά της μικρής πεδιάδας των Λιασίνοβων ήταν το χωριό Λάκτενι (Λάκκος η Λεπτίνι). Από εκεί μισή ώρα ήταν το νησί (του Μούρτζινου) Μερόπη. Ενώ τα Λιασίνοβα –Προσήλιο είναι μία ώρα από την παραλία, το Λάκτενι είναι μισή. Δύσκολο να είναι το Λεφτίνι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Λάκκοι Καρδαμύλης κάτοικοι 71.
Ό.π., Λάκκοι Μέσα Μάνης
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 152: Άγιος Νικόλαος Λάκκου (Μέσα Μάνης) σταυρεπίστεγος.
Δημητράκος, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, Λάκκος Μέσα Μάνης, δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Μίνας.
Λακωνικαι Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 494, 495.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 80! Λάκκος Οιτύλου ή Νουμπροβίτσα
Ό.π., σ. 106, 169: Λάκκοι

ΛΕΙΤΣΑ

1684 αναφέρεται Λείτσινα να ζητάει βοήθεια από Μοροζίνη (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282.)
1829 Γαλλιή Επιστημονική Αποστολή, αναφέρεται Λίτσο.

ΛΕΥΚΤΡΟΝ = ΓΙΣΤΕΡΝΑ = BELFORTE

1278 Ο Μαρτίνο Αδάμο ληστεύθηκε από τον Μεσοποταμίτη ο οποίος ήταν καπετάνιος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στο κάστρο της Γιστέρνας, (Λεύκτρου), βοηθούμενος από καπετάνιους της Ζαρνάτας (Tafel και Thomas, τόμ. ΙΙΙ, σ. 232).
1278 Άνδρες από την Ανδρούβιστα λήστεψαν βάρκα που πήγαινε από την Κορώνη στην Καστάνια φορτωμένοι με λάδι και αλάτι και ανήκε στον Α. Μαραγκόνο και Ι. Κόντε. Τους συλληφθέντες τους οδήγησαν στο κάστρο του Λεύκτρου και τους φυλάκισαν όπου καπετάνιος ήταν ο Μακρυδούκας. (Tafel και Thomas, τόμ. III, σ. 234.
1278 Ο Ιωάννης Κόντε κάτοικος Κορώνης ληστεύθηκε ενώ ήταν στο κάστρο Belforte in partibus Sclavonie. Tafel και Thomas, τόμ. Ιιι, σ. 232.
1296 Ο Σπανής ήταν ισχυρός άνδρας των Σλάβων και ήταν κύριος της Γιστέρνας και των γύρω πύργων (και των άλλων γύρω κάστρων;). Βοήθησε τον πρίγκιπα Φλωρέντιο για την πολιορκία του κάστρου του Αγίου Γεωργίου των Σκορτών και γι’ αυτό πήρε σαν αντάλλαγμα δύο χωριά στην καστελανία της Καλαμάτας (J. Longnon, Chronique de Moree, σ. 326), Κουγέας, Μελιγκοί, σ. 18.
1335 Χώρα του Ispen. Θεωρείται η περιοχή από Ανδρούβιστα μέχρι Οιτύλου (Ίσως περιλάμβανε και τη Ζαρνάτα). Ο Omar εμίρης του Αϊδινίου πήγε στην περιοχή που διοικούσε ο Ισπανός ή Σπανός ή Σπανής και παρά το γεγονός ότι προβλήθηκε άμυνα ο Omar κατόρθωσε να πάρει δύο τόπους όπου έσφαξε τους άνδρες και πήρε σκλάβους τα γυναικόπαιδα. Lemerle σ. 103.
1459 «ει και ο μεν (Θωμάς) απήρε την Καλαμάταν και το Λεύκτρον και πολύ του της Μάνης Ζυγού», Φραντζή 391 β, σ. 112.
«Ο μεν γαρ δεσπότης κυρ Θωμάς παρέπιπτε και επολιόρκη τα του αυτάδελφού του άστεα και Χώρας, Ζαρνάταν λέγω και τα έτερα της επιτροπικής του Μελισσηνού». Ό.π., 390 β.
«Και ο μεν παρέλαβε τάχα την Ζαρνάταν, ο δεσπότης κυρ Θωμάς λέγω και το Λεύκτρον και το πολύ της Μάνης Ζυγού και την Καλαμάταν» ό.π΄., 391 β΄
1465 Στις 25 Αυγούστου 1465 ο Ιάκωβος Βαρβαρρήγος – Γενικός Προνοητής του Μοριά – με γαλέρα πήγε στην Μαντίνεια και από εκεί συνέχισε προς την Καρδαμύλην και Λευκτρον για να βοηθήση τις προσπάθειες του Μαλατέστα να βοηθήση τη φρουρά στο Λογκανίκο. (Μομφεράτος, σ. 40).
Χωρογραφικός πίνακας Hopf: 34. Lesfaro, 1463, σ. 202. 25. Lefro, 1463 σ. 203 και 120. Lefeo 1467, σ. 205-6.
1570 Τούτοις ασμένως συνέδραμον και οι Έλληνες της Μαΐνης (Στρατολογήθηκαν στους Βενετούς) ότε ο Κουηρρίνος διεπόρθησε τον βραχίονα της Μάνης φρούριον παρά Λεύκτροις. (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 111,
Νηφάκης: Λεύκτρος στίχ. 75.
1805 Leake, Χάρτης.
1813 Πουκεβίλ: Levtro διέθετε 15 πολεμιστές εκστρατείας και 17 στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 85.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 224: Στο ίδιο μέρος το αρχαίο Λεύκτρον.
Forster: Επιγραφές σ. 162, 175.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 287, 289.
Morritt, σ. 51, Λευκτρο, Πέφνος.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 387, 388, 389, 391, 392, 398, 400 – Κιστέρνα, σ. 389.
Leake: σ. 262, 284, 307, 315, 320, 321, 322, 328, 329, 331.
Πουκεβίλ, σ. 552 (Κιστέρνες σ. 600, 607).
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 76.

ΛΙΜΕΝΙ

1805 Leake χάρτης
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Λιμένι.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι 222-3 Διοικητική δαίρεση:
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 429. Λιμένι Τσίμοβας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476. Λιμένι
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 525. Πύργος στο Λιμένι.
Ό.π., σ. 235. Κίνηση στο Λιμένι.
Post: σσ. 92, 96, 98, 105.
Leake σ. 312.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης: σσ. 36, 39, 46. 60, 67, 79, 108, 113, 119, 123, 126, 148, 170, 180, 192.

ΛΙΜΝΗ

Στη Λίμνη κατοικούσε η οικογένεια Πετροπουλάκη.
Νηφάκης, σίχ, 47. Λίμνη.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Λιμνιώτες – Μαλέβρι.
1813. Πουκεβίλ, Λίμνη 40 άνδρες για εκστρατεία και ο ίδιοε στιθμόε στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Λίμνη κάτοικοι 139.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 139. (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 421, Λίμνη.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 148.

ΛΙΜΠΕΡΔΟ-ΠΛΑΤΑΝΟΣ

1700 Παναγιωτόπουλος, σσ. 19, 287, 310, Limbardo άνδρες 58 σε πληθυσμό 271.
Νηφάκης: Λίμπερδο στίχ,, 47.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Λιμπερδιώτες – Μαλέβρι.
1813 Πουκεβίλ Liverdo πολεμιστές εκτρατείας 40 και γενικά 50.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 83.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 490 «Ο Άγιος Δημήτριος Λιμπέρδου με τας επαλλήλους οδοντωτάς ταινίας εις τους τοίχους των κεραιών του Σταυρού».
Δρανδάκης, Τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 72: Διάκοσμος 12ου αιώνος στον Άγιο Δημήτριο Λιμπέρδου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 269: 1836 έγγραφο από Λίμπερδο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 268» 1829 έγγραφο από Λίμπερδο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 435, Λίμπερδο.

ΛΙΟΝΤΑΚΙ-ΛΕΟΝΤΑΚΙ

1700 Παναγιωτόπουλος, Lindachi άνδρες 13 σε πληθυσμό 40.
1692 Topping: Sela e Liondadi πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 19 ½ και στους Βενετούς 16 ρεάλια.
Νηφάκης, Λιοντάκι στιχ. 35.
1813 Πουκεβίλ Liondaki πολεμιστές εκστρατείας 20 και γενικά 30.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Μπουλαριών.

ΛΟΣΝΑ-ΛΟΖΝΑ – ΠΗΓΗ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Losona di Plazza με 30 σπίτια.
Νηφάκης: Λοσνα στιχ. 78.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Λοσνά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Παναγία Γιάτρισσα Λοσνάς, τοιχογραφίες από Μιχαήλ Κατσαρό 1693.

ΛΟΥΚΑΔΙΚΑ

Βλέπε κάστρο Κολοκυθιάς στα 1618-1670.
1700 Παναγιωτόπουλος: 27. Lucadica με άνδρες 47 σε πληθυσμό 171.
1692 Topping: Candili e Lucadica πλήρωναν φόρο στους Τούρκους και στους Βενετούς 97 ρε’αλια. Προφανώς το Κανδήλι είναι κάστρο που αναφέρεται στην εισβολή του Κλαδά στη Μάνη το 1480.
18ος αιώνας. Χειρόγραφο Παπαδάκη: Λουκάδες.
Νηφάκης, Λουκάδικα στίχ, 39.
1813 Πουκεβίλ, τα Λουκάδικα (Ducadia) διέθεταν 40 άνδρες εκστρατείας και γενικά 70.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 116.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ’, σ. 188, τοπωνύμιο Στεφανόπουλων.
Ό.π., σ. 445. Κάτοικοι 116 (1830).

ΚΑΣΤΡΟ ΜΑΪΝΗΣ – ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΪΝΑ

10Ος αιώνας Πορφυρογέννητος: «οι του κάστρου Μαΐνης οικήτορες…»
Χωρογραφικοί πίνακες του Hopf:
α) Αναφέρεται το κάστρο Μαΐνης στα 1463 σ. 202, αριθ. 35.
β) Πάλι στα 1463 σ. 203, αριθ. 24. Maina Grande in Brazzo di Maina ut supra
γ) σελ. 205-6, αριθ. 117. Maina grande το κατείχαν οι Βενετοί.
δ) σ. 206 Maina
ΕΠΊ Κλαδά αναφέρεται «μεγάλου και Μάνης», που πρόκειται για Μαγάλη Μάνη (Σάυας Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 38)
Στα 1571 φρούριο της Μάνης εννοείται το Πόρτο Κάγιο, ενώ το Τηγάνι αποκαλείται Παλαιόκαστρο (Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί , τομ. Α΄, σ. 258).
Ό.π, σ. 258: Για τους Τούρκους οι περιοχές της νοτίου Πελοποννήσου είναι: Μυστρά, Κορώνης, Καλαμάτας, Μονεμβασίας, Μπαρδούνιας και Μαγάλης Μάνης.
Ό.π., σ. 257: Την Μάνη αποτελούσαν τρεις περιοχές: α) Οίτυλο (Έξω Μάνη), β) Κολοκυθιά (Κάτω Μάνη) και γ) Βραχίων Μάνης (Μέσα Μάνη).
Ό.π., σ. 262: «Όλος ο τόπος της Μάνης από το Βραχίονα της Μάνης μέχρι το Οίτυλο». Άλλη η σημασία του Βrazzo di Maina στο ένα και άλλη στο άλλο.
1615 αναφέρεται ότι οι κάτοικοι του βραχίονα της Μάνης, του Οιτύλου, Ζυγού και Καλαμάτας (Δασκαλάκης, Μάνη και Οθωμανική Αυτοκρατορία σ, 55, Buchon σ. 254 και Στ. Καπετανάκη σ. 396). Το Γύθειο που αναφέρει ο Δασκαλάκης δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια. Θεωρούμε ότι πρόκειται για το Ζυγό.
Επισκοπή Μαΐνης, Ζερλέντης σ. 29.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, Μαΐνη, ό.π., σ. 2-3: Νυκλιάνικο-Κατωπάγκι- Πεντάδα- Ξούμερο.
Ό.π., σ. 81 κάστρο Μαϊνης.
Ό.π., σ. 261 και 263: Περί κάστρου Μαΐνης.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 63-66 επίσκοπος Μαΐνης, αρχιεπίσκοπος Μαΐνης 1812.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 131-143 εμπόριο Μάνης.
Πελοποννησιακά τόμ ΙΖ΄, σ. 153, επισκοπή Μαΐνης.
Leake, σ. 307..

ΜΑΛΕΒΡΗΣ (Περιοχή)

1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Μαλέβρης: Καρβελάς, Μαραθέα, Πηλάλα, Πάνιτσα, Λίμπερδο, Λίμνη, Παλοβά, Σκυφιάνικα, Καρεα, Κρύο Νερό, Σκαμνάκι.
Leake, σ. 257, 263.

ΜΑΛΕΒΡΙΑΝΙΚΑ Σταυροπηγίου

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μαλεβριάνικα.
1780 Τα Μαλεβριάνικα υπάγονται στην επισκοπή Ζαρνάτας η οποία το 1811 έγινε αρχιεπισκοπή (Βλέπε Ζερλέντης)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 152: Δίκλητος σταυρεπίστεγος ναός Αγίου Ιωάννου Προδρόμου και Αγίου Νικολάου μαλεβριάνικα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 73-4. Άγιος Ιωάννης και Νικόλαος εικόνες 13ου αιώνα.
Φιλική Ετααιρεία αριθ. 110 Γεώργιος Πισκοπέας από Μαλεβριάνικα.
Πουκεβίλ, σ. 558.

ΜΑΛΤΑ – ΜΑΛΤΙΤΖΑ

1700 Παναγιωτόπουλος: 34. Maltizza άνδρες 26 σε πλήθυσμό 157.
37. Varvuni e Maltizza άνδρες 36 σε πληθυσμό 160.
Νηφάκης Μάλτα στίχ. 67.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μάλτα
1790 Η Μαλτίτζα υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας, το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 136: Στη δεσποτική εικόνα του Χρηστού στην Υπαπαντή της Μάλτας υπογράφει ο εκ Πραστίου Αναγνώστης Τουχνάκης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 391, μονή Ανδρουμπεβίτζης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434, Μάλτα.
Λακωνικαό Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 415-434. (Πούλος Μαυρίκος).
Λακωνικαό Σπουδαί,τόμ. ΙΔ’, σς. 427-516 (Οικογένεια Κουτήφαρη).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 453. Μάλτα – Κουτήφαρη.
Cockerell. σ. 90 «Επισκεφθήκαμε μερικά πολύ όμορφα χωριά. Το όνομα ενός ήταν Μάλτα, των άλλων δεν μπόρεσα να τα καταλάβω». Και σ. 93 «Όσον αφορά την προέλευση Μάλτα μπορεί να φέρει κανείς στο μυαλό του ότι οι Βενετοί κατά την κατοχή τους υποθήκευσαν μέρη του Μοριά στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη και μπορεί αυτό να ήταν ένα από τα φρούριά τους»
Πουκεβίλ σ. 558.,

ΜΑΛΤΣΙΝΑ-ΜΕΛΙΣΣΑ

Νηφάκης στίχ. 107, Μαλτσίνα.
1700 Παναγιωτόπουλος: Μαλτσίνα άνδρες 28 σε πληθυσμό 119.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.
Επισκοπή Μαλτζίνης: Ζερλέντης σ. 51.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 367. Επισκοπή Μαλτζίνας: Μαλτζίνα 40 οικογένειες με τέσσερους παροίκους. Καθολικόν το Γεννέσιον της Θεοτόκου. (1819). (Επισκοπή Μαλτζίνας: Άρνα και Κοτζατίνα, Ζελίνα, Πρίτζα, Τζέρια, Ρόζοβα, Στροτζάς, Κουρτζούνα, Σελεγούδι, Άγιος Νικόλαος, Κόκκινα Λουριά, Μαλτζίνα, Αρχοντικό, Πετρίνα, Κλούκιτζα, Λάγιου, Τρίνησα, Στεφανιά, Αλεβέτζοβα, Λυκοβουνό, Δαφνί, Βίγλα, Τάραψα, Ασήμι).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 427 (Μαλταίνα οικογένειες 52, κάτοικοι 234 (1830)
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 137: Μαλτζίνα: Γεώργιος Γράφος.
Ό.π., σ. 118, Μαλτσίνα.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 116.

ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΜΙΚΡΗ

Η Βυζαντινή Μαντίνεια οικοδομήθηκε μάλλον στο χώρο της αρχαίας Αβίας από Μαντινείς (Αρκάδες), οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους όταν κατά τον Μεσαίωνα ήρθαν Σλάβοι στην Πελοπόννησο. (Fugere, βλέπε Hertzberg σ. 277), τους συναντούμε όμως για πρώτη φορά στα 1415, όταν πολιορκήθηκε η Μαντίνεια από το Λεονάρδο Τόκκο με εντολή του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’. Βλέπε λεπτομέρεις στον Sciro και στου Στ. Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996.
Στη Μαντίνεια κατέφυγε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος για λόγους υγείας. Φραντζή Χρονικό, 122β.
Στα 1429 ο Θεόδωρος Παλαιολόγος παραχώρησε τις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου και την κληρονομιά Επιτροπική του Νικηφόρου Μελισσηνού στον αδελφό του Κωνσταντίνο. Φραντζή Χρονικό 133β.
Στα 1448 όταν ο Κωνσταντίνος Πλαιολόγος έγινε αυτοκράτορας του Βυζαντίου παραχώρησε το δεσποτάτο του Μυστρά στον αδελφό του Δημήτριο και μαζί την Μαντίνεια. Μετά από 10 χρόνια δηλαδή στα 1458, όταν ο Μωάμεθ ο Β’, μπήκε στην Πελοπόννησο κατέφυγε στη Μαντίνεια οικογενειακώς ο Θωμάς Παλαιολόγος. (Χαλκοκονδύλης ρ, σ. 238-9, σ. 447) (Κριτόβουλος Γ΄, σ. 196-8 παράγρ. 23, (Φραντζής 387β, σ. 526, 528, 534, ακόμη 112 ).
Την επόμενη χρονιά, 1459, οι δύο αδελφοί Παλαιόγοι άρχισαν τον μεταξύ τους πόλεμο και ο Θωμάς βρέθηκε να πολιορκεί τη Μαντίνεια που κατείχε ο αδελφός του Δημήτριος (Χαλκοκονδύλη ρ 250, Φραντζής 391 β, 112.
Στα 1460 από τη Μαντίνεια πήρε το καράβι για τη Δύση ο Θωμάς Παλαιολόγος, Βραχύ χρονικό – Χαλκοκονδύλη ρ 154, Λάμπρου, Βραχύ χρονικό τόμ. Α’, αριθ. 9.
1465 Μομφεράτου, Μαλατέστα: Ορμητήριο η Μαντίνεια για την πολιορκία του Μυστρά.
Χωρογραφικοί πίνακες του Hopf:
1) 1463: 33. Mantegna σ. 202.
2) 1463: 26 Mantegna in brazzo ut supra
3) 1467: 116. Mantegna
4) 1471: 55. Mantinea
Σκοτάδι καλύπτει την Μαντίνεια για τα επόμενα χρόνια. Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται να έχει 30 σπίτια και η Κόκα της Μαντίνειας 40 σπίτια. Η θέση της Μαντίνειας του 1618 δεν γνωρίζουμε αν διατηρεί την παραλιακή της θέση ή τη θέση της σημερινής Μεγάλης Μαντίνειας.
Στα 1659 αναφέρονται οι Γαϊτσές, το Λεφτίνι, η Ανδρούβιστα, η Μαντίνεια, βλέπε Καραθανάση, Πελοποννησιακά το. Η΄, σ, 250.
Στα 1673 μετά από επανάσταση του Λιμπεράκη Γερακάρη και την ατυχή πολιορκία του κάστρου της Ζαρνάτας, οι Τούρκοι κατάλαβαν την περιοχή του Σταυροπηγίου και πούλησαν τους Μαντίναίους σκλάβους. Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 162-170.
Δεν είναι γνωστό αν η Μαντίνεια από την οποία πήραν οι Τούρκοι 500 σκλάβους ήταν η παραλιακή, που στις μέρες μας φέρεται με το όνομα Παλαιόχωρα ή Μεγάλη Μαντίνεια.
Στα χρόνια της βενετοκρατίας αναφέρεται μόνο η Μικρή Μαντίνεια που σημαίνει ότι η Μεγάλη Μαντίνεια θα ήταν πιθανώς κατεστραμμένη.
Στο μοναστήρι του Αγίου Νικήτα των Δολών, που εικονογραφήθηκε στα 1752 υπάρχει επιγραφή στην Αγία Πρόθεση που αναφέρει «Χωριά Μαντίνειας», που σημαίνει ότι δεν είναι ένα το χωριό.
Στη Μεγάλη Μαντίνεια στο εξωτερικό του δυτικού τοίχου του καθολικού της Κοίμησης της Θεοτόκου υπάρχει εγχάρακτη επιγραφή με την χρονολογία 1720. Δίπλα στο καθολικό υπάρχει η εκκλησία της Ευαγγελίστριας με εγχάρακτη επιγραφή και χρονολογία 1743 και τέλος ο Άγιος Ανδρέας της Μεγάλης Μαντίνεια είναι εικονογραφημένος στα 1754 με δαπάνη του Γεωργίου Γεωργουλάκη.
1655 Χασιώτης σ. 155, Mandigna
1670 Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 296 αναφέρεται χωριό Μαντιγια. Έχει αμπέλια, δέντρα.
1642 η Μαντίνεια αναφέρεται σαν όριο της Μάνης. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 137.
1673: Πήραν από τη Μαντίνεια 500 σκλάβους (ό.π., σ. 169).
1700 Παναγιωτόπουλος: Μικρη Μαντίνεια άνδρες 35 σε πληθυσμό 166.
1692 Topping. Mandigna στους Τούρκους πλήρωναν φόρο 331 και στους Βενετούς 120 ρεάλια.
Νηφάκης: Μαντίνειες στίχ. 65.
1805 Leake χάρτης.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι Μεγάλης Μαντίνειας 285, και Μικρής Μαντίνειας 166.
1780 η Μαντίνεια υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας και στα 1811 οι Μαντίνειες υπάγονταν στην αρχιεπισκοπή Ζρνάτας (Ζερλέντης)/
Forster: Επιγραφή Αβίας στην Παλαιόχωρα: 164, 178.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 286: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 121: Ο εκ Μεγάλης Μαντίνείας Χρύσανθος Παγώνης έγινε Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας στα 1801 .
Ό.π., σ. 129 Γεράσιμος Παγώνης
Ό.π., σ. 176 Δεκατρεις επιγραφές Μεγάλης Μαντίνειας 1904
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ Η΄, σ. 420, Μικρή και Μεγάλη Μαντίνεια, σ. 434.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 171, Ο Χρύσανθος Παγώνης γίνεται Μονεμβασίας 1801.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 249-250. 1659 Μαντίνεια
Φιλική Εταιρεία, αριθ. 107 Γαβριήλ Φραγκούλης, αρχιμανδρίτης την 1 Φεβρουαρίου 1819 και αριθ. 326 Μονεμβασίας Χρύσανθος. Ακόμη είναι αριθ 125. Γεώργιος Παγωνόπουλος γραμματικός του Μονεμβασίας 28 χρονών, Πρόκειται για τον Γεώργιο Παγώνη ανιψιό του Χρύσανθου που έγινε μετά μητροπολίτης Αργολίδος.
Καν. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα τόμ. Α΄, σ. 51: Προσπάθεια Ελλήνων και Τούρκων του Μοριά να κληθεί ο Μέγας Ναπολέων να κατακτήσει το Μοριά και να αυτοδιοικηθούν οι Μοραϊτες Τούρκοι και Έλληνες μαζί.
Cockerell σ. 88-9 αναφέρει ότι για να πάει στους Δολούς αποβιβάστηκε στην ακτή κοντά στα ερείπεια ενός χωριού που το είχαν καταστρέψει οι βάρβαροι πειρατές και είχαν πάρει σκλάβους τους κατοίκους του, σ. 92: Πηγαίνοντας από Καλαμάτα στην Καρδαμύλη πέρασε από Μαντ’ίνεια, αλλά δεν διευκρινίζει Μικρή ή Μεγάλη. Θα πρόκειται όμως για τη Μικρή που είναι πάνω στο δρόμο. Χαρακτηρίζει τον οικοδεσπότη που τους περιποιπηθηκε σαν εξαιρετικά φιλόξενο και τους έκαναν καλή εντύπωση οι ελεύθεροι Έλληνες.
Morritt σσ. 36 και 44: περί Αβίας.
Post σσ. 74. 77, Παλαιόχωρα – Μαντίνεια.
Fougere σ. 598-9.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 387, 391-2, 398, 401-2, Αβία 388, 396
Leake, σ. 324, 332.
Πουνεβίλ σ. 558, 585
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 15, 53.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 53, 63, 14, 25, 170.
1447 Ι. Κ. Βογιατζίδης: Νέος Ελληνομνήμων τόμ. 19 (1925) σ. 202. Ο Ιωάννης Ευγενικός από την Πετρίνα πήγε στη Λακωνική Μαντίνεια για να επιβιβσθεί πλοίου που θα τον πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη.

ΜΑΡΑΘΕΑ

Νηφάκης: Μαραθέα στίχ. 45.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Μαραθιώτες-Μαλέβρη.
1813 Πουκεβίλ, Μαραθέα διέθετε 25 άνδρες για εκστρατεία και γενικά 40 πολεμιστές.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 119.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447. κάτοικοι 119 (1828-30).

ΜΑΡΑΘΟΝΗΣΙ – ΓΥΘΕΙΟ

Νηφάκης: Μαραθονήσι στιχ. 48.
1813 Πουκεβίλ Μαραθονήσι μπορούσε να κινητοποιήσει 300 μαχητές εκστρατείας και στον τόπο τους 600.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 618 εις επαρχία Τρυγονά.
Δημητράκος, Νυκλιάνοι σ. 250: Στο Μαραθονήσι γεννήθηκε ο Θεοδώρμπεης.
Forster Επιγραφές σ. 177 και 180.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρι ο Άγιος Γεώργιος (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 188, Γαλλικό υπόμνημα.
Ό.π., σ. 445: κάτοικοι 618 (1830.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 242, 256, 362. Έγγραφο από Μαραθονήσι από το 1830.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 438: Άγιος Γεώργιος Μαραθονησίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434 και 436: Μαραθονήσι, 266 του 1805
Πεόποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 85. Μαραθονήσι έδρα Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 57: Μαραθονήσι περί Τζανετάκη.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 99, 100, 103 Μαραθονήσι.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο, σ. ξζ΄: Ο Αναγνωσταράς γράφει ότι από το Πόρτο Μαραθονήσι ξεκινούν 600 στρατιώτες υπό τον Γεωργάκη και Μαγιόρ Πιέρο (Είναι τα παιδιά του Τζανήμπεη).
Ό.π., σ. ξη΄, ο Φιλήμων γράφει ότι από το Μαραθονήσι ξεκινούν 500 στρατιώτες με τον Γρηγοράκη.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 235: Λιμάνι Μαραθονήσι.
Morritt, σ. 34, 55, 56, 58, Κρανάη σ. 57.
Επιστολές του ανωτέρω σ. 204, 206.
Post, σ. 111, 115-6-7-9, 120-1-3-4-6.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 405.
Leake, σσ. 234-5, 240-3-5-7-8. 251-3-7-9, 260-3-6. 316.
Πουκεβίλ, σ. 558, 568, 582, 584, 602-4.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 38, 54.
Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 148, 82.
Στεφανόπολι, Μαραθονήσι σ. 146, 165, 216, 228. Γύθειο σ. 150, 176, 179, 233, Κρανάη σ. 118, 146.

ΜΑΡΒΙΝΙΤΣΑ (Μοναστήρι στα Σωτηριάνικα)

Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, 1987-8, Β΄, μέρος σ. 85.

ΜΑΡΜΑΡΙ (Λιμάνι)

1571 Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 259 αναφέρεται το λιμάνι Μαρμάρι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μαρμάρι.
Leake, σ. 29.

ΜΑΡΟΥΛΙΑ

Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 148

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ

1806 Υποσχετικό Αντώνμπεη, Μαυροβούνι εις Τρυγονά.
1805 Leake Μαυροβούνι.
Ό.π., σ. 234-6. 251-2-3-4-9, 265-7, 316, 323.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μαυροβούνι/
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 134: Σε εικόνα του Προδρόμου στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα από το 1869 αναφέρεται Μπουρλετίδης Δημήτριος «Έγραψεν εν Κουτήφαρη».
Ό.π,, σ. 136 στο ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου σε εικόνα της Μυρτιδιώτισσας (1756) ο Αθανάσιος Φουρναρόπουλος.
Forster, επιγραφές 187.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 445, κάτοικοι 378 (1830).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 252 κ.ε. Έγγραφα από Μαυροβούνι 1829-30.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. ΣΤ΄, σ. 272, έγγρφο από 1837.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. Η΄, σ. 434: Μαυροβούνι.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 525 και 537, Πύργος Τζανήμπεη.
Post, σ. 119.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 54.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 148.
Στεφανόπολι (Πύργος Τζανετάκη) σ. 121.

MEZAΠOΣ

1805 Leake, Χάρτης
Ό.π., σ. 286 (Τηγάνι) σ. 287, 310.
1829 Μέζαπος Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Χάρτης.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. Γ΄, σ. 461, ναός Βλαχέρνας παρά τον Μέζαπον. Σταυροειδής μετά τρούλλου του 12ου αιώνα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, σ. 68, 80, 82 Βλαχέρνα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση, 1835 και 1841 δήμος Μέσσης, 1914 κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 231 Μέζαπος= Mesa-Porto (Μέσα-Πόρτο) που σημαίνει λιμάνι της Μέσσης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 291, Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 478, 479, 497.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 175, ετυμολογία.
Πελοποννησιακά τομ. ΙΒ΄, σ. 220, Δίας Μεζαπεύς (Μέζαπος).
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7 από Μέζαπο στο Πεταλίδι: Α) Σάσσαρης.
Πουκεβίλ (Νέζαπος) σ. 599.
Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 88.

ΜΕΛΙΣΣΙ (κάστρο στο Μαυροβούνι του Τζανήμπεη)

Νηφάκης Μελίσσι στιχ. 47.
1813 Πουκεβίλ, το αναφέρει Μελεϊσι, στην επαρχία Τρυγονά, μπορούσε να κινητοποιήσει 300 πολεμιστές εκστρατείας και 600 στον τόπο τους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 269 και 271, έγγραφο από Μελίσσι.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 105, 1817 Αναγνώστης Κροντηράς.
Leake, σ. 253,
Στεφανόπολι, σ. 121, πύργος Τζανετάκη Γρηγοράκη.

