ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

8. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΜΑΝΙΑΤΩΝ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΕΣ ΣΕ ΜΑΝΙΑΤΕΣ

ΑΓΡΑΠΙΔΗ Οικογένεια. Κατοικούσε στην Κοίτα, ανήκει στην πατριά των Νικλιάνων και αποτελεί κλάδο των Τσιγγροσαουλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 112.
Ο Μ. Αγραπίδης κατοικούσε στην Κοίτα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Δ. Αγραπίδης το 1836 διορίστηκε πρώτος δήμαρχος του δήμου Μέσσης, που είχε πρωτεύουσα την Κοίτα.
Ο Δ. Αγραπίδης από την Κοίτα, στα έτη 1844 και 1845 είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο ενόρκων, ενώ μετά το 1850 δεν εμφανίζεται. ΦΕΚ 1844, σ. 213 και ΦΕΚ 1855, παράρτημα μετά το φύλλο 27 (9-9-45)130, σ. 12.
Ο Πέτρος Αγραπίδης του Νικολάου από την Κοίτα μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 1977, σ. 397.

ΑΘΑΝΑΣΑΚΟΥ Οικογένεια. Είναι Νικλιάνοι από τον κλάδο των Κουτρουλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 112 και 128.
Η οικογένεια Αθανασάκου είχε πύργο με κανόνι στη Λευκή Πέτρα που αποτελεί ξεμόνι μεταξύ Αλίκων και Βάθειας). Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78. (Στη σελίδα 82 αναφέρει από λάθος πάλι τη Λευκή Πέτρα με τον πύργο του Αθανασάκου).
Στις 3 Μαΐου 1817 στο Λιμένι υπέγραψαν συμφωνία ο Πέτρος Λυμπερόγγονας (από τους Κουτρουλιάνους) με τον Κατσή Μαυρομιχάλη – που ήταν ο καπετάνιος της Μέσα Μάνης – και ο πρώτος παρέλαβε από τη γούβα του Κατσή το συγγενή του Γιαννάκη Αθανασάκο με την υπόσχεση ότι αν ξανακάνει αδίκημα θα υποχρεωθούν οι Κουτρουλιάνοι στην καταβολή 2.000 γροσίων και στην ανοχή δύο φονικών. Σ.Κουγέα, Η ανθρωποκτονία (το φονικό) ως διεγγύημα τρίτου εν Μάνη, Παράρτ. «Ελληνικών» αρ. 4, Προσφορά εις Στίλπ. Κυριακίδην, Θεσσαλονίκη 1953, σ. 367.

ΑΛΕΤΟΥΡΑΝΑΚΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ. Αναφέρεται από το χωριό Ριγανόχωρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 19, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 207.

ΑΛΕΥΡΟΜΑΓΕΙΡΟΣ Γ. Κατοικούσε στους Μπουλαριούς και υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831. Ως κάτοικος Μπουλαριών αναφέρεται και από τον Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 117.

ΑΛΕΦΑΤΖΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του Λεούτζη και της Καλής, η σύζυγός του Ειρήνη και τα παιδιά του Λεούτζης, Κυριακή, Καλή και Παρασκευή. Από το χωριό Κεχριάνικα, Στ.Σκοπετέα, Ε.Α.Ι.Ε.Δικαίου , 3 (1950)77.
ΑΛΜΥΡΑΝΤΗ ή ΑΡΜΥΡΑΝΤΗ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο της πατριάς των Καουριάνων της Κοίτας, όπου είχε πύργο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, 76. Βλέπε Αρμυράντης.
Ο Μιχαήλ Αλμυράντες συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστών της Βέργας και Διρού. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.
Ο Παναγιώτης Αλμυράντες του Γρηγόρη από την Κοίτα μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 1977, σ. 397.

ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ πειρατής. Γύρω στα 1668 στο Οίτυλο ήταν δύο διαβόητοι πειρατές, ο Αναπλιώτης και ο Θεόδωρος. Ήταν φίλοι και συνεργαζόντουσαν, αλλά κάποτε φιλονείκησαν στη διανομή λείας και ο ένας αιχμαλώτισε τη γυναίκα του άλλου. Κατόπιν τις πούλησαν και οι δύο στον ίδιο πειρατή από τη Μάλτα. Αλλά όταν κατάλαβαν τι είχαν κάνει, συμφιλιώθηκαν και πήγαν μαζί και ελευθέρωσαν τις γυναίκες τους. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 301, και Κ.Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. 1, σ. 117. Α.Κραντονέλλη, Ιστορία της Πειρατείας, τ. 2, σσ. 119, 291, 387 και 392.

ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ. Από το χωριό Βάμβακα. Αναφέρεται στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 31. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 210.

ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε από τον Ιμπραήμ στα Τρίνησα και αναφέρεται 25 ετών. Η.Παπαθανασόπουλου, Λάκωνες τραυματίες και αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)313.

ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ ΓΙΩΡΓΗΣ. Από την Ανατολική Μάνη στις 9 Ιουλίου 1832 ψήφισε στο Μαραθονήσι τον καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκο-Γρηγοράκη ως πληρεξούσιο για την Εθνοσυνέλευση της Προνοίας. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 334.

ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ Μ. Ήταν από το Σταυροπήγι, ίσως από την οικογένεια Αναστασέα. Υπέγραψε ψήφισμα που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων και δημοσιεύτηκε στη Γενική Εφημερίδα Ελλάδος, αριθ. φ. 48 της 27 Ιουνίου 1831.

ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στα Άλικα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μάνης, σ. 127.

ΑΝΔΡΕΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Από τον Πολυάραβο του δ΄ξμου Μαλευρίου. Αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 02071 (004098) Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 130.

ΑΝΔΡΕΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στον Πύργο του Διρού. Ο Ανδρέας Ανδρεάκης, γεννημένος το 1796 στον Πύργο του Διρού, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Α. και ο Α. Ανδρεάκος μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Πέτρος Ανδρεάκος. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Πιέρου Βοϊδή-Μαυρομιχάλη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Αναφέρονται ο Μιχαήλ Ανδρεάκος (βλέπε Ανδρακάκος Μιχαήλ) από την επαρχία Οιτύλου αναφέρεται στα ΑΧΕΒΕ με αριθ. μητρ. 00414 (012928)
Μία οικογένεια Αντρεάκου αποτελεί αποτελεί κλάδο των Καραμπατιάνων της πατριάς των Κοσμάδων της Βάθειας. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 68 και 77. Άλλη ομώνυμη οικογένεια αποτελεί κλάδο των Βισταχαγιάνων και είναι εγκατεστημένη στην περιοχή της Μίνας. ό.π., σ. 104.

ΑΝΔΡΟΥΤΣΑΚΟΥ Οικογένεια. Είναι Νικλιάνοι από τον κλάδο των Μιχαλακιάνων της Νόμιας, που πήγαν στη Λάγια και από εκεί εγκαταστάθηκαν στη Βάθεια. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 78 και 113.
Ο Γεώργιος Ανδρουτσάκος κατάγεται από τηΒάθεια της επαρχίας Οιτύλου και για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1821 τον κατέταξαν στους στρατιώτες, ΑΧΕΒΕ με αριθ. μητρ. 08031 (012538). Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 130.

ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑ Οικογένεια. Αναφέρεται ότι προέρχεται από την πατριά των Αραβουχιών. Είναι από τους παλαιούς κατοίκους των Μπουλαριών, όπου έχουν το παλαιότερο πύργο. Λέγεται ότι ο Μαντούβαλος (Νικλιάνος) πήγε στους Μπουλαριούς ως σώγαμπρος του Ανεμοδουρά. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 117.

ΑΡΑΒΟΥΣΕΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Καταγόμενος από τη Βάθεια, στις 8 Μαρτίου 1571 έγραψε, ως γραμματέας, γράμμα των Μανιατών προς το Δόγη της Βενετίας, το οποίο μετέφερε ο Fabian Barbo, Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί (1972)262.

ΑΡΑΒΟΥΣΙΑΝΟΥ. Τοπωνύμιο που προέρχεται από οικογενειακό όνομα. Πρόκειται για τη θέση που ήθελαν οι Ισπανοί να χτίσουν κάστρο στα 1612. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)97. (ΠΟΥ βρίσκεται ????)

ΑΡΑΒΟΥΧΙΟΙ Οικογένεια. Παλαιά οικογένεια εμπορευομένων, η οποία ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή της Καινήπολης-Βάθειας-Τσικαλιών. Τους έδιωξαν οι Λιάνοι (Νικλιάνοι) και πήγαν στα Ποράχια. Εκεί τους πολέμησαν οι Πηλοκωκιάνοι της Λάγιας και αφού τους νίκησαν τους έσφαξαν (βλέπε μοιρολόγι Βιτζιλόγιαννη). Κλάδος της οικογενείας ο Αραβής ή Ξυπόλυτος. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 70, 77, 79, 156.

ΑΡΑΠΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Πέρα Δημαρίστικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78. Οι Αραπιάνοι από τα Πέρα Δημαρίστηκα εγκαταστάθηκαν στον Κυπριανό. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 180-1.

ΑΡΑΠΟΓΓΟΝΟ (ΑΡΑΠΗΣ) ΠΙΕΡΑΚΗΣ. Το 1670 αναφέρεται από το χωριό Σέλα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 47, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 215.

ΑΡΜΥΡΑΝΤΗΣ ή ΑΛΜΥΡΑΝΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛ. Η οικογένειά του αποτελεί κλάδο της πατριάς των Καουριάνων και είχε πύργο στην Κοίτα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’, σ. 110. Βλέπε και Αλμυράντης.
Ο Μιχαλάκης Αρμιράντης από την Κοίτα, γεννημένος το 1801, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Μ. Αρμυράντης κατοικούσε στην Κοίτα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831. Για τη συμμετοχή του στον αγώνα του 1821 τον κατέταξαν στην 1η τάξη των υπαξιωματικών με αριθ. μητρ. 00608 (001128). Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 131.

ΑΥΓΟΥΛΕΑ Οικογένεια. Στις 6 Αυγούστου 1824 ο Αναγνώστης Αυγουλέας έγινε υποχιλίαρχος. Στην ίδια διαταγή αναφέρονται άτομα καταγόμενα από το Ζυγό της Μάνης. Μ.Φερέτου, Μεσσηνιακά 1(1968)438 και ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Υπουργ. Πολέμ., φάκ. 25 και ό.π., Εκτ. φάκ. 20. Το όνομά του συμπεριλαμβάνεται στο μητρώο των αγωνιστών με αριθ. μητρ. (;) 1667, 2414, 5784 και 018171, τον κατέταξαν δε στη ΣΤ΄ ή στη Ζ΄ τάξη των Αξιωματικών ή την πρώτη τάξη των υπαξιωματικών. Πιθανώς πρόκειται περί συνωνυμίας. Ως καταγωγή του αναφέρεται γενικά Λακωνία ή Οίτυλο. Αρχείο Αγωνιστών Ε.Β.Ε. και Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σσ. 79 και 100.
Αυγουλέας Αναγνώστης. Από τον Τροχάλακα του δήμου Μέσσης. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο Μεσσηνιακό κόλπο με δικό του σώμα ως υποχιλίαρχος. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432. Έπεσε υπέρ πατρίδος και χαρακτηρίστηκε ως ανθυπολοχαγός. Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 132.
Ένας Αυγουλέας, χωρίς βαφτιστικό όνομα, γνωστός όμως στο Σταυροπήγι, σκοτώθηκε το 1832 σε τοπική σύγκρουση στο χωριό Ναζήρι της Μεσσηνίας. Γ.Αναπλιώτη, Πέτρου Κουτήφαρη – Ιστορικαί σημειώσεις, «Αρχείον» Μεσσηνίας αρ. φ. 38-39 (1959)204.
Αυγουλέας Μιχάλης. Αυγουλέας Αναγν. Μιχάλης από τον τροχάλακα του δήμου Μέσσης. Χαρακτηρίστηκε ως υπαξιωματικός α’ τάξεως με αριθ. μητρ. 05784 (018171) Κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός της φάλαγγος, αλλά του αφαιρέθηκε ο βαθμός και επαναδιορίστηκε για λίγο. Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 132.
Αυγουλέας-Μιχαλόπουλος Γιάννης τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Αναγν. Αυγουλέα στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Μ. Αυγουλέας κατοικούσε στον Κούνο και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν. Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831, σ. 279.
Ο Ανδρέας Αυγουλέας του Μιχαήλ από τον Τροχάλακα μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 1977, σ. 395.

ΑΥΓΟΥΛΕΑ ΑΥΓΟΥΛΕΓΙΑΝΝΗ ή Οικογένεια. Είχε πύργο στον Τροχάλακα (κοντά στο Σταυρί τον Κούνο και την Αγία Κυριακή). Ν.Κατσικάρου, Η Βεντέτα στην Μάνη, σ. 76. Σήμερα η οικογένεια Αυγουλέα που κατοικεί στον Τροχάλακα αποτελεί κλάδο των Δημαρογγονιάνων (Δημαρόγγονα) του Κούνου. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 123 και 125.

ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ Οικογένεια. Απαντά σε διάφορα μέρη της Μάνης.
Ο Βασίλης Βασιλάκος ήταν οπλαρχηγός από το Λυγερέα και στη μάχη του Πολυάραβου με πετυχημένο ελιγμό πρόλαβε να αποφύγει πλευροκόπημα των Ελλήνων από τους Αιγυπτίους. Γ.Καψάλη, Η Βαρδούνια και οι Τουρκοβαρδουνιώτες, Πελοποννησιακά 2(1957)134.
Ο Γιαννιός Βασιλάκος αναφέρεται από τον Τζανετάκη Γρηγοράκη, του οποίου ήταν καπετάνιος, ότι τον έστειλε στην Αργολίδα, για την εκστρατεία εναντίον του Δράμαλη, επειδή ο ίδιος ήταν φρούραρχος της Μονεμβασίας. Κ.Κοτσώνη, Αιχμαλωσία τουρκικών πλοίων εις Γύθειον, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Λακωνικών Μελετών, 1982, σ. 89.
Ο Γιάννης Βασιλάκος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 367 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427. (Ένας Γιάννης Βασιλάκος στις 18 Ιουλίου 1824 προτάθηκε από τον Παν. Γιατράκο ως εκατόνταρχος. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 10, σ. 413).
Ο Ιωάννης Βασιλάκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε ως εκατόνταρχος στο σώμα του Δημ. Νικολοπούλου-Γρηγοράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1831 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι πρότεινε στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης να ζητήσει από την Κυβέρνηση να σταλούν στρατιωτικά διπλώματα Α’ και Β’ τάξεως σε κατοίκους της Ανατολικής Μάνης, που τους είχαν μέχρι τότε παραβλέψει. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γιαννιός Βασιλάκος για δίπλωμα Α’ τάξεως. ΓΑΚ, Ιστ. Αρχ. Βλαχογ., φάκ. 221, αριθ. εγγρ. 174.
Ο Πατρίκιος Σαμπάτη Βασιλάκος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427.
Ο Γρηγόρης Βασιλάκος αναφέρεται στις 8 Δεκεμβρίου 1829, όταν συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Ο Γερο-Γρηγόρης Βασιλάκος κατοικούσε στην περιοχή Φωκά-Βαχώ και στις 28 Οκτωβρίου 1825 υπέγραψε την εκλογή ως παραστάτη του καπ. Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη, ως πληρεξουσίων δε του καπ. Δημήτρη Δραγωνάκου-Γρηγοράκη και του Παύλου Στεφανάκου. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 216.
Ο Γερο-Γρηγόρης Βασιλάκος κατοικούσε στην Τσεροβά. Στις 13 Μαρτίου 1827 υπέγραψε την εκλογή του Τζανετάκη Γρηγοράκη και του καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη ως πληρεξουσίων της Ανατολικής Σπάρτης (Μάνης). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και την εκλογή του ανωτέρω καπετάν Γιωργάκη ως παραστάτου της Ανατολικής Μάνης. Απ. Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σσ. 267-270.
Ο Δημήτριος Βασιλάκος στις 6 Ιουλίου 1824 έγινε εκατόνταρχος με πρόταση του Δ. Μούρτζινου, Ν. Βοϊδή και Γαλ. Κουμουνδουράκη. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 10, σ. 387.
Ο Μιχάλης Βασιλάκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δ. Μούρτζινου στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Παναγιώτης Βασιλάκος Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε ως εκατόνταρχος στο σώμα του Πιέρου Βοϊδή-Μαυρομιχάλη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Παναγιώτης Βασιλάκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Αυγουλέα στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο καπ. Παναγιωτάκης Βασιλάκος το 1827 ήταν ένας από τους φρουράρχους της Μονεμβασίας. Τον Ιανουάριο του 1827 το κάστρο της Μονεμβασίας το φρουρούσαν ο Αναστάσιος Φελούρης, ο καπ. Γιάννης Κρανίδης, ο καπ. Παναγιωτάκης Βασιλάκος, ο καπ. Γιώργης Δραγωνάκος και ο καπ. Γιαννιός (;) (Μήπως Γιαννιός Βασιλάκος;). Δημιουργήθηκαν επεισόδια και οι οπαδοί των Μαυρομιχαλαίων έπιασαν την ακρόπολη (γουλά), ενώ οι οπαδοί του Μούρτζινου και Τζανετάκη, όπου και οι Φελούρηδες, ήταν από έξω. Στη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 1 Μαρτίου 1827 αποφασίστηκε να απομακρυνθούν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και να αναλάβει τη διοίκηση ο Δημήτριος Πλαπούτας. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 3, σσ. 292-3 και 358-9.
Ο Π. Βασιλάκος κατοικούσε στον Κούνο και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Η οικογένεια Βασιλάκου αναφέρεται από τη Λάγια της επαρχίας Γυθείου, μετά δε την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε βαθμός υπαξιωματικού 1ης τάξεως, α) στο Δρακούλη Βασιλάκο με αριθ. μητρ. 06255 (018958) και β) στο Νικόλαο Βασιλάκο από το Σκουτάρι του δήμου Καρυουπόλως με αριθ, μητρ. 05890 (018390). Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 133.
Ο Γεώργιος Βασιλάκος αναφέρεται από την επαρχία Οιτύλου και μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του στρατιώτη με αριθ. μητρ. 8308. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 122.
Οικογένεια Βασιλάκου υπήρχε στη Βάθεια και αποτελούσε κλάδο των Μιχαλακιάνων της πατριάς των Νικλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 113.
Οικογένεια Βασιλάκου. Υπάρχει στο Αγγειαδάκι και κλάδους της αποτελούν α) ο Στριλάκος, που είναι άσχετος με το συνεπώνυμό του των Μπουλαριών, β) ο Σακκάκος και γ) ο Βλαχάκος. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 103.

ΒΑΣΙΛΑΡΑΚΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Μαντουβαλαίων και είχε πύργο στους Απάνω Μπουλαριούς. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77.

ΒΟΪΔΟΝΙΚΟΛΑ ή ΒΟΪΔΟΝΙΚΟΛΑΚΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Μιχελιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166. Είχε πύργο στα Πέρα Δημαρίστικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78.
Ο Δημήτριος Βοϊδονικολάκης αναφέρεται το 1716 από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΙΑΝΟΙ – ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΛΙΑΝΟΙ. Μεγάλη οικογένεια της Λάγιας. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 5, σ. 89. Βλέπε: Οικ. Μπουγιουκλάκη.
Αποτελούν κλάδο των Μιχαλακιάνων από τη Νόμια της πατριάς των Νικλιάνων. Εγκαταστάθηκαν στη Μίνα και από εκεί πήγαν στη Λάγια, μερικοί δε από αυτούς στη Βάθεια. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 105 και 113.
Ο Μπουγιουκλάκος συνεργαζόταν με τον καπ. Γιωργάκη Αντωνάκο – Γρηγοράκη, όπως φαίνεται από επιστολή της 16 Οκτωβρίου 1822. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 135.
Ο Γιάννος Μπουγιουκλάης από τη Λάγια τοποθετήθηκε ως υπολοχαγός της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.
Ο πρώην Έκτακτος Διοικητής Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας Ιωάννης Γενοβέλης στις 20 Ιουλίου 1830 έγραψε στον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου Α. Μεταξά ποίοι από τους εξέχοντες κατοίκους της Μάνης ήταν αφοσιωμένοι στον Κυβερνήτη και μεταξύ αυτών συμπεριέλαβε το Γερακάρη Μπουγιουκλάκη από τη Λάγια. ΓΑΚ, Έκτ. Επίτρ., φάκ. 91.

ΒΟΥΔΙΚΛΑΡΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στην Κοίτα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76. Αποτελεί κλάδο των Τσιγγροσαουλιάνων της πατριάς των Νικλιάνων και ήταν εγκατεστημένοι στην Κοίτα και στην Αρχιά. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 111.
Ο Παναγιώτης Βουδικλάρης από την Κοίτα, γεννημένος το 1796, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Παναγιώτης Βουδικλάρης από την Κοίτα, δημοτικός σύμβουλος το 1850-56, γεννημένος το 1788;, είχε επιλεγεί ως ένορκος στα έτη 1844, 1845, 1850 και 1856. ΦΕΚ 1844, σ. 213, ΦΕΚ 1845, παράρτημα μετά τη σ. 130, σ. 12, ΦΕΚ 1850, παράρτ. σ. 92 και ΦΕΚ 1856, παράρτ. σ. 80.

ΒΟΥΔΙΚΛΑΡΗΣ Π. ΙΩΑΝΝΗΣ. Αναφέρεται ως Βουδουλάρης, είναι από την Κοίτα της επαρχίας Οιτύλου και μετά την απελευθέρωση του απονεμήθηκε αρχθκά ο βαθμός του στρατιώτη και το 1872 ο βαθμός του ανθυπολοχαγού (Ζ΄ τάξη) με αριθ. μητρ. 03143. Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 136.

ΒΟΥΔΙΚΛΑΡΗΣ ΙΩΣΗΦ, Επίσκοπος Οιτύλου από την Κοίτα του δήμου Μέσσης. Φιλικός. Στην απόβαση του Διρού αναφέρεται ότι ξεσήκωνε τους χωρικούς να πάνε να αντιμετωπίσουν τους Αιγύπτιους επιδρομείς. Χαρακτηρίστηκε ως αντισυνταγματάρχης *οπλαρχηγός 3ης τλαξεως) με αριθ. μητρ. 00231. Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 136.

ΒΟΥΤΕΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο της πατριάς των Καουριάνων της Κοίτας, όπου είχε πύργο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76.

ΒΡΕΤΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Στις 8 Δεκεμβρίου 1829 συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.

ΒΡΕΤΑΚΟΣ ΗΛΙΑΣ. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Πιέρου Βοϊδή-Μαυρομιχάλη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΒΡΕΤΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δημ. Νικολόπουλου-Γρηγοράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΒΡΕΤΑΚΟΥ Οικογένεια. Υπάρχει στον Κούνο και αποτελεί κλάδο των Κατραμπαχιάνων. Άλλη οικογένεια Βρετάκου είναι στα Μουντανίστικα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 107 και 125.

ΒΡΟΤΖΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Αναφέρεται από το χωριό Ριγανόχωρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 20, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 207.

ΒΡΟΤΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ. Αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΓΕΡΑΚΑΡΑΚΗ Οικογένεια. Ο Γρηγόρης Γερακαράκης αναφέρεται το 1727 από το χωριό Κουτρουμάνι στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 26, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 209.
Ο Δικαίος Γερακαράκης αναφέρεται το 1727 από το χωριό Κουτρουμάνι στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 26, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 209.
Ο Μιχαήλ Γερακαράκης Αναφέρεται ως καταγόμενος από την επαρχία Οιτύλου και για τη συμμετοχή του στην εθνεγερσία του 1821 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του στρατιώτη με αριθ. μητρ. 08404 (013104). Στ. Καπετανάκη, Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005, σ. 137.
Ο Νικολός Γερακαράκης στις 24 Ιουλίου 1830 υπέγραψε στο Μαραθονήσι αναφορά, ως εκπρόσωπος της Ανατολικής Μάνης, προς τον Ανδρέα Μεταξά Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.
Ο πλοίαρχος Παντελής Γερακαράκης το Σεπτέμβριο του 1825 προσπάθησε χωρίς επιτυχία να εφοδιάσει τους Έλληνες που ήταν πολιορκημένοι στους πύργους στα Τρίνησα (στις 21 Φεβρουαρίου 1825 πήγε στα Τρίνησα ως φρουρά ο Σουλιώτης Κ. Θρασίτης) από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Μετά από αυτό παραδώθηκαν οι πολιορκημένοι. Κ.Κοτσώνη, Πρώτη εισβολή του Ιμπραήμ εις Λακωνίαν, Λακωνικαί Σπουδαί 3(1977)135.
Ο Πασχάλης Γερακαράκης το 1832 ήταν πληρεξούσιος επαρχίας Τριγονά στην Εθνοσυνέλευση της Προνοίας. Εθνική Εφημερίς, αρ. φ. 25 της 13 Ιουλίου 1832, σ. 139. Ομοίως αναφέρεται στις σσ. 158, 220 και 252. Στις 11 Ιουνίου 1832 έγινε με τη συμμετοχή του η α’ προκαταρκτική συνεδρίαση της κατά συνέχεια της Δ’ Εθνικής συνελεύσεως των Ελλήνων. Αρχ.Ελλ.Παλιγγ., τόμ. 5, σσ. 341 και 394.
Ο Πασχάλης Γερακαράκης ήταν ιδιοκτήτης καταδρομικού. Δ.Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας και το Θαλάσσιον Δικαστήριον, Μέρος Α’, σ. 38. Στις 25 Μαΐου 1828 αποφασίστηκε η παραπομπή του στο Θαλάσσιο Δικαστήριο, ό.π., σ. 234. Κρίθηκε αρχικά η παραπομπή του στο λειοδικείο, ό.π., σ. 94. Ο Πασχάλης Γερακαράκης ανέφερε ότι έκανε την πειρατεία για λόγους εκδίκησης εναντίον των Αυστριακών, οι οποίοι είχαν βυθίσει μίστικό του στο Πόρτο Λόγκο. Κατέλαβε έξω της Μεθώνης Αυστριακό σκάφος, το οποίο έφερε στο Σκουτάρι και ιδιοποιήθηκε το φορτίο του με το πλήρωμα, δίδοντας και στον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη το 15%. Το σκάφος του δεν διέθετε έγγραφα καταδρομής από την Αντικυβερνητική Επιτροπή, ό.π., σ. 152 (Βλέπε: Υπουργείο Δικαιοσύνης, φάκ. 43). Ο ίδιος κατέθεσε ότι ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης εισέπραττε για δικό του λογαριασμό το υπέρ Εθνικού ταμείου ποσοστό, ό.π., σ. 39. Στις 22 Φεβρουαρίου 1829 ο Πασχάλης Γερακαράκης απολύθηκε με εγγύηση άλλων προσώπων. Την αποφυλάκισή του ζήτησαν οι Δημογέροντες της Ανατολικής Μάνης. Στις 22 Μαρτίου 1829 κλήθηκε γιατί τον Ιανουάριο του 1827 είχε ληστέψει στη Μονεμβασία το σκάφος του Σπυρ. Ρούκη. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1830 ζήτησε επίσημο διορισμό από την κυβέρνηση ως διώκτη πειρατών στην Ανατολική Μάνη, ό.π., σσ. 156-7.

ΓΕΡΑΚΑΡΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ή ΚΛΕΠΤΟΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ πειρατής. Ο Πρόξενος της Αγγλίας στα Κύθηρα Εμμ. Καλούτσης αποκαλούσε φίλο του τον Αλεξανδρή Γερακαράκη, δηλαδή τον υποστήριζε, γιατί ήταν ισχυρός στη Μάνη, ενώ όλοι οι άλλοι τον χαρακτήριζαν ως πειρατή (έγγραφο Εθνολ. Εταιρ. 7240), Τ.Κανδηλώρου, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, σ. 278. Σε άλλο έγγραφο της Εθνολογικής Εταιρείας (αρ. 17939) από το τέλος του 1803, αναφέρεται ότι είχε εμφανισθεί στην Αγία Πελαγία Κυθήρων ο καπετάν Αλεξανδρής Γερακαράκης μαζί με άλλους έξη, μεταξύ των οποίων ήταν «και ο υιός του κακούργου Ζαχαριά», Τ.Κανδηλώρου, ό.π., σ. 286.Το 1805 οι Τούρκοι απαιτούσαν από τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη να τον εξολοθρεύσει. Τ.Κανδηλώρου, ό.π., σ. 314 και Α.Γούδα, Βίοι Παράλληλοι, τ. 8, σ. 19.

ΓΕΡΑΚΑΡΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ. Είναι ο Πασχάλης Γερακαράκης γιός του γνωστού ως Κλεπτοαλεξανδρής, που τον ζητούσαν οι Τούρκοι από τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη. Κατηγορήθηκε, μαζί με Δημ. Τσιγκουράκο-Γρηγοράκη, για πειρατεία από τον Αρχιμανδρίτη Ησαΐα Νικολάου. Δ.Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το Θαλάσσιον Δικαστήριον, μέρος Β’, σ. 140. Ο Δημάκης Γερακαράκης κατηγορήθηκε για πειρατεία από τον Κ. Λήμνιο, ό.π., σ. 141. Αναφέρεται ως Δημάκης Γερακάκης που κατηγορήθηκε για πειρατεία από το Ν. Μπουδούρη, ό.π., σ. 142.

ΓΕΡΑΚΑΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Το όνομα εμφανίζεται σε πολλά μέρη της Μάνης. Μια οικογένεια Γερακαράκου κατοικούσε στη Σκάλα του Βαχού και θεωρούνται απόγονοι των Κοντόσταβλων που ήρθαν από τον Τσόπακα. Στ.Πατρικουνάκου, Βαχός Μάνης, Αθήνα 1999, σσ. 39-40.
Ο Δημητράκης Γερακαράκος στις 8 Δεκεμβρίου 1829 συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Ο Π. Γερακαράκος το 1831 ήταν μέλος της Συνταγματικής Επιτροπής που ηγείτο της κινήσεως εναντίον της κυβερνήσεως του Ιωάνης Καποδίστρια. Κ.Κοτσώνη, Πρακτικά Α’ συνεδρίου Μεσσηνιακών σπουδών, 1977, σ. 207.
Ο Δημήτριος Γερακαράκος, από το Μέζαπο, γεννημένος το 1799, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Δ., ο Γ. και ο Γ. Γερακαράκος κατοικούσαν στη Βάθεια και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Γεωργούλιας Γερακαράκος ήταν από τους Κουρικιάνους της Κοίτας. Η σύζυγος του Γερακαρίνα μαζί με το γιό τους Κατσιβαρδά πήγαιναν ψωμί στον άνδρα της, που πολεμούσε στη Βέργα του Αρμυρού. Στο δρόμο τους, στο λαγκάδι της Χαριάς, συνάντησαν τους Αιγυπτίους οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί στο Διρό και πολεμούσαν εναντίον των Ελλήνων. Η Γερακαρίνα άρχισε να τους πετάει πέτρες και ο Κατσιβαρδάς τους χτυπούσε με το όπλο, μέχρι που σκοτώθηκε. Τότε η Γερακαρίνα πήρε το οπλο του σκοτωμένου της παιδιού της και συνέχισε τον πόλεμο με τους Αιγύπτιους. Παρεμφερής ιστορία αναφέρεται και για τη Μανιάτισσα Θερασέρη, για την οποία ο Βαγιακάκος νομίζει ότι ταυτίζεται με τη Γερακαρίνα, η οποία πήρε το όπλο του σκοτωμένου παιδιού της και βλέποντας το πτώμα του παιδιού της έλεγε: «κοιμήσου, τέκνον μου, κοιμήσου. Εγώ μένω στη θέση σου».. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίν της Μάνης, σσ. 48 και 86.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ. Όνομα οικογενειών από διάφορα μέρη. Στη Μάνη απαντά ως επίθετο και ως βαφτιστικό. Δ.Βαγιακάκου, Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά 3-4(1958-9)192.

ΓΕΡΑΚΑΡΗ Οικογένεια. Ήταν εγκατεστημένη στο Σκουτάρι, όπου είχε πύργο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 80.
Ο Δημήτριος Γερακάρης και ο Κουσούλιας Γερακάρης καταγγέλθηκαν ως ηγέτες πειρατικών επιχειρήσεων. Δ.Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας και το Θαλάσσιον Δικαστήριον, Μέρος Α’, σ. 39. Ο Νικόλαος Κουσούλιας διέπραξε πειρατεία σε βάρος Υδραίου εμπόρου στον όρμο Σκουταρίου, ό.π., σ. 77.