ΜΗΛΕΑ

1618 σε επιστολή προς τον δούκα του Νεβέρ υπογράφει ο «Οικονόμος Νέρης Χώρας Μηλέας», Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς.
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Κάτω Μηλέα με 35 σπίτια και Απάνω Μηλέα με 120 σπίτια. Η Απάνω Μηλέα αποτελείται από τα Φαγκριάνικα και τα Ξανθιάνικα.
1655 Χασιώτης σ. 155 Miclea
Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300 «Χωριό Μίλα έχει διακόσια σπίτια και τριακόσους οπλοφόρους».
1692 Topping, Milea Aracova πλήρωναν φόρο σε Τούρκους 348 και στους Βενετούς 160 ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου, Κουγέας Ελληνικά, τόμ. 6, σ. 299. Η Μηλέα ανήκε στην αρχιεπισκοπή Πλάτσης.
Νηφάκης, Μηλιά στιχ. 88, 121 και Μηλεα 99
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Μηλέα, καπετάν Γιωργάκης Κυβέλος.
1805 Leake Μηλιά: Μηλέα.
Επισκοπή Μηλέας, Ζερλέντης, σ. 48.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 456: Μεταμόρφωση στα Φαγκριάνικα (από το όνομα Φαγκρης) Μηλέας, δικίονος με νάρθηκα και τετραλοροφον κωδωνοστάσιον του 1808. Διασώζει δύο στρώματα τοιχογραφιών. Αι του πρώτου (13ος αιών) διακρίνονται εις το διακονικόν. Αι του δευτέρου μεταγενέστεραι ανάγοντα στον 17ο αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 456 Στα Ξανθιάνικα Μηλέας ναός Ιωάννου Προδρόμου με τοιχογραφίες από το 1706 του Χριστόδουλου Καλλέργη και της Κοιμήσεως στην Κάτω Χώρα με τοιχογραφίες του 1750 και κωδωνοστάσιο του 1776 κλπ.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 130 στον ναό Αγίου Νικολάου Μηλέας στο 1757 υπογράφει: «Δια χειρός Διονυσίου ιερομονάχου από Νομιτζή».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 131, Χριστόδουλος Καλλέργης 1706, ναός Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στα ξανθιάνικα Μηλέας.
Ό.π., στον ίδιο ναό στα 1839 ζωγράφησε ο Ηλίας Καλοφακάκης.
Ό.π., σ. 132: Στα 1692 στη μονή Αγίου Δημητρίου ζωγράφησε ο Μιχαήλ Κατσαρός,
Ό.π., σ. 134, στον Άγιο Δημήτριο Κάτω Χώρας Μηλέας εικόνα Αγίου Δημητρίου ζωγράφισε ο Η. Μπουργετίδης.
Ό.π., σ. 134, 1750, ναός Θεοτόκου στα Ξανθιάνικα Μηλέας «Δια χειρός Νικολάου από Νομιτζή και Αναγνώστη από Λαγκάδα».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 142, τρουλλαίος σταυρεπίστεγος α) Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος Ξανθιάνικα Μηλέας και β) Κοίνησης Θεοτόκου Κάτω Χώρας Μηλέας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 290 υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 63, κωδωνοστάσιο Κοίμησης Μηλέας και Μεταμόρφωσης Φαγκριάνικων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434, Μηλέα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 511 Μηλέα.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 429, Μηλέα: Capitan Jiatro da Milea.
Ό.π., σ. 450, Ξανθός Ξανθάκης 1718.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 69, Μηλέας Ιωσήφ 1812.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428. Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος Ξανθιάνικα Μηλέας.
Πατριαρχέας Δίπτυχον σ. ξζ΄: Σύμφωνα με τον Αναγνωσταρά η Μηλέας και τα χωριά της με τον Πανάγο Κυβέλο μπορούσε να κινητιποιήσει 500 στρατιώτες.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7. Από Μηλιά στο Πεταλίδι: Α) Κατσιγιάννης.
Κ. Σάθα. Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Ε΄, σ. 33.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 387.
Leake, σ. 261, 264, 265, 316, 318, 320.
Πουκεβίλ, σ. 596.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τόμ. Β΄, σ. 158, 161, 164: Κατω Χώρα Μηλέας σ. 169, Ξανθιάνικα σ, 169.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 39-40.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 76.

(Γαρμπελέα Μηλιάς)

Νηφάκης, στιχ. 100, Γκαρμπελέα.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 434 Γαρμπελιά.
Πελοποννησιακά, τόμ. Ε΄, σ. 166, ετυμολογία από Γαρμπελέα.
Leake, σ. 262.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τόμ. Β΄, σ. 159.

ΜΗΝΙΑΚΟΒΑ – ΝΕΑ ΚΑΡΥΟΥΠΟΛΗ

18ος αιώνας, χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Μηνιάκοβα ή Νέα Καρυόπολη 1763.
Νηφάκης, Μηνιάκοβα στίχ. 44.
1806 Υποσχετικό Αντώνμπεη: Μηνιακοβίτες εις Φωκά.
1813 Πουκεβίλ: Μηνιάκοβα πολεμιστές εκστρατείας 30 και γενικά 45 πολεμιστές.

ΜΙΑΝΕΣ – ΠΑΛΥΡΟΣ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή. Χαρτης.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 94. Αναφέρονται Μιανές ή Κοκκινόγεια.

ΜΙΝΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Μίνα με 40 σπίτια.
1700, Παναγιωτόπουλος, σ. 11, Μίνα άνδρες 39 σε πληθυσμό 123.
1692 Τοpping, Mina και Carini (Καρίνια) πλήρωναν σε Τούρκους και Βενετούς φόρο 21 ½ ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, Χειρόγραφο Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα. Αναφέρεται Μίνα.
Νηφάκης Μίνα στίχ. 206.
1805 Leake, Χάρτης. Ακόμη σ. 287.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μίνα κάτοικοι 380.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 458, αναφέρεται σε ναό Αγίων Αναργύρων με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 73, Άγιοι Ανάργυροι Μίνας (13ος αιώνας).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Μίνας (κάτοικοι 1089 το 1928). Αγγιαδάκι, Άγιος Γεώργιος, Βάμβακα, Μπρίκι, Έρημος, Κουλούμι, Καρύνια, Κότραφας, Κότσιφας, Κουτρέλα, Κριτσέλι, Λάκκος, Πολεμίτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 466: Άγιος Γεώργιος στην Καρίνια Μίνας.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 250-254: Άγιοι Ανάργυροι β΄ ήμισυ του 13ου αιώνα.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Από Μίνα στο Πεταλίδι: Συφίλιας-Κουμεντάκος.

ΜΟΥΝΤΑΝΙΣΤΙΚΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μουντανίστηκα
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, Διοικητική διαίρεση, 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Τσουκαλιών.
Κ. Σάθας, Μνημεία Ελληνικής ιστορίας, τόμ. Ε΄, σ. 17, αναφέρεται στα 1499 σαν στρατιώτης ο Paulo Muntano.

ΜΠΑΖΙΓΟΥ

Νηφάκης: Μπαζίγου, στίχ. 77. Μικρός οικισμός μέχρι σήμερα στην παραλιακή πεδιάδα του Λεύκτρου

ΜΠΑΝΙΤΣΑ-ΠΑΝΙΤΣΑ – ΜΥΡΣΙΝΗ

Νηφάκης στιχ. 45 Μπάνιτζα.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Πανιτζιώτες – Μαλέβρη.
1805 Leake: Banitza σ.257, 267.
1813 Πουκεβίλ: Pagnitza διέθετε 100 πολεμιστές εκστρατείας και οι ίδιοι ήταν για τον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 357.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ, σ. 447, οι κάτοικοι το 1830 ήταν 357
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Αγιογράφος στο ναό Αγίου Γεωργίου (1750) ο Αναγνώστης από Λαγκάδα.
Ό.π., ναός Αγίου Γεωργίου (1745), Νικόλαος από Νομιτζή.

ΜΠΑΡΛΟΥΚΙΑΝΟΙ

Χειρόγραφο Παπαδάκη του 17ου αιώνα στους Νυκλιάνους του Δημητράκου, σ. 205. Μπαρλουκιάνοι.

ΜΠΙΛΙΟΒΑ – ΚΕΝΤΡΟΝ ΓΑΪΤΣΩΝ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται η Villa Nuova in Gacizza με 20 σπίτια που πρέπει να αντιστοιχεί με την Μπίλιοβα.
1700 Παναγιωτόπουλος Biglio e Snarita άνδρες 37 σε πληθυσμό 146.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Μπίλιοβα.
1780 Η Μπίλιοβα υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434.
Πουκεβίλ, σ. 558.

ΜΠΟΥΛΑΡΙΟΙ, Άνω και Κάτω

1618 από τη στατιστική του Π. Μέδικου φαίνεται ότι: 88. α) Apano-Mulareon Νυκλιάνοι με 40 σπίτια και 89 β) Chato Mulareos με 30 σπίτια.
Βαγιακακκος, Μανιάται στη Ζάκυνθο Α΄ 32. 1663 αναφέρονται οι «Πουλαριοί».
1700 Παναγιωτόπουλος 32. Bullariu Bassa άνδρες 23 σε πληθυσμό 109 και 35. Bulariu Alta άνδρες 26 σε πληθυσμό 96.
1692 Topping Bularus e Dipori πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 29 και στους Βενετούς 26 ρεάλια.
Χειρόγραφο Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους Μπουλαριοί.
Νηφάκης στίχ. 209 Μπουλαριοί Άνω και Κάτω.
1806 Υποσχετικό στον Αντώμπεη Μουλαριοι: Κάτω Χώρα, Σπηλιωτιάνικα, Μαρτιάνοι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Επάνω και Κάτω Μπουλαριοί κάτοικοι 237.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 42, Δρανδάκη, Ε.Ε.Β.Σ. 37 (1969-70) σ. 449-450, ο ναός Άγιος Παντελεήμων Μπουλαριών ομοιότητες προς τοιχογραφίες Αγίας Σοφίας Κιέβου.
Ό.π., σ. 460: Άγιος Παντελεήμων: Ό.π. σ. 461 Άγιος Γεώργιος.
Ό.π., σ. 461: Συντήρηση τοιχογραφιών εις Άη Στρατήγη εις Δίπορον Άνω Μπουλαριών εις Άγιον Νικόλαον Άνω Μπουλαριών και εις Άγιον Γεώργιον Κάτω Μπουλαριών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 462: Μεταβυζαντινοί ναοί: Άγιοι Τεσσαράκοντα Άνω Μπουλαριών, Παναγίτσα Άνω Μπουλαριών και Παναγία εις Δίπορον Άνω Μπουλαριών, Άγιος Παντελεήμων Άνω Μπουλαριών.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 135, 141, 151: Άη Στρατήγης Μπουλαριών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 147, δίκογχοι ναοί: α) Άγιος Γεώργιος Κάτω Μπουλαριών σ. 149, 152, β) Άγιος Νικόλαος Επάνω Μπουλαριών σ. 149, 151.
Ό.π., σ. 177 Άη Στρατήγης Μπουλαριών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 11, Άγιος Παντελεήμων Μπουλαριών 10ος αιώνας και Άη Στρατήγης 11ος αιών.
Ό.π., σ. 73, Άη Στρατήγης Μπουλαριών 1275 το β΄στρώμα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 80 και 90 Άγιος Γεώργιος Κάτω Μπουλαριών. Ό.π., σ. 80 και 92 Άγιος Νικόλαος Άνω Μπουλαριών και Άη Στρατήγης εκτενώς.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 3, υπάρχουν λάκκοι με νερό για ζώα στον Κούνο, στα Νόμια και Μπουλαριούς.
Ό.π., σ. 106, οι Κάτψ Μπουλαριοί: Θλεση της αρχαίας Ιππόλας.
Ό.π., σ. 222-3 Διοικητική διαίρεση: 1836 και 1841 δήμος Μέσσης. Οι Μπουλαριοί είναι Ανω – Μέσοι και Κάτω. Το 1914 κοινότητα Μπουλαριών με 447 κατοίκους στα 1928 (Μπουλαριοί, Δίπορο, Λιοντάκι, Πέπων).
Ό.π.,σ. 231, Μπουλαριοί = οι κάτοικοι της Ιππόλας = Ιππολάριοι.
Ό.π., σ. 282, ο Vasmer αποδίδει το Μπουλαριοί στο σλαβικό Boljarε που σημαίνει ευγενής, ευπατρίδης, πρόκριτος και μπορεί να το συγκρίνει κανείς με το Βουλγαρικό. Βuljarovo.
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 42, 37, 52, 53, 54, 57, 59, 63, 65, 66, 72, 73, Άγιος Στρατήγης και Άγιος Παντελεήμων Μπουλαριών.
Πελοποννησιακά τόμ ΙΖ΄, σ. 101 Άη Στρατήγης 12ος αιώνας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 39 και 57 από Μπουλαριούς στο Πεταλίδι: Σκλαβόλιας.
1805 Leake σ. 310.
Βαγιακάκος Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 62.

ΜΠΡΙΚΙ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Μπρίκι με 35 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος, 7. Μπρίκι άνδρες 40 σε πληθυσμό 134.
1692 Topping: Brici πλήρωνε φόρο στους Τούρκους και στους Βενετούς 7 ρεάλια.
Νηφάκης, στίχ. 205 Μπρίκι.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Πεντάδα: Παλαιόχωρα, Βάμβακα, Άκια, Κουλούμι και Μπρίκι.
1829 αναφέρεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 42 αναφορά σε Άγιο Λέοντα Μπρικίου, ο οποίος είναι μάλλον αφιερωμένος στον προσφιλή στη Μέσα Μάνη επίσκοπο Κατάνης Λέοντα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 277, Άγιος Γεώργιος Μπρίκι.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 54, «Στο Μπρίκι όπως είναι γνωστό σώζονται ναοί Βυζαντινών χρόνων: ο Άγιος Γεώργιος με μαρμάρινο τέμπλο του 11ου αιώνα». Ο Άη Λέος του 12ου αιώνα και ο Άγιος Νικόλας του 14ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 173 Άγιος Νικόλαος Μπρίκι 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 178 Άγιος Γεώργιος Μπρίκι (13ος αιώνας).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 31: Άγιος Νικόλαος Μπρίκι 14ος αιώνας μονόχωρη με τρούλλο.
Δρανδάκης, Βυζαντιναί τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, 20-70-71-73-80-114 = Άγιος Γεώργιος.
Ό.π., σ. 80 και 89: Άγιος Νικόλαος Μπρίκι.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ, 222-3, Διοικητική Διαίρεση 1836 δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Μίνας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 42, Άγιος Λέων Μπρίκι.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 484, Μπρίκι.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7, από Μπρίκι στο Πεταλίδι: Λαγούδης.
Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 81

ΜΠΡΙΝΤΑ – ΠΡΙΝΤΑ ΓΑΪΤΣΩΝ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Brinda de Gacizza με 30 σπίτια.
1670 Ε. Τσελεμπί Πελοποννησιακά τόμ ΙΔ΄, σ. 298, αναφέρεται σαν Μπίγγα «Από κει προχωρήσαμε ανατολικά. Το Προάστιο του χωριού Πενταλώνια». Μάλλον είναι Πέντε Αλώνια και από εκεί φθάνει κανείς στη Λαγκάδα που οδηγεί στο Μυστρά.
1700 Παναγιωτόπουλος Pritta άνδρες 50 σε πληθυσμό 227.
Νηφάκης, Μπρίντα στίχ. 68.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Μπρίντα.
1780 Η Μπρίντα υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 457 Ναός Προφήτη Ηλία Γκριντίστι με τέμπλο 1774 και κασέλα με εγχάρακτη επιγραφή 1708.
Πουκεβίλ σ. 558.