ΓΕΡΑΚΑΡΗ-ΜΑΡΤΑΚΗ Οικογένεια. Ο Διονύσιος Μούρτζινος πρότεινε να εξαλείψουν την πειρατεία από τη Μάνη και πρότεινε ο Αντώνιος Μαυρομιχάλης να πει στον αδελφό του Κατσή Μαυρομιχάλη να συλλάβει τους Μαρτάκηδες-Γερακαριάνους και τους οπαδούς τους, που πάτησαν τα Κύθηρα και γύμνωσαν τους Υδραίους. Δ.Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας και το Θαλάσσιον Δικαστήριον, Μέρος Α’, σ. 78.

ΓΕΡΑΚΑΡΗ – ΓΕΡΑΚΑΡΙΤΣΑ. Δεν αναφέρεται το βαφτιστικό όνομα μιας γενναίας Μανιάτισσας, που έγινε γνωστή από τo παρακάτω επεισόδιο. Γύρω στο 1677 ο Αχμέτ Κιουπρουλής διέταξε τον καλύτερο ναυτικό της Τουρκίας, τον Χασάν Μπαμπά, να υποτάξει τη Μάνη, η οποία είχε γίνει πολύ επιζήμια στα τουρκικά πλοία που εφοδίαζαν το στρατό της Κρήτης. Αυτός έπλευσε με τρία πλοία στην περιοχή των Κιτριών ή της Καρδαμύλης και ετοιμαζόταν να αποβιβάσει τα στρατεύματά του. Τότε, όπως συνηθιζόταν, οι γυναίκες άρχισαν να ανεβαίνουν στα βουνά, ενώ οι άνδρες συγκρότησαν συνέλευση, για να αποφασίσουν τον τρόπο άμυνας. Μια Μανιάτισσα το γένος Γερακάρη πήρε το βρέφος της, που ήταν μόλις τριών ημερών, την κατσίκα της και τα λιγοστά πράγματά της και βάδιζε προς τα ορεινά καταφύγια. Σε κάποια στιγμή την πλησίασε ένας νεαρός και της μετέφερε την ερώτηση του συζύγου της, «πού ήταν το τουφέκι του και το σπαθί του;». Αυτή του απάντησε: “Ειπέ εις τον άνδρα μου να έλθει γρήγορα να φυλάξη τη γίδα και να κρατήση το παιδί και εγώ πηγαίνω να εύρω τα όπλα του και να τα μεταχειριστώ καλύτερα από αυτόν”. Τα λόγια αυτά ενθουσίασαν τις άλλες Μανιάτισσες, οι οποίες άρχισαν να ξεφωνίζουν και να κατηφορίζουν προς την παραλία. Οι φωνές των γυναικών έκαναν το Χασάν Μπαμπά να αναβάλλει την απόβαση. Το βράδυ Μανιάτες κολυμπώντας πλησίασαν τα αραγμένα πλοία και έκοψαν τους κάβους τους, με αποτέλεσμα τα δύο από αυτά να παρασυρθούν από τα ρεύματα και να πέσουν στη στεριά, όπου τσακίστηκαν και τα πληρώματά τους αιχμαλωτίστηκαν από τους Μανιάτες. Ντροπιασμένος ο Χασάν Μπαμπά έφυγε τελικά με ένα μόνο καράβι που του απόμεινε. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 307. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 84. Να σημειωθεί ότι το όνομα του Χασάν Μπαμπά αναφέρεται και ως Ασσάμ Μπαμπά, Κ.Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες, τ. 1, σ. 607 κ.ε. Ο Σιμόπουλος που μεταφέρει τις πληροφορίες του Guillet γράφει: «Η γυναίκα που τους ξεσήκωσε είναι από το σόϊ των Γερακάρηδων, την πιο παλιά οικογένεια της Μάνης». Από αυτό φαίνεται ότι δεν είναι σύζυγος αλλά το γένος Γερακάρη. Ο δε Κ. Σάθας γράφει «…εκ του οίκου των Γερακαρών». Ο Α.Λεντάκης, Μνημοσύνη, τ. 7, σ. 160 κ.ε. θεωρεί ότι ήταν σύζυγος Γερακάρη και πιθανώς η μητέρα του Λιμπεράκη. Στηρίζεται δε στο Γ.Γ.Παπαδόπουλο, Χρονογραφία περί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, σ. ις’, ο οποίος στην εισαγωγή του αναφέρει ότι το 1638 ο «Αμουράτ ο Δ’ έπεμψε στρατό εναντίον των Μανιατών, όστις και μέχρι των πυλών του Οιτύλου έφθασεν. Αλλ’ οι Μανιάται καρτερικώς πολεμήσαντες, ενίκησαν τους Τούρκους και ηχμαλώτισαν πολλούς, ότε διεκρίθη η σύζυγος του Γερακάρη, ήτις και τοι προ δύω ημερών τεκούσα, συναγαγούσα όμως και οπλίσασα τας γυναίκας, ανδρείως μετ’ αυτών συνεπολέμησε». Ο Ελληνογάλλος E.Yemeniz, Revue des deux Mondes, Paris 1865, έτος 35, τεύχ. Μαρτίου, σ. ???? γράφει ότι το επεισόδιο αυτό έλαβε χώρα το 1537. Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο Ν.Β.Φαρδύς, Ύλη και σκαρίφημα ιστορίας της εν Κορσική Ελληνικής αποικίας, Αθήναι 1888, σ. 14.

ΓΕΡΑΚΑΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ του Ιωάννου. Στο τέμπλο της εκκλησίας της Μήλου, η οποία λέγεται Θαλασσίτρα, υπάρχει εικόνα του Αγίου Ελευθερίου που φέρει την αφιερωματική επιγραφή: «Δέησις της δούλης του Θεού Κυριακής του Ιωάννου Γερακάρη. Χειρ Εμμανουήλ ιερέως Σκορδίλη». Εκφράζεται η άποψη ότι η ανωτέρω θα είναι η μητέρα του Λιμπεράκη Γερακάρη, η οποία έκαμε το τάμα και αφιέρωσε την εικόνα, όταν για πρώτη φορά ο γιός της αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και φυλακίστηκε στα χρόνια 1660-1668. Α.Λεντάκη, Μνημοσύνη, τ. 7, σσ. 151 και 196.

ΓΕΡΑΚΑΡΗ ΣΤΑΘΟΥΛΑ του Λιμπεράκη. Κόρη του Λιμπεράκη Γερακάρη και της νόμιμης συζύγου του, η οποία ήταν αδελφή του Πέτρου Μπότση από την Κελεφά. Έγινε γνωστή από την προίκα την οποία πήρε. Στις 6 Δεκεμβρίου 1697 στο Άργος συντάχθηκε από τον πατέρα της το συμβόλαιο γάμου, με το οποίο η Σταθούλα έπαιρνε ως προίκα την επικαρπία των Μύλων της Μαντίνειας και τα ακίνητα που κατείχε ο πατέρας της στους Δολούς. Στις 12 Ιουνίου 1700 ο σύζυγός της Μπένος Ψάλτης, κάτοικος Καλαμάτας, ζήτησε να αρθεί η κατάσχεση από τις Βενετικές αρχές των προικώων της Σταθούλας. Στις 8 Ιουλίου 1700 η γερουσία της Βενετίας ενέκρινε την απόδοση στη Σταθούλα των παραχωρηθέντων κτημάτων από τον πατέρα της. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σσ. 35, 21, 22, 32. Να σημειωθεί ότι γιός του Μπένου Ψάλτη και της Σταθούλας ήταν ο Παναγιώτης Μπενάκης, ένας από τους πρωτοστατήσαντες της Ορλωφικής επαναστάσεως του 1770.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ θείος του Λιμπεράκη. Αναφέρεται ως θείος του Λιμπεράκη Γερακάρη και πιθανώς να πρόκειται για τον Αντώνη. Ο Γ.Γ.Παπαδόπουλος, Χρονογραφία περί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, σ. 18, αναφέρει: «…ήτον κάποιος Μανιάτης ξακουστός και φοβερός άνδρας Λιμπεράκης λεγόμενος, ανεψιός του Γερακάρη από τους Κοσμάδες…».
Ο Επίσκοπος Μαΐνης Παρθένιος Καλκανδής, ακολούθησε τους Στεφανόπουλους του Οιτύλου και πήγε στη Γένοβα, όπου έδωσε κατάθεση. Σε ερώτηση που του υπέβαλλαν: «Έκαμναν κούρσο; Με τι είδους πλοία; Πόσοι έκαναν αυτή τη δουλειά;». Απάντησε: «Επήγαιναν στο κούρσο με βριγαντίνια ενάντια στους Τούρκους. Ο κυριώτερος κουρσάρος της Μάνης ήταν ο καπετάν Γερακάρης, αλλ’ υπήρχαν και άλλοι κουρσάροι όχι κατώτεροι, που ήσαν περίφημοι για την τόλμη και την ανδρεία τους. Αυτός ο καπετάνιος, πριν παρθή η Κρήτη απ’ τους Τούρκους, έφυγε με τη φαμίλια του για το Τσιρίγο, που είναι των Βενετών. Προ εξήντα ετών οι Τούρκοι επροσπάθησαν να υποτάξουν τον καπετάν Γερακάρη με τους συντρόφους του, αλλ’ αυτός τους εκτύπησε κι έπιασε τριακόσιους σκλάβους. Ύστερα απ’ αυτή τη νίκη ο Γερακάρης με μερικούς δικούς του επήρε τα βουνά του Μορέως και οι άλλοι του σύντροφοι εσκόρπισαν σε διάφορα μέρη. Μια άλλη φορά, προ ολίγων ετών, οι Έλληνες εκυνηγούσαν τον Πασά, ο οποίος είχε μαζί του στράτευμα από 1500 Τούρκους. Απ’ αυτούς έμειναν μόνο 50 ζωντανοί και τους πήραν σκλάβους. Τους επούλησαν 50 τάλληρα τον ένα». Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 135. Ο Π. Καλονάρος σχολιάζει τα ανωτέρω με τα εξής λόγια: «Άξιον παρατηρήσεως είναι ότι ο επίσκοπος δεν λέγει τίποτε το επιβαρυντικόν εναντίον του Λιμπεράκη. Το γεγονός αυτό παρέχει ενδείξεις ότι τα περί αντεκδικήσεων του Γερακάρη κατά των Σταφανοπούλων ενδέχεται να μην είναι πραγματικά». Να σημειωθεί ότι προ εξήντα ετών, δηλαδή 1614-5, έγιναν τουρκικές εισβολέ στη Μάνη και το σώμα του Μουσολίν Ραΐζ εξοντώθηκε ολοσχερώς στην περιοχή της Ζαρνάτας.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ. Σε έκθεση του Βενετού Προνοητού Κόρνερ από 27 Απριλίου 1690 αναφέρεται το όνομα «Γερακάρης» ως σύντροφος του Λιμπεράκη Γερακάρη στην περιοχή (καστελανία) της Κελεφάς. Σπ.Λάμπρου, ΔΙΕΕ, 2(1885)288.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ – ΚΟΣΜΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Το καλοκαίρι του 1645, στη θαλάσσια περιοχή της Μάνης, ο Μανιάτης Άγγελος Γερακάρης επιτέθηκε με τη βάρκα του (πλοιάριο αναφερόμενο και ως μπριγαντίνι) εναντίον της βάρκας του Αθανασίου Πολυμέρη, γιατί είχε μια απαίτηση από αυτόν και ήθελε να τον συλλάβει. Σε αναφορά της 1 Σεπτεμβρίου περιλαμβάνεται: «Ο Αθανάσιος Πολυμέρης….κατέθεσε ότι ένας Μανιάτης, ονομαζόμενος Άγγελος, ο οποίος είχε αδελφό που ονομαζόταν Γερακάρης, ήλθε με ένα μπριγαντίνι κατά της βάρκας του και ήθελε να τον κρατήσει με την πρόφαση ότι είχε μίαν απαίτηση, αλλά κατά καλή τύχη εγνώριζε τον αδελφό του και έτσι εγλύτωσεν…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)141.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ – ΚΟΣΜΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ του Μιχαλάκη. Ήταν από τη Βάθεια και είχε γιό ονομαζόμενο Μιχάλη. Το βαφτιστικό του αδελφού του δεν είναι γνωστό, ίσως είναι ο Άγγελος Γερακάρης-Κοσμάς. Πιθανώς να ταυτίζεται με τον πειρατή Αντώνη Μανιάτη και ο γιός του Μιχάλης μπορεί να είναι ο Μιχάλης Μανιάτης. (Βλέπε ανωτέρω «Γερακάρης» θείος του Λιμπεράκη)
Από αναφορά της 14 Σεπτεμβρίου 1645 πληροφορούμεθα ότι ο Αντώνης Κοσμάς από τη Μάνη κράτησε το μπεργαντίνι του Αντώνη Πεδότα, το οποίο διήρπασε. Αναφέρεται ότι άκουσαν τον Κοσμά να λέγει, ότι αν πέσει στα χέρια του κανένας Βενετσάνος, θα τον σφάξει. Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 141.
Ο Ζακυνθινός Άγγελος Σουμάκης, στις 19 Αυγύστου 1655, έγραψε: «…Εγώ ευρίσκομαι εδώ εις την Βάθεια, χωρίον του κυρίου Αντώνη Γερακάρη, κουμπάρου μου, ο οποίος προ οκτώ ημερών έστειλε τον υιόν του Μιχαήλ με το πλοιάριό του να με φέρει εδώ και μένω πλησίον του χάριν αναψυχής. Ούτος επέστρεψε ευχαριστημένος από την Αρμάταν μας, διότι έπιασαν εις το Ελαφονήσι ένα τουρκικόν πλοίον με 30 κοπηλάτες, πολύ ωραίον και νεοφτιαγμένον. Το πλοίον τούτο είχεν έλθει προ δύο ημερών από την Κρήτην με 70 γενιτσάρους και σπαχήδες, τους οποίους απεβίβασεν προς τα μέρη της Μονεμβασίας. Τώρα φροντίζει να το εξοπλίσει και να πηγαίνει με το πλοίον του αδελφού του εις τον κόλπον της Καλαμάτας, ίνα αιχμαλωτίσει δύο πειρατικά της Κορώνης…». Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 147. Τα ανωτέρω επαναλαμβάνονται από Α.Κραντονέλλη, Η ιστορία της πειρατείας κατά τους μέσους χρόνους της τουρκοκρατίας, σ. 289.
Το 1663 ο Αντώνης Μιχ. Κοσμάς-Γερακάρης ήταν στη Ζάκυνθο και πήρε χρήματα από το Γεώργιο Βαρσαμά και το Γεώργιο Νίκλο. Με αυτά ναυπήγησε μία γαλιότα με 18 πάγκους κοπηλατών, ονομαζομένη “Κυρά του Σκοπού”. Για να τους εξοφλήσει παραχώρησε στον καθένα από επτά “μερδικά”. Δ.Βαγιακάκου, Ε.Α.Ι.Ε.Δ. τ. 5, 1954, σ. 34 και 39.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ (-ΚΟΝΤΟΣΤΑΒΛΟΣ;) ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Αναφέρεται από το 1570 ως πρόκριτος του Κούνου, χωριού που ανήκε το 1618 στην οικογένεια Κοντόσταβλου, γι’ αυτό δεν είναι παρακινδυνευμένο να θεωρηθεί ότι και ο Γεώργιος Γερακάρης ανήκε στην οικογένεια των Κοντόσταβλων. Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)212. Το 1575 ο Γεώργιος Κοντόσταβλος, πιθανώς το ίδιο άτομο με τον προαναφερθέντα, υπέγραψε αναφορά προς τις βενετικές αρχές να ελευθερώσουν το Νικολό Βαρυκέφαλο. Την αναφορά αυτή σχολιάζει ο Κ.Τσικνάκης, Λακωνικαί Σπουδαί 10(1990)228 κ.ε., ο οποίος έθεσε υπ’ όψη μου τα ονόματα των υπογραφομένων.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Αδελφός του πρώτου Μπέη της Μάνης Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης του. Όταν τον Ιούλιο του 1696 ο Λιμπεράκης προσεχώρησε στο στρατόπεδο των Βενετών, συμφωνήθηκε ότι θα του δοθούν τα οικονομικά μέσα για τη διατροφή της δεκαπενταμελούς ακολουθίας του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αδελφός του Γεώργιος. Α.Λεντάκη, Μνημοσύνη, τ. 7, σ. 186.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1697 έγινε συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του Λιμπεράκη και δόθηκαν σε αυτόν 1.000 δουκάτα το μήνα και στον αδελφό του Γεώργιο 100. Στις 5 Μαΐου 1699 χορηγήθηκαν πάλι 100 δουκάτα στο συνταγματάρχη Γεώργιο αδελφό του Λιμπεράκη. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 191-2.
Αναφέρεται ότι ο Λιμπεράκης και ο αδελφός του Γεώργιος μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Εκεί ο Λιμπεράκης φυλακίστηκε στην ακρόπολη της Μπρέσκια, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος στα υπόγεια του φρουρίου της Πάλμα, όπου κυριολεκτικά θάφτηκε ζωντανός. Ο Γεώργιος μετά από χρόνια βασανιστικής ζωής στα σκοτεινά και υγρά υπόγεια δεν άντεξε και σε μια κρίση απελπισίας αυτοκτόνησε. (J.W.Zinkeisen, Geschichte des Osmanischen reiches in Europa, Γκότα 1857, τ. 5, σ. 184-5). Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 188.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΣ. Αναφέρεται το 1716 από το χωριό Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ – ΚΟΣΜΑΣ ΛΙΜΠΕΡΑΚΗΣ. Κατάγεται από τη γενιά των Κοσμάδων της Βάθειας, που αποτελούσε μια από τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης. Πρόκειτα για μια αμφιλεγόμενη μορφή που έδρασε στα χρόνια της τουρκοκρατίας και η φήμη του ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της Μάνης. Διαβόητος πειρατής, ίσως και τυχοδιώκτης, που τη φιλία του επεζήτησαν Τουρκία και Βενετία, αλλά παράλληλα πέρασε πολλά από τα χρόνια της ζωής του στις φυλακές και των δύο αντιπάλων χωρών. Οι Τούρκοι τον προβίβασαν στο αξίωμα του Μπέη της Μάνης και η γερουσία της Βενετίας τον τίμησε με τον τίτλο του ιππότη του Αγίου Μάρκου. Υπήρξαν και οι δύο προς αυτόν γενναιόδωροι στις παροχές χρημάτων, για να εξαγοράσουν την υποστήριξή του. Κανείς όμως από αυτούς δεν τον περιέβαλε με εμπιστοσύνη, ίσως γιατί ήταν από τους λίγους Έλληνες της εποχής εκείνης, που δεν τον είχε κυριεύσει το σύμπλεγμα της ξενοδουλείας.
Πολλοί αβασάνιστα ακολουθούν τις γνώμες των Βενετών ιστοριογράφων και τον παρουσιάζουν ως προδότη. Μπορεί να πρόδωσε Τούρκους και Βενετούς, αλλά για τους Έλληνες, με τη νοοτροπία της εποχής εκείνης, οι δραστηριότητές του, όπως και ο αρματολισμός, δεν ήταν προδοσία.
O T.Kανδηλώρος, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, σ. 37, τον χαρακτηρίζει αρνησίπατρη.
Αν, επιπόλαια σκεπτόμενοι, θεωρήσουμε προδοσία την αδιαφορία ή την προτίμηση της Τουρκικής κυριαρχίας από τη Βενετική κατάκτηση, τότε ίσως οι Κύπριοι του 1570, οι περισσότεροι Κρήτες των χρόνων του Τουρκο-Βενετικού πολέμου 1645-1669 και η πλειοψηφία των Πελοποννησίων του 1715 μπορούν να χαρακτηρισθούν προδότες. Κ.Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Έκδ. Ελευθερουδάκη 1925, τ. 5, μέρος Β, σ. 187. Είναι λάθος να χαρακτηρίζουμε προδότες αυτούς που έμειναν απαθείς, ή αυτούς που ευχήθηκαν την τουρκική επικράτηση, γιατί Τούρκοι και Βενετοί υπήρξαν εξ ίσου χυδαίοι εκμεταλλευτές και καταπιεστές. Όσοι Έλληνες ακολούθησαν και βοήθησαν τον ένα ή τον άλλον, πιθανώς κατευθυνόμενοι αποκλειστικά και μόνο από το προσωπικό τους συμφέρον, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν προδότες, γιατί δεν ίσχυαν τότε τα σημερινά κριτήρια περί προδοσίας και δοσιλογισμού.
Θα μπορούσε ακόμη να προστεθεί ότι αν οι Βενετοί δεν ήταν τόσο ανελέητοι εκμεταλλευτές και τόσο υπερόπτες απέναντι στους Ελληνικούς πληθυσμούς, θα τους είχαν ίσως αφομοιώσει λόγω της θρησκευτικής συγγένειας. Η Ελληνική φυλή διατηρήθηκε από την ορθοδοξία με την οποία ταυτίστηκε. Οι κατηγορίες κατά του Λιμπεράκη Γερακάρη έφθασαν στο σημείο να τον χαρακτηρίσουν και εξωμότη. Π.Χιώτη, Ιστορικά απομνημονεύματα, τ. 3, σ. 312. Την πληροφορία αυτή πήρε από τον Locatelli, ο οποίος γράφει: «Μολονότι δε Χριστιανός ενδόμυχα, καθώς λέγαν, ήταν αφοσιωμένος στον Ψευδοπροφήτη Μωάμεθ». Κατά τον Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 108, ο Λιμπεράκης δεν εξώμοσε και γι΄αυτό οι γάμοι του, που έγιναν μετά από την προσχώρησή του στο τουρκικό στρατόπεδο, έγιναν κατά τους τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μπορεί ακόμη να προστεθεί ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης έχτισε με έξοδά του πολλές εκκλησίες, όπως την Αγία Τριάδα στο Καρπενήσι. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 407. Στις συμφωνίες του με τους Τούρκους απαίτησε οι εκκλησίες της Μάνης να έχουν καμπάνες.
Ο Α.Λεντάκης, Μνημοσύνη, τ. 7, σ. 194, δίνει με τα ακόλουθα λόγια το πορτραίτο του Λιμπεράκη Γερακάρη: «…υπήρξε μια έντονα ισχυρή προσωπικότητα. Τολμηρός ριψοκίνδυνος, πανέξυπνος, ικανός στρατιωτικός αλλά και με πολιτικό μυαλό, καχύποπτος και υπολογιστής, καρτερικός, βάναυσος, αδίστακτος και εκδικητικός».
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης γεννήθηκε το 1645, έζησε 65 χρόνια και πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1710 στο κάστρο του Αγίου Πέτρου της Βερώνας, όπου βρισκόταν υπό περιορισμό από τους Βενετούς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 42.
Αναφέρεται ότι το Γερακάρη είχε βαφτίσει ο Βενετός στόλαρχος Φραγκίσκος Μοροζίνη το 1659. Επειδή ήταν τότε περίπου 14 ετών, πιθανολογείται ότι ξαναβαφτίστηκε και το όνομά του από Ελευθέριος έγινε Λιμπεράκης. (A.Locatelli, Raconto historico della Veneta guerra in Levante, τ. 2, σ. 196), Α.Λεντάκη, ό.π., σσ. 182 και 197.
Από πολύ νέος ο Λιμπεράκης υπηρέτησε στο Βενετικό στόλο. Αφού έμαθε καλά την τέχνη του ναυτικού, απέκτησε δικό του καράβι και έγινε πειρατής, αλλάζοντας συχνά σημαίες, ανάλογα με την περίσταση. Demetrius Cantimir, Histoire de l’ Empire Othoman, τ. 4, σ. 85, Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 161.
Aναφέρεται ότι ο Λιμπεράκης, που χαρακτηρίζεται «ξακουστός και φοβερός άνδρας», αρραβωνιάστηκε την κόρη του Γιακουμή Γιατρού-Μέδικου (Γιατριάνου) από το Οίτυλο. Την έκλεψε όμως με τη βία ο Μιχάλης Λεμηθάκης, που ανήκε στην οικογένεια των Στεφανοπούλων. Ακολούθησαν φόνοι μεταξύ των δύο μεγάλων οικογενειών του Οιτύλου, οι οποίες ήταν πάντα σε φιλονικεία και ανταγωνισμό. Γ.Γ.Παπαδοπούλου, Χρονογραφία περί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, σσ. 18-9. Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 86. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 130.
Ο Λιμπεράκης μετά από το γεγονός αυτό συνέχισε την πειρατική του ενασχόληση μέχρι που αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και κρατήθηκε φυλακισμένος. Ο ακριβής χρόνος σύλληψης και στη συνέχεια απελευθέρωσής του παραμένει άγνωστος. Από την Αλεξ. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας κατά τους μέσους χρόνους της τουρκοκρατίας, σ. 290-1, διατυπώνεται η υπόθεση, ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης αιχμαλωτίστηκε, όταν το 1667 πήγαν Μανιάτες πειρατές να κάψουν τον Οθωμανικό στόλο που πολιορκούσε τον Χάνδακα (Ηράκλειο Κρήτης). Αναφέρεται ότι στη περίπτωση εκείνη συνελήφθησαν δέκα Μανιάτες, οι οποίοι ανασκολοπίστηκαν. Πιθανώς ο Λιμπεράκης, που από κωπηλάτης στις Βενετικές γαλέρες εξελίχθηκε σε φοβερό πειρατή με ιδιόκτητο πλοίο, να αιχμαλωτίστηκε στην επιχείρηση εκείνη.
Κατά τα τελευταία χρόνια του Τουρκο-Βενετικού πολέμου ο Τούρκος Μέγας Βεζύρης Αχμέτ Κιουπρουλής θέλησε να αποσπάσει την προσοχή των Μανιατών από τις πειρατείες σε βάρος των πλοίων που εφοδίαζαν τον Τουρκικό στρατό στην πολιορκία του Χάνδακα (Ηρακλείου). Θεώρησε ότι κατάλληλος τρόπος ήταν να δημιουργήσει στη Μάνη ένα φιλοτουρκικό ρεύμα. Τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το Λιμπεράκη Γερακάρη. Τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, μετά τον έστειλε στη Μάνη και άρχισε τις διαμάχες του με τους Στεφανόπουλους, ώστε επήλθε διχασμός των Μανιατών.
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης όταν πήγε στη Μάνη εγκαταστάθηκε στο Σταυροπήγι της Ζαρνάτας. Είχε στην ιδιοκτησία του τους Μύλους της Μαντίνειας και κτήματα στους Δολούς, το Βαρούσι και τον Κάμπο. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 1 κ.ε. Ακόμη λάμβανε τους φόρους από δύο χωριά, τους Δολούς και το Βαρούσι, που του απέδιδαν 324 ρεάλια το χρόνο. P.Topping, Πρακτικά Δ’ Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. 3, σ. 8.
Περιοδεύοντας τη Μάνη ο Λιμπεράκης έλεγε ότι θα πέσει το Ηράκλειο κλπ. Δασκ. 87.
Μετά την πτώση του Ηρακλείου Κρήτης (1669) ο Μέγας Βεζύρης Αχμέτ Κιουπρουλής έστρεψε την προσοχή του στο Μοριά. Με επιστολή του χορηγούσε στους Μανιάτες αμνηστεία για τη στάση τους στον πόλεμο με τη Βενετία, τους χάριζε το μισό χαράτσι και τους καλούσε σε υποταγή, απειλόντας συγχρόνως ότι αν αρνηθούν τις προτάσεις του θα διατάξει γενική σφαγή του πληθυσμού. Παράλληλα πράκτορες των Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι τα θρησκευτικά αισθήματα των Μανιατών, έλεγαν πως θα τους επέτρεπε να έχουν καμπάνες στους ναούς και σταυρούς στα καμπαναριά. Θα σταματούσε το παιδομάζωμα, θα τους χάριζε το μισό χαράτσι και δεν θα κατοικούσε κανένας Τούρκος στον τόπο τους. Με τη μεσολάβηση του Λιμπεράκη οι Τούρκοι δεν βρήκαν ουσιαστική αντίσταση να χτίσουν δύο κάστρα. Το ένα στη Ζαρνάτα και το άλλο στην Κελεφά, τα οποία δικαιολόγησαν ότι χτίστηκαν για την προστασία του εμπορίου. Κ.Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα (Guilletiere), τ. 1, σ. 606 κ.ε. (Batista Nani, Historia della Republica Veneta, τ. II, σ. 623, Hammer, Geschichte des Osmanischer reiches, Πέστη 1830, τ. VI, σσ. 329, 337). Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 309. Π.Χιώτη, ό.π., τ. 3, σ. 312. Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 87.
Από μια έκθεση προσφύγων Μανιατών της 15 Αυγούστου 1670 πληροφορούμεθα τον ακριβή χρόνο κατασκευής του κάστρου της Ζαρνάτας: «…Ηλθε κατά τους τελευταίους μήνας ο Αλή Πασάς με 10.000 άνδρες εις την Ζαρνάταν που ευρίσκεται πλησίον της Καλαμάτας, και ήρχισεν αμέσως να ανεγείρη επί των ερειπίων ενός παλαιού κάστρου, νέον φρούριον εις μέρος κείμενον τέσσαρα περίπου μίλλια από τον λιμένα Κιτριές…». Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 160. (Είναι λάθος ότι οι Τούρκοι εκείνο τον καιρό έχτισαν κάστρο και στο Πόρτο Κάγιο).
Ο Ηammer, Geschichte des Osmanischen Reiches, Pest 1830, σ. 180, αναφέρει ότι κατά τη φράση του Ραισίδ πασά το κάστρο της Ζαρνάτας παραδόθηκε οικειοθελώς και «επέρασε η αλυσσίδα της δουλείας γύρω από τον τράχηλο των στασιαστών». Σ.Κουγέα, Συμβολαί εις την Ιστορίαν και την Τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης, Ελληνικά 6(1933)283. (Σημ.: Δεμ μπορεί να ήταν το 1670 γιατί το κλαστρο δεν υπήρχε, παρά μόνο τα θεμέλια παλαιού. Πρέπει ν ααναφέρεται στο 1673 που πράγματι ήταν στασιαστές, αλλά δεν είχαν καταλάβει το κάστρο, απλώς το είχαν πολιορκήσει.)
Όταν οι Τούρκοι το 1670 έχτισαν τα κάστρα της Ζαρνάτας και της Κελεφάς, κατείχαν δε και το κάστρο του Πασαβά, περιόρισαν την ελευθερίαν των Μανιατών, ιδίως αυτών που κατοικούσαν στις παραθαλάσσιες περιοχές. Μόνο όσοι ζούσαν σε δυσπρόσιτα μέρη απολάμβαναν μερικώς την ελευθερία τους. Από αναφορά προσφύγων από το χωριό Πραστίο της Μάνης πληροφορούμεθα τα εξής: «…Οι Τούρκοι μας έβαζαν εις αγγαρείας, μας υποχρέωναν να πληρώσωμεν το χαράτσι, εζήτουν από ημάς και άλλους εκτάκτους φόρους και ημείς δεν ημπορούσαμε να πληρώσωμεν, διότι είμαστε φτωχοί…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 166. Να σημειωθεί ότι από τότε που οι Τούρκοι έχτισαν τα δύο κάστρα στη Μάνη άρχισαν οι Μανιάτες να μεταναστεύουν. Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 158.
Τους λόγους που ανάγκασαν τους Στεφανόπουλους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους αναφέρει σε κατάθεσή του ο επίσκοπος Μαΐνης Παρθένιος Καλκανδής, Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 134, οι οποίοι είναι: «Οι λόγοι που τους αναγκάζουν ν’ αφίσουν τον τόπο τους είναι ο φόρος πέντε νομισμάτων των οκτώ ρεαλίων που κάθε αγόρι υποχρεούται να πληρώνει στους Τούρκους, εκτός του φόρου εκείνων, που έφυγαν για την Ανάπολι, Λιβόρνο και τους άλλους τόπους της Χριστιανοσύνης. Ο φόρος αυτός βαρύνει τις φαμίλιες, που μένουν στον τόπο και εάν δεν τον πληρώσουν, οι Τούρκοι παίρνουν δυναστικώς τα παιδιά τους και τα αναγκάζουν να αλλαξοπιστήσουν. Για να γλυτώσουν από την τυραννία αυτή και να ζήσουν στην πίστη τους προσέπεσαν στον Πιέρρο Γιουστινιάνι να μεσολαβήση υπέρ αυτών στη Γαληνοτάτη αυθεντία της Γένοβας». Το όνομα του Λιμπεράκη Γερακάρη δεν αναφέρεται καθόλου στις αιτίες που ανάγκασαν τους Στεφανόπουλους να μεταναστεύσουν. Είναι προϊόντα μεταγενέστερης νοσηρής φαντασίας, που ενισχύθηκαν από τους Βενετούς, ίσως γιατί ήταν πατριώτης και καθόλου ξενόδουλος. Στην περί πειρατείας ερώτηση αναφέρθηκε το όνομα του Γερακάρη, ο οποίος ζούσε και προ εξήντα χρόνων και θα πρόκειται περί του θείου του Λιμπεράκη, βλέπε ανωτέρω. Ο Π.Καλονάρος, ό.π., σ. 135, γράφει σε υποσημείωση: «Άξιον παρατηρήσεως είναι ότι ο επίσκοπος δεν λέγει τίποτε το επιβαρυντικόν εναντίον του Λιμπεράκη. Το γεγονός αυτό παρέχει ενδείξεις ότι τα περί αντεκδικήσεων του Γερακάρη κατά των Στεφανοπούλων ενδέχεται να μην είναι πραγματικά».
Για τον τρόπο με τον οποίο οι Μανιάτες έλαβαν την απόφαση να μη προβάλουν αντίσταση στην κατασκευή των κάστρων από τους Τούρκους, έχουμε πληροφορίες από μια έκθεση του Προβλεπτή Ζακύνθου προς το Δόγη: «…ο λαός της Μάνης, που ήτο έως τώρα ελεύθερος, εξέλεξεν ένα αντιπρόσωπόν του από κάθε χωρίον και επήγαν οι απεσταλμένοι ούτοι εις τον Βεζύρην, ίνα δηλώσουν υποταγήν και γίνουν φόρου υποτελείς…». Φαίνεται ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης προσπαθούσε να πείσει τους Μανιάτες να μη αντισταθούν στους Τούρκους και σε αναφορά από τη Ζάκυνθο της 18 Αυγούστου 1670 σημειώνεται: «…ότι όλοι είναι σύμφωνοι εις την αντίστασιν κατά των Τούρκων και ότι εφόνευσαν κάποιον Γερακάρην με 12 Τούρκους, καθ’ ον χρόνον εις ένα χωρίον προσεπάθει να πείση τους χωρικούς να μη προβάλουν αντίστασιν…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 157-8. Δεν είναι γνωστό αν η πληροφορία περί φόνου Γερακάρη είναι λανθασμένη ή αν υπήρξε κάποιο θύμα από την οικογένειάν του.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Λιμπεράκη στη Μάνη θα πρέπει να έγινε ο γάμος του με την αδελφή του Μπότση και από το γάμο αυτό να γεννήθηκε η Σταθούλα, η οποία έγινε σύζυγος του Μπένου Ψάλτη. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 21, 36 και 40.
Την εποχή που χτιζόντουσαν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας (1670) περιόδευσε τη Μάνη ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιά Τσελεμπί. Επιστρέφοντας από το Πόρτο Κάγιο στη Ζαρνάτα αναφέρει το χωριό «Κλοριά», που δεν μπορούμε να εντοπίσουμε και γράφει ότι εκεί βρισκόταν μια τουρκάλα σκλάβα, κόρη του Εμίρ Χασάν Αγά από τη Μπαρουτίνα (Μπαρδούνια;), η οποία είχε παιδί από «τον καπετάνιο Λεμπεράκη». Στα σχόλια σημειώνεται ότι πρόκειται προφανώς περί του Λιμπεράκη Γερακάρη. Εβλιά Τσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Έκδ. Εκάτη, σσ. 286 και 337.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1672 σε έκθεση προς το Δόγη αναφέρονται τα ακόλουθα: «…εις το μέρος Κελεφά του Βραχίονος της Μάνης, όπου έγινεν εν οχυρόν τελευταίως, εξηγέρθη ο πληθυσμός και ηνάγκασε τους Τούρκους να καταφύγουν και να κλεισθούν εις το φρούριον, ότι εφόνευσαν τον Αγάν και έναν έμπιστόν του ονομαζόμενο Λιμπεράκην…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 162. Πάλι αναφέρεται φόνος του Λιμπεράκη που φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Το επεισόδιο αυτό ίσως σχετίζεται με την αναφερόμενη εκτέλεση των αντιπάλων του Λιμπεράκη Γερακάρη, την οποία σημειώνει ο Guillet (σ. 39-45). Γεννάται όμως το ερώτημα αν οι πληροφορίες που δημοσίευσε ο συγγραφέας περιλάμβαναν και τα γεγονότα του 1672. Κ.Σάθας, ό.π., σ. 309.
Ο K.Σάθας, ό.π., σ. 309-10 και ο Απ.Δασκαλάκης, ό.π., σ. 88, θεωρούν ότι εκτελέστηκαν μέλη της οικογενείας Στεφανοπούλου. Αποδίδουν δε στα γεγονότα αυτά τη μετανάστευση των Σταφανοπούλων στην Κορσική, η οποία όμως έγινε το 1675, όταν πλέον η συνεργασία του Λιμπεράκη Γερακάρη με τους Τούρκους είχε διακοπεί από καιρό (1673).
Φαίνεται ότι κακώς ενοχοποιείται ο Λιμπεράκης για τον εξαναγκασμό σε μετανάστευση των Στεφανοπούλων. Υπάρχουν κυρίως τρεις λόγους, οι οποίοι θέτουν σε αμφισβήτηση την άποψη αυτή: α) από το 1673, όπως θα δούμε παρακάτω, είχαν διακοπεί οι σχέσεις του με τους Τούρκους και καταγινόταν πάλι στην πειρατεία. β) Γιατί η χρονογραφία της μετανάστευσης των Στεφανοπούλων, δεν αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αντιπαλότητά τους με το Γερακάρη, αλλά σε μια σειρά από αίτια που είχαν προκαλέσει, οι ίδιοι οι Στεφανόπουλοι με τη συμπεριφορά τους, την έχθρα όλων των Μανιατών. Γ.Γ.Παπαδοπούλου, ό.π., σ. 18-9, και γ) Διότι ο επίσκοπος Μαΐνης Παρθένιος Καλκανδής δεν αποδίδει καμιά ευθύνη για τη μετανάστευση των Στεφανοπούλων στο Λιμπεράκη Γερακάρη. Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 133-6.
Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι στα τέλη του 1673 ο Λιμπεράκης Γερακάρης έγινε αρχηγός επανάστασης στην περιοχή του κάστρου της Ζαρνάτας, το οποίο πολιόρκησαν οι επαναστάτες. Ο ίδιος έφερε καράβια από τη Μάλτα που εκφόρτωσαν ξύλα για σκάλες, για την άλωση του κάστρου και ακόμη κάλεσε το Γάλλο πειρατή Hugues Grevelier ο οποίος ήλθε με τα τέσσαρα πλοία του για να βοηθήσει. Η επιχείρηση απέτυχε και μεγάλες Τουρκικές δυνάμεις έφθασαν και έκαψαν τον Κάμπο και τη Mαντίνεια, όπου και σκλάβωσαν 500 άτομα. K.Mέρτζιου, ό.π., σσ. 162-172.
Επειδή το θέμα αυτό δεν έχει τύχει προσοχής, επισημαίνουμε ότι στα έγγραφα των Αρχείων της Βενετίας, που αναφέρονται στην ανωτέρω εξέγερση, ως αρχηγός αναγράφεται ο Γερακάρης, ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ο Γερακάρης Κοσμάς και ο Κοσμάς Γερακάρης. Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., σσ. 162-3, 164, 166 και 171. Επομένως ο αρχηγός της αποτυχημένης επανάστασης του 1673 δεν μπορεί να είναι άλλος από το γνωστό Λιμπεράκη Γερακάρη-Κοσμά. Ακόμη προστίθεται ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε γνωστό μέλος της οικογενείας του, το οποίο να είχε τόσο μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Μαλτέζων και Γάλλων πειρατών, ώστε να τους πείσει να έλθουν κοντά του, να τον βοηθήσουν.
Μετά την ατυχή πολιορκία του κάστρου της Ζαρνάτας ο Λιμπεράκης Γερακάρης επέστρεψε στον πειρατικό βίο. Τα περιουσιακά του στοιχεία κατασχέθηκαν από τους Τούρκους και οι Μύλοι της Μαντίνειας περιήλθαν στο τουρκικό δημόσιο ταμείο. Όταν αργότερα, το 1685, οι Βενετοί κατέλαβαν την περιοχή, παραχώρησαν τους Μύλους της Μαντίνειας στο Νικόλαο Δοξαρά. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 16.
Δεν έμεινε όμως για πολλά χρόνια ελέυθερος. Αιχμαλωτίστηκε για δεύτερη φορά και παρέμεινε φυλακισμένος για επτά περίπου χρόνια στο Μπάνιο ή ως κωπηλάτης στις τουρκικές γαλέρες. D.Cantimir, ό.π., σ. 85 κ.ε. Κ.Σάθας, ό.π., σ. 310. Η Αλεξ.Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της τουρκοκρατίας (1538-1699), σ. 293, θεωρεί ότι αιχμαλωτίστηκε το 1679.
Το 1688, όταν οι Βενετοί είχαν καταλάβει σχεδόν όλο το Μοριά, οι Τούρκοι ζήτησαν τη συνεργασία του Λιμπεράκη Γερακάρη. Αυτός συμβούλευσε να ορίσουν έναν ορθόδοξο πρίγκηπα και χωρίς αμφιβολία οι κάτοικοι του Μοριά θα εγκατέλειπαν προς χάρη του την κυβέρνηση των Βενετών. Τέλος υποσχέθηκε ότι αναλάμβανε να διώξει τους Βενετούς από την Πελοπόννησο και να καταστήσει φόρου υποτελή στο Σουλτάνο την επαναστατημένη Ελλάδα. Οι προτάσεις του έγιναν δεκτές και ο Σουλτάνος τον έκαμε «Υψηλότατο Ηγεμόνα της Μάνης». Ήταν Μπέης, αλλά σε ανώτερο επίπεδο από τους μεταγενέστερους ηγεμόνες της Μάνης, οι οποίοι αναδείχθηκαν μετά το 1776. Το αξίωμά του ήταν ανάλογο με τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, αλλά ο Σουλτάνος του έδωσε μικρότερη εξουσία. D.Cantimir, ό.π., σσ. 25 και 85 κ.ε., Κ.Σάθα, ό.π., σ. 382-3, Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 108. (Για την ιδέα ότι θα μπορούσε η Πελοπόννησος να γίνει ηγεμονία, ο Κ.Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, έκδ. 1925, τόμ. Ε’, σ. 92, γράφει: «…Λόγος μάλιστα πολύς εγένετο να ανατεθή και η Πελοπόννησος εις Χριστιανούς ηγεμόνας. Και τούτο μεν δεν εξετελέσθη, επετράπη όμως η της Μάνης διοίκησης εις εγχώριον άρχοντα.» Περισσότερα για το Λιμπεράκη Γερακάρη, ό.π., σ. 187.).
Αναφέρεται ότι ο Λιμπεράκης παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, την εποχή που παρέμενε ελεύθερος στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι να εκστρατεύσει στη Στερεά Ελλάδα. Προφανώς θα πέρασαν μήνες έως ότου έλθει σε επαφή με Μανιάτες και άλλους φίλους του, οι οποίοι θα τον πλαισίωναν στην επικείμενη εκστρατεία του. Πολλά έχουν γραφεί για το γάμο του. Η όμορφη Αναστασία από την οικογένεια των Βουχουζεστίδων (Buhusestij) της Μολδαβίας και χήρα του Πρίγκιπα Δούκα της Μολδαβίας έγινε γυναίκα του και παρέχοντας ως προίκα 20.000 ρεάλια και πολλά κοσμήματα. Αναφέρεται ότι η νεαρή χήρα ερωτεύτηκε το Λιμπεράκη, αλλά επειδή ήταν δύσκολο σε μια ευγενή να παντρευτεί ένα πρώην κατάδικο μηχανεύτηκε το ακόλουθο τέχνασμα. Ο Λιμπεράκης ζήτησε από τον Αχμέτ Κιουπρουλή να επέμβει και να απαιτήσει από τον Πατριάρχη να τελέσει αυτό το γάμο. Η Αναστασία μετά από μια αρχική άρνηση τελικά υποκρίθηκε ότι το δέχεται ως θυσία κλπ. Είκοσι ημέρες μετά το γάμο του ο Λιμπεράκης πήρε από το Σουλτάνο σημαία, αλλά χωρίς καμία ουρά (αναφέρονται τρεις ουρές από το Locatelli) και αναχώρησε για τη Θήβα επικεφαλής πέντε χιλιάδων Τούρκων (ορισμένοι γράφουν 300 οπλιτών). (Locatelli, ό.π., τ. 2, σ. 198-9). D.Cantimir, ό.π., σσ. 25 και 85 κ.ε. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 383 (γράφει την Αναστασία ως ανιψιά του Δούκα). Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 175.
Το 1689 ο Λιμπεράκης ακολουθούμενος από 300 πήγε στη Θήβα και τέθηκε υπό τις διαταγές του Τούρκου Σερασκέρη Μισιρληζαδέ. Κάλεσε τότε όλους τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τους Βενετούς και να ακολουθήσουν τον ίδιο. Σώζεται η προκήρυξη με την οποία καλούσε τους Αθηναίους, που ήταν διασκορπισμένοι στη Σαλαμίνα και την Αίγινα, να τον εμπιστευθούν και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Π.Χιώτη, ό.π., τ. 3, σ. 312. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 394. Απ.Βακαλόπουλου, Ιστορία Νέου Ελληνισμού, τ. 4, σ. 28 κ.ε. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 178.
Μεταξύ του Απριλίου 1688 και του τέλεους του 1690 έγινε η οικτρά λεηλασία και κατατσροφή της μονής της Πεντέλης. Φαίνεται απίθανο να μετέσχε ο Λιμπεράκης Γερακάρης σε αυτή. Στην αναφορά αυτή χαρακτηρίζεται από το συγγραφέα «περίπτυστος». Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 16(1922)472.
Από την άνοιξη του 1689 ο Λιμπεράκης άρχισε τις εξορμήσεις του ακολουθούμενος από 2.000-2500 άνδρες, πολλοί από τους οποίους ήταν Μανιάτες. Αρχικά πυρπόλησε το Μεσολόγγι, λεηλάτησε τα χωριά του Βάλτου και του Ξηρόμερου και μετά στράφηκε προς την περιοχή της Ναυπάκτου. Ο πληθυσμός υπέφερε πολλά από Τούρκους και Βενετούς γιατί όλοι τον φορολογούσαν και τον καταδυνάστευαν. Ο Λιμπεράκης απαιτούσε από τους κατοίκους να του δώσουν ομήρους και να μη πληρώνουν φόρο στους Βενετούς. Το Καρπενήσι έγινε η έδρα του και αναφέρεται ότι προστάτευε τα χωριά των Αγράφων και του Καρπενησίου από τις επιθέσεις ατάκτων Χριστιανών. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 29 κ.ε. Εκδοτικής Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ’, σ. 30-1. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 180 (Σπ.Λάμπρου, Βίος Ευγενίου Ιωαννουλίου του Αιτωλού, Νέος Ελληνομνήμων, τ. 4, σ. 79, όπου αναφέρεται: «…εξ ότου Λιβέριος ο εκ Λακεδαιμονίας, μετά δυνάμεως κατελθών εκ βασιλικών προσταγμάτων και τας των ληστών εφόδους αναχαιτίζων, μικράν τινα τούτοις αναψυχήν περιεποιήσατο….».)
Τον Ιούνιο του 1689 συνέχισε τη λαφυραγωγία και χτύπησε τα Σάλωνα (Άμφισα), όπου τον απέκρουσαν οι τοπικοί καπετάνιοι-αρματολοί. Σε διαθήκη αναφέρονται τα ακόλουθα: «…Ήρθε ο Λιμπεράκης να πάρη το Σάλωνα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο Καρπενήσι και σε τρίχα να τονε πιάση και ολοζώντανο…». Κ.Σάθα, ό.π., σ. 411, Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 30-1. Α. Λεντάκη, ό.π., σ. 184.
Τον Ιανουάριο του 1691 υπέβαλε έκθεση ο Γενικός Προνοητής Πελοπονήσου Ιάκωβος Κορνέρ και έγραψε: «Στράφηκα προς τη Ναύπακτο εναντίον των επιβουλών του Λυμπεράκη, για τις οποίες καταναλώθηκαν όχι μόνο ολόκληρες στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά ακόμα και οι ώρες του χειμώνα και αυτές που οπωσδήποτε έπρεπε να καταναλωθούν, για να επιβάλουν το νόμο στους ταραξίες του βασιλείου…». Αγαμ.Τσελίκα, Μεταφράσεις βενετικών εκθέσεων, Πελοποννησιακά 15(1982-4)151.
Οι Βενετοί ανησυχούσαν για τη σχέση που διατηρούσε ο Λιμπεράκης Γερακάρης με πολλούς Μανιάτες. Αναφέρονται τα ονόματα Τριγονάς, Μπότσης, Γερακάρης, Βούλτσος κ.ά., οι οποίοι πιθανώς να στρατολογούσαν στη Μάνη για λογαριασμό του Λιμπεράκη. Σπ.Λάμπρου, ΔΙΕΕ, 2(1885)288. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 31.
Γίνεται αναφορά σε 34 έγγραφα του 1691 που αφορούσαν στο Λιμπεράκη Γερακάρη. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 21(1927)191. Ό.π., σ. 193 αναφέρεται σε επιστολές από Ναύπακτο, όπου αναγράφονται πολλά για το λιμπεράκη Γερακάρη και τον καπετάν Ελία (μήπως ήταν ο Μπουρολίας ή Ελίας Μπούρος;). Ό.π., σ. 194 σε επιστολή της 17 Σεπτεμβρίου 1697 αναφέρεται ο Λιμπεράκης.
Σε επόμενο χρόνο αποφάσισε να εισχωρήσει στην Πελοπόννησο, αλλά ο Αντώνιος Ζένος, Προβλεπτής του Βασιλείου του Μορέως, παρέταξε στρατόν και ματαίωσε τα σχέδια της εισβολής. Κ.Σάθα, όπ., σ. 394.
Ο Έκτακτος Προνοητής του Μοριά Θαδδαίος Γραδενίγος στις 16 Απριλίου 1692 υπέβαλε έκθεση στο Δόγη και αναφερόταν στο θέμα Λιμπεράκη Γερακάρη. Γράφει ότι ο Λιμπεράκης «ακολουθούμενος από πάνω από δύο χιλίαδες Τούρκους έκανε επιδρομές με λεηλασίες και φόνους ως και κάτω από τα τείχη του στρατοπέδου…Ανάμεσα στις ενέργειες που έκανα απέναντι σε τόσο ακανθώδη ζητήματα, είναι ότι επίστεψα ως ωφέλιμο να προωθήσω με τους προσεκτικούς τύπους χωρίς αόριστες υποχρεώσεις και διαπραγμάτευση με τον ίδιο τον Λιμπεράκη με την πεποίθηση ότι, αν και ήταν με το μέρος των Τούρκων, διατηρούσε τον χριστιανικό του χαρακτήρα και δεν θα έκλεινε ίσως τα αυτιά στις νουθεσίες να αποκολληθή από τους απίστους και να αφοσιωθή στην υπηρεσία των εξοχοτήτων σας…». Στη συνέχεια αναφέρεται στη χρησιμοποίηση του Πέτρου Ντάντιτς, που ήταν φίλος του Λιμπεράκη, για να μεταφέρει τις προτάσεις των Βενετών. Από το Λιμπεράκη πήγε στους Βενετούς ο Δημήτρης Πλεξούδης με τις δικές του προτάσεις. Μετά από πολλά καταλήγει: «…Το ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων δουκάτων τον χρόνο, που δηλώνεται με το έννατο κεφάλαιο, για να καταβάλλεται εφ’ όρου ζωής στον Λιμπεράκη αμέσως αφ’ ότου συναφθή ειρήνη, εκτός από την παραχώρηση των τόπων, τους οποιους αν προς το παρόν τους παραχωρούσαμε και τους οποίους μπορούσε στο μέλλον να κατέχη, θα ήταν κατώτερο από τα έσοδα που ζητά, αυτό το ποσόν εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ παρά να το θεωρήσω καλώς καθορισμένο, όπως επίσης και κάθε άλλο ιδιαίτερο ποσόν που διατυπώνεται στα κεφάλαια προς όφελος και τιμή προς το πρόσωπό του και τον οίκο του, για να σώσουμε τελικά αυτόν τον πληθυσμό από τις καταδρομές του και για να παράσχουμε αληθινή ησυχία με το να κάνουμε τον Λιμπεράκη να αισθάνεται ευσπλαχνική χάρη και να τον φέρουμε σε υπακοή, κάτι το οποίο ο ίδιος διατείνεται απέναντι στη Γαληνοτάτη Δημηκρατία». Αγαμ.Τσελίκα, Μεταφράσεις βενετικών εκθέσεων, Πελοποννησιακά 21(1995)51-3.
Συνημμένη επιστολή του Δωροθέου σε έγγραφο του Εκτάκτου Γεν. Προνοητού της Βενετίας στην Πελοπόννησο Μαρίνου Μικέλη από Κόρινθο της 7 Ιουλίου 1692. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 12(1915)451, 453.
Το 1692 οι Βενετοί πολιόρκησαν τα Χανιά της Κρήτης. Ο Γερακάρης, όταν είδε ότι έφυγε ο Βενετικός στόλος, πέρασε τον Ισθμό και νίκησε τους Βενετούς. Έκαψε την Κόρινθο, πολιόρκησε τον Ακροκόρινθο, προχώρησε στο Άργος και στο Ναύπλιο. Η εισβολή αυτή ανάγκασε τους Βενετούς να εγκαταλείψουν την πολιορκία των Χανίων και να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο. Λέγεται όμως ότι ο Σερασκέρης δυσαρεστήθηκε διότι ο λαός του Μοριά δεν έδιωξε τους Βενετούς για να ακολουθήσει το Λιμπεράκη, όπως είχε ο ίδιος υποσχεθεί. (P.Garzoni, σ. 472). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 396-8. Απ. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 32.
Τον Οκτώβριο του 1692 ο Λιμπεράκης Γερακάρης βοήθησε τους Τούρκους στην πολιορκία της Ναυπάκτου, η οποία απέτυχε, αλλά έγιναν μεγάλες καταστροφές στην ύπαιθρο. (Pietro Garzoni, Istoria della Republica di Venezia in tempo della Sacra Lega contra Madmeto IV, e tre suoi successori gran Sultani de Turci, πρώτο μέρος, Βενετία 1705, σσ. 480-2) Κ.Σάθα, ό.π., σ. 399. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 34. Α.Λεντάκη. ό.π., σ. 184.
Το 1693 πήγε στην Πελοπόννησο ο Μοροζίνη με το στόλος της Βενετίας και ανοίχτηκε στο πέλαγος αναζητόντας τα τουρκικά πλοία για να τα ναυμαχήσει, αλλά οι Τούρκοι αποσύρθηκαν και δεν έγινε τίποτε το αξιόλογο. Ο Λιμπεράκης με 6.000 στρατιώτες καιροφυλακτούσε στα Μέγαρα για να εισχωρήσει στο Μοριά. Είδε όμως το Βενετικό στόλο να επιστρέφει και αποσύρθηκε από τα Μέγαρα. (P. Garzoni, ό.π., σ. 509) Κ.Σάθα, ό.π., σ. 400. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σσ. 34-5 και 37.
Το 1694 αρχικά έγινε μια προσπάθεια από το Λιμπεράκη να εισχωρήσει με το στρατό του στην Πελοπόννησο, αλλά τον αντελήφθησαν οι αντίπαλοί του και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Αργότερα εισέβαλαν στο Μοριά οι Τούρκοι με προπορευόμενο το Λιμπεράκη και μετά από μια νικηφόρο πορεία επέστρεψαν στις βάσεις τους. (P. Garzoni, σ. 591, όπου αναφέρει: “Liberacchi piu insesto e pratico de gli altri” o Λιμπεράκης διακρίθηκε για τόλμη και πρακτικό μυαλό). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 403-4, 412. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 35. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185.
Όταν επέστρεψε ο Λιμπεράκης από την εκστρατεία της Πελοποννήσου επέβαλε στον πληθυσμό φόρους, άρχισε να στρατολογεί και είχε συνομιλίες με το Μπόσινα για να συνεργασθούν. Παράλληλα παντρεύτηκε μια κόρη από το χωριό Μαυρύλο, η οποία ήταν συγγενής με τους Χατζαίους της Υπάτης. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 406-7.
Οι Βενετοί, βλέποντας τις ζημίες που τους προκαλούσε ο Λιμπεράκης, του οποίου η δύναμη αύξανε βαθμιαία, αποφάσισαν να τον προσεταιριστούν. Χρησιμοποίησαν αρχικά το λοχαγό Ιωάννη Λάμπη (Dampi), που ήταν στενός φίλος του Γερακάρη και ήρθε σε επαφή μαζί του, αλλά δεν συμφωνήθηκε τίποτε. Ο Λιμπεράκης σκεπτόταν τις συνέπειες που θα υφίστατο ο εγγυητής της πίστεώς του στο Σουλτάνο, ο Κοπάνης, ο οποίος ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και θα έχανε το κεφάλι του. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 407-9. Κ.Παπαρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, έκδ. 1925, τόμ. Ε’, σ. 188. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 181 κ.ε. Αργότερα έγινε και δεύτερη προσπάθεια να συναντηθούν οι δύο φίλοι, αλλά αυτή τη φορά τον κάλεσε ο σερασκέρης για να εισβάλλουν εις την Πελοπόννησον (1694) και δεν έγινε η συνάντηση. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 411-2. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 30.
Το 1695 ο Σερασκέρης με 12.000 Τούρκους και με προπορευόμενο το Λιμπεράκη, ο οποίος ηγείτο 3.000 ανδρών, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Έφθασαν μέχρι την Τρίπολη και το Λεοντάρι και ακολούθως υποχώρησαν πάλι στις βάσεις τους. (P.Garzoni, ό.π., σσ. 641-3). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 417. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 35. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185.
Στις αρχές του 1696 ακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις των Βενετών και του Λιμπεράκη. Σε αυτές μεσολόβησε και ο Παναγιώτης Δοξαράς και επήλθε συμφωνία. Επειδή οι Τούρκοι αντελήφθησαν την μελετουμένη αποστασία του Λιμπεράκη, προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν. Αυτός εννόησε την πρόθεση των Τούρκων και δεν έλαβε το προσφερθέν ποτό. Κατόπιν με την πρόφαση ότι έγινε εισβολή στην περιοχή του, ακολουθούμενος από τριάντα πιστούς οπαδούς του, πήγε στην παραλία όπου τον περίμεναν Βενετικά πλοία και άλλαξε στρατόπεδο. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 419.
Οι όροι που απαίτησε ο Λιμπεράκης για να μεταπηδήσει στο στρατόπεδο των Βενετών ήταν οι ακόλουθοι: α) Η Γερουσία να τον τιμήσει με το αξίωμα του ιππότη του Αγίου Μάρκου, β) Να του δοθούν χρήματα, πρόσοδοι και στρατιωτικός βαθμός. γ) να του δοθούν τα μέσα για διατροφή δεκαπενταμελούς ακολουθίας, στην οποία θα περιλαμβάνεται και ο αδελφός του Γεώργιος και δ) οι Βενετοί να καλύψουν με πλοία τη φυγή του. Να σημειωθεί ότι οι Βενετοί τον ονόμασαν ιππότη του Αγίου Μάρκου και διοικητή Άρτας. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 39. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185-6.
Του παραχώρησαν ακόμη τους Μύλους της Μαντίνειας, από την ιδιοκτησία των οποίων παραιτήθηκε ο Νικόλαος Δοξαράς, στον οποίο είχαν παραχωρηθεί το 1685, όταν οι Βενετοί κατέλαβαν το κάστρο της Ζαρνάτας. Αναφέρεται σε έγγραφο ότι «…Και αναγνωρίζεται το δικαίωμα όπως κατ’ ευμένειαν του Δημοσίου αποκατασταθή εις τα κληρονομικά ή δι’ ιδικών του χρημάτων αγορασμένα κτήματά του (αγαθά του), μεταξύ των οποίων είναι και οι Μύλοι της Μαντίνειας τους οποίους επαναζητεί…». Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 19. Να σημειωθεί ότι ο Κουγέας θεωρεί πως ο Πύργος των Μύλων χτίστηκε από το Λιμπεράκη. Αλλά ο υπάρχων σήμερα Πύργος των Μύλων χτίστηκε μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ το 1825, οπότε κατέστρεψε ό,τι αμυντικό μέσο υπήρχε προηγουμένως. Στ.Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης, σ. 62.
Η προσχώρηση του Λιμπεράκη στο Βενετικό στρατόπεδο έκανε μεγάλη εντύπωση στον Ελλαδικό χώρο. Στο «Χρονικό του Μάτεση» αναγράφεται: «1696 Αλωνάρη 3, έφυγε ο Λιμπεράκη από τους Τούρκους και ήρθε του καπετάν γκενεράλε, και του εκάμανε μεγάλαις τιμές και τον έκαμε καβαλιέρο». Κ.Σάθα, Ελληνικά ανέκδοτα, Αθήναι 1867, Επανέκδοση Καραβία, σ. 226. Επίσης στο εξώφυλλο του κώδικα αριθ. 95 της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι γραμμένο: «1696 Ιουλίου 12 ήλθεν ο Λημπέριος μετά τους Χριστιανούς». Σπ.Λάμπρου, Νέος Ελληνομνήμων, 7(1910)204, συλλογή πρώτη, αριθ. 327.
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ανήκοντας πλέον στο Βενετικό στρατόπεδο και ακολουθούμενος από Έλληνες αποβιβάστηκε στην περιοχή της Άμφισας. Εκεί ενώθηκε με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδος και επέδραμε κατά των επαρχιών της Φθιώτιδας, της Ευρυτανίας και έφθασε μέχρι της Ηπείρου, όπου και κατέστρεψε την Άρτα. Κ.Σάθα. ό.π., σ. 421-2. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 40.
Μετά την καταστροφή της Άρτας και τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης (υπάρχει αναφορά από 28 Οκτωβρίου 1696) οι Βενετοί άρχισαν να υποβλέπουν το Λιμπεράκη Γερακάρη, οπότε και αποσύρθηκε από τα πολεμικά μέτωπα. Μπορεί σε αυτό να συνετέλεσε και η ποδάγρα από την οποία έπασχε. Η διαμαρτυρία των Αρτινών περιλαμβάνει και τα ακόλουθα: «…Το γράμμα μας, εξοχώτατοι και υψηλότατοι αυθένται, είναι δια να αναφέρωμεν προς την εξοχότητάν σας τας μεγάλας δυστυχίας και αιχμαλωσίας, και δημεύσεις των υπαρχόντων ημών, και εμπρησμούς των οίκων και εκκλησιών ημών όπου έγιναν εις ημάς δια χειρός του υψηλοτάτου καβαλιέρ Λιμπεράκη…Εξαπίνης δε, δεν ηξεύρωμεν πως, ήλθεν ως φθοροποιός αστραπή ο υψηλότατος καβαλιέρ Λιμπεράκης και έφθειρε και ηφάνισεν άρδην την Άρταν και τα χωρία αυτής, και τους εν αυτή κατοικούντας χριστιανούς, άρπαξε τα υπάρχοντα ημών, έκαυσε τα οσπίτια, εδήμευσε τα ιερά σκεύη των εκκλησιών, έρριψε κατά γης τα άγια αρτοφόρια μετά του ζωοφόρου άρτου, έσυραν γυναίκας μετά των παιδίων αυτών, ετράβισαν και έφθειραν παρθένους…». (P.Garzoni, ό.π., σ. 689) Κ.Σάθα, ό.π., σσ. 422-5. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 187.
Τον Οκτώβριο του 1697 με διαταγή του Γενικού Προβλεπτή Molin ο Λιμπεράκης Γερακάρης περιορίστηκε σε ένα τζαμί στο Άργος και με το πρόσχημα συνοδείας βρισκόταν υπό συγκαλυμμένη φρούρηση. Ο Προβλεπτής γράφει στο Δόγη τις κατηγορίες εναντίον του Λιμπεράκη και τις υποψίες που υπήρχαν και συμπληρώνει: «…Ο Λιμπεράκης δίνοντάς μου να καταλάβω ότι, δυνάμει της ισχύος των συμφωνιών του, δεν μπορεί να δικασθή από άλλην παρά από την αρχήν ταύτην (δηλ. του Γενικού Προβλεπτού του Μορέα), με παρακάλεσε όπως μεταφερθή εις την δικαιοδοσίαν μου και πιστεύω ότι έκαμα καλά να τον φέρω εδώ εις το Άργος δια να τον έχω πιο κοντά, διαταχθέντος του αντισυνταγματάρχου Piton να τον συνοδεύη και να του παραστέκη με τον λόχον του υπό το πρόσχημα τιμητικής προστασίας και εντεταλμένου να τον επιτηρή κατ’ αυτόν τον χρόνον (δηλαδή της υποδικίας) προς επαρκή φρούρησιν χωρίς να δώσωμεν μεγαλυτέραν δημοσιότητα». Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 33.
Την εποχή που ο Λιμπεράκης ήταν υπό επιτήρηση έπαιρνε 1.000 δουκάτα το μήνα και ο αδελφός του συνταγματάρχης Γεώργιος 100 δουκάτα, Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 191-2.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1697 ο Λιμπεράκης Γερακάρης υπέγραψε το προικοσύμφωνο της κόρης του Σταθούλας, που θα παντρευόταν τον Καλαματιανό Μπένο Ψάλτη. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 35-6. Υποτίθεται ότι της Σταθούλας η μητέρα ήταν κόρη της οικογενείας Μπότση.
Το Μάρτιο του 1698 ο Λιμπεράκης μεταφέρθηκε στη Βενετία και όπως αναφέρεται, ο ίδιος οδηγήθηκε στην ακρόπολη της Brescia, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος στην Palma. (Zinkeisen τ. 5, σσ. 184-6). Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 40. Α.Λεντάκη, ό.π., σσ. 188 και 192.
Στις 21 Οκτωβρίου 1710 ο Λιμπεράκης Γερακάρης πέθανε στο κάστρο του Αγίου Πέτρου της Βερώνας, σε ηλικία 65 ετών. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 42 και Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 192.
Στις 27 Μαρτίου 1711 η Γερουσία της Βενετίας αποφάσισε να καταβάλλει στο γιό του και στον ανιψιό του 40 δουκάτα το μήνα, τα οποία έπαιρνε μέχρι του θανάτου του ο Λιμπεράκης. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 42.
Ο Σουλτάνος Σουλεϋμάν (1689), για δείξει τη φιλελληνική πολιτική του, αναγόρευσε το Γερακάρη σε «ηγεμόνα του Μωρέως». Χ.Δ.Δουκάκη, Μεσσηνιακά και ιδία περί Φαρών και Καλαμάτας, 1905, σ. 150. Παραπέμπει στον Υψηλάντη, Τα μετά την Άλωσι, σ. 199. Ίσως πρόκειται για υπόσχεση στο Λιμπεράκη πως αν διώξει τους Βενετούς από τοΜοριά θα γίνει ηγεμόνας του Μοριά.Ο Δουκάκης στη σ. 191 γράφει γενεαλογία του Λιμπεράκη που είναι λανθασμένη.
Αυτός ο οποίος θέλει να κρίνει το Λιμπεράκη Γερακάρη για τις σχέσεις του με τους Τούρκους και τους Βενετούς ας λάβει υπ’ όψη του και τα ακόλουθα: α) Όταν στα τέλη του Τουρκο-Βενετικού (1645-1669) ο Λιμπεράκης τάχθηκε στο πλευρό των Τούρκων λέγοντας ότι το κάστρο του Ηρακλείου (Χάνδακα) θα πέσει στα χέρια των Τούρκων δεν έλεγε ψέμματα. Η ιστορία τον δικαίωσε. Αν το 1670 οι Μανιάτες δεν δεχόντουσαν να χτιστούν τα κάστρα της Ζαρνάτας και της Κελεφάς, ίσως να αντιμετώπιζαν γενική επίθεση από τους Τούρκους, που ήταν τότε ισχυροί και απερίσπαστοι από άλλα πολεμικά μέτωπα, με αποτέλεσμα τη γενοκτονία των Μανιατών. Να σημειωθεί ότι καμιά από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής εκείνης δεν είχε τη δυνατότητα ή τη διάθεση να βοηθήσει τους Μανιάτες.
β) Το 1688 ο Λιμπεράκης πρότεινε στο Σουλτάνο να γίνει ο Μοριάς ηγεμονία, όπως ήταν οι παραδουνάβιες περιοχές της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Ας αναρωτηθεί ο ιστορικός, αν η πρόταση αυτή ήταν προδοτική ή αν σε περίπτωση που θα γινόταν πραγματικότητα θα βελτίωνε κατά πολύ στα επόμενα χρόνια τις συνθήκες διαβίωσης των Πελοποννησίων. Μήπως μια τέτοια εξέλιξη θα μας έφερνε ενωρίτερα σε μια λιγότερο αιματηρή απελευθέρωση; (Βλέπε Κ.Παπαρηγόπουλου, ό.π., τόμ. Ε’, σ. 92)
γ) Πότε άραγε οι Βενετοί θέλησαν πραγματικά να βοηθήσουν τους Έλληνες; Μόνο όταν έκαναν αντιπερισπασμούς ζητούσαν τη συνδρομή των Ελλήνων, τους οποίους ποτέ δεν υποστήριξαν ουσιαστικά, αλλά στο τέλος κάθε επιχείρησης τους εγκατέλειπαν αβοήθητους στη μανία του Τούρκου. Φόροι, καταπίεση, εκμετάλλευση ήταν το τρίπτυχο των Βενετικών επιδιώξεως. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1715 οι Μοραΐτες έμειναν αδιάφοροι, αν θα επικρατήσουν οι Τούρκοι ή οι Βενετοί και δεν βοήθησαν κανένα. Αυτό δεν ήταν προδοσία, αλλά αδυναμία να κριθεί ποιος ήταν ο προτιμότερος κατακτητής. Αναμφίβολα όμως η Ηγεμονία για το Μοριά θα ήταν μια λύση καλύτερη. Επομένως αν αυτό επιδίωκε ο Λιμπεράκης Γερακάρης, πού βρίσκεται η προδοσία του; Ασφαλώς μόνο στους εγκεφάλους των Βενετών ιστορικών.
(Όταν το 1659 ο Φρ. Μοροζίνη πήγε στην Καλαμάτα και ξεσήκωσε τους Μανιάτες και τα γειτονικά χωριά για να τον βοηθήσουν να καταλάβει την πόλη, αυτός τους εγκατέλειψε στο μένος των Τούρκων. Αργότερα, το 1858, ιστορικός της Βενετίας, ο S. Romanin, έγραψε ότι οι κάτοικοι της Μάνης παρ΄ όλο που υποσχέθηκαν βοήθεια στο Μοροζίνη στο τέλος τον εγκατέλειψαν. Αθ.Καραθανάση, Πελοποννησιακά, τ. 8, σ. 239. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών είχαν ζητήσει να καταλάβει και οχυρώσει το Εξαμίλι, για να εμποδίσει τις Τουρκικές ενισχύσεις, ό.π., σ. 250. Στη συνεδρίαση της 16 Μαρτίου 1659 του πολεμικού συμβουλίου των Βενετών αποφασίστηκε να πλεύσει ο στόλος στη Μήλο και από εκεί να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ ήταν ευχαριστημένοι που πέτυχαν ένα αντιπερισπασμό, ανεξάρτητα από τις μελλοντικές μάταιες θυσίες των Ελλήνων και έγραψαν στα πρακτικά: «…θα επακολουθήσει γενναία η ρήξη χωρικών και Τούρκων…», ό.π., σ. 259. Σε αναφορά του Φρ. Μοροζίνη προς το Δόγη της 10 Νοεμβρίου 1659 αναφέρει: «…μου επιβεβαιώνουν οι κάτοικοι του Βραχίονος της Μάνης και του Μορέως τας επιμόνους γνωστάς προθέσεις των και δεν παύω να τους καθησυχάζω και να τους κρατώ με υποσχέσεις, χωρίς όμως να αναλαμβάνω καμμίαν υποχρέωσιν…». Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 154).
(DEMETRIUS CANTIMIR, Histoire de l’ Empire othoman, où se voyent les causes de son aggrandissement et de sa decadence. Avec des notes très instructives, Tome IV, Paris 1743.
Σελίδα 25: ΧΧΙΧ (Ο καινούριος πρίγκηπας του Μοριά) Μόλις υποχώρησαν οι εντερικές διαταραχές ο Σουλτάνος απέσυρε από τις γαλέρες έναν κάποιον Λιμπέριο GERATCHARI, και τον ονόμασε πρίγκηπα της Μάνης ή των Μανιατών, σύμφωνα με το παράδειγμα των Δεσποτών της Βλαχίας και της Μολδαβίας παρόλο που του έδωσε μικρότερη εξουσία: Η Πύλη πίστεψε ότι θα μπορούσε μ’ αυτόν τον τρόπο να καλύψει τις νότιες επαρχίες της Ελλάδος που τις απειλούσαν τα όπλα των Βενετών.
Το σχέδιο που οδήγησε το Σουλτάνο σε αυτή τη δημιουργία είχε τη βάση του στη Μολδαβία, όπου οι Τούρκοι δεν είχαν άσχημη εμπειρία, όπως είχαν από οπουδήποτε αλλού: Ήταν μια εφικτή πεποίθηση, ότι ένας χριστιανός κυβερνήτης ήταν πιο κατάλληλος να κρατήσει υπάκοους (μέσα στο καθήκον, φόρο) τους λαούς της ίδιας θρησκείας με αυτόν. Εκτός από αυτό, ο Λιμπέριος είχε δοκιμαστεί από μια άλλη ισχυρή άποψη εξ ίσου πειστική. Είχε περιγράψει τους Βενετούς ως τυρράνους της πίστης, λέγοντας ότι ο ζήλος τους να κάνουν τους Έλληνες του Μοριά να δεχτούν την πίστη της Ρώμης, θα έκαναν το λαό να στέναζε μετά την κυριαρχία των Οθωμανών’ Ένας πρίγκηπας της Ελληνικής εκκλησίας δεν θα μπορούσε να χάσει ευκαιρία να κάνει καλή εντύπωση, και να δημιουργήσει γενική ικανοποίηση.
Σελίδα 31: Στο Μοριά οι Βενετοί καταλαμβάνουν τη Μονεμβασία και διακόπτουν κάθε επικοινωνία στη Φρουρά. Ο Λιμπεράκης, ο καινούριος πρίγκηπας της Μάνης πλησιάζει σε εκείνο το μέρος για να δώσει βοήθεια και προμήθειες: απωθείται με απώλειες.
Σελίδα 85-87 (σημείωση): LIBERIUS GERATCHARI: Είναι περισσότερο γνωστός στους Ευρωπαίους με το όνομα Λιμπεράκης, που είναι μια παραποίηση του Λιμπέριος κατά τη συνήθεια των νεοελλήνων, Γεννήθηκε στη Μάνη, που είναι η αρχαία Λακωνία, απ’ όπου πέρασε, νέος ακόμη, να υπηρετεί στο στόλο των Βενετών. Έχοντας εντρυφήσει στην επιστήμη της θάλασσας, εξοπλίζει ένα πλεούμενο και γίνεται πειρατής’ χρησιμοποιώντας εκάστοτε διαφορετική σημαία, εφ’ όσον έβρισκε κάτι να λεηλατήσει. Μετά από την πειρατεία που κράτησε μερικά χρόνια έπεσε στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι τον έστειλαν στα κάτεργα των γαλέρων, όπου πέρασε επτά δυστυχισμένα χρόνια’ στο τέλος αυτών έγινε πολιτικός, συμφώνησε με τους Τούρκους, ότι, εάν έδιναν ένα χριστιανό πρίγκηπα στο Μοριά, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι σε λίγο καιρό οι κάτοικοι θα εγκατέλειπαν την κυβέρνηση των Βενετών, για να επανέλθουν σε αυτή των παλιών τους αφεντάδων. Αυτή η συμβουλή, που δεν ήταν γι’ αυτόν παρά μια σύσταση που απέφερε, όχι μόνο την ελευθερία του αλλά και τον τίτλο του Μπέη της Μάνης: τιμήθηκε επίσης με τη σημαία χωρίς ουρά και στάλθηκε στο Μοριά. Οι Τούρκοι πιεζόμενοι από όλες τις πλευρές, δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από το να αρπάξουν ό,τι παρουσιαζόταν, αρκεί να έτεινε να τους φέρει ηρεμία (εξασθένηση).
Πριν αφήσει την Κωνσταντινούπολη παντρεύτηκε την Αναστασία της ευγενικής οικογενείας των Buhusestij της Μολδαβίας’ ήταν χήρα του Δούκα, πρίγκηπα αυτών των χωρών που πέθανε φυλακισμένος στην Πολωνία. Αυτός ο γάμος, τόσο ατιμωτικός για τους απογόνους του Δούκα έγινε με το εξής τέχνασμα. Ο Λιμπέριος αρραβωνιάστηκε κρυφά την Αναστασία’ αλλά καθώς εκείνη δεν τολμούσε να ξεπεράσει τον ανθρώπινο σεβασμό, την ζήτησε δημόσια σε γάμο: Αυτή, απέρριψε την πρόταση με αλαζονεία, δηλώνοντας ότι δεν θα μπορούσε, χωρίς να τραυματίσει την τιμήν της, να παντρευτεί έναν κατάδικο σε καταναγκαστικά έργα, αυτή που ήταν η χήρα ενός πρίγκηπα.
Ο Λιμπέριος παρουσιάζει ένα arzubal στο Βεζύρη, ζητώντας του να διατάξει με ένα φιρμάνι τον Πατριάρχη να προχωρήσει στην τέλεση του γάμου του. Η Αναστασία, με δάκρυα στα μάτια, ως απόδειξη της αποστροφής της, ικέτευε τον Πατριάρχη να πάει να βρει το Βεζύρη, συνοδευόμενος από τους ηγεμόνες των Ελληνων ευγενών για να μεσολαβήσουν προς χάριν της και να σταματήσουν κάθε διαδικασία. Ο Πατριάρχης δίνει τα χέρια και πάει, μαζί με τους ευγενείς να τη βρουν στο σπίτι της. Τότε, αποκαλύπτει το παιχνίδι της και τους λέει: ότι έχοντας εγκαίρως σκεφθεί την υπόθεση προτιμούσε καλύτερα να τραυματίσει τη σεμνότητα παρά να εκτεθεί στη θέα του Βεζύρη: ότι λοιπόν προτιμούσε να παντρευτεί έναν τέτοιο άνθρωπο παρά να υποστεί μια τέτοια ατίμωση. Η ακολουθία θεώρησε ότι τους απέπεμπε με αυτά τα λόγια: όταν όλος ο κόσμος απομακρυνόταν, αυτή έμπασε έναν παπά που είχε έτοιμο μέσα στο σπίτι και τέλεσε αμέσως το μυστήριο του γάμου. Εν τω μεταξύ δεν πέρασε πολύς καιρός που εξαγνίστηκε για την ατίμωση που έφερε στην οικογένειά της: μόλις ο καινούριος σύζυγός της έφυγε, έγινε θρήσκα και δεν αποχωρίστηκε παρά στο θάνατο.)
Για το Λιμπεράκη Γερακάρη υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία: Σπ. Λάμπρου, ΔΙΕΕ, 2(1885)288. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σσ. 382-3, 394, 397-9, 406-12, 417, 419-25, Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 1 κ.ε. Α.Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1538-1699), σ. 291, όπου αναφέρει ότι οι Κοσμάδες ήταν κλάδος της οικογενείας των Γιατρών (δεν υπάρχει τέτοια ένδειξη – ο Λιμπεράκης αρραβωνιάστηκε κόρη της οικογενείας των Γιατρών).