ΜΥΛΟΙ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Βλέπε Στ. Καπετανάκη, Ο Γέρο-Παναγιωτάκης Καπετανάκης και του ιδίου οι Μαντίνεις της Μάνης.
167- Εβλιγιά Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 295. Πέντε Μύλοι της Μάνης αυτοί οι αλευρόμυλοι έχουν ένα μεγάλο φρούριο. Μέσα στο φρούριο μπορούν να χωρέσουν 200 λατομα. Γύρω στους Μύλους αυτούς είναι όλα τα αμπέλια των Ζαρνατιανών,
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Μύλοι.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 393, 436 Μύλοι Μαντίνειας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, . 77 και 03 Μύλοι μαντίνειας 1770.
Πρλοποννησιακά τόμ. ΣΤ΄, σ. 7, 9, 10, 13, 15. Μύλοι 1699 ενοιίαση.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 525, Πύργος Μύλων.
Morritt σ. 39, 44, 46. kαι επιστολές του ιδίου σ. 200.
Post s. 77-8.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 399, 404.
Leake, σ. 324, 332;
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 54, 170.

ΝΕΑΣΑ

Χωριό κοντά στην Οχιά,
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Νεάτες: Βεσταχαγιάνοι, Ξενιάνοι, Τζουκαλιάνοι, Κακαριάνη.
1829 Γαλλική Εοιστημονική Αποστολή, Νέασα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223: Διοικητική δφιαίρεση, 1914 Κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 231, Νέασα = νέα γη αγρός,, χωράφι που εξημερώθη.

ΝΕΟΧΩΡΙ ΖΥΓΟΥ – ΛΕΥΚΤΡΟΥ

Υπάεχουν δύο χωριά με το όνομα Νεοχώρι: α) Νεοχώριο που είναι νότια της Καρυούπολης και του Καυκί. Αυτό αναφέρεται με αριθ. 57.
Β) Νιοχώρι που βρίσκεται ανατολικά του Λεύκτρου και κοντά στο χωριό Πύργος του Λεύκτρου.
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Νιοχώρι με 35 σπίτια.
Στη σειρά που βάζει τα χωριά ο Π. Μέδικος, δηλαδή κοντά στο Οίτυλο δεν είναι γνωστό. Ίσως το ξέχασε και το έβαλε παρακάτω.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου, Κουγέας Ελληνικά τόμ. ΣΤ΄, σ. 299: Νεοχώριον στην επισκοπή Πλάτσας.
Νηφάκης: Νιοχώρι Λεύκτρου στιχ. 75.
1813 Πουκεβίλ: Niochori πολεμιστές εκστρατείας 60 και στον τόπο τους 100.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 332
1805 Leake, σ. 258, 267.

ΝΕΟΧΩΡΙ ΜΑΛΕΒΡΙΟΥ πρώην ΦΩΚΑ

1813 Πουκεβίλ: Gochori πολεμιστές εκστρατείας 30 και στον τόπο τους 60.
1829 Γαλλική Επιστημονική αποστολή κάτοικοι 174.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 446 Νεοχώριο (Μαλέβρη) κάτοικοι 174 (1828-30)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 133: Ναός Ζωοδόχου Πηγής Νεοχώριο Φουκά 1787 χειρ Μιχαήλ από κώμης Καβάλου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη Νεοχωρίτες εις Φουκά.

ΝΕΡΙΝΤΑ-ΣΝΑΡΙΝΤΑ ΓΑΪΤΣΩΝ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται με 25 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος Biglio e Snarita άνδρες 37 σε πληθυσμό 146.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 71.
1780 η Νερίτζα υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας και 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας. Ζερλέντης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 420, Νερίντα
1815 Πουκεβίλ Snerita σ. 558.

ΝΙΚΑΝΔΡΙΟΝ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Νικάνδρεια με 15 σπίτια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Νικόνδρειο.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3. Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Νικανδρίου: Πύργος, Χαριά, Τριανταφυλλιά, Νικάνδρι, Χαρούδα (δήμαρχος Π. Γιαννακάκης). Μετά το 1841 δήμος Οιτύλου. Το 1914 το Νικάνδρι υπάγεται στην κοινότητα Πύργου.
Ό.π., σ. 231, Νικάνδρι = τοποθεσία που ήταν κτήμα κάποιου Νίκανδρου ή χωριό που βγαίνουν άνδρες νικητές ή από το Νικάρι σημείο που εκεί έγινε κάποτε νίκη.

ΝΟΜΙΑ

1571 Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 257 κ.π. αναφέρεται η Νόμια στην οποία γίνονταν οι συνελεύσεις των Μανιατών.
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Νόμια των Νικλιάνων με 30 σπίτια.
1655 Χασιώτης, σ. 155, σημειώνεται ως Όμια αντί Νόμια.
1700 Παναγιωτόπουλος, 25. Νόμια, άνδρες 40 σε πληθυσμό 163.
1692 Topping, Chita, Coloni, Stomia (Νόμια) πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 80 και στους Βενετούς 36 ρεάλια.
18ος αιώνας χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δηνητράκου: Νόμια.
Νηφάκης στίχ. 207 Νόμια.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη Νόμια: Μιχαλακιάνοι, Κουτσολύκοβασιλιάνοι και Χριστιάνοι.
1805 Leake Νόμια.
Ό.π., σ. 287-8-9, 310.
1813 Πουκεβίλ Nimica πολεμιστές εκστρατείας 40 και στον τόπο τους 230.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 142.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 131 Αναγνώστης Καλκατζάκης – Νίκλος εικονογράφος 1771 – 1791 από Νόμια.
Δημητράκου Νικλιάνοι, σ. 3 υπάρχουν λάκκοι με νερό για ζώα: Νόμια, Κούνος, Μπουλαριοί.
Ό.π., σ. 109 και 128: Τρισάγια Νόμιας στη Νόμια η αρχαία Μέσση.
Ό.π., σ. 231 Νόμια από το νέμομαι (βόσκω) + βοσκοτόπια, νομές.
Ό.π., σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, 1836 και 1841 δήμος Μέσσης, 1914 κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 274 επιγραφές Νόμιας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 496 Νόμια.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 393-4.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 81-2.

ΝΟΜΙΤΣΗ

Παλαιοί οικισμοί πλησίον του Νομιτσή:
α) Σαλαβοτιάνικα ή Συλαβοτιάνικα
β) Καμαράκια
γ) Άγιος Νικόλαος Καμπινάρι.
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται 39. Νομιτσιάνοι με 50 σπίτια.
Για την ετυμολογία της λέξης Νομιτσή πρέπει να προσέξουμε ότι εκεί έμεναν οι Νομιτσιάνοι από το επίθετο Νομικοί και με τον τσιτακισμό γίνεται Νομιτσοί και την συνηθισμένη κατάληξη –ιάνοι γίνεται Νομιτσιάνοι
1655 Χασιώτης σ. 155. Νομιτσή.
Ζώης, Στη Ζάκυνθο υπήρχε οικογένεια Νομίτζη από Νομιτζιάνικα Μάνης 1665.
1670 Ε. Τσαλεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300, αναφέρεται σαν Τερμιτσίν.
1684 από το χωριο «Νομίκη» ζητήθηκε βοήθεια από Μοροζίνη, Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282.
1692 Τοpping, Nomici Tamiridda πλήρωναν φόρο στους Τούρκους και στους βενετούς 192 ρεάλια. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι Ταμιρίντα θα ήταν κάποιος γειτονικός οικισμός και ίσως ταυτίζεται με το όνομα Τερμιτσίν του Τσελεμπί.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου, Κουγέας, Ελληνικά τόμ ΣΤ΄, σ, 299. Νομιτζή: Στην αρχιεπισκοπή Πλάτσης.
Νηφάκης, Νομιτζή στίχ. 81.
1813 Πουκεβίλ Νομιτζή άνδρες εκστρατείας 100 και στον τόπο τους 180.
1829. Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 85.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491, Βυζαντινά Γλυπτά στην Μεταμόρφωση του Νομιτσή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 456. Οι εκκλησίες του Νομιτζή: Γεννέσιον της Θεοτόκου (1709), Άγιος Νικόλαος (1754) και Άγιος Γεώργιος (1754).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 130, Στον Άγιο Νικόλαο Νομιτζή μισοσβησμένη επιγραφή στο δυτικό τοίχο 1754 υπογραφή Διονύσιος.
Ό.π., σ. 131, στα 1824 στον Άγιο Γεώργιο Νομιτζή Ηλίας Κολοφάκος και στα 1814 Ηλίας Κονοφάκος.
Ό.π., σ. 133, Αγιογράφος Νικόλαος Κορογόνης από Νομιτζή 1789.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434. Νομιτζή
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 429, το 1690 στην περιοχή της καστελλανίας Ζαρνάτας ζούσε ο capitan Zaili da Nomici.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 401.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 169, 171.

ΝΟΥΜΠΡΟΒΙΤΣΑ ΟΙΤΥΛΟΥ – ΛΑΚΚΟΙ

Νουμπροβίτσα σημαίνει ξεμόνι. Από Κάσση, Άνθη της Πέτρας, εκδ. ΙΧΩΡ, αναφέρει την Νουμπρεβίτσα σαν Ελαιοχώριο.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης σ. 80.

ΝΥΦΙ ή ΝΗΦΙ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Gnifi με 20 σπίτια,
1655 Χασιώτης σ. 155 Gnifi
1700 Παναγιωτόπουλος: 37. Niffi άνδρες 34 σε πληθυσμό 138.
1692 Topping Dricali (Δρυαλί) Gnefi πλήρωναν φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 22 1/2 ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, Χειρόγραφο Παπαδάκη του 18ου αιώνα, Νήφι.
Ό.π., σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1836 δήμος Ασίνης, 1914 κοινότητα Νήφι (κάτοικοι 779 στα 1928), Νήφι, Αργιλιάς, Δρυαλί.
Ό.π., σ. 231, Νήφι, από το Νήφος = Νήφων
Νηφάκης Νηφι στίχ 15.
1806 Υποσχετικό Αντώνμπεη: Νύφι
1813 Πουκεβίλ Neri διέθετε 50 πολεμιστές εκστρατείας και 150 στον τόπο τους,
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Νύφι (Κολοκυθιά)
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446, Νύφι + Δρυαλί κάτοικοι 272 (1828-30).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΓ, σ. 83-6, Νύφι.

ΞΩΧΩΡΙ – ΕΞΩΧΩΡΙΟΝ

Νηφάκης: Ξεχώρι στίχ. 69.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Ξωχώρι κάτοικοι 142.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 456. Ναός Αγίου Νικολάου στο Ξωχώρι 1709
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 434, Εξωχώρι.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Από Ξεχώρι στο Πεταλίδι: α) Αλεμάγκος, β) Τσιτομενέας.
Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, (Κιτρινιαραίοι), σ. 4.

ΟΡΟΒΑ

Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται ως Οροβά της Ζαρνάτας με 30 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος Αροβά άνδρες 20 σε πληθυσμό 59.
1692 Topping Campo Nerova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 408 1.2 και στους Βενετούς 280 ρεάλια.
Νηφάκης: Νεροβά στίχ. 68.
1813 Πουκεβίλ Nerova άνδρες για εκστρατεία 28 και στον τόπο τους 60.
Πουκεβίλ Orava σ, 558.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Χάρτης.
1780 Η Οροβά υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας. Το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης)

ΟΧΙΑ – ΝΟΧΙΑ

1618 στη στατιστική του Π. Mέδικου αναφέρεται Ozia di Corogon. Mε 20 σπίτια. Φαίνεται ότι το 1618 στην Οχιά κατοικούσαν οι Κορογόνοι, οι οποίοι αργότερα διέμεναν στην περιοχή του Κάβαλου και στα Κορογονιάνικα της Ανατολικής Μάνης.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Omea.
1813 Πουκεβίλ Ochia που διέθετε 12 μαχητές εκστρατείας και 20 στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 57.
1810 επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 68, Άγιος Νικόλαος Οχιάς.
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ. 158-9, Νοχιά στην Κρήτη και το Κατωπάγγι.
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική Διαίρεση, 1836 δήμος Θυρίδων, 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Γερολιμένα.
Ό.π., σ. 231, Νοχιά και όχι Οχιά. Το βλέπουμε στο εθνικό της που είναι Νοχιάτης και όχι Οχιάτης.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437 Άγιος Νικόλαος 12ος αιώνας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 39 και 57. Από Οχιά στο Πεταλίδι: α) Γιδάκος, β) Μαλιαρίτης.

ΠΑΓΑΝΕΑ

Πρόκειται για ακρωτήριο στον Λακωνικό κόλπο.
1612 Αναφέρεται σαν σύνορο της Μάνης: Από Παγανέα μέχρι Καλαμάτα (Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 93).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 358. Παγανέα σε Χάρτες.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 231 Παγανέα.

ΠΑΓΓΙΑ και ΚΑΤΩΠΑΓΓΙ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Pangia με 25 σπίτια και το Mizopangi με 30 σπίτια.
1692 Topping, Stavri, Stavrichie, Langie πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 18 ½ και στους Βενετούς 3 ρεάλια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Χάρτης Παγγιά.
1810 επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου.
Δρανδάκης, Βυζανρινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 75: Παγγιά.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, 1836 δήμος Θυρίδων, 1841, δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 214: Παγγιά.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 82.

ΠΑΛΑΒΙΣΤΙΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται με 10 σπίτια,
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Παλαβίστια κοντά στην Καρυούπολη – Καυκί – Νεοχώρι.
Ο σημερινός χάρτης την έχει ΒΑ του Οιτύλου. Στη στατιστική του Π. Μέδικου βρίσκεται ανάμεσα: Κουσκούνι – Κελεφά- Παλαβίστια – Τόμπρα – Σιδηρόκαστρο, άρα πρόκειται για την Παλαβίστια του Οιτύλου.

ΠΑΛΑΙΟΚΑΛΥΒΑ

Νηφάκης, Παλιοκάλυβα στιχ. 42.
1806 στο υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Παλαιοκαλυβίτες – Τρυγονάς
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Παλαιοκάλυβα.
1813 Πουκεβίλ Placocalivia διέθετε 20 πολεμιστές εκστρατείας και 40 στον τόπο τους.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 357, Μοναστήρι στα Παλαιοκάλυβα Κότρωνα η Ζωοδόχος Πηγή 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 445: Καλύβια Τρυγονά, κάτοικοι 97 το 1830.

ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΑ ΠΕΝΤΑΔΑΣ

Νηφάκης Παλιόχωρα στίχ. 204 (Μέσα Μάνη).
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Πεντάδα: Παλαιόχωρα, Βάμβακα, Άκια, Κουλούμι, Μπρίκι.
1805 Leake Παλαιόχωρα. Στη σ. 311 αναφέρεται πάλι η Παλαιόχωρα.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Παλαιόχωρα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τομ. Β΄, σ. 491 Βυζαντινός ναός του Αγίου Πέτρου στο νεκροταφείο της Παλιόχωρας/
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 454, περίληψη ανασκαφών Αγίου Πέτρου Παλιόχωρας.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών, το 1841 δήμος Οιτύλου και το 1914 κοινότητα Δρυάλου.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 36, 81, 127.

ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΑ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Στη θέση της βυζαντινής Μαντίνειας είναι τώρα η Παλαιόχωρα, η οποία έχει μετονομασθεί σε Αβία.
Για τις Μαντίνειες, τη βυζαντινή, τη Μεγάλη και τη Μικρή βλέπε το βιβλίο του Σταύρου Γ. Καπετανάκη, «Οι Μαντίνειες της Μάνης»
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,

ΠΑΛΟΒΑ

Νηφάκης, στιχ. 43 Πολοβά
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Παλιοβίτες – Μαλέβρη.
1813 Πουκεβιλ, Παλοβά άνδρες εκστρατείας 30 και γενικά 50 πολεμιστές.
1829 Γαλλική Επιστημονική Απστολή, κάτοικοι 63.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447, κάτοικοι 63 (1828-30)

ΠΑΛΥΡΟΣ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Χάρτης.
1810 επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου: «Πάλυρος και άπασα η περιοχή Κρωτηρίου»
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Ταινάρου, 1841 δήμος Λαγίας και 1914 κοινότητα Λαγίας.
Ό.π., σ. 231, Πάλυρος αντί Πάλιουρας. Παλούρι λέγεται το αγκαθωτό φυτό ασπάλαθρος ή σφάλακτρα.

ΠΑΝΙΤΣΑ-ΜΠΑΝΙΤΣΑ

΄ Βλέπε Μπάνιτσα.

ΠΑΠΑΦΙΝΓΚΟ – ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

1480, αναφέρεται κατά την είσοδο του Κροκόδειλου Κλαδά στη Μάνη. Δεν έχει εντοπισθεί. Στην περιοχή του Βαχού υπάρχει Παναγία Καταφυγιώτισσα.

ΠΑΡΑΣΥΡΟΣ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, Χειρόγραφο Παπαδάκη, σ. 213.
Νηφάκης, Παρασυρός στίχ. 41.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Παρασυρός εις Τρυγονά.
1813 Πουκεβίλ, Παρασυρός, διέθετε 30 πολεμιστές εκστρατείας σε σύνολο πολεμιστών 50.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 89.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 357. Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου στην Λουθοσυκιά (Λευκή Συκιά) 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Γ΄, σ. 445, κάτοικοι 89, (1830).
Post, σ. 117.
Leake, σ. 258

ΠΑΣΣΑΒΑΣ – ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΣΣΑΒΑ

1670 Ε. Τσελεμπί,Πελοποννησιακά, τόμ ΙΔ΄, σ. 303 αναφέρει Πασσαβά.
1611 Οι Γαλέρες της Μάλτας κατέλαβαν το κάστρο του Πασσαβά. Μέρτζιος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 89.
1614 Στα μέρη του Πασσαβά έγιναν αμυντικά έργα (ό.π., σ. 100)
1614, 10 Αυγούστου, επίθεση Μανιατών στον Πασσαβά (ό.π., σ. 102)
1614, 8 Σεπτεμβρίου, έφθασε στον Πασσαβά τουρκικός στρατός(ό.π., σ. 103.)
1655 Τα γυναικόπαιδα από Πασσαβά και Βαρδούνια τα πήγαν οι Τούρκοι στο Μυστρά, γιατί εξεγέρθηκαν οι Μανιάτες (όπ., σ. 148).
Λακωνικαι Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 13 Πασσαβάς.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 224, στον Πασσαβά ήταν η αρχαία Λας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 283, Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 188, υπόμνημα γαλλικό.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 416, 418. Πασσαβάς.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 133, Πασσαβάς.
Ό.π., σ. 318, Πασσαβάς (Κριμπάς).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 150 και 163. Πασσαβάς.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο, σ. ξζ΄, ο Αναγνωσταράς γράφει ότι από Βαθύ και Μπασσαβά (Τσιγκούριος και Καβαλιέρης) κινητοποιούνται 600 στρατιώτες.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 387, 9, 390,1,7,8.
Leake, σ. 234, 249, 251, 254-9, 260, 264-6, 271, 276, 277.
Πουκεβίλ, σ. 601, 604.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 54.

ΠΑΧΙΑΝΙΚΑ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη, Παχιάνικα, σ. 207.
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση, 1836 και 1841 δήμος Λάγιας, 1914 κοινότητα Κοκκάλας.
Ό.π., σ. 232, Παχιάνικα, τόπος ή ξεμόνι κάποιου που λεγόταν Πασάς (προφέρεται Παχιάς. – Λάθος. Ήταν οι κατοικίες της οικογένειας Παχής και από αυτό προέρχεται το Παχιάνικα. (Μέρτζιος Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 434, 436, Αναφέρεται Νικόλαος και Χρήστος Παχής στα 1644.
Νηφάκη, Παχιάνικα, στιχ. 33.
1813, Πουκεβίλ πολεμιστές εκστρατείας 60 και στον τόπο τους 50.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 145.
1810 Επισκπή Λαγίας και Κατωπαγγίου.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 446, κάτοικοι 145 (1828-30).
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 305-7. Από Παχιάνικα στο Πεταλίδι: α) Κουλιζάκος, β) Μονέδας, γ) Παχής.

ΠΕΠΟ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 130: Ίσως ο Δημαγγελέας ζωγράφισε στα 1771 τοιχογραφίες σε ναΐσκο της Κοίμησης στο Πέπο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 156, 182. Κοίμηση της Θεοτόκου, Πέπο τέλος του 13ου αι’ωνα.
Δημητράκου, Νυκλίανοι, σ. 16. Λογοθέτης Τσατσαρούνος από Πέπο το 1867 αντέδρασε στις κοινωνικές διακρίσεις. Έγινε δήμαρχος τρεις φορές.
Ό.π., σ. 223. Υπάγεται από 1914 στην κοινότηα Μπουλαριών/
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 82.

ΠΕΤΡΟΒΟΥΝΙ

Το όνομα Πετροβούνι είναι συχνό στη Μάνη. α) Υπάρχει κάστρο στην Τρικότσοβα της επαρχίας Σταυροπηγίου (Αβίας) της οικγένειας Καπετανάκη,
Β) Οικισμός ανατολικά της Καρδαμύλης.
Γ) Κάστρο κοντά στον Καρβελά Μαλεβρίου που ανήκε στον Κωνσταντήμπεη Ζερβάκο.
1805 Leake, Χάρτης Αβίας
Ό.π., σ. 236, 259 κάστρο Ζερβομπεη.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Πετροβούνι Καρδαμύλης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 457: Πετροβούνι Καρδαμύλης, Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χρονολογία 1808.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 170, Πετροβούνι Ζερβομπεάκου, ποίκμα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 410, Πετροβούνι Αβίας.
Φιλική Εταιρεία, αριθ. 138, 151, 361, Γιαννάκης, Γιωργάκης και Μιχαήλ Καπετανάκης από Πετροβούνι Αβίας.
Ό.π., αριθ. 17, ο Ανδρούβιστας Θεόκλητος κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στο Πετροβούνι της Καρδαμύλης.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τόμ. Α΄, σ. 20,
Ό.π., τόμ. Β΄, σ. 59 (Αβίας)
Μαραβελέα, Πραστίον, σ. 59, Πετροβούνι Καρδαμύλης
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 148.

ΠΗΓΑΔΙΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου, αναφέρονται τα Πηγάδια με 15 σπίτια.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 318, Προϊστορικά ευρήματα στα Κοκκινοχώματα Πηγαδίων/
Νηφάκης, Πηγάδια, στίχ. 65.
1805 Leake, Χάρτης
Ό.π., σ. 252.
1815 Πουκεβίλ Πηγάδια, διέθεταν 80 πολεμιστές εκστρατείας και συνολικά 160 για τον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοι1780 Τα Πηγάδια υπάγονται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπη Ζαρνάτας. Ζερλέντης.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Από Πηγάδια στο Πεταλίδι: Γεωργίκος.

ΠΗΛΑΛΑ

-Νηφάκης, στίχος 46 «Πιλάλα , Τουρκατζάνικα και το Καρβελοχώρι».
-Υποσχετικό Αντώνμπεη, Στ. Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, σ. 382 Αναφέρεται το 1806. «Μαλεύρης. Και ημείς Καρβελιώτες, Μαραθιώτες, Πηλαλιώτες».
-Πουκεβίλ, Πελοπόννησος, σ. 403. Αναφέρει ότι το 1813 διέθετε άνδρες ικανούς για εκστρατεία 20 και ικανούς να πολεμήσουν 30.
-Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, το 1829 οι κάτοικοι ήταν 78.
-Λακωνικαί Σπουδαί, 1(1972)357. Στην Πηλάλα μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. (Βλέπε Δρανδάκη).
– Λακωνικαί Σπουδαί, 3(1979)447. Ε Μπελιά, Στατιστικά στοιχεία της Λακωνίας κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, κάτοικοι 78 το 1828-1830.
– Στην Πηλάλα υπήρχε πύργος του Χατζάκου

ΠΙΑΛΑ

1480, αναφέρεται επί Κλαδά σαν Πιάγα σ. 38 Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, και σ. 40 αναφέρεται Πιάλα.
Στ. Καπετανάκη,Σύνορα Μάνης, σ. 392.

ΠΙΟΝΤΕΣ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Piondea με 50 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος: 22. Biondes, άνδρες 29 σε πληθυσμό 123.
1692 Topping Loggia e Piondes πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 42 ½ και στους Βενετούς 15 ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη, Πιόντες σ. 201-2.
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Ταινάρου, 1841 δήμος Λάγιας και 1914 κοινότητα Λάγιας. Του δήμου Ταινάρου πρωτεύουσα οι Πιόντες.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Πιόντες.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 172.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 357, μοναστήρι στις Πιόντες η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446, κάτοικοι 172 (1828-30).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437, μονή Σωτήρος μεταβυζαντινή.

ΠΛΑΤΣΑ

Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Plazza grande με 150 σπίτια. Στην ίδια περιοχή αναφέρονται η Lozona (Λοσνά) di Plazza με 30 σπίτια και οι Tagarianoi di Plazza με 25 σπίτια.
1655 Χασιώτης σ. 155 Plazza,
Ζώης, οικογένεια Λεφάκη από Πλάτσα αναφέρεται το 1607 στη Ζάκυνθο.
1670 Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ. Σ. 299 «Χωριό Παλάτσα έχει πενήντα σπίτια οι κάτοικοι έιναι έμποροι και πλούσιοι, έχει 500 οπλοφάρους».
1674 Ο Σάννας Χρυσοσπάθης του ποτέ Γεωργάκη, από την Πλάτσα πήγε στη Ζάκυνθο (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 171).
1684, από Πλάτσα ζητήθηκε η βοήθεια του Μοροζίνη (Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 282).
1692 Topping, Plazza πλήρωνε φόρο στους Τούρκους και στους Βενετούς τον ίδιο 455 ½ ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου, Κουγέας Ελληνικά, τομ. ΣΤ΄, σ. 299. Πλάτσα: αρχιεπισκοπή Πλάτσας (Ζερλέντης), σ. 43.
Νηφάκης, Πλάτζα, στίχ. 79.
1805 Leake, χάρτης.
Ό.π., σ. 262, 264, 315, 320.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 1425.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 490 «Μεγαλυτέραν αλλοίωσιν ως γνωστόν έχει υποστεί ο Άγιος Δημήτριος Πλάτσας, αρχικώς σταυροειδής, τετρακίονος απλού ελλαδικού τύπου χρονολογούμενος υπό του Megaw από του τέλους του ΙΒ΄, αιώνος».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 97. Σε σημείωση (2) αναφέρεται: Ντ. Μουρίκη, οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου στην Πλάτσα της Μάνης. Αθήναι 1975. Ό.π., σ. κ.ο.π. σ.ημ 2.
Ό.π., σ. 95, Αγία Παρασκευή Πλάτσας. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127. Ιστοριογράφος Αναγνώστης 1783 στον ναό Αγίων Πάντων στην Πλάτσα.
Ό.π., σ. 152, Σταυρεπίστγος Αγία Παρασκευή Πλάτσας.
Ό.π., σ. 176 και 188 Άγιος Νικόλαος Πλάτσας (Καμπινάρι) 1334/4 – 1348-9.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ Θ΄, σ. 11, Άγιος Νικόλαος Πλάτσας 10ος αιώνας. Δρανδάκη, Βυζαντιναί τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 73. Άγιος Νικόλαος Καμπνάρι.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Β΄, σ. 289 Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434. Πλάτσα.
Ό.π., τόμ. Θ΄, σ. 510, Πλάτσα.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 69, Πλάτσης Ιερεμίας 1812.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 153, επισκοπή Πλάτσας.
Πελοποννησιακά, τόμ ΙΣΤ΄, σ. 523. Αγία Παρασκευή 1412 (εκτενώς).
Φιλική Εταιρεία αριθ. 445, Πανάγος Χρηστέας από Πλάτσα, αριθ. 207 Δημήτριος Χρηστέας, από Άγιο Δημήτριο.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Από Πλάτσα στο Πεταλίδι: α) Μολόνης, β) Χορταρέας, γ) Γουρονάς.
Morritt σ. 52, 53-5.
Πουκεβίλ, σ. 594-5.

ΠΟΛΕΜΙΤΑΣ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή,
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 458 αναφορά σε ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ με τοιχογραφίες του 1278.
Ο.π., (Ναός Αγίου Νικολάου, υπέρ του αρχαγγέλου Μιχαήλ με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 44: Ναός Αρχαγγέλου Μιχαήλ (εκτενώς)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 160. Αρχάγγελος Μιχαήλ Πολεμίτα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 126, αγιογράφος αρχάγγελου Μιχαήλ 1278 Γεώργιος Κωνσταντινιάνος.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 184, αρχάγγελος Μιχαήλ Πολεμίτα (1278).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 73, αρχάγγελος Μιχαήλ Πολεμίτα (1278).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223: 1914 Πολεμίτας στην κοινότητα Μίνας.
Ό.π., σ. 228 Πολεμίτας σημαίνει ακρόπολη.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 329: Πολεμίτας ετυμολογία.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 101: Αρχάγγελος Πολεμίτα 1278

ΠΟΛΙΑΝΑ- ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ

Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Poliana di Sigo (Πολιάνα του Ζυγού) με δέκα σπίτια.
1692 Topping Vittulo Pogliana πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 180 και στους Βενετούς 170 ρεάλια.
Νηφάκης, Πολιάνα στίχ. 83.
1806 υποσχετικό στον Αντώνμπεη Πολιάνα.
Leake 1805 Πολιάνα
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 190.

ΠΟΛΥΑΡΑΒΟΣ – ΠΟΛΥΤΖΑΡΟΒΑ

Νηφάκης στίχ. 44: Πολυτζαραβίτες.
Πουκεβίλ 1813 Πολυτζάροβα διέθετε πολεμιστές εκστρατείς 50 και στον τόπο τους 100.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 183.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447, κάτοικοι 184 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 435, Πολυτζάροβα Νικολός Κοταμάνος καλόφρων.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 133, μάχη Πολυτζάραβου.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β, σ. 160.
Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 10, 56, 48, 49, 86.

ΠΟΡΑΧΙΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Porastia di Ragusci, με 25 σπίτια.