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΜΗΤΖΟΣ. Κατοικούσε στη Λάγια και συμπολεμούσε με τους Μιχαλακιάνους, ακολουθόντας το Γερακάρη Μπουγιουκλάκη. Τον Ιούνιο του 1829 έγιναν ταραχές στη Λάγια και οδηγήθηκε και αυτός στο δικαστήριο. Πληροφορία από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ – ΚΟΣΜΑΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ. Με το όνομα αυτό φέρεται αφ’ ενός ο πατέρας του Αντωνίου και αφ’ ετέρου ο γιός του, που ζούσαν όλοι το 1655. Τη χρονιά εκείνη ο Μιχάλης, ο νεώτερος, είχε ενηλικιωθεί και ο πατέρας του τον έστειλε να φέρει με το πλοιάριό τους το Ζακυνθινό κουμπάρο του Άγγελο Σουμάκη. Κ.Μέρτζιου, Λακ.Σπ. τ. 1, σ. 147. Υποθέτουμε ότι ο Μιχελής ή Μιχάλης Μανιάτης που ήταν πειρατής και έδρασε στη δεκαετία 1670-1680 στα νησιά του Αιγαίου με το Η. Greviliers μπορεί να ταυτίζεται με με τον ανωτέρω.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ (Καπετάνιος). Capitan Michiel Geracari. To όνομά του αναφέρεται σε εκμισθώσεις ή παραχωρήσεις κτημάτων από τους Βενετούς στα έτη 1703-5. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 105.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (Καπετάνιος). 59. Capitan Jeracari Panagioti. Το 1690 αναφέρεται ως καπετάνιος στην περιοχή (Καστελανία) της Κελεφάς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2. σ. 428. Το όνομα του Καπετάν Παναγιώτη Γερακάρη από Κελεφά αναφέρεται ακόμη στα έτη 1700-5 σε εκμισθώσεις του φόρου της δεκάτης στην περιοχή της Βαρδούνιας, καθώς και σε εκμισθώσεις και παραχωρήσεις γαιών. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σσ. 80, 81, 96, 104, 108, 110, 126.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του Κοσμά. Σε έγγραφο που δημοσίευσε ο Λ. Ζώης, Μούσαις 44(1937), φ. 967, σ. 2 αναφέρεται ότι το έτος 1717 οι πρόκριτοι της Μάνης κατέθεσαν αναφορά στον προβλεπτή Ζακύνθου που κατήγγειλε πειρατεία εις βάρος Μανιατών υπό του «εκλαμπροτάτου Παναγιώτου Κοσμά Γερακάρη και του υιού αυτού Κοσμά Γερακάρη», που κατέφυγε στη Ζάκυνθο. Δ.Βαγιακάκου, Ε.Α.Ι.Ε.Δικαίου 5(1954)8.

ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ. To Σεπτέμβριο του 1831 πήγε στην ΄Υδρα ως πληρεξούσιος Σπάρτης (Μάνης). Εφημερίδα Ύδρας «Ο Απόλλων», αρ. φ. 58 της 26 Σεπτεμβρίου 1831, σ. 242.
Κατοικούσε στο Σκουτάρι και για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1821 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπολοχαγού της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.

ΓΕΡΑΚΑΡΙΑΝΟΙ Οικογένεια. Υπάρχουν οι οικογένειες του Κούνου και της Κηπούλας που μεταξύ τους δεν έχουν συγγένεια.
1) Οικογένεια του Κούνου έχει και το όνομα Νικολόπουλος. Το 1570 πρόκριτος του Κούνου ήταν ο Γεώργιος Γερακάρης. Επειδή το 1618 ο Κούνος χαρακτηρίζεται ως χωριό των Κοντόσταβλων, μπορεί να διατυπωθεί η υπόθεση ότι ο Γεώργιος Γερακάρης ανήκε στην πατριά των Κοντόσταβλων. Φαίνεται πάντως ότι το όνομα των Γερακαριάνων διατηρήθηκε από το 1570. Κλάδοι της πατριά είναι: α) Αραπογιάννης, β) Γεωργακάκος, γ) Γεωργακούνιας, δ) Γρηγοράκος, ε) Καπετανάκης, στ) Κατσουλάκος, ζ) Λαζαράκος, η) Ξηνταρίχος, θ) Παυλάκος και ι) Συφόρης. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 135. Άλλοι (Γρηγοράκου) προσθέτον το Νικολόπουλο ή Κουρσάκο και το Μπενέτο.
2) Οι Γερακαριάνοι της Κηπούλας, οι οποίοι ανήκουν στην πατριά των Καυκαλιάνων, έχουν τους ακόλουθους κλάδους: α) Κατσιμαντής, β) Παυλάκος, γ) Γεωργατζάκος και δ) Νικολινάκος που ζει στις Λαγουδιές. Στους Καυκαλιάνους ανήκουν ακόμη οι οικογένειες Μητσικάκου, Τζανάκου και Κουβάτσου που ζει στις Λαγουδιές. Κ.Κασση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 135.

ΓΕΡΑΚΑΡΙΝΑ σύζυγος του Γεωργούλια Γερακαράκου Ήταν από την Κοίτα και διακρίθηκε στον αγώνα εναντίον των Αιγυπτίων στη μάχη του Διρού. Βλέπε στο όνομα του συζύγου της.

ΓΕΡΑΚΑΡΙΤΖΑ ΣΤΑΜΑΤΙΑ. Αναφέρεται το 1715 από το χωριό Κούνος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 14, Θα πρέπει να ανήκει στη γενιά των Κοντόσταβλων και όχι των Κοσμάδων της Βάθειας. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 205.

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Ήταν από τα Σκυφιάνικα και το 1824 πήρε το βαθμό του εκατόνταρχου. Μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του αξιωματικού Ζ΄ τάξεως (ανθυπολοχαγού) με αριθ. μητρ. 2571. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 82 και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στη Λακωνική φάλαγγα. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.
Ο Γιάννης Γιωργόπουλος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του εκατόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427.

Ο ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΣΚΑΛΚΟΣ. τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Πιέρου Βοϊδή-Μαυρομιχάλη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. Στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του εκατόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427. Οικογένεια Γεωργόπουλου απαντά, εκτός από τα Σκυφιάνικα, στις Πιόντες και στην Κουτουμού.
Ο πρώην Έκτακτος Διοικητής Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας Ιωάννης Γενοβέλης στις 20 Ιουλίου 1830 έγραψε στον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου Α. Μεταξά ποίοι από τους εξέχοντες κατοίκους της Μάνης ήταν αφοσιωμένοι στον Κυβερνήτη και μεταξύ αυτών συμπεριέλαβε το Βασίλειο Γεργορόπουλο (σωστή ανάγνωση;) από τη Λάγια. ΓΑΚ, Έκτ. Επίτρ., φάκ. 91.

ΓΙΑΛΙΣΤΡΑΤΗΣ. Βλέπε Στρατής. Ήταν κάτοικος Λάγιας και αναφέρεται στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΓΙΑΝΝΑΚΙΑΝΟΙ. Μεγάλη οικογένεια από τη Λάγια της Ανατολικής Μάνης. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 5, σ. 89. Αποτελούν κλάδο των Μιχελιάνων από τη Λάγια και τα Πέρα Δημαρίστικα, που εγκαταστάθηκαν στον Κυπριανό. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 180.

ΓΙΑΝΝΑΚΟΜΙΧΕΛΙΑΝΟΙ. Είναι ένας από τους κλάδους της πατριάς των Νικλιάνων. Αναφέρεται ότι πήγαν στη Λάγια και έδιωξαν τους Ξιφομαχαιριδιάνους και εγκαταστάθηκαν εκεί. Από τη Λάγια επεκτάθηκαν και στη Βάθεια. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 110.
Στα Δημαρίστικα εγκαταστάθηκε ένας κλάδος των Γιαννακομιχελιάνων με το όνομα Λεωτσάκος, Κ.Κάσση, ό.π., σ. 94.
Στα Τσικαλιά πήγαν από τη Λάγια οι κλάδοι των Γιαννακομιχελιάνων: Γρηγοράκης ή Ληγοράκης, Σπυριδάκος ή Χρασογληγόρης και Πετρομιχελής. Κ.Κάσση, ό.π., σ. 128.
Στις 11 Αυγούστου 1815 με το πρακτικό της Λάγιας έγινε συμβιβασμός σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: α) των Μπουγιουκλιάνων και Μαυροκωκιάνων και β) των Ξαρχιάνων και Πηλοκωκιάνων. Αναφέρονται και οι Δημητράκοι, που δεν είναι γνωστοί από άλλη πηγή και υποθέτουμε ότι μπορεί να εννοεί οι Δημαροί (κάτοικοι των Δημαρίστικων). Ως εγγυητές της συμφωνίας υπέγραψαν ο Μπεηζαντές Γιωργάκης Τζαν. Γρηγοράκης, ο Γρηγόριος Τσιγκούριος-Γρηγοράκης και ο Μπας Καπετάνιος Πέτρος Μαυρομιχάλης. Κάθε μια παράταξη έδωσε από ένα παιδί ως όμηρο και δέχτηκαν ότι αν παραβίαζαν τη συμφωνία να ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν 3.000 γρόσια στους ζαπιτάδες (καπετάνιους). Εναντίον της πλευράς που θα παραβίαζε το πρακτικό θα ήταν και η γενιά των Γιαννακιάνων (Γιαννακο-Μιχελιάνων) και οι λοιποί Λαγιάτες. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί Πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)89. Αναργ.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 207.

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Απαντά σε πολλά μέρη της Μάνης.
Ο Βασίλης Γιαννόπουλος το 1703 μαζί με τον Πέτρο Σιλιμιρδάκη ενοικίασαν κτήμα από τους Βενετούς στο Παλαιόκαστρο της Βαρδούνιας. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σσ. 101, 107, 121, 125.
Ο Βασίλης Γιαννόπουλος ήταν από το χωριό Βάτας και αναφέρεται στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 39, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 213.
Ο Γεωργατζάς Γιαννόπουλος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Αναγν. Αυγουλέα στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Γεώργιος Γιαννόπουλος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Γαλάνη Κουμουνδουράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432. (Αναφέρονται δύο με το αυτό όνομα)
Ο Γιαννάκης Γιαννόπουλος, Janachi Janopoulo (15). To 1690 ήταν κάτοικος της περιοχής (Καστελανίας) της Κελεφάς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 427.
Ο Ηλίας Γιαννόπουλος στις 8 Δεκεμβρίου 1829 συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Ο Κυριακούλης Γιαννόπουλος το 1702-3 είχε νοικιάσει από τους Βενετούς κτήμα στη Σελίνιτσα της Ανατολικής Μάνης, που αργότερα παραχωρήθηκαν στον επίσκοπο Καρυουπόλεως Μακάριο Κουτούφαρη. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σσ. 91, 95.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος κατοικούσε στην περιοχή της Αρεοπόλεως και για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1821 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του στρατιώτη με αριθ. μητρ. 207. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 124.
Ο Νικόλαρος Γιαννόπουλος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427.
Ο Μιχάλης Γιαννόπουλος, από την Κοίτα, γεννημένος το 1807, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Ν. Γιαννόπουλος κατοικούσε στην Κηπούλα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Τζανέτος Γιαννόπουλος ή Κουτήφαρης ή Ταραμπουλουσάκης αναφέρεται το 1771 και κατοικούσε στο Βαρούσι της Ζαρνάτας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γιάννης και η μητέρα του Βασιλική το γένος Μούζαλου. Γυναίκα του ήταν η Αναστασούλα το γένος Φουντάρου. Γαμπρός του έγινε ο Νικολάκης Μοσχολέας και η κόρη του τελευταίου ονομαζόταν Κατερίνα. Γ.Αναπλιώτη, Κουτηφαρέικο Τζάκι, σσ. 3, 5, 9, 14, 15.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Γιαννόπουλου κατοικούσε στην Καρδαμύλη. Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικές Σπουδές 13(1996)143-6.

ΓΙΑΤΡΑΚΗ. Κόρη της οικογενείας Γιατρού – Γιατράκου για την οποία κάνει λόγο ο E. Yemeniz, στις παραδόσεις που αναφέρει στο βιβλίο του, χωρίς όμως να έχουν καμία ιστορική βάση. Γράφει ότι η Γιατράκη αιχμαλωτίστηκε από πειρατές και οδηγήθηκε στο Σεράϊ της Κωνσταντινούπολης ως σκλάβα. Τότε ο Σουλτάνος ήταν άρρωστος και αυτή με τις πατροπαράδοτες γνώσεις της στην ιατρική τον έκανε καλά. Σε ανταμοιβή την ελευθέρωσαν και της επέτρεψαν να πάρει μαζί της και έναν από τους φυλακισμένους. Αυτή διάλεξε τον Ιωάννη Μαυρομιχάλη, που δήθεν είχαν συλλάβει οι Μούρτζινοι και είχαν παραδόσει στους Τούρκους. «…Όταν η κόρη της οικογενεία Γιατράκη μπήκε στο Σεράι, ο Σουλτάνος υπέφερε από ένα πυρετό που η επιστήμη κανενός από τους γιατρούς δεν μπορούσε να νικήσει. Η νέα κοπέλα, προσφέρθηκε να τον γιατρέψει, υπό τον όρο εάν είχε επιτυχία, θα της έκαναν τη χάρη που θα ζητούσε. Η απαίτησή της έγινε δεκτή. Έφτιαξε ένα υγρό φάρμακο σύμφωνα με τις ιατρικές συνταγές που είχε μάθει στην οικογένειά της και κατάφερε να σώσει το Σεβαστό Σουλτάνο. Σαν αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της, ζήτησε την ελευθερία για τον εαυτόν της και για όποιον από τους φυλακισμένους Έλληνες θα διάλεγε για σύζυγο. Την οδήγησαν στις φυλακές όπου υπέφερε ένας μεγάλος αριθμός συμπατριωτών της. Αναγνώρισε αμέσως από το ωραίο του παράστημα, την ευγένεια και υπερηφάνεια των τρόπων του, το γιό των Μαυρομιχαλαίων, του οποίου έβγαλε τις αλυσίδες, και μαζί, μετά από διαταγή του Σουλτάνου, οδηγήθηκαν με τιμές στην πατρίδα τους». E.Yemeniz, Le Magne et les Mainotes, Revue de deux Mondes, τεύχος Μαρτίου, 56(1865)31 κ.ε. Το δανείζεται από το Στεφανόπολι, σ. 216-7, ο οποίος γράφει για τη Σταμάτα, η οποία γιάτρεψε το Σουλτάνο και ελευθέρωσε το Δημητράκη Μπεηζαδέ Γρηγοράκη.

ΓΙΑΤΡΑΚΗ Οικογένεια. Θεωρείται κλάδος των Πηλοκωκιάνων της Λάγιας που εγκατατσάθηκε στο Πόρτο-Κάγιο. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 70. Ίσως η οικογένεια Γιατράκη της Λάγιας να είναι κλάδος των Γιατρών-Μεδίκων του Οιτύλου.

ΓΙΑΤΡΑΚΗΣ ή ΓΙΑΤΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ. Το 1701 είχε εκμισθώσει τη συγκέντρωση του φόρου της δεκάτης από το χωριό Ρόσοβα και το 1702 από τη Σελίνα. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 78.

ΓΙΑΤΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ. Το 1704 κατοικούσε στη Μικρή Μαντίνεια και η ετήσια παραγωγή του σε λάδι έφτανε τα 80 κροντήρια (ο μέσος όρος κατά οικογένεια στο χωριό ήταν 52,5 κροντήρια). Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 127.

ΓΙΑΤΡΑΚΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ. Αναφέρεται το 1736 από την περιοχή της Καρδαμύλης – Ανδρούβιστας. Στ. Σκοπετέα, ΕΑΙΕΔ, 3(1950)86 και 110. Θα πρέπει να κατοικούσε στα Τσέρια, ένας οικισμός των οποίων φέρει το όνομα “Γιατρέϊκα». Επειδή η οικογένεια Γιατρού-Μέδικου του Οιτύλου είχε διασπαρεί σε διάφορα χωριά και με επιγαμίες φρόντιζε να επηρεάζει όλη τη Μάνη, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και στα Γιατρέϊκα των Τσερίων υπήρχε οικογένεια Γιατράκη, που αργότερα έγινε Γιατράκου, προερχομένη από το Οίτυλο. Στα Γιατρέϊκα μέχρι προ ολίγων δεκαετιών υπήρχε οικογένεια Γιατράκου και ένα μέλος της ήταν γιατρός στην Καλαμάτα την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Γιατράκη ή Γιατράκου κατοικούσε στα Γιατραίικα της Καρδαμύλης, καθώς και Οικογένεια Γιατρέα κατοικούσε στα Τσέρια. Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικές Σπουδές 13(1996)143-6.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ. α) Οικογενειακό όνομα που υπήρχε στην Άρνα της Βαρδούνιας με γενάρχη τον Ιωάννη Γιατράκο, τα παιδιά του οποίου έλαβαν μέρον στην επανάσταση του 1821. Αναφέρεται από παράδοση ότι η καταγωγή τους είναι από τη Μάνη. Ο πατέρας τους προέρχεται από τη γενιά των Δημακιάνων και η μητέρα τους από τη γενιά των Κυριακιάνων. Ακόμη λέγεται ότι πριν από 350 χρόνια (περίπου 550 από σήμερα) ένας πρόγονος της οικογενείας πήγε στην Ευρώπη και σπούδασε γιατρός και έκτοτε οι ιατρικές γνώσεις διδασκόντουσαν από πατέρα σε παιδί.
β) Οικογένεια από τα Γιατρέικα των Τσερίων της περιοχής της Ανδρούβιστας-Καρδαμύλης. Από τον κλάδο αυτό είναι πιθανό να προέρχεται ο Έξαρχος Γιατράκης του 1736, που αναφέρθηκε προηγουμένως.
γ) Οικογένεια από τη Λάγια.
Φαίνεται πιθανό ότι οι Γιατράκοι είναι κλάδοι της οικογενείας των Γιατρών-Μεδίκων του Οιτύλου. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες οικογένειες της Μάνης, όπως η γενιά των Νίκλων, στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την επιρροή τους κατόρθωναν με τις επιγαμίες να διασπείρονται σε διάφορα μέρη. Ίσως οι Γιατροί του Οιτύλου να κατοίκησαν στα Γιατρέικα των Τσερίων, στη Μηλιά (Κυβέλοι, Ξανθάκηδες κλπ.), στη Λάγια (Παπαδάκηδες – Γιατράκοι), όπως και στην περιοχή της Βαρδούνιας.
Αναφέρεται ότι μια κόρη Γιατρού-Γιατράκη, ονομαζομένη Σταμάτα, αιχμαλωτίστηκε από πειρατές και οδηγήθηκε στο Σαράι της Κωνσταντινούπολης. Ο Σουλτάνος ήταν άρρωστος και αυτή τον γιάτρεψε. Σε ανταμοιβή την ελευθέρωσαν και της επέτρεψαν να ελευθερώσει και έναν από τους φυλακισμένους. Αυτή διάλεξε το Γιάννη Μαυρομιχάλη που είχαν συλλάβει οι Μούρτζινοι και είχαν παραδώσει στους Τούρκους. E.Yemeniz, Le Magne et les Mainotes, Revue de deux Mondes, τεύχος Μαρτίου, 56(1865)32 κ.ε. Πρόκειται περί άκομψης επαναλήψεως ιστορίας που αναφέρουν οι Στεφανόπολι για το Δημήτριο Γρηγοράκη. Δ. και Ν.Στεφανόπολι, Ταξίδι στην Ελλάδα, Έκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1974, σσ. 125, 145, 177 και 216-7.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ του Μ. Αναφέρεται ότι καταγόταν από τη Σπάρτη που ίσως σημαίνει τη Μάνη. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός κατά την επανάσταση κατά τη διάρκεια της οποίας απεβίωσε. Του αναγνωρίστηκε ο βαθμός αξιωματικού Ε΄ τάξεως (λαχαγού) με αριθ. μητρ. 690. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ του Ιωάννη. Ήταν ο πρωτότοκος γιός του Ιωάννη. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπηρέτησε στο σώμα του Τουρκο-Βαρδουνιώτη Μουσάγα στους Γοράνους. Έλαβε ηγετικό μέρος στην επανάσταση του 1821 και προσέφερε πολλές υπηρεσίες ως στρατιωτικός και ως χειρουργός. Του καταλογίζεται η δολοφονία του Παναγιώτη Κρεββατά προύχοντα του Μυστρά.
Στο Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο (1807-1811) ο Γιωργάκης Γιατράκος ακολούθησε μαζί με άλλους Λάκωνες το Μουσάγα, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη της Σόφιας. Σ.Κουγέα, Νικήτας Νηφάκης, σ. 113.
Στα αρχεία της Ρωσικής αστυνομίας αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των μελών της Φιλικής Εταιρείας, χωρίς όμως να υπάρχει στους επίσημους καταλογους της. Τ.Κωνσταντοπούλου, Πελοπ. Πρωτοχρ. 8(1964)341, Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 19.
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης υπηρέτησε ως στρατηγός και του αναγνωρίστηκε ο βαθμός αξιωματικού Β΄ τάξεως (συνταγματάρχου) με αριθ. μητρ. 88. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ του Π. Υπηρέτησε τον αγώνα του 1821 ως ιατροχειρούργος και του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του αξιωματικού Γ΄ τάξεως (αντισυνταγματάρχου) με αριθ. μητρ. 219. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΗΛΙΑΣ ή ΛΙΑΚΟΣ του Ιωάννη. Ήταν ο νεώτερος των αδελφών και φαίνεται ότι γεννήθηκε το 1795. Παρέμεινε άγαμος και έζησε μέχρι το 1875. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας υπηρέτησε στο σώμα του Τουρκο-Βαρδουνιώτη Μουσάγα στους Γοράνους κοντά στον αδελφό του Γιωργάκη. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821 και την έκθεση εκδουλεύσεών του έχει δημοσιεύσει ο Κ.Κοτσώνης, Έκθεσις εκδουλεύσεων Ηλία Ι. Γιατράκου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)162 κ.ε. Στην επανάσταση του 1821 υπηρέτησε ως στρατηγός από 1825 και απεβίωσε το 1829. Για τη συμμετοχή του στον αγώνα του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του αξιωματικού Γ΄ τάξεως (αντισυνταγματάρχου) με αριθ. μητρ. 195. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Κατοικούσε στην Άρνα της Βαρδούνιας και από το γάμο του με την Κανέλλα Καλοειδή γεννήθηκαν πέντε αγόρια, που πολέμησαν στην επανάσταση του 1821.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ του Ιωάννη. Δευτερότοκος γιός του Ιωάννη, ο οποίος κατοικούσε στην Άρνα. Για ένα διάστημα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας υπηρέτησε στο σώμα του Τουρκο-Βαρδουνιώτη Ισούφαγα Ζαλούμη, ο οποίος είχε πύργο στην Ταράψα. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821 ως στρατιωτικός και χειρούργος και πέθανε στο Άργος με το βαθμό του συνταγματάρχη.
Στα αρχεία της Ρωσικής αστυνομίας φέρεται ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αλλά το όνομά του δεν υπάρχει στους επίσημους καταλόγους. Τ.Κωνσταντοπούλου, Πελοπονν. Πρωτοχρ. 8(1964)341. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 19.
Στις 21 Μαΐου 1829 υπέγραψε αναφορά για τη σύσταση σχολείου στην περιοχή της Κάτω Ρίζας, που δημοσιεύτηκε στη Γενική Εφημερίδα Ελλάδος, αριθ. φ. 45 της 12 Ιουνίου 1829, σ. 179. Ο κατάλογος με τις εισφορές δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα αριθ. φ. 68 της 5 Οκτωβρίου 1829, σ. 274.
Μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ότι υπηρέτησε καθ΄όλο τον αγώνα και ότι το 1824 πήρε το βαθμό του αντιστρατήγου. Τον κατέταξαν στους αξιωματικούς Γ΄ τάξεως (αντισυνταγματάρχης) με αριθ. μητρ. 167. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ του Ιωάννη. Ήταν ο τέταρτος κατά σειρά αδελφός που γεννήθηκε το 1793 και κατοικούσε στην Άρνα. Αγωνίστηκε στην επανάσταση και το 1846 δολοφονήθηκε από το μαύρο υπηρέτη του, ο οποίος λίγες ημέρες μετά τη σύλληψή του βρέθηκε σκοτωμένος. Ηθικοί αυτουργοί του φόνου του Νικολάκη Γιατράκου θεωρήθηκαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι.
Στα αρχεία της Ρωσικής αστυνομίας φέρεται ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, χωρίς να περιλαμβάνεται το όνομά του στους επίσημους καταλόγους. Τ.Κωνσταντοπούλου, Πελοπονν. Πρωτοχρ. 8(1964)341 και Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 20.
Στις 21 Μαΐου 1829 υπέγραψε την ίδια αναφορά, όπως και ο προηγούμενος για τη σύσταση σχολείου, ό.π.
Μετά την απελευθέρωση του αναγνώρισαν ότι υπηρέτησε ως στρατηγός από το 1824 και τον κατέταξαν στους αξιωματικούς Γ΄ τάξεως (αντισυνταγματάρχης) με αριθ. μητρ. 164. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 81.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ του Ιωάννη. Γεννήθηκε στην Άρνα το 1790-1, αν και άλλοι αναφέρουν ως έτος γέννησής του το 1780, Από τους καταλόγους όμως της Φιλικής Εταιρείας φαίνεται ότι το 1818 ήταν 27 ετών. Ι.Α. Μελετοπούλου, Η Φιλική Εταιρεία, Αρχείον Π. Σέκερη, σ. 151, αρ. 408, Βαλ. Μέξα, Οι Φιλικοί, σ. 13, αρ. 83. Τάκη Κωνσταντοπούλου, Νέα ονόματα Πελοποννησίων Φιλικών από τα αρχεία της Τσαρικής αστυνομίας, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 8(1964)341, όπου αναφέρονται και ονόματα αδελφών του.
Στις αρχές του αιώνα υπηρέτησε στο στρατιωτικό σώμα του Τουρκο-Βαρδουνιώτη Μουσάγα στην Κουρτσούνα, Γ.Καψάλη, Η Βαρδούνια και οι Τουρκοβαρδουνιώτες, Πελοπονησιακά, τ. 2, σ. 119. Το 1810 πήγε στη Ζάκυνθο και υπηρέτησε ως χειρούργος στο Αγγλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τη διοίκηση του R. Church, το οποίο μεταφέρθηκε στη Μεσσήνα της Σικελίας. Όταν βρισκόταν στην Ιταλία βρήκε το χρόνο να σπουδάσει για μικρό χρονικό διάστημα Ιατρική. Το 1816 φιλοξενήθηκε στου Λάλα από το Σεϊντάγα. Λίγο πριν φύγει ο Παναγιωτάκης για τον τόπο του ο Βοεβόδας της Γαστούνης, με εντολή του Πασά της Τρίπολης, σκότωσε το Σεϊντάγα και ένα γιό του. Ο άλλος γιός του, ο Χατέμπεης, ακολούθησε το σχέδιο του Γιατράκου για να δολοφονηθεί ο βοεβόδας της Γαστούνη, ενώ αυτοί οι δύο θα βρισκόντουσαν στην Τριπολιτσά. Από εκεί πήραν άδεια και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου διακρίθηκε για τις χειρουργικές του ικανότητες. Με τη βοήθεια του Γιατράκου ο Χατέμπεης συνάντησε τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, ο οποίος μεσολάβησε για να τακτοποιηθούν οι υποθέσεις του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πόλη, στις 26 Αυγούστου 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Όταν επέστρεψε στην Τρίπολη γνώρισε το Χουρσίτ πασά, ο οποίος εκτίμησε τις χειρουργικές του ικανότητες και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στην επικείμενη εκστρατεία στα Γιάννενα εναντίον του Αλή Πασά. Τελικά ο Παναγιωτάκης γύρισε στην Άρνα.
Στις 28 Αυγούστου 1818 κατηχήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το Γρηγόριο Δικαίο στη Φιλική Εταιρεία, δηλώνοντας ότι ήταν 27 ετών (έτος γεννήσεως 1791). Βαλ. Μέξα, Οι Φιλικοί, σ. 13, αριθ. καταλ. 83. Το όνομά του περιλαμβανόταν και στα αρχεία της Ρωσικής αστυνομίας ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Τ.Κωνσταντοπούλου, Πελοπονν. Πρωτοχρ. 8(1964) 341 και Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες σ. 20..
Έλαβε μέρος στην Ελληνική επανάσταση και αναδείχθηκε σε αρχηγό της οικογενείας του. Τον ακολούθησαν πολλοί επειδή γνώριζε τη χειρουργική και είχε την ικανότητα να θεραπεύει τραύματα. Εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αξιόλογους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου, έφερε το βαθμό του στρατηγού. Τον βαραίνει όμως η δολοφονία του Παναγιώτη Κρεββατά. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες και πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στον αγώνα. Το 1825 ήταν στο Νεόκαστρο και όταν συνθηκολόγησαν οι Έλληνες, ο Ιμπραήμ κράτησε τον Παναγιωτάκη Γιατράκο και το Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Αργότερα έγινε ανταλλαγή με Τούρκους Πασάδες που κρατούσαν οι Έλληνες ως αιχμαλώτους. Έκτοτε συνέχισε αγωνιζόμενος μεχρι το τέλος του αγώνα. Άφησε απομνημονεύματα για την προεπαναστατική περίοδο, Αθαν.Φωτοπούλου, Παναγιώτη Γιατράκου Απομνημονεύματα, Επετηρίς της Εταιρείας Ηλειακών Μελετών, τ. 4, σ. 435 κ.ε.
Κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως του 1821 ήταν γενικός αρχηγός της Πελοποννήσου και της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Στην περίοδο του Καποδίστρια, το 1830, πήρε το βαθμό του χιλίαρχου ταξιαρχικού και μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του στρατηγού (αξιωματικός Α΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 1. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 81.
Για την κράτηση του Παναγιώτη Γιατράκου και του Γεωργίου Μαυρομιχάλη από τον Ιμπραήμ μετά την παράδοση του Νεοκάστρου και την ακολουθήσασα ανταλλαγή αιχμαλώτων. Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 1 τη; 1 Οκτωβρίου 1825, σ. 6.
Για τη συμμετοχή του Π. Γιατράκου στη μάχη του Πολυάραβου, Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 89 της 4 Σεπτεμβρίου 1826, σ. 358.

ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ ΙΩΑΝΝΑ. Αναφέρεται ότι ήταν γυναίκα του Παναγιώτη Γιατράκου και ότι πολέμησε από ένα πύργο με 45 στρατιώτες τους Αιγύπτιους στο χωριό Κουρτσούνα. Ο γιός της παντρεύτηκε κόρη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και όταν αυτή το πέθανε το 1876 θάφτηκε στο οχύρωμα όπου η πεθερά της πριν από 50 χρόνια είχε πολεμήσει τους στρατιώτες του Ιμπραήμ. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίν της Μάνης, σσ. 48 και 88.

ΓΙΑΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ του Αθανασίου. Αναφέρεται το 1678 στη Ζάκυνθο, όπου σήμερα υπάρχει πολυάριθμη οικογένεια Γιατρά, έστω και εν μέρει, προερχομένη από τους Γιατρούς-Μέδικους της Μάνης ή όπως αναφέρεται το1600 μετοίκησε εκείαπό την Καλαμάτα. Η πρώτη παρουσία της οικογενείας στη Ζάκυνθο χρονολογείται από το 1530. Δ.Βαγιακάκου, ΕΑΙΕΔ, 5(1954)51.
ΓΙΑΤΡΙΑΝΟΙ. Η γενιά των Γιατρών – Μεδίκων του Οιτύλου, η οποία ήταν εγκατεστημένη εκεί πριν από το 1534. Στις 15 Αυγούστου 1806 υπέγραψαν, ως Γιατριάνοι, το υποσχετικό έγγραφο προς τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη. Μαζί τους υπέγραψαν και οι συγγενείς οικογένειες των Ραζελιάνων, Τζαχουτιάνων και Κακασαγγιάνων. Ανωνύμου, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 44.

ΓΙΑΤΡΟΙ – ΜΕΔΙΚΟΙ. Οι Μέδικοι κατάγονται από την Τοσκάνη της Ιταλίας και στα τέλη του ΙΓ’ αιώνα εγκαταστάθηκαν στη Φλωρεντία, όπου ίδρυσαν τράπεζα και πλούτισαν. Με τα χρήματά τους και την καλή συμπεριφορά τους κατέλαβαν την εξουσία του δουκάτου της Τοσκάνης, την οποίαν διατήρησαν μέχρι το 1737. Μ.Γ.Λαμπρυνίδη, εις Κ. Σκόκου, Εθνικόν Ημερολόγιον 15(1900)356.
Το ΙΔ’ αιώνα ένας Πέτρος Μέδικος από τη Φλωρεντία ήρθε στην Κόρινθο, κοντά στο Νέριο Ατζαγιόλη. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο γιός του Νικόλαος παντρεύτηκε την κόρη του τοπικού προύχοντα Δαμιανού Φιομάχου. Οι Μέδικοι βοήθησαν τον Ατζαγιόλη, ο οποίος το 1388 κατέκτησε το δουκάτο της Αθήνας και τους παραχώρησε πολλά προνόμια. Αργότερα οι Μέδικοι εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και άρχισαν να χρησιμοποιούν το εξελληνισμένο όνομα «Ιατρός», στο οποίο πρόσθεταν τον τίτλο «δε Ατέναις». Το 1440 ο γιός του Νικολάου Μεδίκου κατοικούσε στο Ναύπλιο και είχε το όνομα Πέτρος Μέδικος-Ιατρός δε Ατέναις. Οι απόγονοί του, με την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1540, κατέφυγαν στο Πραστό της Κυνουρίας και στη συνέχεια στο Οίτυλο της Μάνης. Εκεί παρέμειναν επί αρκετούς αιώνες, είχαν μια από τις πλέον εξέχουσες θέσεις στη Μανιάτικη κοινωνία και δημιούργησαν επιγαμίες με ισχυρές γενιές του τόπου, ενώ μέλη της οικογενείας τους εγκαταστάθηκαν σε πολλά χωριά της Μάνης. Κατά καιρούς χρησιμοποίησαν διάφορα παρωνύμια, όπως Ραζέλοι, Πιερακιάνοι Λιάνοι, Τζαχουτιάνοι, Μιχαλιάνοι, Μπαζινιάνοι και ίσως ακόμη Ιατρόπουλος, Ιατρός, Γιατράκης, Γιατράκος, Παπαδάκης κ.ά. Μ.Γ.Λαμπρυνίδη, ό.π., Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 128 κ.ε.
Ο Ν.Κατσικάρος, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 81, αναφέρει ότι κλάδοι της οικογενείας των Μεδίκων-Ιατρών του Οιτύλου είναι οι Κυβέλοι, οι Ξανθάκηδες, οι Λιανέροι, οι Καστάνηδες της Γαρμπελιάς του Λεύκτρου.
Ο Δ.Δουκάκης, Μεσσηνιακά και ιδία περί Φαρών και Καλαμών, τ. 1, σ. 119, αναφέρει ότι φεύγοντες από το Ναύπλιο οι Μέδικοι-Γιατροί εγκαταστάθηκαν στην Κοτίτσα της Βαρδούνιας, αντί του Πραστού της Κυνουρίας και ακολούθως πήγαν στο Οίτυλο.
Το 1806 στο υποσχετικό του Αντωνόμπεη οι κάτοικοι του Οιτύλου υπέγραψαν σε δύο ομάδες: α) Γιατριάνοι, Ραζελιάνοι, Τζαχουτιάνοι και Κακασαγγιάνοι και β) Στεφανοπουλιάνοι, Στεφανιάνοι, Φάλτσοι και Νοβοκιάνοι. Από τα ονόματα αυτών φαίνονται οι υπάρχοντες κύριοι κλάδοι των μεγάλων πατριών του Οιτύλου. Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινων της Μάνης, 1858, σ. 44.
Φαίνεται πιθανό ότι όταν οι Μέδικοι Γιατροί εγκατέλειψαν το Ναύπλιο πήγαν στο Πραστίο της Μάνης (περιοχή Ανδρούβιστας – Καρδαμύλης), που είχε τότε ανεπτυγμένη εμπορική ναυτιλία και ήταν τόπος κατοικίας των Μελισσηνών. Το 1618 αναφέρεται ότι ο Πέτρος Μέδικος, ο πιο σημαντικός της οικογενείας του, ζούσε στο Πραστίο. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584. Επίσης στο παρελθόν υπήρχε εκεί οικογένεια Αθηνάκη και μπορούμε να υποθέσουμε ότι προέρχεται από τον τίτλο «δε Ατέναις».
Παλαιότερα στη Μάνη υπήρχε παράδοση ότι ένας από τους Γιατρούς του Οιτύλου εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία και το όνομά του έγινε Medici, επομένως η καταγωγή τους είναι από τη Μάνη. Δ. και Ν.Στεφανόπολι, Ταξίδι στην Ελλάδα, σ. 168, Cl. Rulhiere, Histoire de l’ Anarchie de Pologne, τ. 3, σ. 339 κ.ε. Α.Πετρίδη, Πανδώρα 20(1870)434.
Το 1805 ο W.M.Leake, Travels in the Morea, vol. 1, σ. 450 επισκέφθηκε την Καλαμάτα και ο τοπικός άρχοντας κυρ Ηλίας Τζάννες του διηγήθηκε ότι ένας από την οικογένεια των Μεδίκων της Φλωρεντίας βγήκε ναυαγός στο Οίτυλο και έζησε εκεί για πολλά χρόνια. Οι απόγονοί του πήραν το όνομα Γιατριάνοι, από τη μετάφραση της λέξης Medici και ότι η οικογένεια αυτή είναι μέχρι τώρα μια από τις σημαντικές του Οιτύλου και μπορεί να παρατάξει 250 όπλα. Η οικογένεια του Ηλία Τζάννε έχει κοινή καταγωγή με τους Γιατριάνους, έστω και αν το όνομα έχει αλλάξει. Ο Leake θεωρεί ότι είναι η αντίστροφη ιστορία από το Βοναπάρτη της Κορσικής που προέρχεται από τον Καλόμερο του Οιτύλου και ίσως δεν είναι καλύτερα θεμελιωμένη.
Από τον E.Yemeniz, Le Magne et les Mainotes, Revue de deux mondes, τόμ. LVI, τεύχος 1ης Μαρτίου 1865, σ. 31-2 έχουμε τις ακόλουθες πληροφορίες: «Γιατράκης είναι ένα υποκοριστικό του ονόματος Γιατρός. Υπάρχει στη Μάνη μια οικογένεια «Ιατρός» που ισχυρίζεται ότι προέρχεται από τους Μεδίκους, που είναι η μετάφραση του ονόματος Γιατρός. Μια παράδοση διαδεδομένη στη Μάνη βεβαιώνει ότι οι Μέδικοι είναι που προέρχονται από τους Ιατρούς, οι οποίοι Ιταλοποίησαν το όνομά. Οι πληροφορίες που πήραμε από την οικογένεια Ιατρού μας δίνει μια ερμηνεία πιο αληθινή. Οι Ιατροί του Οιτύλου κατέχουν ένα χειρόγραφο με γενεολογικούς τίτλους, των οποίων έχουμε ένα απόσπασμα σύμφωνα με το οποίο σε μια εποχή πολύ παλιά ένας Μέδικος ταξίδευε στην Ελλάδα και μετά από μια καταιγίδα βγήκε στο Οίτυλο. Ερωτεύτηκε μια νέα κοπέλλλα, την οποία και παντρεύτηκε και από την οποία απέκτησε ένα γιό. Στη συνέχεια για ένα άγνωστο λόγο δολοφονήθηκε από τους Οιτυλιώτες. Η χήρα του έφυγε για τη Φλωρεντία μαζί με το γιό του. Μετά λίγα χρόνια επέστρεψε στη Μάνη με το γιό της. Αυτός παντρεύτηκε και απέκτησε τέσσαρα αγόρια, από τα οποία τα τρία έμειναν στο Οίτυλο, που οι απόγονοί τους υπάρχουν ακόμη και χαίρουν μεγάλης υπολήψεως. Ο τέταρτος, ο Ιωάννης, εγκαταστάθηκε κοντά στη Σπάρτη, στο χωριό Λογκανίκο που βλέπουμε μια παλιά εκκλησία, η οποία χτίστηκε από αυτόν, όπως το δείχνει μια επιγραφή, που διαβάζεται ακόμη στη βάση ενός κίονα στο ιερό. «Ιωάννης Μέδικος ανήγειρε». Οι Ιατροί ή Μέδικοι του Λογκανίκου έχουν σήμερα εγκατασταθεί στην πόλη του Ναυπλίου, όπου ασκούν μεγάλη επιρροή, την οποία οφείλουν στην εκτίμηση του λαού, παρά στη μεγάλη τους περιουσία».
Η οικογένεια των Γιατρών-Μεδίκων στη Μάνη χρησιμοποιούσε το όνομα «Γιατρός», ενώ στο εξωτερικό το «Medici».
Επειδή πολλοί θεωρούν απίθανο ότι οι Μέδικοι-Γιατροί της Μάνης μπορεί να κατάγονται από τους Μεδίκους της Φλωρεντίας, επικαλούμεθα τη μαρτυρία του Θεοδωρή Στεφανόπουλου, που ήταν αντίπαλός τους και σε επιστόλή του της 12 Ιανουαρίου 1612 έγραψε: «…κατοικούν τώρα όλοι εις το σπίτι του κυρίου Πέτρου Γιατρού, Ιταλού, ο υιός του οποίου βρίσκεται εις Βενετίαν…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91.
Οι Γιατροί-Μέδικοι εξακολουθούσαν στο Οίτυλο να ασκούν με επιτυχία την ιατρική. Στις 8 Ιουλίου 1646 αναφέρεται ότι πειρατικά καράβια της Μπαρμπαριάς, μετά από ναυμαχία με Μαλτέζικα πλοία στο Μεσσηνιακό κόλπο, κατέφυγαν στην Καλαμάτα και ζήτησαν γιατρούς από το Οίτυλο, αλλά οι Μανιάτες αρνήθηκαν να τους βοηθήσουν. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)142.
Από τους Γιατρούς-Μεδίκους του Οιτύλου αναφέρονται για πρώτη φορά to 1534 ο Ser Dimitri Giatro da Vitilo και ο Ser Piero Giatro da Vitilo, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Βενετία. Φανής Μαυροειδή, Συμβολή στην ιστορία της Ελληνικής αδελφότητος Βενετίας στον ΙΣΤ΄ αιώνα, Έκδοση του Β΄ μητρώου εγγράφων, 1533-1562, Αθήναι 1976, σ. 226. O Δημήτριος Γιατρός έμεινε στη Βενετία για σπουδές από το 1534 μέχρι το 1538, ενώ ο Πέτρος έμεινε εκεί μέχρι το 1553 και υπήρξαν μέλη της εκεί Ελληνικής αδελφότητας, ό.π., αριθ. καταχ. 313 και 314.
Από την πληροφορία αυτή ανατρέπεται η άποψη ότι οι Γιατροί-Μέδικοι έφυγαν από το Ναύπλιο το 1540 και πήγαν στο Πραστό της Κυνουρίας και μετά εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο. Τους βλέπουμε στο Οίτυλο πριν από την πτώση του Ναυπλίου.
Το 1534 φοίτησε σε σχολείο της Βενετίας ο Νικόλαος Μιχαήλ Γιατρός (ser Nicole de Michali Giatro), o oποίος υπήρξε και μέλος της εκεί Ελληνικής αδελφότητας, ό.π., σ. 220, αριθ. καταχώρησης 280.
Το 1555 αναφέρεται ένας άλλος Πέτρος Νικολάου Μέδικος (Sir Piero de Medicis quondam miser Nicolo da Napoli de Romania) από το Ναύπλιο, ο οποίος πήγε στη Βενετία για να φοιτήσει σε σχολείο. Σε υποσημείωση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πέτρος Μέδικος Ναυπλιώτης «στρατιώτης» γιός του Νικολού. Μετά την Πτώση του Ναυπλίου εγκαταστάθηκε στην Κρήτη με τα αδέλφια του Μαριέττα, Ιωάννη και Ελένη. Εκεί το 1531 (!) του παραχωρήθηκαν κτήματα, που του αφαιρέθηκαν όμως αργότερα (1552-4) από τους αδελφούς Ασάνη και Θεόδωρο Ευδαιμονογιάννη. Ως αποζημίωση ο Πέτρος ζήτησε περιοχή βοσκοτόπων στην περιοχή Λασιθίου ή το δικαίωμα εισπράξεως φόρων από τη Γραμματεία των χανίων. Με την ευκαιρία του ταξιδιού του στη Βενετία για το παραπάνω θέμα, ο Μέδικος γράφτηκε στην αδελφότητα τον Απρίλιο του 1555. Φ.Μαυροειδή-Πλουμίδη, Συμβολή στην ιστορία της Ελληνικής αδελφότητος της Βενετίας στον ΙΣΤ’ αιώνα. Έκδοση Β’ μητρώου εγγράφων 1533-1562, Αθήναι 1976, σ. 114, αριθ. καταχώρησης 1014.
Στις αρχές Μαρτίου 1571 ο «γέρων Γιατρός» υποδέχτηκε στο Οίτυλο τον απεσταλμένο της Βενετίας Φαβιανό Barbo. Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)259. Τον ίδιο χρόνο ο “Νικόλας Υατρός” πήγε στη Βενετία ως ένας από τους τέσσαρις εκπροσώπους της Μάνης, ό.π., σσ. 262 και 265. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)397-8. Τέλος στις 15 Φεβρουαρίου 1585 μαζί με άλλους Μανιάτες υπέγραψε επιστολή στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β’. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129.
Τον Ιανουάριο του 1576 ο Πιέρος Γιατρός από το Οίτυλο (Piero Giastro da Vitulo) και ο Γιατρός Ρουσεας από το Οίτυλο και αυτός (Giastro Russeas da Vitulo) υπέγραψαν αναφορά-έκκληση προς τους Βενετούς για να απελευθερώσουν το Μανιάτη θανατοποινίτη Νικολό Βαρυκέφαλο. Κ.Τσικνάκη, Λακωνικαί Σπουδαί 10(1990)228.
Στις 3 Αυγούστου 1582 οι Μανιάτες απηύθυναν επιστολή στον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο ΙΓ’, την οποία υπέγραψε ο “Νικόλας Διατρός” που πρέπει να ταυτίζεται με τον προαναφερθέντα. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)397-8. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 44.
Ακολούθησε η κίνηση του Καρόλου δούκα του Νεβέρ (1603-1625), όπου πρωτοστάτησε ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος. Στ. Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ.
Οι Μανιάτες είχαν πάντοτε την επιθυμία να μεταναστεύσουν στις Χριστιανικές χώρες της Δύσης, για να απαλλαγούν από τις συνεχείς συγκρούσεις με τους Τούρκους. Η Βενετία με τα νησιά του Ιονίου, οι Ισπανικές κτήσεις της Κάτω Ιταλίας, το δουκάτο της Τοσκάνης ήταν οι κύριοι στόχοι τους. Σε όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις κύριο ρόλο έπαιξαν μέλη της οικογενείας των Γιατρών-Μεδίκων.
Ο Τουρκο-Βενετικός πόλεμος 1645-1669 έφερε τους Μανιάτες στο προσκήνιο. Με τα πλοιάριά τους εμπόδιζαν τη μεταφορά εφοδίων στο μαχόμενο Τουρκικό στρατό της Κρήτης. Όταν το 1659, για λόγους καθαρά αντιπερισπασμού, ο Φραγκίσκος Μοροζίνη αποβιβάστηκε στις Κιτριές, ξεσήκωσε τους Μανιάτες και κατελήφθη η Καλαμάτα. Αξιόλογος ήταν ο ρόλος του Λουκά Μέδικου (βλέπε κατωτέρω).
Οι προσπάθειες για μετανάστευση συνεχίστηκαν με το Δημητράκη Μέδικο. Μεσολάβησε το 1670 η συνθηκολόγηση των Μανιατών με τους Τούρκους και χτίστηκαν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας. Η ζωή στη Μάνη έγινε δύσκολη και ακολούθησαν τα μεταναστευτικά κύματα. Οι Μέδικοι πήγαν στο δουκάτο της Τοσκάνης, αλλά γρήγορα χάθηκαν, ενώ καλλύτερη τύχη είχαν οι Στεφανόπουλοι που πήγαν στη Κορσική.
Από τους Γιατρούς-Μεδίκους που έμειναν στο Οίτυλο διακρίθηκε ακόμη ένα άλλο μέλος. Πρόκειται για τον Πέτρο Γιατρό (αναφέρεται ως Γιατράς), ο οποίος το 1685 ηγούμενος Μανιατών κατέλαβε το κάστρο του Πασαβά στο όνομα των Βενετών. Π.Χιώτη, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3, σ. 292.
Θα πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι οικογένεια ”Medici” υπήρχε στα Χανιά της Κρήτης και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα πριν ή μετά την κατάληψη της νήσου από τους Τούρκους (1669). Ονόματα οικογενειών που υπήρχαν στην Κρήτη και στη Μάνη είναι αρκετά, αλλά δεν γνωρίζουμε αν προέρχονται οι οίκοι αυτοί των Μανιατών από την Κρήτη, όπως Φωκάς, Μελισσηνός, Καλέργης, Αθηναίος, Μέδικος κλπ. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 13 (1910)451 κ.ε. (το αναφερόμενο έγγραφο ίσως είναι πλαστό)
Στη Μάνη υπήρχαν δύο μεγάλες οικογένειες που ανταγωνίζονταν για τα πρωτεία. Οι Στεφανόπουλοι ήταν οι μεγάλοι αντίπαλοι των Γιατρών-Μεδίκων. Από το 1571 η οικογένεια των Γιατρών είναι επιφανέστερη των Στεφανοπούλων.