ΠΟΡΤΟ-ΚΑΓΙΟ

1570 Αναφέρεται ότι στο Πόρτο Κάγιο έχτισαν οι Τούρκοι κάστρο (Φρούριο της Μάνης = Castello di Maina) το οποίο μετά ένα χρόνο στα 1571 οι Βενετοί με τη βοήυεθα των Μανιατών το κατέστρεψαν. Ντόκος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 257 κ.π.
1611 φημολογηείται όυι οι Ισπανοί θέλουν να χτίσουν κάστρο στο λιμένα Quaglie (Πόρτο Κάγιο) και στο «Μεσο… της Μάνης». Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 89.
1612 «Ο Κύριος Πέτρος Γιατρός έγραψε εις τους συγγενείς του να λάβουν την συγκατάθεσιν όλων των Μανιατών και να πάρουν ένα φρούριο εις το Πόρτο Κάγιο. Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 91.
Ο Διοικητής ναυτικής βενετσάνικης μοίρας Τσιβράν πήγε στο Πόρτο Κάγιο και συνομίλησε με τους κατοίκους (Ό.π., σ. 92). Οι Ισπανοί τους δώσαν υποσχέσεις ότι θα έρθουν το Μάϊο του 1612 για να χτίσουν κάστρο στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 93).
Σκοπεύουν να χτίσουν κάστρα στο Οίτυλο και στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 95).
Οι Ισπανοί πήγαν στο Πόρτο Κάγιο και έμειναν δύο ημέρες (ό.π., σ. 97).
Αναχώρησαν για Παλαιό Λιμιώνα (Γερολιμένας) και ξαναείπαν όσα τους είπαν στο Πόρτο Κάβιο (ό.π., σ. 98).
1614 Αναφέρεται μετάβαση του Ισπανικού στόλου στο Πόρτο Κάγιο, όταν σκόπευαν να χτίσουν ένα κάστρο αλλά σημειώνεται ότι θα το έχτιζαν στην Κολοκυθιά (ό.π., σ. 100).
1614 Διαπιστώθηκαν οι καταστροφές στη Μάνη στο Οίτυλο και στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 105).
1614 Ο Μουσολίν Ραΐζ στέλνεται διά θαλάσσης στο Οίτυλο (ό.π., σ. 107).
1615 Στις 28 Αυγο΄τστου κατέπλευσε ο ισπανικός στόλος στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 112). Έφυγε και ξαναγύρισε )ό.π., σ. 113).
1615 Τα σύνορα της Μάνης από την Κόκκινη Δρυ Rovere Rosso μέχρι το Πόρτο Κάγιο που θα σφάζαν οι Τούρκοι. (Μέρτζιος Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 114).
1616 (31 Ιουλίου 1618) οι γαλέρες της Δύσεως πήγαν στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 116).
1626 Οι δύο γαλέρες της Μάλτας πήγαν στο Πόρτο Κάγιο (ό.π., σ. 120(.
1639 Οι Τούρκοι στοχεύουν να χτίσουν κάστρα στο Οίτυλο, στο Πόρτο Κάγιο και στις Κιτριές. (ό.π., σ. 124).
1645 Ο επίσκοπος Μαΐνης καλεί τους Βενετούς να πάνε στο Πόρτο Κάγιο για να πάρουν στρατιώτες. (ό.π., σ. 140).
1659 Διατάχθηκε να αποχωρήσουν οι Βενετικές Γαλέρες από Κιτριές και Πόρτο Κάγιο για να ησυχάσουν οι Τούρκοι και να πάνε στη Σαπιέντζα ώστε να επανέλθουν αιφνιδιαστικά. (ό.π., σ. 150).
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή υπάρχει οικισμός κοντά στο κάστρο.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγγίου όπου αναφέρεται το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου του Πόρτο Κάγιο. Ζερλέντης/
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 85. Κάστρο του Πόρτο Κάγιο.
Ό.π., σ. 93 Λιμάνι Ψωμαθιάς (Πόρτο Κάγιο).
Ό.π., σ. 222 Διοικητική διαίρεση, 1836 δήμος Ταινάρου, 1841 δήμος Λάγιας και 1914 δεν υπάρχει, αλλ’ αντ΄αυτού το Αχίλλειο στην Κοινότητα Λάγιας.
1655 Χασιώτης σ, 155 ;Ferraporto
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄. σ. 357, μοναστήρι Κοίμησης στο Πόρτο Κάγιο. (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446, κάτοικοι 65 (1828-30)/
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 358, Το Πόρτο Κάγιο σε χάρτες.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 133, Πόρτο Κάγιο.
Πατριαρχέας Δίπτυχο σ. ξζ΄. Ο Αναγνωσταράς γράφει ότι από Πόρτο Κάγιο (Γιάννης Κατζής και Δ. Λιγυράκος-Γρηγοράκος) κινητοποιούνται 300 στρατιώτες.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 394.
Leake, σ. 263, 289, 295-6, 302-5-6-7-8, 318.
Πουκεβίλ σ. 568, 572, 584, 599,600.
Στεφανόπολι, σ. 164-5-6.

ΠΥΡΓΟΣ ΔΙΡΟΥ

1571 Ντόκος, ΛακωνΙκαΛΙ Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 258, αναφέρεται χωριό Πύργος.
1618 αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Πύργος με 60 σπίτια.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Πύργος
1700 Παναγιωτόπουλος, 5. Πύργος άνδρες 87 σε πληθυσμό 352.
18ος αιώνας χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Πύργος σ. 210.
Νηφάκης: Πύργος στίχ. 203 .
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Πήργος: Μιχαλιάνοι, Θεοδωριάνοι, Νικολακιάνοι, Σκαρανταβιάνοι.
Leake, Πύργος.
Ό.π., σ. 285, 315, Διρό (Dhikho) σ. 285.
Πουκεβίλ, Πύργος Διρού σ. 598.
1829 Γαλλική Επιστην\μονική Αποστολή, Πύργος κάτοικοι 950.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 458: Ναός του Αγίου Θειδώρου στον συνοικισμό Καλού στον Πύργο Διρού, 12ου αιώνος.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 276: Άγιος Ιωάννης Πυργος Διρού.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 111, Άγιος Πέτρος Διρού (Γλέζου).
Ό.π., σ. 134, εκτενώς οι τοιχογραφίες Αγίου Πέτρου Διρού.
Ό.π., σ. 157-8: Αγία Παρασκευή Σπήλαια Διρού Γ΄ τέταρτο 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 158, Άη Σιδέρης Πύργου Διρού.
Ό.π., Άγιος Πέτρος, Άγιος Θεόδωρος και Άγιος Νικήτας Διρού.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 72: Άγιος Πέτρος Διρού (β΄ μισό 13ου αιώνα).
Ό.π., σ. 73 Άγία Παρασκευή Διρού (13ος αιώνας).
Δρανδάκη, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 89: Άγιος Πέτρος Διρού.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 90, επιγραφές Αγίας Μαρίνας έξω από τον Πύργο Διρού περί «Κουλουρά».
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση 1836 ο Πύργος στο δήμο Νικανδρίου, 1841, στο δήμο Οιτύλου, 1914 κοινότητα Πύργου (κάτοικοι 1797 απόγραφή 1928) με Βελούζι, Γκλέζου, Μαρματσούκα, Νικάνδρι, Τριανταφυλλιά, Χαριά, Χαρούδα.
Forster Επιγραφές – σ. 167.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 81, Θεοτόκος Πύργου Διρού.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 494 Πύργος Διρού.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 168, Διρό ετυμολογία.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Αγία Βαρβάρα Διρού 1265 – 1275.
Ό.π., σ. 108: Άγιος Πέτρος Διρού, 1100.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Πύργο: Στεφανάκος, Δικαιουλάκος, Λαδάς, Βορεάκος, Στραβάκος.
Πελοποννησιακά παράρτ. 9, σ. 77: Διρό Παλαιανθρωπολογικά.
Ό.π., σ. 221: Ναυτικός χαρακτήρας Νεολιθικού Διρού.
Post σ. 96-8, 100-1-3.
Πουκεβίλ, Διρό σ. 598.
Βαγιακάκος, Ιμβρα’ημ εναντίον Μάνης, σ. 38-9, 40, 42, 79, 148, 150, 190 και στη σελ. 80 αναφέρεται ο πύργος του Κληροδότη.

ΠΥΡΓΟΣ ΛΕΥΚΤΡΟΥ

1618 αναφέρεται Πύργος στη στατιστική του Π. Μέδικου: 52. Πύργος με 24 σπίτια. Φαίνεται να είναι κοντά στο Οίτυλο και στο Κρυονέρι. Εκεί γύρω υπάρχουν τοπωνύμια με το όνομα αυτό. Πάντως έχουμε τον Πύργο του Διρού με 60 σπίτια αριθ. 117 και τον Πύργο Λεύκτρου που ίσως αναφέρεται εδώ.
1674 Ο Δημήτρης Γιατρός του Παπα-Νικόλα από τον Πύργο (; Λεύκτρου) πήγε στη Ζάκυνθο (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 171).
1686 «…οι Τούρκοι επέδραμον εις Μάνην και Μεσσηνίαν, διέκοψαν τους αντιπαραταχθέντας κατά το στενόν του Πύργου Μανιάτας, και επολιόρκουν τον Κελεφάν…». Ποίο είναι το στενό του Πύργου; Το ίδιο με του Τριγοφύλλου (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 293).
Νηφάκης: Πύργος (Λεύκτρου) στίχ, 76.
Leake: Πύργος Λεύκτρου.
1813 Πουκεβίλ, άνδρες για εκστρατεία 80 και στον τόπο τους 150.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 285. Στο χάρτη της Αποστολής σημειώνεται η ένδειξη Πύργου σε πολλά σημεία, ιδίως κοντά στον Πασσαβά και στο Οίτυλο.

ΡΑΧΗ

Η Ράχη είναι κοντά στο Μαραθονήσι.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434 Ράχη.

ΡΙΓΑΝΟΧΩΡΑ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα, σ. 206-7, 213.
Νηφάκης, Ριγανόχωρα στίχ. 38.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Κολοκύθι: Φλομοχωρίτες, Βατιώτες, Κοτρωνίτες, Γωνέα, Ριγανόχωρα, Σκαλτσιωτιάνικα.
1813 Πουκεβίλ, Ριγανοχώρια, άνδρες για εκστρατεία 20 και στον τόπο τους 40 πολεμιστές.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 95.
1830 Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 445, κάτοικοι 95.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 160.

ΡΙΓΚΛΙΑ ΕΠΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ

Νηφάκης: Ρίγκλια στίχ, 77.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Ρίγκλια.

ΣΑΪΔΟΝΑ

Νηφάκης Σαϊδόνα στιχ, 70.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, , στην Επάνω και Κάτω Σαϊδόνα κατοικούσαν 128.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 85: Φουρνικά στεγάζουν το ανατολικό και δυτικό τμήμα του νοτίου κτίσματος του ναού των Ταξιαρχών στη Σαϊδόνα.
Ό.π., σ. 100.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 152: Σταυρεπίστεγος ναός Ταξιαρχών μεταξύ Σαϊδόνας και Καστάνιας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71,Ταξιάρχης 13ος αιώνας.
Πελοποννησιακά τόμ ΙΣΤ΄, σ. 427: Ταξιάρχης 13ος αιώνας.

ΣΒΙΝΑ – ΠΛΑΤΑΝΟΣ

Αναφέρεται και ως Σιβίνα και Ζιβίνα.
1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Ζινινιάνοι με 60 σπίτια, Να σημειωθεί ότι κι άλλες φορές το v(V) σημειώνεται ως n (N).
Ζώης, οικογένεια Σβινιάνου από Μάνη αναφέρεται στη Ζάκυνθο το 1802.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου: Κουγέας Ελληνικά τόμ. ΣΤ΄, σ. 299. Ζηβίνα στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Σβίνα
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: Μεταβυζαντινός ναός Αγίου Κωνσταντίνου 1699 της οικογένειας των Γριτσιάνων.

ΣΕΛΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Sella με 60 σπίτια, Μεγάλο χωριό που δεν έχει εντοπισθεί. Ίσως ήταν τα Μουντανίστικα, αλλά και αυτό ήταν μικρό χωριό αλλά κοντά στο Λιοντάκι.
1655 Χασιώτης, σ. 155, Sella.
1692 Topping, Sela et Liondadi πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 19 ½ και στους Βενετούς 16 ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα Σέλα σ. 215.

ΣΕΛΕΓΟΥΔΙ

Νηφάκης, Σελεγούδι στιχ. 105.
1700 Παναγιωτόπουλος Σελεγούδι άνδρες 9 σε πληθυσμό 44.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Χάρτης, κάτοικοι 153.
1810: Το Σελεγούδι υπήχθη στην επισκοπή Μηλέας, γιατί είχε κατακτηθεί από τον Μαλτζίνη (Ζερλέντης σ. 51).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ, 367 επισκοπή Μαλτζίνας 26 οικογένειες – καθολικό Άγιος Κωνσταντίνος (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 95: Βυζαντινές τοιχογραφίες στο Σελεγούδι, εκτενώς. (1439-40).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447: κατοικοι 253 (1828-30).
Πελοποννησιακά, τόμ. Β΄, σ. 118, το Σελεγούδι έχει κτισθεί στην παλαιά Σάρμπια.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 118.

ΣΕΛΙΤΣΑ – ΒΕΡΓΑ

Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται η Σέλιτσα με 80 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος: άνδρες 57 σε πληθυσμό 325.
1692 Topping Selizza πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 146 ½ και στους Βενετούς 50 ρεάλια.
Νηφάκης, Σέλιτσα στίχ. 65.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Α) Σέλιτσα κάτοικοι 142 και Β) Σελιτσάνικα/
1780: Η Σέλιτζα υπάγεται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 υπάγεται στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας. Ζερλέντηε σ. 12 και 17.
Λακωνικαί Σπουδαί Η΄, σ. 420 Σέλιτσα.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 249-50: 1659 Σέλιτσα.
Post σ. 78.
1805 Leake, σ. 225.
Πουκεβίλ σ. 558.
Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, σ. 51.
Βαγιακάκος Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σσ. 8, 20, 53, 55, 63, 71, 91, 187, 125.

ΣΕΛΙΣΤΙΑ

1836 οικισμός δήμου Πέφνου (Πλάτσα, Άνω Ρίγκλια, Κοτρώνι, Λοζονά, Άγιος Δξμήτριος, Σελίστια). Λακωνικαί Σπουδαί τόμ, Ε΄, σ. 207.

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ

Χωρογραφικός πίνακας Hopf 1463: 71. Sidrocastro: δεν είναι απολύτως βεβαία η θέση του. Ψηλότερα από το σημερινό χωριό υπάρχουν απομεινάρια κτισμάτων.
1571, Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 257: «(οι Μανιάτες) εισέβαλον εις τον Μορέαν επιφέροντες βλάβην και μεγάλας καταστροφάς εις τους εχθρούς, προξενούντες ζημίας εις το φρούριον του Σιδηροκάστρου, αποκλείοντες το φρούριον της Μπαρδούνιας, πυρπολούντες τας οικίας των Τούρκων εις την Καλαμάτα». Τότε το Σιδηρόκαστρο το κατείχαν οι Τούρκοι. Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι δεν αναφέρεται το κάστρο του Πασσαβά.
1618 αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Sidero-Castro με 8 σπίτια.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Siderocastro
1692 Topping Siderocastro πλήρωνε φόρο στους Τούρκους 87 και στους Βενετούς 33 ρεάλια.
1670, Ε, Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ, σ. 300, χωριό Ντεμίρ Χισάρ (Σιδηρόκαστρο).
1700 Παναγιωτόπουλος, Κάτω Σιδηρόκαστρο άνδρες 39 σε πληθυσμό 145 και Άνω Σιδηρόκαστρο άνδρες 46 σε πληθυσμό 180.
Νηφάκης, Σιδεροκαστρίτες στίχ, 43.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρεται Σιδηρόκαστρο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447 κάτοικοι 342 (1828-30).
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 393, 400.

ΣΚΑΛΑ

1618 αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Σκάλα με 30 σπίτια.
1700 Παναγιωτόπουλος, 18. Σκάλα, άνδρες 25 σε πληθυσμό 107.
1692 Topping: Vaca Scala στους Τούρκους και στους Βενετούς πλήρωναν 91 ρεάλια.
1806 Υποσχετικό στον Αντώμπεη: Σκαλιώτες – Φουκάς.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Σκάλα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: Βαχός και Σκάλα κάυοικοι 594 (1828-30).
Στ΄Καπετανάκη, Σύηορα Μάνης, σ. 400.

ΣΚΑΛΤΣΙΟΤΙΑΝΙΚΑ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Σκαλτσιωτιάνοι με 30 σπίτια.
Νηφάκης, στιχ, 38 Σκαλτζιοτιάνικα.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Ριγανόχωρα, Γονέα, Σκαλτζιοτιάνικα.
1813 Πουκεβίλ, άνδρες για εκστρατεία και για τον τόπο τους 30.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 57.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 445, κάτοικοι 57 (1828-30).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 95: Άγιος Νικόλαος Σκαλτσιοτιάνικα, τέλος 13ου αιώνα.

ΣΚΑΜΝΑΚΙ

Νηφάκης, Σκαμνάκι στίχ. 45.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Σκαμνακιώτες – Μαλέβρη
1805 Leake, Σκαμνάκι, σ. 257, 377.
1815 Πουκεβίλ Σκαμνάκι άνδρες για εκστρατεία 30 και στον τόπο τους 35.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 206.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447, κάτοικοι 206 (1828-30).

ΣΚΟΥΤΑΡΙ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο του 18ου αιώνα από τον ιατρό Παπαδάκη, Σκουτάρι, σ. 209.
Ό.π., σ. 249 καταγωγή Γρηγοράκηδων από Σκουτάρι.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Σκουτάρι εις Τρυγονά.
1805 Leake, Σκουτάρι, σ. 234-5-7, 252, 258, 262-3-4, 268-9, 279, 280-4-8. 318 και Πηγή Σκουταρίου 269.
1813 Πουκεβίλ, Σκουτάρι διαθέτει 300 άνδρες για εκστρατεία και 600 πολεμιστές για τον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Σκουτάρι κάτοικοι 482.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Ιστοριογράφος στον ναό Χρυσοστόμου στο Σκουτάρι στα 1750 ο Αναγνώστης από Λαγκάδα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 131, στον Άγιο Σπυρίδωνα Σκουταρίου στα 1773 τοιχογράφησε το κτιστό τέμπλο «χειρ Αναγνώστη Νικλιάνικα». (Αναγνώστης Καλκατζάκης).
Ό.π., σ. 132, Μονή Αγίου Γεωργίου, περιοχή Λευκής Συκιάς, εικονογραφίες από Παναγιώτη Κληροδέτη 1737.
Ό.π., σ. 133, ναός Αγίου Αντωνίου «χειρ Μιχαήλ από κώμης Καβάλου». 1787-1795.
Ό.π., σ. 134, 1750 ναός Χρυσοστόμου: Νικόλαος από Νομιτζή.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 5, στον κόλπο του Σκουταρίου τοποθετείται η αρχαία Ασίνη.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 387, μετόχιον Αγίου Γεωγίου εις Σκουτάρι (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 282, 283, 292: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 186-7-9, 190-4-5: Γαλλικό υπόμνημα.
Ό.π., σ. 445, κάτοικοι 482 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434, Σκουτάρι.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 416, 418 Σκουτάρι.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 260, η Ασίνη στο Σκουτάρι.
Ό.π., σ. 525, 537 πύργος Γρηγοράκη στο Σκουτάρι.
Ό.π., σ. 255, Άγιος Γεώργιος Σκουταρίου.
Post, σ. 117.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 386.
Πουκεβίλ, σ. 558, 602, 604.

ΣΚΟΥΦΟΜΥΤΗ

Στο Σκουφομύτη είχε τους πύργους του ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης.
1913 Πουκεβίλ, διαθέτει 8 άνδρες για εκστρατεία και 20 για τον τόπο τους πολεμιστές.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 33.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 113 και 117 πολυορκία Σκουφομύτη από Μουσάγα.
Πελοποννησιακά, παράρτημα 13, σ. 537, πύργος Ζαχαριά.
Τάκη Κανδηλώρου, ο Αρματωλισμος της Πελοποννήσου, Αθήναι 1924, σ. 204-5, 278. «Η οχύρωση των πύργων του Σκουφομύτη εν Μάνη εξουδετέρωσε τας εναντίον του Ζαχαριά επιθέσεις των Τούρκων».
Ό.π., σ. 163-4. Ο Ζαχαριάς αγόρασε έκταση από τους Βαβουλιάνους και έχτισε στο χωριό Σκουφομύτη 2 πύργους και εκκλησία.
Ό.π., σ. 200, στο Σκουφομύτη έμεινε ο Ανδρούτσος (πατέρας του Οδυσσέα) έξη ημέρες. Δεν είναι σωστό, βλέπε Στ. Καπετανάκη «Η Μάνη στη δεύτερη τουτκοκρατία», όπου και αναφέρονται τα περί εκτελέσεως του Ζαχαριά.
Ό.π., σ. 205 επιστρέφοντας ο Ζαχαριάς από τη συνοδεία του Ανδρούτσου μέχρι τη Βοστίτζα, βρήκε το Μουσάγα με Τουρκοβαρδουνιώτες να πολιορκούν τον πύργο του. Ζήτησε βοήθεια από Μανιάτες και τους διασκόρπισε.

ΣΚΥΦΙΑΝΙΚΑ

Υπάρχουν δ’υο χωριά με το ίδιο όνομα, α) κοντά στο Σιδηρόκαστρο Μαλεβρίου και β) Κοντά στη Βάμβακα.
1700 Παναγιωτόπουλος 9. Schiffianica άνδρες 22 σε πληθυσμό 86.
1692 Toppιng Soffianika στους Τούρκους πλήρωναν 20 ½ και στους Βενετούς 8 ρεάλια (κοντά στο Βάμβακα).
Νηφάκης α) Σκυφιάνικα Κάτω Μάνης (Μαλέβρη) στίχ. 43 και β) Σκυφιάνικα Μέσα Μάνης στιχ. 203.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Σκυφιάνοι Μαλέβρη.
1813 Πουκεβίλ Scaphiamica διέθεταν 60 πολεμιστές για εκστρατεία και 130 για τον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 315 στα Σκυφιάνικα Μαλεβρίου. Στα Σκυφιάνικα Μέσα Μάνης δεν αναφέρεται πόσοι κατοικούσαν,
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 133 Σκυφιάνικα Ναός Αγίου Νικολάου σε κτητορική επιγραφή: Κουτήφαρης Ηλίας 1828.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223 Σκυφχιάνικα στην Κοινότητα Δρυάλου (Μέσα Μάνης).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447 Σκυφιάνικα (Μαλέβρη) κάτοικοι 315 (1828-30)
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 29, 42, 77, 148, 189.
Φιλική Εταιρεία, αρχείο Σέκερη, και Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄΄ , σ. 18: Παναγιώτης Δημητρόπουλος.

ΣΟΛΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, βρίσκεται στο χάρτη κοντά στο Σκουφομύτη.

ΣΟΛΟΤΕΡΙ

1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Zoloteria με 46 σπίτια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Σολοτέρι,
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3. Διοικητική διαίρεση: 1836 και 1841 δήμος Λάγιας. 1814 κοινότητα Κοκκάλας.

ΣΠΙΡΑ – ΣΠΕΙΡΑ

Μεταξύ Σκουτάρι-Δημαρίστικων.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρης.

ΣΤΑΥΡΙ – ΣΤΑΥΡΙΚΙ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Staurichious με 40 σπίτια. Το Σταυρί δεν αναφέρεται πάντοτε στη Βενετσάνικη φορολογία, θα αναφέρεται το Σταυρί μαζί με το Σταυρίκι, προφανώς θα πρόκειται για δύο ονόματα του ίδιου οικισμού ή για κάποιον παραπλήσιο οικισμό με το όνομα Σταυρίκι.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Stavricchi.
1700 Παναγιωτόπουλος 17. Stabri άνδρες 14 σε σύνολο πληθυσμού 66.
1692 Topping Stavri, Stavrichie, Langie πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 18 ½ και στους Βενετούς 3 ρεάλια.
Νηφάκης, Σταυρί στίχ. 208.
1813 Πουκεβίλ Stavropighi διέθετε 50 πολεμιστές για εκστρατεία και τους ίδιους για τον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 38.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 145, 151, 152, επισκοπή στο Σταυρί.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 131, τοιχογραφία επισκοπής στα 1771 από Αναγνώστη Καλκατζάκη από Νόμια.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, 65 και 75.
Ό.π., σ. 115 για Ρεκάκιους και Μαλωταράδες.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, 1836 δήμος Θυρίδων. 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Γ΄, σ. 49 ,59, επισκοπή Σταυρί.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 222 Σταυρί.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Από Σταυρί στο Πεταλίδι, α) Ξαρχάκος, β) Σουκαράς, γ)Ψηλάκος, δ) Καψάκος, ε) Μοράκης, στ) Παρασκευάκος και ζ) Γεωργουλάκος.
1805 Leake σ. 272, αναφέρει ακρωτήριο Ανατολικής Μάνης με το όνομα Σταυρί.

ΣΤΙΟ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή

ΣΩΜΑΤΙΑΝΑ – ΑΓΙΟΙ ΑΣΩΜΑΤΟΙ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Ασώματοι με 20 σπίτια.
1621 Νομική Συναγωγή Δοσιθέου, Κουγέας, Ελληνικά, τόμ. ΣΤ, σ. 299. Ασώματος: Στην αρχιεπισκοπή Πλάτσα.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Σωματιανά.

ΣΩΤΗΡΙΑΝΙΚΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Σωτηριάνικα κάτοικοι 71.
1780 Τα Σωτηριάνικα υπάγονται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 420, Σωτηριάνικα από τη διαθήκη του Γερο-Παναγιωτάκη Καπετανάκη.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 86, Αγία Κυριακή Σωτηριάνικα.

ΤΙΜΙΟΒΑ – μοναστηρι

Στις 28 Φεβρουαρίου 1572 στην κίνηση των Μελισσηνών για απελευθέρωση έγινε σύσκεψη στο μοναστήρι της Τίμιοβας (Sancta Maria Dinova) των επαναστατών και του εκπροσώπου του Don Juan και Juan de Stay (Χασιώτης, Μελισσηνοί, σ. 34).
1692 Topping Monasterio di Giannizza
Μεσσηνιακά γράμματα, τόμ. Α΄, σ. 9 και τόμ. Β΄, σ. 10, 52, 53, 54.

ΤΟΜΠΡΑ

1618 Αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου, Τόμπρα με 12 σπίτια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Επάνω Τόμπρα, Κάτω Τόμπρα.

ΤΟΥΡΚΑΤΖΑΝΙΚΑ

Νηφάκης, Τουρκατζάνικα στιχ. 46.

ΤΡΑΧΗΛΑ

1674 Πρόσφυγες από Μάνη έφυγαν από την παραλία της Τραχήλας (Trachila Spiaza) και πήγαν στη Ζάκυνθο (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 171).
1685, Χασιώτης Γ. σ. 287: «… Οι εγκάτοικοι όμως του Τραχηλά, φοβηθέντες μη από το άλλο μέρος επιπέσωσι κατ’ αυτών οι εχθροί έπεμψαν προς τον στρατάρχην του Πέτρου Ιατρού ικετεύοντες μηδεμίαν βοήθειαν να πλησιάση εις την χώραν των. Διότι μάλλον θα ενοχοποιηθώσι προς τους Τούρκους προς ους παρέδωκαν ως ενέχυρον τα φίλτατα αυτών…»).
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Τραχήλα,
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 25, 117.
Αναπλιώτης, Ένα Ιστορικό ταξίδι 1715, σ. 47: «…και ο Λεβής από την Τραχήλα του Ζυγού της Μελιγκούς…(κάλεσε τους Βενετσάνους στα 1685).

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.
Ο Ε. Τσελεμπί (Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 303) αναφέρεται σε φρούριο Τριαντάφυλο που δεν μπορεί να έχει σχέση με τον παραπάνω οικισμό.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Νικανδρίου – 1841 δήμος Οιτύλου – κοινότητα Πύργου το 1914.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 495, Τριανταφυλλιά.

ΤΡΥΓΟΦΙΛΟΥ

Αναφέρεται επί Κλαδά στα 1480. Πρέπει να είναι περιοχή που είχε πύργο και βρισκόταν στο δρόμο από Γύθειο προς Οίτυλο.

ΤΡΥΓΟΝΑΣ

1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Τρυγονάς: Σκουταριώτες, Παρασυριώτες, Παλαιοκαλυβίτες, Μαυροβουνιώτες και Αγερανιώτες.

ΤΡΙΚΟΤΣΟΒΑ – ΧΑΡΑΥΓΗ

Νηφάκης: Τρικότσοβα στίχ. 66.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, δεν αναφέρονται κάτοικοι.
1780 «Τα Τριγκότζοβα» υπάγονται στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας. Ζερλέντης σ. 12 .
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 420, 427, 428, 434.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 525 και 536, Κάστρο.
Πουκεβίλ σ. 558.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 53, 59, 161.

ΤΡΙΝΗΣΑ

1805 Leake Χάρτης, και σ. 248-9, 254, 264, 277.
1813 Πουκεβίλ: Τρίνησα διέθεταν 30 πολεμοστές για εκστρατεία και 50 για τον τόπο τους.
Ό.π., σ. 569, 602.
1829 Γαλλκή Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 89.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 282 και 292, Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 429: Τρίνησα – χωρίς κατοίκους – 1830.
1825, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 130-1-2: εισβολή Ιμπραήμ. Τα Τρίνησα λέγονταν «Ντερβένια της Μάνης».
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 132 και 138.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 99, 100, 103, Τρίνησα ανήκαν στους Γρηγοράκηδες και στους Καλκαντήδες (;).
Post, σ. 124.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 386, Κακοσκάλι σ. 386.
Στεφανόπολι, σ. 157, 161, 175-6-7.

ΤΣΑΛΑΠΙΑΝΙΚΑ

Οικισμός της Τσίμοβας-Αρεόπολης.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 80.