ΓΙΑΤΡΟΣ από Μηλιά. 75 capitan Jatro da Milea. Σε κατάλογο κατοίκων της καστελανίας της Ζαρνάτας αναφέρεται και ο καπετάν Γιατρός από τη Μηλιά. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά 2(1957)429.
Από παράδοση αναφέρεται ότι η οικογένεια των Γιατρών της Μηλιάς είναι κλάδος της ομώνυμης οικογένειας των Γιατρών του Οιτύλου. Ένας κλάδος αυτών είναι οι Ξανθάκηδες, προερχόμενοι από τον Ξανθό Γιατρό ή Γιατράκο. Βλέπε Γιατρός Ξανθός.

ΓΙΑΤΡΟΙ – ΜΕΔΙΚΟΙ από Μυστρά. Ο Τζώρτζης Γιατρός-Μέδικος ήταν από την Αθήνα και είχε εγκατασταθεί στο Μυστρά και ανήκε στην τρίτη τάξη των κατοίκων ανάλογα με την περιουσία τους. Η Έλια κόρη του Τζώρτζη Μέδικου επονομαζομένου Γιατρού, Αθηναίου τρίτης τάξεως πέθανε το 1694. Κ.Μέρτζιου και Θ.Παπαδοπούλου, Ο Μυστράς εις τα Αρχεία της Βενετίας, Λακωνικαί Σπουδαί 12(1994)225.
Ο Θεοφίλης Γιατρός τον Αύγουστο του 1698 ως εκπρόσωπος της κοινότητας του Μυστρά υπέγραψε έγγραφο με τις υποχρεώσεις που είχε κάθε χωριό της περιοχής για τη συντήρηση του ιππικού των δραγώνων. Γ.Νικολάου, Ειδήσεις περί αγγαρείας εις την Λακωνία, Λακωνικαί Σπουδαί 13(1966)425. (Βλέπε: Βλάσιος και Θεόφιλος Γιατρός)

ΓΙΑΤΡΟΣ γέρων. (Vecchio Medico). Το 1571 ήταν πρόκριτος Οιτύλου και υποδέχτηκε το Φαβιανό Barbo, που επισκέφθηκε τη Μάνη ως εκπρόσωπος της Βενετίας. Αναφέρεται ότι στους απεσταλμένους της Βενετίας έγιναν πολλές περιποιήσεις από τον γέροντα Γιατρό. Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)224 και 259.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ Παπάς. Το 1585 υπέγραψε (ως papas Medico) μαζί με άλλους Μανιάτες επιστολή προς το βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β’. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (τε μετητζας) Παπάς. Πήγε στη Φλωρεντία της Τοσκάνης μαζί με άλλους Μανιάτες και στις 6 Οκτωβρίου 1663 υπέγραψε συμφωνία με το Φερδινάνδο Β’ Μέδικο, δούκα της Τοσκάνης για τη μετανάστευση 300 οικογενειών από τη Μάνη. Σπ. Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)405. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 122.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (μετιτζη) ΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ. Πήγε στη Φλωρεντία της Τοσκάνης μαζί με άλλους Μανιάτες και στις 6 Οκτωβρίου 1663 υπέγραψε συμφωνία με το Φερδινάνδο Β’ Μέδικο, δούκα της Τοσκάνης για τη μετανάστευση 300 οικογενειών από τη Μάνη. Σπ. Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)405. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 122.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (μετητζης) ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Το 1670 έλαβε μέρος σε αντιπροσωπεία Μανιατών, η οποία επισκέφθηκε στη Φλωρεντία τον Κοσμά Γ’ Μέδικο, δούκα της Τοσκάνης και υπέγραψε αίτηση για τη μετανάστευση Μανιατών στις κτήσεις του. Ματαιώθηκε όμως η συμφωνία αυτή, γιατί μεσολάβησε η συνθηκολόγηση των Μανιατών, οι οποίοι δέχτηκαν να κτισθούν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας στον τόπο τους και να πληρώνουν το χαράτσι. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)429-431. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 123. Να σημειωθεί ότι στις σελίδες 429 και 430 αναγράφεται ως Αναστάσιος, αλλά η υπογραφή είναι Αθανάσιος.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Στα τέλη του 1675 έφυγαν από τη Μάνη οι Στεφανόπουλοι με τους συγγενείς και φίλους τους και τον Ιανουάριο του 1676 έφθασαν στη Γένοβα, από την οποία οδηγήθηκαν στη Κορσική. Μαζί τους ήταν ο Θανάσης Μέδικος. Π.Καλονάρου, Μεγ. Ελλάς, σσ. 130 και 132. Από τα βιβλία γεννήσεων, βαπτίσεων, γάμων και θανάτων των Μανιατών της Κορσικής, που έχει δημοσιεύσει ο Δικαίος Βαγιακάκος, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τους Μεδίκους της Κορσικής, αν και πήγαν εκεί Μέδικοι από αυτούς που είχαν αιχμαλωτισθει από τους Αλγερίνους πειρατές (Αντώνιος και Ιωάννης).

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ. Αναφέρεται ως ανιψιός του Δημητράκη Γιατρού-Μέδικου, μαζί με τον οποίο το 1670 πήγε στη Φλωρεντία και το 1671 στην Ισπανία για να τακτοποιηθεί το θέμα της μετανάστευσης Μανιατών στο δουκάτο της Τοσκάνης. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)429-430, ενώ αναφέρεται ως Αναστάσιος υπογράφει ως Αθανάσιος και M.Stephanopoli-Comnen, Histoire de Grecs-Maniotes en Corse, σ. 3.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ του Μαρίνου. Το 1680, μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη, υπηρετούσαν στα στρατεύματα του Καρόλου Β’ στη Νεάπολη της Ιταλίας. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δάσκαλος. Αναφέρεται το 1693 στην Κορσική, όπου πήγε όταν ελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία Αλγερίνων πειρατών. M.Stephanopoli-Comnene, Histoire de Grecs-Maniotes en Corse, σ. 204.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ του ποτέ Μιχαήλ. Ήταν γεννημένος το 1656 και είχε μεταναστεύσει στην Ιταλία. Το 1690 ζούσε στη Σοάνα με τη γυναίκα του Αντωνία (γεννημένη το 1660) και τους δύο γιούς του, το Νικόλα (1682) και το Γιάννη-Μαρία (1687). Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)124 και Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)243, 245.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (Τε μετητζας) ΒΑΣΙΛΗΣ. Πήγε μαζί με άλλους Μανιάτες στη Φλωρεντία της Τοσκάνης και στις 6 Οκτωβρίου 1663 υπέγραψε τη συμφωνία με το Φερδινάνδο Β’ Μέδικο, δούκα της Τοσκάνης, για τη μετανάστευση στην περιοχή του δουκάτου 300 οικογενειών από τη Μάνη. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)405. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 122.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ. Αναγράφεται το όνομά του και η καταγωγή του από το Μυστρά σε ιερό μανδύλιο του 1701, που δωρήθηκε στη μονή της Τίμιοβας. Γιάννη Ταβουλαρέα, Ιερόν Εκκλησιαστικόν Μανδύλιον του έτους 1701, Μ.Φερέτου, Μεσσηνιακά, 1(1968)112-3. Η υπ’ αριθ. 46 καταχώρηση στον ανέκδοτο κώδικα της μονής της Τίμιοβας από 12 Ιουνίου 1717 αναφέρεται η ανωτέρω αφιέρωση. Γ.Αναπλιώτη, Κώδικας ιεράς μονής Ντιμιόβης (δακτυλογραφημένος), ΓΑΚ/αρχεία ν. Μεσσηνίας, σ. 46.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ ή ΔΙΑΚΟΥΜΗΣ. Αρραβώνιασε τη θυγατέρα του με το Λιμπεράκη Γερακάρη, αλλά την έκλεψε ο Μιχάλης Λεμηθάκης. Έγιναν μερικά φονικά και από τα δύο τα μέρη, γιατί ήταν γείτονες και δεν μπορούσαν να φυλαχθούν οι μεν από τους δε. Γ.Γ.Παπαδοπούλου, Χρονογραφία περί της καταγωγής των εν Μάνη Σταφανοπούλων, σ. 18.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ. Το 1704 κατοικούσε στα Βαρούσια και είχε ετήσια παραγωγή λαδιού 3 1/2 βαρέλες (168 οκέδες). Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 133.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του θεοδωράκη. Είχε μεταναστεύσει στη Σοάνα της Ιταλίας και το 1694 υπέβαλε αναφορά στην Προπαγάνδα για να τον προστατεύσει από τις επικίνδυνες επιθέσεις του μισσιοναρίου Ιωακείμ Dragoni. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)123.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (Ζuanne) του ποτέ Μιχαήλ. Γεννήθηκε το 1660 και ζούσε το 1690 στη Σοάνα της Ιταλίας με τη μητέρα του Μαρία (γεννημένη το 1630), τη γυναίκα του Μέναγα (γενημένη το 1672) και τα παιδιά τους Μαρία και Μιχάλη. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)124 και Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)243-5.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ – ΜΑΝΕΤΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (Ζuanne). Το Πάσχα του 1690 ήταν στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας, όπου εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)125. Από το παρωνύμιο του Γιάννη Μέδικου-Μανέτα μπορεί να υποτεθεί ότι ο πειρατής Μανέτας, που ήταν στο Οίτυλο, ανήκε στην οικογένεια των Γιατρών-Μεδίκων.

ΓΙΑΤΡΟΣ Παπα-ΓΙΩΡΓΗΣ. Αναφέρεται από το Οίτυλο τον Ιούλιο του 1612. Κρατήθηκε ως όμηρος από το Βενετό στόλαρχο Αντώνιο Τσιβράν, που είχε πλεύσει στο λιμάνι του Οιτύλου για να ανεφοδιαστεί. Οι Βενετοί προκειμένου να πάρουν νερό, μετέφεραν βαρέλια στη βρύση της Φαβατούς και μερικά από αυτά τα έκλεψαν κάτοικοι της περιοχής. Ακολούθησαν συμπλοκές μεταξύ των Μανιατών και των Βενετών με νεκρούς και από τα δύο μέρη. Επιτροπή Μανιατών επισκέφθηκε το στόλο και ορισμένοι κρατήθηκαν όμηροι μέχρι να επιστραφούν τα βαρέλια. Μεταξύ των ομήρων ήταν και ο Παπα-Γιώργης Γιατρός. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)97.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Το 1697 ήταν συνοδός του Λιμπεράκη Γερακάρη. Σ.Κουγέα, Πελοπονησιακά, τ. 6, σ. 36.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ. Είχε αδελφό Νικόλαο, γιό το Στέφανο και ανιψιό τον Αναστάσιο. Μ.Stephanopoli-Comnene, Histoire de Grecs-Maniotes en Corse, σ. 3, Πρόκειται για σημαντική προσωπικότητα των Μεδίκων-Γιατρών του Οιτύλου. Το 1663 μαζί με τον αδελφό του Νικόλαο επισκέφθηκε το δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο Β’ Μέδικο και συζήτησαν τη μετανάστευση Μανιατών στην Τοσκάνη. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)401 κ.ε. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 122. Τελικά στις 6 Οκτωβρίου 1663 οι εκπρόσωποι των Μανιατών που είχαν μεταβεί στη Φλωρεντία υπέγραψαν συμφωνία με το δούκα. Το 1670 επανήλθε πάλι στο θέμα της μετανάστευσης των Μανιατών, αλλά αυτή τη φορά ματαιώθηκε, γιατί μεσολάβησε συμφωνία των Μανιατών με τους Τούρκους να πληρώσουν το χαράτσι και να δεχθούν να κτισθούν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας από τους Τούρκους. Σπ.Λάμπρου, ό.π., σ. 429-431. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 123.
Ο Δημήτριος Μέδικος υπέβαλε υπόμνημα στο βασιλιά της Ισπανίας για τη μετανάστευση Μανιατών, που μελετήθηκε από το συμβούλιο του κράτους στις 9 Φεβρουαρίου 1672 και τον χαρακτήριζε “Diputato de la provincia de Esparta, Brazo de Manya” (Aντιπρόσωπο της επαρχίας Σπάρτης, του Βραχίονα της Μάνης). Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)137 και 156.
Το όνομα του Δημητρίου Μέδικου αναφέρεται σε έγγραφα της Ελληνικής αδελφότητας της Νεάπολης της Ιταλίας, αλλά δεν είναι γνωστό αν πρόκειται πάντοτε για το ίδιο πρόσωπο. Σε πράξη της 5 Ιουνίου 1678 υπάρχουν οι υπογραγές του Δημητρίου και του Παναγιώτη Μέδικου και σε άλλη της 19 Φεβρουαρίου 1688 υπογράφουν ο Δημήτριος Μέδικος και ο Παναγιώτης Μαρίνου Μέδικος. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129 κ.ε.
Τελευταία αναφορά στο όνομα του Δημητρίου Μέδικου γίνεται το 1689, οπού μαζί με το γιό του Στέφανο συγκέντρωσαν χρήματα για την απελευθέρωση του αιχμαλωτισθέντος επισκόπου Ιωσαφάτ Μέδικου, που ήταν συγγενής τους. Ι.Χασιώτης, Ελληνικά 22(1969)138-9.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ του ποτέ Νικόλα. Ήταν από τον Πύργο (προφανώς του Λεύκτρου της Μάνης) και στις 26 Μαϊου 1674 έφθασε στο Κερί της Ζακύνθου μαζί με άλλους Μανιάτες από την παραλία της Τραχήλας με το πλοιάριο του Θεόφιλου Γιατρού. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)171.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΡΑΖΕΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ. Αναφέρεται το 1665 να κατοικεί στο Οίτυλο. Α.Πετρίδη, Πανδώρα 20(1870)433.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ο Ser Dimitri Giatro και ο Piero Giatro da Vitulo το 1534 εγκαταστάθηκαν στη Βενετία. Επομένως η παρουσία των Γιατρών Μεδίκων στο Οίτυλο χρονολογείται από το 1534, δηλαδή πριν από την πτώση του Ναυπλίου το 1540. Φανής Μαυροειδή, Συμβολή στην Ιστορία της Ελληνικής αδελφότητος Βενετίας στον ΙΣΤ’ αιώνα, Έκδοση του Β’ μητρώου εγγράφων 1533-1562, Αθήναι 1976, σ. 226.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ του Θωμά. Αιχμαλωτίστηκε από πειρατές μαζί με τον πατέρα του και την αδελφή του Μαρούλα. Το 1677 ο αδελφός του Νικόλαος, που είχε μεταναστεύσει στην Ιταλία, προσπαθούσε να βρει τρόπο για να πετύχει την απελευθέρωσή τους. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)453.

ΓΙΑΤΡΟΣ Παπα-ΗΛΙΑΣ. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1647 ο Προβλεπτής της Ζακύνθου υπέβαλε στο Δόγη περίληψη μαρτυρικής κατάθεσης του Παπά-Ηλία Γιατρού από τη Μάνη, που εκείνες τις ημέρες είχε φθάσει στη Ζάκυνθο. Μεταξύ των άλλων ανέφερε: «…έρχομαι από την Βενετικήν αρμάταν, διαφυγών προ εννέα ημερών από τας γαλέρας των Μπαρμπαρέσων, που ευρίσκονται εις το Ναύπλιον…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)144.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΗΛΙΑΣ (Λυας Μέδυτζυς). Το 1618 υπογράφει έγγραφο προς τον Κάρολο δούκα του Νεβέρ και συνιστά τον Πέτρο Γιατρό-Μέδικο ως εκρόσωπο των Μανιατών. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 69. Ο Κ.Σάθας, Τουρκοκαρτουμένη Ελλάς, σ. 207 τον γράφει «Λουής Μέδιτζης» και αναφέρεται και με αυτό το όνομα. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 69.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (μεττιτζης) ΘΕΟΔΩΡΟΣ. Πήγε στη Φλωρεντία της Τοσκάνης μαζί με άλλους Μανιάτες και στις 6 Οκτωβρίου 1663 υπέγραψε τη συμφωνία με το Φερδινάνδο Β’ Μέδικο δούκα της Τοσκάνης για τη μετανάστευση 300 οικογενειών από τη Μάνη. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)405. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 122.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ του ποτέ Ηλία. Είχε γεννηθεί το 1628, μετανάστευσε στην Ιταλία και το 1690 ζούσε στη Σοάνα με τη γυναίκα του Βιολέττα (γεννημένη το 1644). Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979) 124, 127, 148 και Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)243, 246.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΘΕΟΦΙΛΗΣ ή ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Ήταν κάτοικος του Μυστρά. Στις 15 Φεβρουαρίου 1698 ο Γενικός Προβλεπτής της Πελοποννήσου Fr. Grimano έδωσε εντολή να συνταχθεί κατάλογος των υποχρέων σε αγγαρείες, ο οποίος τον Αύγουστο υπογράφεται από το Σύντιχο Σαράντο Λεόπουλο και τρεις άλλους, μεταξύ των οποίων και ο «Θεωφήλης Γηατρός». Γ.Νικολάου, Λακωνικαί Σπουδαί, τ. 13, σ. 425.
Ο Θεόφιλος Γιατρός κατοικούσε στο Μυστρά και αναφέρεται το 1694 ότι είχε σημαντική θέση στην κοινωνία του τόπου του. Κ.Μέρτζιου και Θ.Παπαδοπούλου, Ο Μυστράς εις τα Αρχεία της Βενετίας, Λακωνικαί Σπουδαί 12(1994)169. Στις 24 Φεβρουαρίου 1699 έλαβε μέρος στον πληστηριασμό του δασμού Αλιείας στο Μυστρά, ό.π., σ. 231 και 256. Το επόμενο έτος συνυπέγραψε αναφορά που δήλωνε ότι είχε παθητικό, ό.π., σ. 299. Το 1699 θα έδιδε στο δημόσιο 130 ρεάλια ως επινοικιαστής, ό.π., σ. 312. Ο Θεόφιλος Γιατρός με το Σαράντο Λεόπουλο και τον Καλφάκη είχαν βεβαιώσει τον Προβλεπτή, ότι οι κάτοικοι των Πισινών Χωριών θα πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους, αλλά αυτοί ήταν πάντα δύστροποι για να είναι συνεπείς και να υπακούουν, ό.π., σ. 320.
Σε κατάσταση κατοίκων της Αθήνας, που εγκαταστάθηκαν στο Μυστρά και το 1684 τους παραχωρήθηκαν κτήματα, αναφέρονται τα «παιδιά του Γιώργο Γιατρού» που ανήκαν στην τρίτη κοινωνική τάξη και έλαβαν αμπέλια 15 zappade και 200 δέντρα ελιές, ό.π., σ. 180. Μήπως ο καραβοκύρης Θεόφιλος Γιατρός του Γεωργίου του 1674 ταυτίζεται με το Θεόφιλο Γιατρό του Μυστρά, αφού εκεί εγκαταστάθηκαν τα παιδιά του Γεωργίου Γιατρού από την Αθήνα; Στους επινοικιαστές κτημάτων της περιοχής του Μυστρά των ετών 1693-1700 αναφέρεται και ο Μανούσος Γιατρός, ό.π., σ. 308, που ίσως να ήταν και αυτός γιός του Γεωργίου.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ του ποτέ Γεωργίου. Αναφέρεται ότι στις 26 Μαϊου 1674 ζούσε στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) και ήταν καραβοκύρης ενός πλοιαρίου το οποίο χαρακτηρίζεται ως «Μανιάτικο», μετέφερε δε πρόσφυγες από την Έξω Μάνη, τους οποίους παρέλαβε από την Τραχήλα. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)171.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (μεττητζης) ΘΩΜΑΣ. Το 1670 πήγε στη Φλωρεντία μαζί με άλλους Μανιάτες και υπέβαλαν αίτηση στον Κοσμά Γ’ Μέδικο δούκα της Τοσκάνης για να μεταναστεύσουν Μανιάτες στις κτήσεις του. Μεσολάβησε όμως η συνθηκολόγηση των Μανιατών με τους Τούρκους κατά την οποία θα πλήρωναν το χαράτσι και οι Τούρκοι θα έχτιζαν κάστρα στην Κελεφά και τη Ζαρνάτα. Με τη συμφωνία αυτή ναυάγησε προσωρινά το σχέδιο για μετανάστευση. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)429-431. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 123

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΜΕΔΙΚΟΣ ΘΩΜΑΣ. Αιχμαλωτίστηκε από πειρατές μαζί με το γιό του Εμμανουήλ και την κόρη του Μαρούλα. Το 1677 ο γιός του Νικόλαος, που είχε μεταναστεύσει στην Ιταλία, προσπαθούσε δια μέσου των θρησκευτικών αρχών της Σοάνα της Τοσκάνης να συγκεντρώσει χρήματα για να τους απελευθερώσει. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)354.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ. Καταγόταν από τη Μάνη, υπήρξε μαθητής «των εν Ρώμη παιδευτικών καθιδρυμάτων» και ασκούσε στη Ρώμη το επάγγελμα του Ιατρού. Ήταν ακόμη γνώστης της φιλοσοφίας και της θεολογίας και το 1620 ο μοναχός από την Κρήτη Αγάπιος Λάνδος του αφιέρωσε το έργο του «Γεωπονικόν». Θεωρείται πιθανό ότι αυτός συνέστησε στους συμπατριώτες του το 1664 να απευθυνθούν στον Πάπα της Ρώμης και να ζητήσουν βοήθεια για τη μετανάστευσή τους. Κ.Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 313. Α. Μουστοξύδη, Ελληνομνήμων, σ. 267, Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 126 και Γ.Γιαννακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης, σ. 68.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΙΩΣΑΦΑΤ Επίσκοπος. Το 1672, όταν γινόντουσαν οι συνεννοήσεις του Δημητράκη Μέδικου με τον αντιβασιλέα της Νεάπολης για τη μετανάστευση Μανιατών, ξεκίνησε από τη Μάνη για τη Νεάπολη της Ιταλίας μια τριακονταμελής αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο Ιωσαφάτ Μέδικο. Μεταξύ Κορώνης και Μεθώνης το πλοιάριό τους δέχθηκε επίθεση τουρκικών πλοίων με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστεί ο επίσκοπος Ιωσαφάτ με τρεις ακόμη προκρίτους της Μάνης και να οδηγηθεί στη Θεσσαλονίκη. Το 1689 ο Δημητρίος και ο Στέφανος Μέδικος συγκέντρωναν χρήματα για να εξαγοράσουν και να ελευθερώσουν το συγγενή τους επίσκοπο Ιωσαφάτ. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)137-9.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Δάσκαλος. Αναφέρεται το 1680 και το 1693 στην Κορσική, που πήγε μετά την απελευθέρωσή του από την αιχμαλωσία των Αλγερίνων πειρατών. Όταν πήγε στην Κορσική ανέφερε ότι 100 οικογένειες της Μάνης αιχμαλωτίστηκαν κοντά στην Κορσική από Αλγερίνους πειρατές. Αυτός απελευθερώθηκε αφού κατεβλήθησαν 500 πιάστρα. Οι αρχές του έδωσαν στην Κορσική σπίτι και κτήματα, αλλά επειδή δεν ήταν αγρότης στα κτήματά του εργαζόντουσαν άλλοι και αυτός διόρθωνε όπλα, κλειδαριές κ.α. Μ.Stephanopoli-Comnene, Histoire des Grecs-Maniotes en Corse, σσ. 66 και 204.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΚΑΜΑΡΙΝΟΣ ή ΚΑΝΕΡΙΝΗΣ του ποτέ Μιχαήλ. Φαίνεται ότι το 1776 είχε μεταναστεύσει στη Bibbona και το 1690 ζούσε στη Σοάνα ο Camerino ή Canerino Medici (γεννημένος το 1663) με τη γυναίκα του Καλιδονία (γεννημένη το 1666) και την κόρη τους Κατερίνα (γεννημένη το 1687). Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρεται ως Catterino ή η σύζυγός του ως Calidonia de Catterin Medici. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)124, 125 και Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245-6.

ΓΙΑΤΡΟΣ Καπετάνιος της Μηλιάς. Capitan Jatro da Milea (75). Αναφέρεται το 1690 από την περιοχή (καστελανία) της Ζαρνάτας. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 429.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ. Carajianni Jatro (46). Αναφέρεται το 1690 από την περιοχή (καστελανία) της Κελεφάς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 428.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ (μετητζη) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. Το 1670 έλαβε μέρος στην αντιπροσωπεία των Μανιατών που επισκέφθηκαν τη Φλωρεντία και ζήτησαν από τον Κοσμά Γ’ Μέδικο δούκα της Τοσκάνης να μεταναστεύσουν στις κτήσεις του. Η προσπάθεια αυτή ματαιώθηκε γιατί μεσολάβησε η συνθηκολόγηση των Μανιατών, οι οποίοι δέχτηκαν να πληρώσουν το χαράτσι και να κτισθούν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)429-431. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 123.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΛΟΥΗΣ. Το 1618 υπέγραψε επιστολή προς τον Κάρολο δούκα του Νεβέρ, με την οποία ορίζετο ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος ως εκπρόσωπος των Μανιατών. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 206. Άλλοι διαβάζουν το όνομα ως Λύος και υποθέτουν ότι πρόκειται περί Ηλία.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΛΟΥΚΑΣ. Το 1618 υπέγραψε επιστολή προς τον Κάρολο δούκα του Νεβέρ, με την οποία ορίζετο ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος ως εκπρόσωπος των Μανιατών. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 206. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 69.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΛΟΥΚΑΣ. Εξέχουσα προσωπικότητα της Μάνης που διακρίθηκε και στα πεδία των μαχών στην περίοδο του Τουρκο-Βενετικού πολέμου (1645-1669). Σε αναφορά της 1 Σεπτεμβρίου 1645 του Προβλεπτή Ζακύνθου προς το Δόγη αναφέρεται: «…θέλει ο Λουκάς (Μέδικος) να παρουσιαστεί εις τον εξοχώτατον Στρατηγόν και να του προτείνει ότι αυτός και οι οπαδοί του, άμα λάβουν από τον Στρατηγόν 5-6 γαλέρας υπό την κατοχήν και διοίκησίν των, είναι εις θέσιν να πάρουν όλον τον Μορέαν…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)141. Σε αναφορά από Κιτριές της 15 Μαρτίου 1659 του πολεμικού συμβουλίου του Βενετικού στόλου, που ήταν υπό την ηγεσία του Φραγκίσκου Μοροζίνη, αναφέρονται τα κατωτέρω σχετικά με την κατάληψη της Καλαμάτας: «…του κ. (Λουκά) Μέδικου η προσφορά προκαλεί την δημοσίαν ευγνωμοσύνην και για τις άλλες υπηρεσίες του ο ίδιος είναι άξιος αμοιβής…». Αθ.Καραθανάση, Πελοποννησιακά, τ. 8, σ. 259. Σε άλλο έγγραφο του Μοροζίνη από 17 Μαρτίου 1659 αναφέρεται: «…και χάρις εις την αποτελεσματικήν δράσιν του κ. Λουκά Medici, όστις υπήρξεν ένας από τους κυριότερους πρωτουργούς της παρούσης εξέγερσης (των Μανιατών)… αξίζει όμως να γίνη εύφημος μνεία και δια τον Medici, ο οποίος πρόσφερεν μεγάλην υπηρεσίαν, όχι μόνον κατά την διάρκειαν των διαπραγματεύσεων, αλλά και κατά τας γενομένας μάχας. Έγινε τοιουτοτρόπως άξιος μιάς αμοιβής και τω εχορήγησα, συμφωνούντως και του ναυτικού συμβουλίου, μίαν μηνιαίαν αποζημίωσιν εκ 50 δουκάτων, τα οποία θα λαμβάνη από τα χαράτσια, που εισφέρει κατ’ έτος η νήσος Μήλος…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)151.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΜΙΧΕΛΗΣ. Στις 6 Μαρτίου 1640 αναφέρεται ως ιταλομαθής, ευκατάστατος και άτομο κύρους και επιβολής μεταξύ των Μανιατών. Ηγείτο της κινήσεως για τη μετανάστευση συμπατριωτών του στο Οτράντο της Νοτίου Ιταλίας, που ήταν τότε Ισπανική κτήση. Για το σκοπό αυτό είχε επαφές με το Γεώργιο Εφέσιο. Ακόμη, από μεταγενέστερη αναφορά πληροφορούμεθα είχε αδελφό ονομαζόμενο Νικόλαο και μαζί με άλλους 20 προκρίτους της Μάνης πήγε στο Οτράντο. Αργότερα επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο και στις 8 Ιουλίου 1646 διαβιβάστηκε αναφορά του σχετική με ναυμαχία μεταξύ δύο πλοίων της Μάλτας και επτά Μπερμπαρέζικων πειρατικών. Τέλος ανέφερε ότι Μανιάτικα πλεούμενα συνέλαβαν ένα τουρκικό πλοιάριο που ερχόταν από τα Χανιά. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)126-7, 129, 142-3, ακόμη Κ.Μέρτζιου, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 434. Το 1655 υπέγραψε συμφωνία ως γενικός πληρεξούσιος (Procurador General) των Μανιατών για τη μετανάστευση των συμπατριωτών του σε Ισπανικές κτήσεις της Κάτω Ιταλίας. Το 1658 κάνει νέα έκκληση από το Οίτυλο στον Ισπανό πρόξενο της Ζακύνθου Καίσαρα Λατίνο για τη μετανάστευση Μανιατών. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)119, 128 και 132.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΜΙΧΕΛΗΣ. Το 1765 αναφέρεται στην κτητορική επιγραφή του μοναστηριού του Δεκούλου στο Οίτυλο. R.Traquair, Ann. Brit. Sch. of Athens, τ. 15, σ. 200.

ΓΙΑΤΡΟΣ (Υατρός ή Διατρός) – ΜΕΔΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ. Το όνομά του αναφέρεται για πρώτη φορά στις 8 Μαρτίου 1571, όταν οι Μανιάτες όρισαν το «Νικόλα Υατρό» ως «αμπασαδόρο και επίτροπο», δηλαδή αντιπρόσωπό τους και τότε μαζί με άλλους συμπατριώτες του μετέβησαν στη Βενετία για συνομιλίες. Επίσης στις 14 Μαϊου 1571 η γερουσία της Βενετίας ενέκρινε αίτημα, το οποίο είχε υπογράψει και ο Νικόλαος Μέδικος-Γιατρός, ότι σε περίπτωση απελευθέρωσης του τόπου, όλοι οι Μανιάτες θα είναι απαλλαγμένοι από φόρους. Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)262 και 265. Μετά δέκα περίπου χρόνια, στις 3 Αυγούστου 1582, υπέγραψε επιστολή προς τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο ΙΓ’ ως «νηκολας ιατρος». Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)397-8-9. Στις 15 Φεβρουαρίου 1585 υπέγραψε ως Νicola Medico επιστολή προς το βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β’. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Στις 6 Μαρτίου 1640 αναφέρεται ως αδελφός του Μιχελή Μέδικου και μαζί του πήγε στο Οτράντο της Νοτίου Ιταλίας, που ήταν Ισπανική κτήση, για να συμφωνηθούν οι όροι της μετανάστευσης Μανιατών. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)129.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Το 1663 μαζί με τον αδελφό του Δημητράκη συνάντησαν το δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο Β’ Μέδικο και συζήτησαν για τη μετανάστευση των Μανιατών. Στις 6 Οκτωβρίου του ιδίου έτους υπέγραψαν σύμβαση με το δούκα. Στις 9 Οκτωβρίου υπέγραψαν και άλλη σύμβαση. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)401, 405, 415.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Θωμά. Είχε μεταναστεύσει στη Σοάνα της Ιταλίας και το 1677 προσπαθούσε με τη συνδρομή της καθολικής εκκλησίας να απελευθερώσει τον πατέρα του Θωμά, τον αδελφό του Εμμανουήλ και την αδελφή του Μαρούλα, που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Αλγερίνους πειρατές. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)452-3. Το 1690 στη Σοάνα ζούσε ο Νικόλαος Μέδικος του ποτέ Θωμά, που θα πρέπει να είναι ο ίδιος με τον προηγούμενο. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)124.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Θωμά. Πιθανώς ταυτίζεται με το προηγούμενο πρόσωπο. Το 1690 ζούσε στη Σοάνα της Ιταλίας, ήταν γεννημένος το 1640, τη γυναίκα του την έλεγαν Λάουρα και το γιό του Θωμά. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1979)244. Το 1693 ένας Νικόλαος Γιατρός μαζί με άλλους Μανιάτες μετανάστες υπέβαλε αναφορά στην Προπαγάνδα και μπορεί να είναι το ίδο πρόσωπο που το 1677 βεβαίωσε την ταυτότητα του Μάρκου Μπέλεση. Ζ.Τσιρπανλή, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)127.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Nicola Jatro (63). Το 1690 αναφέρεται ως κάτοικος της περιοχής (καστελανίας) Κελεφάς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 428.

ΓΙΑΤΡΟΣ ή ΞΑΝΘΑΚΗΣ ΞΑΝΘΟΣ. Ήταν από τη Μηλιά είχε τον τίτλο του Καπετάνιου και στις 28 Απριλίου 1723 ήταν στο μοναστήρι της Τίμιοβας, και μαζί με τον Αντωνάκη Καβαλιεράκη από την Καρυούπολη, υπέγραψε την υπ’ αριθ. 73 καταχώρηση στον κώδικα της μονής την αφιέρωση του μοναχού Διονύσιου Φραγγίνα. Γ.Αναπλιώτη, Σχολια Κώδικα Ντίμιοβας, σ. 16. Στον ανέκδοτο κώδικα που δακτυλογράφησε ο Γιάννης Αναπλιώτης και φυλάσσεται στα ΓΑΚ/αρχεία ν. Μεσσηνίας είναι στη σ. 38. Βλέπε Γιατρός από Μηλέα.
Ο Ξανθός Γιατρός, που είναι συγγενής των Γιατρών-Μεδίκων του Οιτύλου (Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη, σ. 81), το 1715 συνέβαλε στη συνθηκόλόγηση των Μανιατών με τους Τούρκους. Οι Μανιάτες ανέλαβαν να διώξουν τους Βενετούς από τον τόπο τους υπό την προϋπόθεση να μη εισχωρήσει τουρκικός στρατός στη Μάνη. Οι Τούρκοι τον αναγνώρισαν ως καπετάνιο της περιοχής του Ζυγού και της Ανδρούβιστας. Ο Π. Κουτήφαρης αναφέρει ότι ο Ξανθός Ξανθάκης (ή Γιατρός) σκότωσε στο μοναστήρι της Τίμιοβας τον καπετάν Γιαννάκη Κουτήφαρη του Σταυροπηγίου τρία χρόνια μετά από την ανάληψη των καπετανιών από τους Τούρκους. Γ.Αναπλιώτη, Μεσσηνιακά Γράμματα 2(1967)54. Ο Σ.Κουγέας, Πελοποννησιακά 2(1957)460 αναφέρει ότι τον δηλητηρίασε με ένα τσαμπί σταφύλι, το οποίο ήταν από τη μια μεριά φαρμακωμένο και από την άλλη καθαρό. Ο καπετάν-Ξανθός έτρωγε από το καθαρό και πρόσφερε στον καπετάν-Γιαννάκης από το δηλητηριασμένο.
Να σημειωθεί ότι στο δακτυλογραφημένο κώδικα, σ. 16, από 24 Αυγούστου 1714, στην ενθύμηση αριθ. 37 ο καπετάν Ξανθός Γιατράκος μαζί με τη γυναίκα του πώλησαν στη μονή της Τίμιοβας κτήμα που είχαν στα Περιβολάκια της Γιάννιτσας. Για να έχει κτήμα μαζί με τη γυναίκα του θα πρόκειται μάλλον για προικώο, οπότε θα είχε παντρευτεί κόρη από τη Γιάννιτσα. Μπορεί να υποτεθεί ότι ο καπετάν Ξανθός Γιατρός από τη Μηλιά του 1723 ταυτίζεται με τον Καπετάν Ξανθό Γιατράκο του 1714.
Στις 29 Ιουνίου 1724 σε αντίγραφο του παλαιού κώδικα της μονής της Σιδηρόπορτας (Καρβέλι-Αλαγονίας) συναντούμε πάλι το όνομα του καπετάν Ξανθού σε εξοφλητικό έγγραφο. Αντ.Μασουρίδου, Αλαγονιακά, σ. 168. Εδώ είναι καθένας επιφυλακτικός να δεχθεί ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, έστω και αν δεν συναντάται το όνομα του καπετάν Ξανθού στα άλλα έγγαρφα της Αλαγονίας. Είναι πιθανό ο καπετάν Ξανθός Γιατρός της Μηλιάς, αφού σκότωσε τον καπετάν Γιαννάκη Κουτήφαρη του Σταυροπηγίου (Ζαρνάτας), να επεξέτεινε τα όρια της επιρροής του μέχρι το Καρβέλι της Αλαγονίας. Η προσφορά προστασίας στη μονή της Σιδερόπορτας θα συνοδευόταν κατά υπάρχουσα συνήθεια και από αντιπαροχή χρημάτων ή ομολογιών. Σ.Κουγέα, Μεσσηνικά Γράμματα 1(1957)20.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του Μαρίνου. Το 1680 μαζί με τον αδελφό του Αναστάσιο υπηρετούσαν στα στρατεύματα του Καρόλου Β’ στη Νεάπολη της Ιταλίας. Σε πράξη της 19 Φεβρουαρίου 1688, που φυλάσσεται στο αρχείο της Ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης, υπογράφει ο Παναγιώτης Μαρίνου Μέδικος και σε άλλη της 8 Σεπτεμβρίου 1886 υπάρχει η υπογραφή του Παναγιώτη Μέδικου χωρίς να σημειώνεται πατρώνυμο. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)129.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Αποτελεί μια από τις πλέον διακεκριμμένες μορφές της Μάνης της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Η οικογένεια των Γιατρών-Μεδίκων κατοικούσε στο Οίτυλο, αλλά για τον Πέτρο έχουμε την πληροφορία ότι το 1618 έμενε στο Πραστίο Κ.Κόμη, Πληθυσμός και Οικισμοί της Μάνης, σ. 584. Γνωρίζουμε ακόμη ότι είχε γιό, ο οποίος το 1612 βρισκόταν στη Βενετία, προφανώς για λόγους σπουδών. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91. Γαμπρός του Πέτρου Γιατρού-Μέδικου ήταν ο Θεοδωρής Μαλεύρης εξέχουσα προσωπικότητα της Μάνης. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)97 και Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 207.
Ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος έζησε σε χρόνια που η Μάνη είχε μεγάλη στρατηγική αξία και αποτελούσε το μοναδικό Χριστιανικό προγεφύρωμα στην Ανατολή, γι’ αυτό επεδίωκαν καλές σχέσεις μαζί της όλες οι ισχυρές δυνάμεις του δυτικού κόσμου που διέθεταν στόλους, όπως η Βενετία, ο Πάπας της Ρώμης, η Ισπανία με τους αντιβασιλείς της Νεάπολης και της Σικελίας, η Γαλλία με το δούκα του Νεβέρ κλπ. Όταν οι σχέσεις των χωρών αυτών με την Τουρκία ήταν εχθρικές, τότε ήταν πολύτιμα στους Χριστιανικούς στόλους τα λιμάνια της Μάνης, για να βρίσκουν καταφύγιο σε θαλασσοταραχή, να επιδιορθώνουν ζημίες και να ανεφοδιάζονται σε νερό και τρόφιμα.
Όπως ήταν επόμενο, υπήρχε συναγωνισμός μεταξύ των ξένων για να αποκτήσουν φίλους στη Μάνη, αλλά παράλληλα υπήρχε και ανταγωνισμός μεταξύ των Μανιατών για την εύνοια των ξένων. Η Μάνη είχε εκείνα τα χρόνια δύο παρατάξεις στη μία ηγείτο η οικογένεια των Στεφανοπούλων και στην άλλη των Γιατρών-Μεδίκων. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91 και 97.
Το ενδιαφέρον για τη Μάνη φαίνεται από τα ακόλουθα γεγονότα. Το 1571 η Βενετία έστειλε εκπροσώπους στη Μάνη για συνεννοήσεις. Κ.Ντόκου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)212 κ.ε. Το 1582 οι Μανιάτες απευθύνθηκαν στον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, από τον οποίο ζητούσαν να μεσολαβήσει στο Βασιλιά της Ισπανίας. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων, 2(1905)397. Το 1685 οι Μανιάτες απευθύνθηκαν στο Βασιλιά της Ισπανίας. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 15(1969)129. Το 1603 αντιπροσωπεία Μανιατών πήγε στη Ρώμη για να επικοινήσουν με τον Πάπα. Μ.Λάσκαρι, Αφιέρωμα εις την Ήπειρον εις Μνήμην Χ. Σούλη, σ. 251. Ο Πάπας της Ρώμης δημιούργησε τη Sacra Liga για να απελευθερώσει τα εδάφη που κατείχε η Τουρκία. Παράλληλα ο Κάρολος δούκας του Νεβέρ από το 1603-1625 έδινε ελπίδες στους Έλληνες ότι θα απαλλαγούν από τον τουρκικό ζυγό. Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του Καρόλου Δούκα του Νεβέρ.
Όπως θα φανεί κατωτέρω ο Πέτρος Μέδικος προσπαθούσε να έχει καλές σχέσεις με όλους, δηλαδή με τους Ισπανούς, με το δούκα του Νεβέρ Κάρολο και με τους Βενετούς, έστω κι αν αυτοί ανταγωνίζονταν μεταξύ τους.
Πρώτη αναφορά στο όνομα του Πέτρου Γιατρού έχουμε σε μια επιστολή του Θεόδωρου Στεφανόπουλου, από 12 Ιανουαρίου 1612, που απευθύνεται στο Ζακυνθινό κουμπάρο του Αναστάσιο Καραβουσιάνο. Έχει σκοπό να ενημερώσει τον ίδιο για την κατάσταση στη Μάνη, αλλά συγχρόνως για να τη μεταβιβάσει και στους Βενετούς. Τον πληροφορεί ότι ήρθε στη Μάνη και φιλοξενείται στο σπίτι του Πέτρου Γιατρού ο Τζούλιο νταλ Μόντε, ο οποίος θέλει να τον ονομάζουν Θεόδωρο Μπάλμπι. Χαρακτηρίζει τον Πέτρο Γιατρό-Μέδικο «Ιταλό» και αναφέρει ότι έγραψε στους «συγγενείς του», εννοώντας τον Φερδινάνδο Α’ Μέδικο δούκα της Τοσκάνης και τον Ερρίκο Δ’ βασιλιά της Γαλλίας (Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ, σ. 32) που συνεδέοντο δια συγγενείας μεταξύ τους: «…Ο Πέτρος Γιατρός έγραψε στους συγγενείς του να έλθουν εδώ να λάβουν την συγκατάθεση όλων των Μανιατών και να πάρουν ένα φρούριον εις το Πόρτο Κάγιο. Ούτοι επήραν σημείωσιν του πληθυσμού που ευρίσκεται εις την Μάνην και εις τον Ζυγόν και επήγαν εις τα χωριά της Μάνης και του Ζυγού μαζί με τον Γιατρόν, ίνα λάβουν και εκείνων την συγκατάθεσιν. Πλην μερικοί από τους κατοίκους ηρνήθησαν να υπογράψουν, ούτε και προφορικώς εξεδήλωσαν την έγκρισίν των. Και ημείς ακόμη δεν θέλομεν τον Γιατρόν ως αφθέντη μας, διότι επρόδωσε τον Άγιον Μάρκον…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91.
Σε επόμενη επιστολή από 22 Ιουλίου 1612 προς τον ίδιο παραλήπτη ο Θεόδωρος Στεφανόπουλος έγραψε: «…Επί πλέον σαν ειδοποιώ ότι ο στρατηγός από την Κρήτην έστειλε γράμματα τον περασμένον μήνα Μάϊον και έφθασαν εις την Κολοκυθιά εις τα χέρια του κυρ Πέτρου Γιατρού, δια να τα στέλνη δια ξηράς εις τον Προβλεπτήν Ζακύνθου. Σεις μας είχατε γράψει ότι θα έστελνε στα χέρια μας τα γράμματα ο στρατηγός της Κρήτης και ημείς θα τα εστέλναμε με ταχυδρόμον. Τώρα τα έστειλε εις τον Γιατρόν και ας κάμη όπως του αρέσει ο στρατηγός. Και ημείς ήμεθα υπηρέται του πρίγκιπος καλύτερα από αυτόν. Τα γνωρίζει καλά και ο κύριος στρατηγός…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)97.
Στις 24 Απριλίου 1612 ο Αντώνιος Τσιβράν, Βενετός διοικητής στόλου πέντε γαλερών, που έπλευσαν στο Πόρτο Κάγιο και στο Οίτυλο, έγραψε στο Δόγη τα ακόλουθα: «…Ευρήκα και τον Πέτρον Mέδιτσι, άνθρωπον πολύ γνωστόν και καλόν και έχοντα μέγα κύρος…Όλοι οι κάτοικοι της Μάνης από την Παγανέα έως την Καλαμάτα…όλοι είναι καλοί άνδρες, αλλά δεν έχουν κανένα αρχηγόν στρατιωτικόν, ίνα τους κρατεί εις πειθαρχίαν. Τοις έδωκαν υποσχέσεις εκείνος ο Μπαλδοβίνος dal Monte και οι άλλοι που ήλθαν κατά τους περασμένους μήνας, ότι κατά τα μέσα του προσεχούς Μαΐου, θα ήρχετο ισχυρός στόλος από γαλέρας και «μπερτόνια» εις το Πόρτο Κάγιο, όπου θα ανεγερθή φρούριον και ότι πρέπει όλοι οι κάτοικοι να εξεγερθούν και να περιμένουν έτοιμοι την πραγματοποίησιν των δοθεισών υποσχέσεων». Στη συνέχεια αναφέρει στο Δόγη όσα είπε στους Μανιάτες, να τους πείσει ότι δεν πρέπει να ακούουν τις υποσχέσεις των άλλων, αναφερόμενος συνεχώς στο όνομα του Πέτρου Γιατρού-Μέδικου. Πρόσθεσε δε τα ακόλουθα: «…Ο Medici εδήλωσεν ομοίως εις τους εμπίστους μου ότι εγνώριζε ποίος κίνδυνος έγκειται από τους Τούρκους εις κάθε στιγμήν και ότι ο ίδιος είχε σκοπόν να συγκεντρώση τα πράγματά του, να τα εξασφαλίση, και αν το καλέση η ανάγκη θα καταφύγη εις τα Κύθηρα. Έτσι εξεφράσθη ο Medici, ότι, δήθεν, δεν είχεν ο ίδιος καμίαν ανάμιξιν εις την υπόθεσιν των διαπραγματεύσεων και ότι δεν ελπίζει εις επιτυχίαν, αλλά εγώ δεν δύναμαι να βεβαιώσω την Υμετέραν Γαληνότητα ότι είναι αληθείς αι απόψεις του και άδολα τα αισθήματά του, διότι έχω την υπόνοιαν μήπως θέλει, υπό τας εγχρώμους αυτάς εκφράσεις, να κρύψη τα ενδότερα της ψυχής του. Μάλιστα πιστεύω ότι ούτος κοιτάζει να επωφεληθη των περιστάσεων «χρηματιζόμενος και από τα δύο τα μέρη». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)92-95.
Την φθινόπωρο 1612 ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος βρισκόταν κοντά στον Κάρολο δούκα του Νεβέρ για συνομιλίες. Την 1 Οκτωβρίου ο επίσκοπος Μάνης Νεόφυτος του έστειλε επιστολή στην οποία τον αποκαλούσε «τω εντιμοτάτω αυθέντι» και του έγραφε ότι τον περιμένουν στη Μάνη όπως οι Εβραίοι το Μεσσία. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 199 και Στ. Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ, σ. 59 κ.ε. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 51.
Το καλοκαίρι του 1614 ο Αρσλάν Πασάς εισέβαλε στη Μάνη από την περιοχή του Πασαβά και κατέστρεψε τη Μάνη νοτίως του Οιτύλου. Οι κάτοικοι του Οιτύλου παρουσιάστηκαν στον Πασά, αφοπλίστηκαν και πλήρωσαν το χαράτσι. Ακολούθησε η εισβολή και η καταστροφή του εκστρατευτικού σώματος του Μουσολίν Ραϊζ, του οποίου τη σημαία και το σπαθί πήραν ως λάφυρα οι Μανιάτες. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)107 κ.ε. Δεν είναι γνωστή η στάση του Πέτρου Μέδικου. Μπορεί να έμεινε εκεί ή να είχε φύγει στα Κύθηρα.
Επειδή οι Μανιάτες προέβλεπαν ότι το καλοκαίρι του 1615 θα δεχθούν και νέα επίθεση των Τούρκων, απεφάσισαν να στείλουν στον αντιβασιλιά της Νεαπόλεως πρεσβεία για να ζητήσουν τη βοήθεια των Ισπανών. Στην εξαμελή πρεσβεία την πρώτη θέση είχε ο Πέτρος Μέδικος. Στις 22 Απριλίου 1615 ο Προβλεπτής Κερκύρας έγραψε στο δόγη: «…με μίαν φρεγάταν, αφιχθείσαν χθες εκ Ζακύνθου, ήλθεν εδώ ένας Μανιάτης ονομαζόμενος Πέτρος Γιατρός από το Βοίτυλο, ο οποίος, προσελθών προς συνάντησίν μου, μου είπεν ότι θα περάση εις το Ότραντο και εκείθεν εις Βενετίαν, ίνα ναυλώση έν πλοίον. Καίτοι έμαθα ότι ούτος κατευθύνεται εις Νεάπολιν δια να διαπραγματευθή δημόσια ζητήματα, εν τούτοις όμως, επειδή επέμενεν εις όσα μου είπεν εξ αρχής, δεν ημπόρεσα να μάθω περισσότερα από τον ίδιον και τον απεχαιρέτισα με ευγενείς τρόπους…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνιακί Σπουδαί 1(1972)109.
Ο κόμης de Lemos αντιβασιλιάς της Νεαπόλεως σε έκθεσή του, από 15 Ιουλίου 1615, πληροφόρησε τον Ισπανό βασιλιά ότι πήγαν στη Νεάπολη εκπρόσωποι των Μανιατών (ήταν εκεί από 19 Μαϊου), για τους οποίους αναφέρει τα ακόλουθα: «…έφθασεν ενταύθα ο Pedro de Medicis και άλλοι Μανιάται, αποσταλέντες υπό των κατοίκων της επαρχίας των, δια να επιβεβαιώσουν αυτή την είδησιν και δια να μου εγχειρίσουν την σημαίαν και την σπάθην του βέη, τον οποίον είχον φονεύσει…». Μ.Λάσκαρη, Ελληνικά 15(1957)302.
Στις 28 Αυγούστου 1615 κατέπλευσε ο Ισπανικός στόλος στο Πόρτο Κάγιο και απεβίβασε ενδεκαμελή επιτροπή που είχε επισκεφθεί τον αντιβασιλιά της Νεαπόλεως κόμη de Lemos. Αναφέρεται ότι αρχηγός της αντιπροσωπείας ήταν ο επίσκοπος Καρυουπόλεως. Ίσως μαζί τους ήταν και ο Πατριάρχης Αχρίδας Αθανάσιος, που θα ερχόταν να εγκατασταθεί στη Μάνη. Φυσικά στην αντιπροσωπεία θα συμμετείχε και ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)112.
Κατά την επιστροφή του ο Πέτρος Μέδικος έφερε τις οδηγίες του Δούκα του Νεβέρ, για την ενημέρωση των Μανιατών. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 62.
Το 1617 ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος μαζί με τον Άγγελο, του οποίου δεν γνωρίζουμε το επίθετο, πήγαν στο Παρίσι για συνομιλίες με τον Κάρολο δούκα του Νεβέρ. Ο Κάρολος τότε πήρε και έδωσε στους Μανιάτες έγγραφες υποσχέσεις. Απ. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 55 κ.ε. Τον Ιανουάριο του 1618 ο Πέτρος ως εκπρόσωπος των Μανιατών πήγε στη Ρώμη και συναντήθηκε με τον Philippe de Lange Châteaurenault με τον οποίο το καλοκαίρι του ιδίου έτους περιόδευσαν τη Μάνη και συνέταξαν το γνωστό υπόμνημα με τα χωριά και τους κατοίκους τους. Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ, σ. 118 κ.ε. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 68. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584.
Σε έγγραφο από τον Οκτώβριο του 1619 γίνεται λόγος για προμήθεια της αυλής του βασιλιά της Γαλλίας σε εξημερωμένα γεράκια από τον Πέτρο Γιατρό-Μέδικο. Στις υποχρεώσεις των Μανιατών προς το δούκα του Νεβέρ υπήρχε δέσμευση να τον προμηθεύουν με γεράκια, χωρίς αυτό να αποτελεί ένα είδος φορολογίας, όπως αναφέρει ο Κ.Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 200 και Στ. Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ, σ. 62.
Τον Ιούνιο του 1619 ιδρύθηκε η Milice Chretienne (Χριστιανική Στρατειά) που υποστηριζόταν από τον Πάπα της Ρώμης, τον Κάρολο δούκα του Νεβέρ κ.α. με σκοπό να γίνει σταυροφορία για την απελευθέρωση των Βαλκανικών λαών. Στις 20 Οκτωβρίου του ιδίου έτους ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος μαζί με το Chateaurenault παρασημοφορηθέντες ορκίστηκαν Commandeurs (Διοικητές) του τάγματος του Αγίου Γεωργίου της Χριστιανικής Στρατειάς και ίσως αμοιβόντουσαν για την προσφορά τους. Μεγάλος Μάγιστρος του Τάγματος ορκίστηκε στη Ρώμη με επισημότητα ο δούκας του Νεβέρ Κάρολος. Π.Χιώτη, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3, σ. 161 και Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του Δούκα του Νεβέρ, σσ. 172 και 182.
Τα επόμενα χρόνια φαίνεται ότι η εκστρατεία της Milice Chretienne για την απελευθέρωση των λαών των Βαλκανίων είναι πολύ κοντά, αλλά ορισμένα εμπόδια οδηγούν σε συνεχείς αναβολές. Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ, σ. 179 κ.ε. Η μακρόχρονη προετοιμασία του σχεδίου του Καρόλου είχε κουράσει τους Μανιάτες. Δημιουργήθηκαν πικρίες και παράπονα που ίσως θα δυσκόλευαν την αρμονική συνεργασία. Ο διοικητής ενός στολίσκου που είχε αποπλεύσει από τη Νεάπολη και είχε κάνει ορμητήριό του τη Μεσσήνη της Ιταλίας έγραψε προς τον Κάρολο ότι: «είχε πολύ άσχημη ιδέα για τους Έλληνες που έφερνε μαζί του, και ονομαστικά ανέφερε τον Πέτρο Μέδικο, για τον οποίο έλεγε ότι, όταν ακόμη βρισκόταν στη Νεάπολη, παρίστανε τον άρρωστο και όταν έφθασε στη Μεσσήνη, δήλωσε ότι ούτε αυτός ούτε κανένας από τον τόπο τους δεν θα τους ακολουθούσε αν δεν συμπεριφερόταν όπως τους ταίριαζε». Ό.π., σ. 183.
Ο στόλος της Milice Chretienne δεν είχε καλό τέλος. Aιχμαλωτίστηκε το 1625 από τους Ουγενότους και έσβησαν τα όνειρα των υποδούλων λαών που περίμεναν την απελευθέρωσή τους. Αργότερα εξαγοράστηκε από το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’ και ο Κάρολος δούκας του Νεβέρ εισέπραξε 150.000 λίρες. Στ.Παπαδοπούλου, Η κίνηση του Δουκα του Νεβέρ, σ. 188-9.
Τελευταία αναφορά στο όνομα του Πέτρου Γιατρού-Μέδικου έχουμε σε έγγραφο του Προβλεπτή Ζακύνθου προς το Δόγη από 26 Απριλίου 1629. Αυτός έγραφε ότι ο πρόξενος της Ισπανίας είχε επαφές με ανθρώπους από το Μοριά και τη Μάνη και ότι ελέγετο εις το περιβάλλον του ότι αναμένονται πολλές ειδήσεις για θαλάσσιες επιχειρήσεις. Στο τέλος ο Προβλεπτής πρόσθετε: «…Παρακολουθώ ιδιαιτέρως κάποιον που ονομάζεται Don Pietro de Medici, γεννηθέντα εν Μάνη, ο οποίος απολαύει μεγάλης εκτιμήσεως εις εκείνα τα μέρη. Ούτος διαμένει από μηνών ενταύθα, προφασιζόμενος ότι έχει εμπορικάς διαφοράς και θέλη να εναγάγη εις τα δικαστήρια οφειλέτας του, αλλά μέχρι στιγμής δεν προέβη εις καμμίαν σχετικήν ενέργειαν και είμαι της γνώμης ότι αυτός είναι ο αυτουργός και δημιουργός όλης ταύτης της κινήσεως…». Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)120. Γ.Μαραβελέα, Πραστείο, σ. 67-71.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΠΙΕΡΟΣ. Αναφέρεται ότι το 1534 εγκαταστάθηκαν στη Βενετία ο Ser Dimitri Giatro και o Piero Giatro da Vitulo. Φανής Μαυροειδή, Συμβολή στην Ιστορία της Ελληνικής αδελφότητος της Βενετίας στο ΙΣΤ΄ αιώνα, Έκδοση Β’ μητρώου εγγράφων 1533-1562, Αθήναι 1976, σ. 226. Ίσως ο Πιέρος Γιατρός του 1534 να ταυτίζεται με τον Πιέρο Γιατρό του 1576. Η παρουσία Γιατρών στο Οίτυλο από το 1534 ανατρέπει την άποψη ότι μετά την πτώση του Ναυπλίου (1540) οι Γιατροί έφυγαν από την αλωθείσα πόλη και πήγαν στο Πραστό της Κυνουρίας και μετά εγκατατσάθηκαν στο Οίτυλο. Η παρουσία τους στο Οίτυλο μαρτηρείται πριν από την πτώση του Ναυλπίου.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΠΙΕΡΟΣ. Piero Giastro da Vitulo. Τον Ιανουάριο του 1576 υπέγραψε αναφορά-έκκληση προς τους Βενετούς για την απελευθέρωση του μανιάτη θανατοποινίτη Νικολού Βαρυκέφαλου. Κ.Τσικνάκη, Λακ. Σπ., τ. 10, σ. 228.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΡΟΥΣΕΑΣ. Giastro Russeas da Vitulo. Τον Ιανουάριο του 1576 υπέγραψε αναφορά-έκκληση προς τους Βενετούς για την απελευθέρωση του μανιάτη θανατοποινίτη Νικολού Βαρυκέφαλου. Κ.Τσικνάκη, Λακ. Σπ., τ. 10, σ. 228.

ΓΙΑΤΡΟΣ – ΜΕΔΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ του Δημητράκη. Το 1670 ακολούθησε τον πατέρα του, ως ένας των αντιπρόσωπων των Μανιατών, που πήγαν στη Φλωρεντία, για να πετύχουν την πολυπόθητη μετανάστευση στην περιοχή του δουκάτου της Τοσκάνης. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)429-31. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 123.
Το 1685 όταν οι Βενετοί επενέβησαν στο Μοριά, ο Στέφανος Μέδικος πήγε στη Μαδρίτη και πίεζε την Ισπανική κυβέρνηση να στείλει όπλα και άλλα εφόδια στη Μάνη. Οι Ισπανοί περιορίστηκαν να βοηθήσουν οικονομικά το Στέφανο, γιατί με το ταξίδι του στην Ισπανία και την εκεί παραμονή του ξόδεψε όλα του τα χρήματα. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)136.
Τα ονόματα του Στεφάνου και του Δημητρίου Μέδικου αναφέρονται το 1689 σε διάταγμα του Ισπανού βασιλιά προς τον αντιβασιλιά της Νεάπολης της Κάτω Ιταλίας, αλλά και τους πολιτικούς και θρησκευτικούς αξιωματούχους των βασιλείων της Σικελίας και της Νεάπολης, καθώς και του κράτους του Μιλάνου, να υποστηρίξουν τις προσπάθειές τους στη συγκέντρωση χρημάτων, για την εξαγορά του αιχμαλωτισθέντος από τους Τούρκους συγγενούς τους επισκόπου Ιωσαφάτ Μέδικου, που τον κρατούσαν στη Θεσσαλονίκη. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)138-3.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ – ΜΑΝΕΤΑ ΙΩΑΝΝΑ. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245.
Το όνομα Μανέτας ήταν γνωστό στη Μήλο από όπου καταγόταν ο πειρατής Μανέτας, τον οποίο οι Βενετοί έκαναν συνταγματάρχη και αναφέρεται το 1698 «Colonelo Maneta corsaro». Α.Λεντάκη, Μνημοσύνη, τ. 7, σ. 195.
Ο Άγγλος περιηγητής B. Randolf, σ. 10, αναφέρει ότι στο Οίτυλο ήταν δύο πειρατές ο Μανέτας και ο Γερακάρης. Ίσως κάποιος πειρατής της οικογενείας Μανέτα να παντρεύτηκε στη Μάνη, ή να χρησιμοποιήθηκε το όνομά του ως παρωνύμιο κάποιου Μανιάτη.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΛΑΟΥΡΑ σύζυγος Νικολάου. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)243.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑ του Νικολάου. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)246.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΜΑΡΙΑ του Μιχαήλ. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΜΕΝΑΓΑ του Μιχαήλ. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΠΑΠΑΔΑΚΗ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΜΑΡΟΥΛΑ του Θωμά. Αιχμαλωτίστηκε από πειρατές μαζί με τον πατέρα της και τον αδελφό της Εμμανουήλ. Ένας άλλος αδελφός της, ο Νικόλαος, το 1677 ήταν μετανάστης στην Ιταλία και προσπαθούσε να πετύχει τη βοήθεια της καθολικής εκκλησίας για την απελευθέρωσή της. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)453.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΡΟΥΜΠΙΝΑ του Νικολάου. Κατοικούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245.

ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΕΔΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ του Πέτρου. Ζούσε στη Σοάνα (Sovana) της Ιταλίας και αναφέρεται ότι το Πάσχα του 1690 εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)245.

ΓΙΑΤΡΩΝ – ΜΕΔΙΚΩΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΕΣ. Το 1672 γινόντουσαν συνομιλίες μεταξύ του αντιβασιλέα της Νεάπολης και των Μανιατών, αρχηγός των οποίων ήταν ο Δημητράκης Μέδικος. Εκείνη την εποχή ξεκίνησε ένα πλοίο από τη Μάνη για να μεταφέρει στη Νεάπολη μια τριακονταμελή αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο Ιωσαφάτ Μέδικο. Το πλοίο όταν βρισκόταν μεταξύ Κορώνης και Μεθώνης δέχτηκε επίθεση Τούρκων και αιχμαλωτίστηκαν ο επίσκοπος Ιωσαφάτ μαζί με τρεις ακόμη Μανιάτες προκρίτους. Πολύ αργότερα, το 1689, ο Δημήτριος και ο Στέφανος Μέδικος συγκέντρωναν χρήματα για να εξαγοράσουν και να ελευθερώσουν το συγγενή τους επίσκοπο Ιωσαφάτ. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)137-9.
Περίπου το 1675 αναφέρεται ότι 100 οικογένειες της Μάνης, στην προσπάθειά τους να μεταναστεύσουν, αιχμαλωτίστηκαν από Αλγερίνους πειρατές, όταν βρισκόντουσαν κοντά στην Κορσική. Δύο από τους αιχμαλωτισθέντες, δάσκαλοι το επάγγελμα, ο Ιωάννης και ο Αντώνης Μέδικος μετά την εξαγορά τους πήγαν και εγκαταστάθηκαν στην Κορσική. Μ.Stephanopoli-Comnene, Histoire de Grecs –Maniotes en Corse, σσ. 66, 129 και 204.
Από την κατάθεση, που έγινε στη Γένοβα το 1675, του επισκόπου Μαΐνης Παρθενίου πληροφορούμεθα ότι: “…Πέρυσι 400 άνθρωποι και πλέον, ενώ ήρχοντο στη Γένοβα, επιάστηκαν σκλάβοι από Τούρκους πειρατάς απέναντι από τη Ζάκυνθο…”. Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 135-6. Μια άλλη πληροφορία μαθαίνουμε ότι μετά από δύο χρόνια από τους 400 Μανιάτες που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι, είχαν απομείνει μόνο 170. Οι άλλοι ή πέθαναν ή αλλαξοπίστησαν. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)452-3.
Ο Θωμάς Γιατρός-Παπαδάκης-Μέδικος μαζί με το γιό του Εμμανουήλ και την κόρη του Μαρούλα αιχμαλωτίστηκαν από Αλγερίνους πειρατές. Ένας άλλος γιός του Θωμά, ο Νικόλαος, που έφθασε ως μετανάστης στην Ιταλία, προσπαθούσε, το 1677, να βρεί τρόπο να εξαγοράσει και ελευθερώσει τους συγγενείς του. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)453-4.
Το 1676 έφθασε στη Σοάνα της Ιταλίας ένας τυφλός Μανιάτης, που ήταν σκλάβος στη Μπαρμπαριά. Αργότερα, το 1683, έφθασαν στη Σοάνα ορισμένοι Μανιάτες που ήταν σκλάβοι στο Αλγέρι και το 1886-7 έφθασε νέα ομάδα Μανιατών από τη σκλαβιά. Θ.Παπαδοπούλου, Λακωνικαί Σπουδαί 4(1979)453-4.