ΤΣΕΡΟΒΑ – ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ

1700 Παναγιωτόπουλος, 22. Cerova άνδρες 63 σε πληθυσμό 241.
1692 Topping, Cottrona e Cerova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 70 και στους Βενετούς 52 ρεάλια. (Κοτρώνα ήταν η Παλαιά Τσεροβά).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 214, στο χειρόγραφο του Παπαδάκη αναφέρεται Τζεροβά.
Νηφάκης, Τζεροβά στίχ, 42.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Τζεροβίτες Φουκάς.
1813 Πουκεβίλ, Zer(o)va διέθετε 50 πολεμιστές εκστρατείας και στον τόπο τους 100.
Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 247.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 455: Παναγία η Καταφυγιώτισσα στην περιφέρια της Τσεροβάς. Επί λίθου χαραγμένη η χρονολογία 1696.
Ό.π., σ. 446, κάτοικοι 247 (1828-30)
Ό.π., σ. 200, χωριό Τζεροβά, πόλεμος.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 132, τοιχογραφίες από Παναγιώτη Κληροδέτη. Στην Παναγία Τσεροβάς 1768;
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 23, ναός Παναγίας αναφέρεται (1788) Μακάριος επίσκοπος Καρυουπόλεως.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 435, Καλόφρονες από την Τσεροβά (Καποδιστριακοί) Βασίλειος Πολιτάκος και Αθανάσιος Γκενάκος.
Πελοποννησιακά, παράρτημα 13, σ. 264, Τσεροβά: Κληροδέτης αγιογράφος.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 400.
1805 Leake σ. 258.

ΤΣΙΚΚΑΛΙΑ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου, αναφέρεται Zuchaglia με 30 σπίτια.
1655, Χασιώτης, σ. 155, Cicaglia
1700 Παναγιωτόπουλος 36. Ζucaglia άνδρες 30 σε πληθυσμό 112.
1692 Topping, Alica e Zucalia πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 49 ½ και στους Βενετούς 28 ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, χειρόγραφο του Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα: Τζουκαλιά, σ. 215
Νηφάκης, Τζικαλιά στίχ. 33.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Τσικαλιά: Μιχαλιάνοι, Κουρεσιάνοι, Μαυροδιάνοι, Φιολιάνοι;
1813 Πουκεβίλ, Τζουκαλιά διέθεταν 50 πολεμιστές για εκστρατεία και για τον τόπο τους 108.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 142.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 147, δίκογχος ναός Αγίου Κωνσταντίνου Τσικαλιών

ΤΣΙΜΟΒΑ – ΑΡΕΟΠΟΛΗ

1618 Αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου, Τζίμοβα με 30 σπίτια.
1655, Χασιώτης, σ. 155 Τσίμοβα.
Ζώης, Οικογένεια Καρδιανού από Τζίμο(βα) αναφέρεται στη Ζάκυνθο από το 1639 και οικογένεια Λεούτση από Τσίμοβα 1710.
Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο, Β΄, σ. 3, 1708 αναφέρεται η Τζίμοβα σαν πατρίδα του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.
1670 Ε. Τσελεμπί Πελοποννησιακά, τόμ, ΙΔ΄, σ. 302, χωριό Τζίμοβα έχει 80 σπίτια.
1684 Πρόσκληση στο Μοροζίνη από Τσίμοβα (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282.
1700 Παναγιωτόπουλος, 1. Cimova bassa, άνδρες 98 σε πληθυσμό 417 και 2. Cimova alta άνδρες 48 σε πληθυσμό 172.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 212, Τζίμοβα.
Ό.π., σ. 8, μεταξύ Σμύρνης και Αϊδινίου υπάρχει περιοχή με το όνομα Τζιμόβασι (βλέπε Κουσκούνι και Κουσκουντζούκ).
Ό.π., σ. 79, συμφωνητικο Τσίμοβας για δύο φόνους.
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική Διαίρεση : 1836-41: δήμος Άρεος (Τσίμοβα, Λιμένι, Τσίπα, Κουσκούνι, Κριαλιάνικα, – δήμαρχος Ν. Ντρουφάκος – Από το 1841 μέχρι το 1912 υπήχθη στο δήμο Οιτύλου. Το 1914 έγινε κοινότητα Αρεοπόλεως με Δρυάλια, Κουσκούνι, Κριαλιάνικα, Λαγοκοίλη και Λιμένι, κάτοικοι το 1928 ήταν 1400).
Ό.π., σ. 232. Από πρόσφυγες του Τσιμόβασι της Σμύρνης.
Νηφάκης, Τζίμοβα στιχ. 199.
1805 Leake χάρτης, κα σ. 234, 237, 258, 262, 280, 282, 284, 288, 305, 308, 311, 312, 314, 316.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 1377.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491, μεταβυζαντινός ναός στα Ξιφαριάνικα της Τσίμοβας των Αγίων Πάντων (1767).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 130, αγιογράφος Ιωάννης Π. Μ. σε διάφορες εκκλησίες της Τσίμοβας. 1815-1826. (Μήπως πρόκειται για Μαυρομιχάλη);
Ό.π., σ. 131, ναός Ταξιαρχών 19ος αιώνας) Καρβελάς Δημήτριος.,
Forster, επιγραφές σ. 168.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 277, 282, 290, Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Δ΄, σ. 206, Παναγιώτης Πέτρου Μαυρομιχάλης από Τσίμοβα.
Ό.π., σ. 349 λαϊκά λιθανάγλυφα από την Αρεόπολη Μάνης.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 429, 434.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 463, 476, 477, 479, 494, 497.
Πατριαρχέας, Δίπτυχον σ. ξζ΄, ο Αναγνωσταράς γράφει ότι από το Πόρτο Τζίμοβα ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κινητοποιεί 1000 στρατιώτες, και ο Φιλήμων γράφει ότι από την Τσίμοβα βγαίνουν 1000 στρατιώτες.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 18, Φιλική Εταιρεία –Αρχείο Σέκερη-, από Τσίμοβα βγαίνουν:
10 Αναστάσιος Μαυρομιχάλης 140
92 Γεώργιος Μαυρομιχάλης 69
104, Γιαννάκης-Κατσής Μαυρομιχάλης 93
246 Ιωάννης Μαυρομιχάλης 65
328 Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης 191
415 Πέτρος Μαυρομιχάλης 72
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 235, Λιμάνι Τσίμοβας κίνηση.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7, στο Πεταλίδι από Τσίμοβα: Γρουσούζης, Στραβόλαιμος, Αλέπης, Μπαρελάκος, Μωράκης Οικονομάκης, Κορωναίος, Ροδίτης, Κουσουλάκος, Πικουλάκης, Μιχαλαρέας, Ξιφαράς, Κουμενάκος.
Post, σ. 93-4-5-6-7-8.
Στ. Καπετανάκης, Σύνορα Μάνης, σ. 405.
Πουκεβίλ, σ. 584, 596, 599.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 36, 38, 46, 80, 113, 120, 124, 125, 148, 160, 151, 63, 72, 81, 83, 90, 136, 137, 145.

ΤΣΙΠΑ – ΝΕΟ ΟΙΤΥΛΟ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 455, Παναγία Τσιπιώτισσα
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 13. Τσίπα = Νέον Οίτυλο.
Ό.π., 222 Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Άρεος, 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Αρεοπόλεως.

ΤΣΟΠΑΚΑΣ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 173, Τρισάγια Τσόπακα (13ος αιώνας).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71, Άγιος Θεόδωρος (δ΄ τέταρτο 13ου αι’ωνα).
Δρανδάκη, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 73, 114-5, Τρισάγια Τσόπακα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση, 1835 δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Δρυάλου.
Ό.π., σ. 228, αντί Τσόπακας το Κιόπακας, που σημαίμει Κιοπέκ = σκύλος, επομένως σκύλαρος ή σκύλακας. Στην Κοίτα οικογένεια Κιοπέη και Σκυλακάκη.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 241, Άγιοι Θεόδωροι (εκτενώς).

ΦΛΙΤΣΟΣ

Βρίσκεται στην επαρχία Φωκά.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 26.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446, κάτοικοι 26 (1828-30).

ΦΛΟΜΟΧΩΡΙ

Νηφάκης, Φλομοχώρι στίχ. 37.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Γονέα, Ριγανόχωρα, Σκαλτσιοτιάνικα.
1813 Πουκεβίλ, Φλομοχώρι άνδρες για εκστρατεία 30 και στον τόπο τους πολεμιστές 100.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 169.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 153, Σταυρεπίστεγοι βυζαντινοί ναοί: α) Αγία Βαρβάρα και β) Άγιος Ταξιάρχης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71, Άγιοι Ασώματοι (τέλος 13ου αιώνα).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223, Διοικητική διαίρεση: 1836 δήμος Ασίνης (Φλομοχώρι, Βάτας, Καυκί, Νήφι, Δρυαλί, Αργιλιάς).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 188, στο Φλομοχώρι τοπωνύμιο «Βολιμάκι». Στη Ζάκυνθο Βολίμες.
Ό.π., σ. 445 κάτοικοι 169 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 496.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428, Αγία Βαρβάρα (Υστεροβυζαντινή) και Ταξιάρχης.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 95 Άγιοι Ασώματοι, τέλος 13ου αιώνα.

ΦΟΥΡΝΙΑΤΑ

Οικισμός ΝΔ Πύργου Διρού.
Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Φουρνιάτες με 30 σπίτια.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 459 ναός Αγίου Ιωάννη εις Φουρνιάτα 12ου αιώνα.

ΦΡΑΓΚΟΥΛΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 92, Φωτογραφία Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα.
Ό.π., σ. 95
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 31 Φανερωμένη 14ος αιώνας.

ΦΤΙΟ – ΦΤΕΙΟ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Φτείο.
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Stio Sabatiani με 30 σπίτια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223 Φτιο στην κοινότητα Δρυάλου

ΦΩΚΑΣ – ΦΟΥΚΑΣ

1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Φουκάς: Βαχιώτες, Σκαλιώτες, Τζεροβίτες, Νεοχωρίτες, Καυκιώτες, Μηνιακοβίτες.
1805 Leake, σημειώνει το Φωκάδες στη θέση της Γέρμας.

ΧΑΡΑΚΕΣ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 96, Μικρός οικισμός στη δυτική πλευρά του ακρωτηρίου όπου έχτισαν οι Γρηγορακιάνοι της Κοίτας πύργο.
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική Διαίρεση, 1836 δήμος Ταινάρου, 1841 δήμος Λάγιας και 1914 κοινότητα Λάγιας.

ΧΑΡΙΑ

1618 Αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Charia με 80 σπίτια.
1655 Χασιώτης Caria.
Ζώης: αναφέρεται στη Ζάκυνθο το 1590 οικογένεια Φουκά από Χαριές Μάνης (Καρέα ή Χαριά;). Το 1591 αναφέρεται οικογένεια Κληροδέτη από Χαριές Μάνης.
1700 Παναγιωτόπουλος: 3. Caries άνδρες 47 σε πληθυσμό 178.
1692 Topping, οι Caries πλήρωναν στους Τούρκους φόρο 19 ½ και στους Βενετούς 10 ρεάλια.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 206, στο χειρόγραφο του Παπαδάκη σημειώνεται Χάρνα (; Άρνα ή Χαριά;).
Ό.π., σ. 222-3: Διοικητική διαίρεση, δήμος Νικανδρίου το 1836, δήμος Οιτύλου το 1841 και κοινότητα Πύργου το 1914.
Νηφάκης, Χαριά σ. 203.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη, Χαριά: Κοτταριάνοι, Γεωργιλιάνοι, Λουπιάνοι, Μαυροκυριακιάνοι και εμείς Χαριάτες υποσχόμεθα τα άνωθεν.
1805 Leake Χαριά, σ. 285.
1829, Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοιοι 166.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 85, ασπιδόμορφα είναι τα τρία γνωστά ;Προστ της Μάνης, όπως της Χαριάς, του Σωτήρα Γαρδενίτσα και Άη Στρατήγη Μπουλαριών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 497.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7 στο Πεταλίδι από Χαριά, α) Καραβίτης, β) Σασανάκης και γ) Καριζόνης.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 38-9, 40, 42, 80, 86, 173, 179, 190,

ΧΑΡΟΥΔΑ

1618 Αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Charonda Chardiani με 40 σπίτια. Βλέπε περί Καρδιανών στο βιογραφικό λεξικό των Μανιατών.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, χάρτης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 275, Ταξιάρχης Χαρούδας 11ου αιώνα, Μιχαήλ Καρδιανός εκτενής περιγραφή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 11, Ταξιάρχης Χαρούδας, 11ος αιώνας.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 91. Επιγραφές Ταξιαρχών περί Καρδιανού.
Ό.π., σ. 134, Χαρούδα – Καρδιανός
Ό.π., σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση: Δήμος Νικανδρίου το 1836, δήμος Οιτύλου το 1841 και κοινότητα Πύργου το 1914.
Forster, Επιγραφές σ. 159.

ΧΕΙΜΑΡΡΑ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 204 το 1715 αναφέρεται το χωριό Χειμάρρα.
Νηφάκης, Χειμάρρα στίχ. 39,
1813 Πουκεβίλ Χειμάρρα διέθετε εκατό πολεμιστές για εκστρατεία και στον τόπο τους.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 165.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 129 στη Χειμάρρα στο ναό Παναγίας Μεταμόρφωση «χειρ. Αν. Δημάγγελου» 1853.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 497.
Leake, σ. 269.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 40.
Χιμάρα, στη Βόρειο Ήπειρο αναφερομένη από Πλήνιο Χίμαιρα (Νέος Ελληνομνήμων, τόμ. 10, 1913, σ. 281-3). Τα εκεί τοπωνύμια είναι Ελληνικά. Υποτίθεται ότι πήγαν εκεί Μανιάτες.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Τον Ιούνιο του 1465 ο οπλαρχηγός Μιχάλης Ράλλης ανεχώρησε εν τούτοις εις Χελιδόνιον, ων Διοικητής της Μάνης, (Μομφεράτος, σ. 32).
Στα 1463 σε χορογραφικό πίνακα του Hopf αναφέρεται με αρίθ. 69. Chelidoni, που ίσως βρίσκεται στη Μάνη (Hopf, σ. 202).
1692 Topping, Το Culidonia πλήρωνε στους Τούρκους και μετά στους Βενετούς φόρο 7 ρεάλια.

ΧΕΛΜΟΥ ΧΩΡΑ

Η Χώρα Χελμού βρίσκεται νότια των Γαϊτχών-Κέντρου του πρώην δήμου Αβίας. Τώρα υπάρχει μόνο ο ναός της Παναγίας του Χελμού από το ομώνυμο μοναστήρι και στην κορυφή του λόφου υπάρχουν απομεινάρια φρουρίου. Το 1618 σε εξουσιοδότηση που έδωσαν οι Μανιάτες στον Πέτρο Μέδικο για να τους εκπροσωπήσει στον Δούκα του Νεβέρ υπέγραψε και ο ηγούμενος της μονής της Παναγίας του Χελμού Ιώσαφος. (Το έγγραφο στου Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς).
1618 στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται: Villa della Madona di Chelmont με 50 σπίτια.

ΧΟΣΙΑΡΙΟΝ – ΧΩΣΙΑΡΙΟΝ

1813 Πουκεβίλ, Cossiri διέθετε 15 πολεμιστές για εκστρατεία και 30 για τον τόπο τους.
Forster, Επιγραφές σ. 185.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 172μ ετυμολογία Χοσιαρίου.
1805 Leake σ. 258.

ΧΟΤΑΣΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Χοτάσια. Μικεός οικισμός κοντά στο Οίτυλο, που τον συναντούμε πηγαίνοντας προς την Καλαμάτα.

ΨΙΟΝ – ΨΕΙΟΝ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 2: Η Βέργα του Νικλιάνικου λέγεται και Ψίο.
Ό.π., σ. 232: Ψείον αντί Υψείον η κορυφογραμμή της Βέργας του Νικλιάνικου και τα δύο χωριουδάκια Καραγιαννιάνικα και Αντωνιάνικα.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s