ΓΙΑΤΡΩΝ – ΜΕΔΙΚΩΝ ΕΟΡΤΗ.

ΓΙΑΤΡΩΝ – ΜΕΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΙΣ.
Οι Μανιάτες είχαν την τάση να φεύγουν από την πατρίδα τους. Ένας μεγάλος αριθμός Μανιατών έφευγε για να ακολουθήσει το επάγγελμα του στρατιώτη και σε όλους τους μισθοφορικούς στρατούς της Δύσης υπηρέτησαν Μανιάτες. Μερικοί έβρισκαν καταφύγιο ή εργασία στη Ζάκυνθο γι’ αυτό οι Μανιάτες που εγκαταστάθηκαν στα νησιά του Ιονίου ήταν πολλοί. Η φτώχεια, οι εχθροπραξίες μεταξύ των οικογενειών και προ πάντων η καταπίεση από τους Τούρκους τους ανάγκαζε να μεταναστεύουν.
Πρώτη φορά αναφέρεται ομαδική μετανάστευση το 1644 με το πλοίο του Μαχαιρίδη. Στην Κέρκυρα τους κράτησαν υπό άθλιες συνθήκες και πέθαναν για να μην ενθαρρυνθεί το μεταναστευτικό ρεύμα, αφού συνέφερε τη Βενετία να μείνουν για να βρίσκουν τα καράβια τους καταφύγιο και να ανεφοδιάζονται. Κ.Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1975)434.
Εκτός από τα νησιά του Ιονίου η περιοχή των βασιλείων της Σικελίας και ιδίως της Νεαπόλεως, που ήταν Ισπανικές κτήσεις αποτέλεσαν πόλο έλξης Μανιατών μεταναστών.
Ένας άλλος τόπος που προσήλκυσε πολλούς Μανιάτες ήταν το δουκάτο της Τοσκάνης, το οποίο όμως λόγω του κλίματος και των ελωδών πυρετών, εξηφάνισε τους Μεδίκους που εγκαταστάθηκαν εκεί.
Λίγοι από τους Μανιάτες πήγαν το 1675-6 στην Κορσική και εκεί μπορεί κανείς να τους βρει και τους επόμενους αιώνες.
Πολλοί από αυτούς που προσπάθησαν να μεταναστεύσουν έπεσαν θύματα αιχμαλωσίας πειρατών.

ΓΙΩΡΓΙΑΝΟΙ ή ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΙΑΝΟΙ Οικογένεια. Μια από τις τέσσαρες μεγάλες γενιές της Τσίμοβας (οι άλλοι, Τωρναριάνοι, Τσαλαπιάνοι και Πονεντιάνοι). Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 8.

ΓΙΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένειες. Ο Παναγιώτης Γιωργόπουλος το 1704 κατοικούσε στους Άνω Δολούς και η ετήσια παραγωγή του ήταν 33 κροντήρια λάδι. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα σ. 130.
Ο Αλεξανδρής Γιωργόπουλος αναφέρεται από το χωριό Ριγανόχωρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 20, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 207.
Ο Στρατής Γιωργόπουλος αναφέρεται από το χωριό Ριγανόχωρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 20, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 207.
Ο Λέκκας Γιωργόπουλος αναφέρεται το 1760 από το χωριό Δρυαλί στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 42. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 214.

ΓΙΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ή ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του εκατόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427. Οικογένεια Γεωργόπουλου απαντά, εκτός από τη Λάγια και τα Σκυφιάνικα, στις Πιόντες και στην Κουτουμού.
Ο Βασίλης Γιωργόπουλος κατοικούσε στη Λάγια. Στις 13 Μαρτίου 1827 υπέγραψε την εκλογή του Τζανετάκη Γρηγοράκη και του καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη ως πληρεξουσίων της Ανατολικής Σπάρτης (Μάνης). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και την εκλογή του ανωτέρω καπετάν Γιωργάκη ως παραστάτου της Ανατολικής Μάνης. Απ. Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σσ. 267-270. (Βλέπε και Γεωργόπουλος Βασίλειος).
Ο πρώην Έκτακτος Διοικητής Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας Ιωάννης Γενοβέλης στις 20 Ιουλίου 1830 έγραψε στον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου Α. Μεταξά ποίοι από τους εξέχοντες κατοίκους της Μάνης ήταν αφοσιωμένοι στον Κυβερνήτη και μεταξύ αυτών συμπεριέλαβε το Βασίλειο Γεργορόπουλο (σωστή ανάγνωση;) από τη Λάγια. ΓΑΚ, Έκτ. Επίτρ., φάκ. 91.

ΓΙΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Βλέπε Γεωργόπουλος Γιάννης.

ΓΡΗΓΟΡΑΚΑΚΗ ή ΓΡΗΓΟΡΑΚΟΓΓΟΝΑ ή ΛΗΓΟΡΑΚΟΓΓΟΝΑ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Καουριάνων (Κάουρας) της Κοίτας και ήρθαν σαν σώγαμπροι των Κάσσηδων στον Πάλυρο. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’, σ. 70. Μετά από ομηρικές μάχες με τους Μιχαλακιάνους της Λάγιας κατέλαβαν την περιοχή του Ψωμαθά. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 180. Έχτισαν πύργους στο Πόρτο Κάγιο, στον Πάλυρο και στο Ταίναρο (Χάρακες). Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78.
Ο Βασίλειος Θεοδώρου Γρηγορακόγγονας κατ’ αίτηση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στις 25 Φεβρουαρίου 1825 έγινε υποχιλίαρχος. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 138.
Ο Δρακούλης Γληγορακόγγονας από την Κοίτα, γεννημένος το 1797 και ο Νικολός Ληγοραγκόκωνας από την Κοίτα, γεννημένος το 1803, στρατολογήθηκαν το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθούν στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Ιωάννης Γρηγορακόγγονας κατ΄ αίτηση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στις 25 Φεβρουαρίου 1825 έγινε υποχιλίαρχος. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 138.
Στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο ήταν δύο «συντροφίες» των Μιχαλακιάνων (Νικλιάνοι) και των Γρηγορακιάνων, οι οποίες αντιμάχοντο από παλαιά. Για το λόγο αυτό υπήρχε στον Κότρωνα φρουρά που εχρηματοδοτείτο από το Τζανετάκη Γρηγοράκη. Η φρουρά υποστήριζε του Μιχαλακιάνους και έδωσε αφορμές να εκραγούν ταραχές περί τα μέσα Ιουνίου 1829 στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο. Ως πρωταίτιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο οι εξής: Γερακάρης Μπουγιουκλάκης, Κώστας Ορφάνης, Μήτζος Γερακάρης, Ιωάννης Γρηγορακόγγονας, Ηλίας Δεκουλάκος, Μ. Ιατρός και Βρετός Κασίμης. Περί τα τέλη Ιουλίου 1829 άρχισε και άλλος πόλεμος μεταξύ των οίκων του Γερακάρη Μπουγιουκλάκη και του Ιωάννη Γρηγορακόγγονα, για ένα συκόφυτο και μερικά μάρμαρα. Από μεν την πλευρά του Μπουγιουκλάκη σκοτώθηκε ο αδελφός του και ο Καλαμποκάκος, από δε την πλευρά των Μιχαλακιάνων (Μιχαλακιάνοι ήταν οι Μπουγιουκλάκηδες, θα έπρεπε να γράφει Μιχελιάνοι που ήταν αντίπαλοί τους και προφανώς συμμάχησαν με τους Γρηγορακιάνους ή Γρηγορακόγγονες) ο Ηλίας Δεκουλάκος και έξη τραυματίστηκαν. Τελικά συμβιβάστηκαν. Πληροφορίες από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.
Ο Ιωάννης Γληγορακόγγονας αναφέρεται στις 8 Δεκεμβρίου 1829, όταν συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Η οικογένεια Γρηγορακάκη λίγο πριν από το 1829 θέλησε να χτίσει πύργο στη θέση Χάρακες, δυτικά του Ψωμαθιά. Με την υποστήριξη της γενιάς τους, των Κουρικιάνων της Κοίτας, άρχισαν να χτίζουν πύργο. Τότε οι Μιχαλακιάνοι της Λάγιας και της Βάθειας, που κρατούσαν τις Μιανές, προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Νίκησαν οι Γρηγορακάκηδες και έχτισαν τον πύργο ξερολιθιά. Στη συνέχεια έκαναν αγάπη με τους Μιχαλακιάνους και τους άφηναν να περνούν ελεύθερα. Κάποτε, όμως στον πύργο των Γρηγορακάκηδων μπήκαν Μιχαλακιάνοι και τον κατέλαβαν. Αλλά ακολούθησε πόλεμος, που ανέδειξε νικητές τους Γρηγορακάκηδες. Στις 29 Ιουνίου 1829 είδαν τη μάχη ανάμεσα στις δύο οικογένειες τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής, που χαρτογραφούσε τη Μάνη. Αρχηγός των Γρηγορακάκηδων ήταν ο Γιαννάκης που έγινε λοχαγός της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 96.
Ο Πετρόπουλος Π. Πετροπουλάκης μαζί με τον Γεώργιο Κ. Μαυρομιχάλη έγραψαν στις 6 Απριλίου 1831 στο Νικόλαο Πιεράκο για την πορεία των γεγονότων της εποχής και ανέφεραν ότι «…ο Λιγορακάκης και λοιποί πατριώτες ζητούν τα σπίτια τούτα να μπουν στο χέρι τους…». Χ.Κωνσταντινόπουλου, ό.π., σ. 184.

ΓΡΗΓΟΡΑΚΑΚΗΣ. Αναφέρεται το 1727 από το χωριό Κάβαλος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 24. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 208.

ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ Οικογένεια. Ήταν εγκατεστημένη στα Άλικα και πιθανώς να ήταν συγγενείς των Γρηγοράκηδων της Ανατολικής Μάνης, για τους οποίους αναφέρεται ότι ήταν συγγενείς με τους Γρηγοριάνους (Γιαννακομιχελιάνους) των Τσικαλιών. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 127.

ΔΑΒΑΚΗ ή ΝΤΑΒΑΚΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Κεχριάνικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76-7. Αναφέρεται ότι κατάγεται από τον Πολυάραβο, πήγε στο Λιοντάκι και από εκεί εγκατατσάθηκε στα Κεχριάνικα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 109.
Μετά την απελευθέρωση o Δικαίος Δαβάκης πήρε το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 221.

ΔΕΚΟΥΛΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στη Λάγια και ανήκε στην πατριά των Μιχελιάνων.
Στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο ήταν δύο «συντροφίες» των Μιχαλακιάνων (Νικλιάνοι) και των Γρηγορακιάνων, οι οποίες αντιμάχοντο από παλαιά. Για το λόγο αυτό υπήρχε στον Κότρωνα φρουρά που εχρηματοδοτείτο από το Τζανετάκη Γρηγοράκη. Η φρουρά υποστήριζε τους Μιχαλακιάνους και έδωσε αφορμές να εκραγούν ταραχές περί τα μέσα Ιουνίου 1829 στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο. Ως πρωταίτιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο οι εξής: Γερακάρης Μπουγιουκλάκης, Κώστας Ορφάνης, Μήτζος Γερακάρης, Ιωάννης Γρηγορακόγγονας, Ηλίας Δεκουλάκος, Μ. Ιατρός και Βρετός Κασίμης. Περί τα τέλη Ιουλίου 1829 άρχισε και άλλος πόλεμος μεταξύ των οίκων του Γερακάρη Μπουγιουκλάκη και του Ιωάννη Γρηγορακόγγονα, για ένα συκόφυτο και μερικά μάρμαρα. Από μεν την πλευρά του Μπουγιουκλάκη σκοτώθηκε ο αδελφός του και ο Καλαμποκάκος, από δε την πλευρά των Μιχαλακιάνων (Μιχαλακιάνοι ήταν οι Μπουγιουκλάκηδες, θα έπρεπε να γράφει Μιχελιάνοι που ήταν αντίπαλοί τους και προφανώς συμμάχησαν με τους Γρηγορακιάνους ή Γρηγορακόγγονες) ο Ηλίας Δεκουλάκος και έξη τραυματίστηκαν. Τελικά συμβιβάστηκαν. Πληροφορίες από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1829 συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης και εκεί ο Νικολός Δεκουλάκος υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Ο Ν. Δεκουλάκος το 1836 διορίστηκε δήμαρχος στη Λάγια.

ΔΕΚΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στο Οίτυλο και είχε στην ιδιοκτησία της τη μονή της Ζωοδόχου Πηγής Οιτύλου. Δ.Βαγιακάκου, Συμβολή εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Μάνης – Ανέκδοτα σημειώματα περί μοναστηρίων, Θεολογία 27(1965)551.
Ο Γεώργιος Δεκούλος μνημονεύεται το 1765 – δεν ζούσε τότε – στην κτητορική επιγραφή της μονής Δεκούλου, ως πατέρας του Δανιήλ και του Νικηφόρου. Επειδή στη συνέχεια της επιγραφής αναφέρεται το όνομα του Μιχελή Ιατρού, θεωρούμε ότι ο τελευταίος ήταν ο πατέρας του Γεωργίου Δεκούλου. R.Traquair, Ann. Brit. Sch. of Athens, τ. 15, σ. 201.
Ο Δανιήλ Δεκούλος του ποτέ Γεωργίου. Αναφέρεται ως επίσκοπος Μαΐνης και Νίκλου στην ανωτέρω επιγραφή, R.Traquair, ό.π., σ. 201.
Ο Νικηφόρος Δεκούλος του ποτέ Γεωργίου. Ήταν πρωτοσύγκελλος και μαζί με τον αδελφό του Δανιήλ επίσκοπο Μαϊνης το 1764 ή 5 ήταν από τους ιδρυτές της μονής Δεκούλου στο Οίτυλο. R.Traquair, ό.π., σ. 201.
Ο R. Traquair, ό.π., σ. 201, θεωρεί ότι το έτυμο του ονόματος προέρχεται από το de culo (από πρωκτό). Πιθανώς να είχαν επανέλθει από την Ιταλία στην οποία μετανάστευσαν, αλλά για τις κακές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί μπορεί να γύρισαν πάλι στη Μάνη.
Από παράδοση μαθαίνουμε ότι ο πρώτος Πέτρος Μέδικος-Γιατρός, που πήγε στη Μάνη και παντρεύτηκε την Ανθή Κοντόσταβλου, απέκτησε πολλά παιδιά, ένα από τα οποία ήταν ο Μιχελής. Παιδιά του Μιχελή ήταν ο Δεκούλος, ο Πολυχρόνης και ο Παπαδόπουλος. Η ανωτέρω επιγραφή που αναφέρει ότι ο Γεώργιος Δεκούλος ήταν γιός του Μιχελή Γιατρού, φαίνεται να επιβεβαιώνει τις εκ παραδοσέως πληροφορίες. Γ.Γιαννακάκου-Ραζέλου, Οι Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν, 1948, σσ. 64, 67.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Δεκούλου κατοικούσε στην Καρδαμύλη . Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικές Σπουδές 13(1996)143-6.

ΔΗΜΑΚΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 9. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΔΗΜΑΚΙΑΝΟΙ. Οικογένεια που κατοικούσε στο Δρυάλο και στις 15 Αυγούστου 1806 υπέγραψε το υποσχετικό έγγραφο προς τον Αντώνμπεη Γρηγοράκη. Ανωνύμου, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 44.
Οικογένεια Δημακάκου (Δημακιάνοι), που ήταν κλάδος των Καντηριάνων από την πατριά των Νικλιάνων, υπήρχε στους Καλονιούς. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 115.

ΔΗΜΑΚΟΓΙΑΝΝΗ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο της πατριάς των Λεκιάνων της Ανατολικής Μάνης. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 173. Είχε πύργο στη Ζούδα. Ν.Κατσικάρου, Η Βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.

ΔΗΜΑΚΟΥ Οικογένεια. Υπήρχαν σε διάφορα μέρη της Μάνης συνώνυμες οικογένειες. Οικογένεια Δημάκου, οι Δημιάνοι, κατοικούσαν στην Καινούργια Χώρα και στη σύγκρουση Πηλοκωκιάνων και Γιαννακομιχελιάνων ήταν με το μέρος των Πηλοκωκιάνων. Κλάδος της οικογενείας ο Λειβάδης και πιθανώς ο Τσιλιβάκος. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 73-4.
Ο Π. Δημάκος κατοικούσε στην Κοίτα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Δημήτριος Δημάκος από την Καφιόνα, γεννημένος το 1786, ο Παναγιώτης Δημάκος από την Καφιόνα, γεννημένος το 1780 και ο Νικόλας Δημάκος από την Καφιόνα γεννημένος το 1806 στρατολογήθηκαν το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθούν στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Δ., ο Κ. και ο Π. Δημάκος κατοικούσαν στην Καφιόνα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Δημήτριος Δημάκος κατ’ αίτηση του Υπουργείου Πολέμου στις 18 Φεβρουαρίου 1825 έγινε ταξίαρχος. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 131.
Ο Δημήτριος Δημάκος ήταν από την Καφιόνα, έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821 και μετά την απελευθέρωση πήρε το βαθμό του ανθυπολοχαγού της Λακωνικής Φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 221.
Ο Κωνσταντής Δημάκος στις 9 Ιουλίου 1832 ψήφισε στο Μαραθονήσι τον καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκο-Γρηγοράκη ως πληρεξούσιο Ανατολικής Μάνης για την Εθνοσυνέλευση της Προνοίας. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 334.
Ο Αναγνώστης Δημάκος, που αναφέρεται ότι κατάγεται από τη Σπάρτη, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 πήρε το βαθμό του ταξιάρχου και μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του ανθυπολοχαγού (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 2375. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 83.
Ο Νικόλαος Δημάκος, που αναφέρεται ότι κατάγεται από τη Λακεδαίμονα, μετά την επανάσταση του 1821 αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 2ας τάξεως με αριθ. μητρ. 2139. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 103.
Ο Αντώνιος Δημάκος και ο Παναγής Δημάκος, από τη Λακεδαίμονα, μετά το 1821 αναγνωρίστηκαν ως στρατιώτες με αριθ. μητρ. 8460 και 9822. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 125.
Ο Δημήτριος Δημάκος στις 10 Ιουλίου 1834, ως ένας από τους γενάρχες των χωριών της Μάνης, υπέγραψε αναφορά που δικαιολογούσε τους Μανιάτες για τα στασιαστικά τους κινήματα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη, σ. 73.

ΔΗΜΑΡΟΓΓΟΝΑ Οικογένεια. Είχε πύργο στον Κούνο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76. Πιθανώς ήταν συγγενείς των Τσουλιάνων. Κλάδος της οικογενείας ο Αυγουλέας του Τροχάλακα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 124.
Ο Παναγιώτης Δημαρόγγονας από τον Κούνο συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνισθέντων στη Βέργα και στο Διρό. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.

ΔΗΜΑΡΟΓΓΟΝΗ. Αναφέρεται το 1715 από το χωριό Κούνος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 14. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 205.

ΔΗΜΑΡΟΓΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αναφέρεται ότι κατάγεται από το Λιμένι και ότι μετά την επανάσταση του 1821 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπαξιωματικού 2ας τάξεως, με αριθ. μητρ. 1370. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 102.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ ΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Γαλάνη Κουμουνδουράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Στις 9 Ιουλίου 1832 ψήφισε στο Μαραθονήσι τον καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκο-Γρηγοράκη ως πληρεξούσιο Ανατολικής Μάνης για την Εθνοσυνέλευση της Προνοίας. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 334.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δημ. Νικολόπουλου-Γρηγοράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. Το όνομά του βρίσκεται σε κατάλογο προτεινομένων (πιθανώς από Γιατράκο) προαγωγών της 21 Μαΐου 1823 για το βαθμό της υποχιλιαρχίας. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 11, σ. 36.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ ή ΕΞΑΡΧΑΚΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ. Ήταν από το Σελεγούδι και μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπαξιωματικού 2ας τάξεως με αριθ. μητρ. 1338. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 102.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Συνώνυμες οικογένειες υπήρχαν σε πολλά μέρη της Μάνης.
Ο Γ. Δημητράκος κατοικούσε στον Πύργο του Διρού και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Η. και ο Β. Δημητράκος κατοικούσαν στην Καρέα και μαζί με άλλους κατοίκους της Μάνης υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Δ. και ο Ν. Δημητράκος κατοικούσαν στη Χαριά και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Νικόλας Δημητράκος από την Κοίτα, γεννημένος το 1810, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Π. Δημητράκος από την Καρύνια και ο Σ. Δημητράκος από το Βάμβακα υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831.

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ ή ΓΟΥΡΝΑ Οικογένεια. Είχε πύργο στον Κότρωνα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.

ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένειες. Περιλαμβάνονται οικογένειες χωρίς καμία μεταξύ τους συγγενική σχέση.
Ο Βρετός Δημητρόπουλος αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.
Ο Γιάννης Δημητρόπουλος αναφέρεται το 1727 από το χωριό Κάβαλος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 24, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 208.
Άλλος Γιάννης Δημητρόπουλος αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.
Ο Ζερβός Δημητρόπουλος αναφέρεται το 1715 από το το χωριό Χειμάρρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 12. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 204.
Ο Κυριάκης Δημητρόπουλος αναφέρεται το 1760 από το χωριό Μπουλαριοί στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 44. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 214.
Ο Αναγνώστης Δημητρόπουλος γεννηθηκε το 1780 στις Γαϊτσές. Στις 20 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις Κιτριές και αναφέρεται ως γραμματικός του Πετρόμπεη. Βαλ.Μέξα, Οι Φιλικοί, σ. 25, αριθ. μητρ. 155. Σ.Κουγέα, Ο Περραιβός εις την Μάνην, Ν. Εστία 25(1951)437.
Ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος γεννήθηκε το 1792 στα Σκυφιάνικα. Υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό των Ιονίων νήσων ως υποπενήνταρχος και πήγε στην Οδυσσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 14 Νοεμβρίου 1817. Βαλ.Μέξα, Οι Φιλικοί, σ. 5, αριθ. μητρ. 25. Η Φιλική Εταιρεία του ανέθεσε τη δολοφονία του Γαλάτη, την οποία εξετέλεσε.
Ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος, από τη Μάνη, εφόνευσε στην Ερμιόνη το Φιλικό Γαλάτη, διότι υπήρχε ο φόβος μήπως προδώσει την Εταιρεία. Ν.Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τόμ. Α’, σ. 4.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1824 έγινε δεκτός στο Βουλευτήριο ως παρατσάτης Δυτικής Σπάρτης. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 69. Στις 26 Ιανουαρίου και στις 10 Απριλίου 1825 υπέγραψε τα πρακτικά του Βουλευτικού, ό.π., σσ. 103 και 209. Στις 24 Μαρτίου 1825 εισέφερε 500 γρόσια για την προμήθεια του Νεοκάστρου με τροφές, ό.π., τόμ. 7, σ. 188. Στις 14 Μαΐου 1825 εισέφερε 500 γρόσια για την προμήθεια του Μεσολογγίου με τροφές, ό.π., τόμ. 7, σ. 246. Την 1 Ιουνίου 1825 διορίστηκε μαζί με τον Κ. Ζωγράφο, για να απαντήσουν στον Πετρόμπεη ότι η Διοίκηση θέλει φροντίσει για την ελευθέρωση των αιχμαλωτισθέντων στο Νεόκαστρο και τη Σφακτηρία, ό.π., τόμ. 7, σ. 259. Στις 15 Ιουνίου 1825 διορίστηκε σε επιτροπή που θα επαγρυπνεί στο Ναύπλιο από την πόρτα του Αιγιαλού μέχρι την ντάπια, ό.π., τόμ. 7, σ. 269. Στις 18 Ιουνίου 1825 αποφασίστηκε εισφορά των μελών του Βουλευτικού και έδωσε 300 γρόσια, ό.π., τόμ. 7, σ. 271. Στις 2 Νοεμβρίου 1825 διορίστηκε στην επιτροπή αναφορών, ό.π., τόμ. 7, σ. 371. Στις 23 Δεκεμβρίου 1825 υπέγραψε αναφορά ότι δεν συμφωνεί με την εκποίηση της εθνικής γης, ό.π., τόμ. 7, σ. 402. Στις 26 Ιανουαρίου 1826 ορίστηκε μέλος επιτροπής για να εξετάσει τα παράπονα του Διονυσίου Δημητριάδη κατά του βουλευτού Αυανασούλα Αναγνώστου, ό.π., τόμ. 7, σ. 429 και τόμ. 8, σ. 406. Στις 9 Φεβρουαρίου 1826 ορίστηκε μέλος επιτροπής για να εξετάσει αναφορά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ό.π., τόμ. 7, σ. 504.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Δημητροπούλου κατοικούσε στην Καρδαμύλη. Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικές Σπουδές 13(1996)143-6.

ΔΙΚΑΙΟΥΛΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΔΙΚΑΙΟΥΛΑΚΗΣ ή ΚΑΝΑΚΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνισθέντων στη Βέργα και στο Διρό. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.

ΔΙΚΑΙΟΥΛΙΑ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Μουντανίστικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77.

ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Αναφέρεται το 1760 από το χωριό Καινούρια Χώρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 48, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 215.

ΔΡΑΚΟΥΛΑΚΟΣ ή ΒΟΥΤΙΚΛΑΡΗΣ ΛΕΟΥΤΣΟΣ. Αναφέρεται καταγωγή από την επαρχία Οιτύλου. Μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπαξιωματικού 1ης τάξεως με αριθ. μητρ. 2519. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 103.
Ο Λεούσης Δρακουλάκος ή Βουτικλάρης ήταν από την Κοίτα και συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των αγωνιστών της Βέργας και του Διρού. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.

ΔΡΑΚΟΥΛΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στου Καλού. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στη Μάνη, σ. 82.
Στη διάρκεια της επανάστασης του 1821 αναφέρονται οι συνεπώνυμοι: α) Βρετός, γενήθηκε το 1794, κατοικούσε στη Μάλτα και το 1824 υπό τη διοίκηση του Αθανασούλη Κουμουνδουράκη υπηρέτησε στη Μεσσηνία. ΓΑΚ, Υπουργ. Πολέμ., φάκ. 23, συνημ. 26 Αυγούστου 1824. β) Κυριάκος, υπηρέτησε στο σώμα του Σταυριανού Καπετανάκη, υπό ομαδάρχη το Δημήτριο Κουράκλη. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Εκτ., φάκ. 11, αριθ. εγγράφου 31, της 25 Φεβρουαρίου 1825.
Ο Ν. Δρακουλάκος κατοικούσε στην Κηπούλα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Ι. Δρακουλάκος κατοικούσε στην Κοίτα και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Πέτρος Δρακουλάκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Γαλάνη Κουμουνδουράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΔΡΑΚΟΥΛΑΡΑΚΟΣ ή ΒΡΑΚΟΥΛΑΡΑΚΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη προβιβάστηκε στο βαθμό του εκατόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και ό.π., τόμ. 10, σ. 427.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1831 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι πρότεινε στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης να ζητήσει από την Κυβέρνηση να σταλούν στρατιωτικά διπλώματα Α’ και Β’ τάξεως σε κατοίκους της Ανατολικής Μάνης, που τους είχαν μέχρι τότε παραβλέψει. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Δρακουλαράκος Πέτρος για δίπλωμα Β’ τάξεως. ΓΑΚ, Ιστ. Αρχ. Βλαχογ., φάκ. 221, αριθ. εγγρ. 174.

ΔΡΑΚΟΥΛΑΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Αρχικά πήγε στη Λάγια και μετά εγκατατσάθηκε στη Βάθεια, ανήκε δε στους Μιχαλακιάνους της πατριάς των Νικλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 78 και 113.

ΔΡΑΚΟΥΛΑΡΟΥ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο της οικογενείας Μιχαλάκη και είχε πύργο στη Βάθεια. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77.

ΔΡΑΚΟΥΛΟΓΓΟΝΑ Οικογένεια. Κατοικούσε στη Μίνα και ήταν κλάδος των Ξενιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 104.

ΕΞΑΡΧΑΚΟΥ Οικογένεια. Από την περιοχή της Λακεδαίμονος (ίσως το νομό) αναφέρονται ως αναγνωρισθέντες υπαξιωμετικοί 2ας τάξεως ο Μάρκος Εξαρχάκος με αριθ. μητρ. 1810, ο Νικόλας Εξαρχάκος ή Καλαματάκος με αριθ. μητρ. 1828 και ο Γεωργάκης Εξαρχάκης με αριθ. μητρ. 2517. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 103.
Οικογένεια Εξαρχάκου κατοικούσε στην Κληματσίνα του Βαχού και θεωρείται ότι προέρχεται από ένα γιό του Μπέλητα (βλέπε όνομα) από το Κουλούμι. Στ.Πατρικουνάκου, Βαχός Μάνης, Αθήνα 1999, σ. 50.
Αναγνώστης Εξαρχάκος. Ήταν δημογέροντας Αγίου Νικολάου Μελιτίνης και την 1 Ιουλίου 1823 υπέγραψε έγγραφο προς τους πληρεξουσίους Λακεδαίμονος. Αθ,Φωτοπούλου, Οι Γιατράκοι του 1821, τόμ. Β’, σ. 98.

ΕΞΑΡΧΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στη Βάθεια και ήταν κλάδος των Μιχαλακιάνων της πατριάς των Νικλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 113.

ΕΞΑΡΧΑΚΟΥ – ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ Οικογένεια. Είναι οι απόγονοι του Έξαρχου Γρηγοράκη, τον οποίο οι Τούρκοι ανασκολόπησαν στην Τρίπολη, γύρω στα 1780 και αυτό έδωσε αφορμή στους Γρηγοράκηδες με τους συγγενείς και φίλους να καταλάβουν την περιοχή μέχρι το Κακοσκάλι. Απόγονος του Έξαρχου Γρηγοράκη ήταν ο Νικόλαος Εξαρχάκος-Γρηγοράκης, οικονομικός έφορος που ζούσε το 1876. Α.Γούδα, Βίοι παράλληλοι, τόμ. 8, σ. 6.

ΖΕΡΒΑΚΟΣ ή ΖΕΡΒΟΜΠΕΑΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ του Κωνσταντήμπεη. Πήρε μέρος στην επανάσταση, όπως και ο αδελφός του Βασίλειος. Δ.Αλεξανδράκου, Ιστορία της Μάνης, σ. 73. Το Μάιο του 1834 Βαβαροί εξεστράτευσαν εναντίον της Μάνης και όταν χτύπησαν το Πετροβούνι του Γυθείου, το οποίο υπεράσπιζαν οι Αντώνιος και Βασίλειος Ζερβάκος, όχι μόνο αναχαιτίστηκαν αλλά κατατροπώθηκαν, ό.π., σ. 94.
Από το Πετροβούνι της επαρχίας Γυθείου. Μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του λοχαγού (αξιωματικός Ε΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 898. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 84. Είναι αδελφός του Βασιλάκη Κ. Ζερβάκου.

ΖΕΡΒΑΚΟΣ ή ΖΕΡΒΟΜΠΕΑΚΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ του Κωνσταντίμπεη. Γιός του Κωνσταντίνου Ζερβάκου μπέη της Μάνης και αδελφός του Αντώνιου Ζερβομπεάκου.
Στις 25 Ιουνίου 1830 υπέγραψε στο Μαραθονήσι αναφορά προς τον Έκτ. Επίτρ. Πελοποννήσου για την ίδρυση στη Μάνη αλληλοδιδακτικών σχολείων. ΓΑΚ, Έκτ. Επίτρ., φάκ. 91.
To Σεπτέμβριο του 1831 πήγε στην ΄Υδρα ως πληερεξούσιος Σπάρτης (Μάνης). Εφημερίδα Ύδρας «Ο Απόλλων», αρ. φ. 58 της 26 Σεπτεμβρίου 1831, σ. 242.
Αναφέρεται ότι πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821. Δ.Αλεξανδράκου, Ιστορία της Μάνης, σ. 73. Το Μάιο του 1834 πήγαν Βαβαροί στη Μάνη για να καταστείλουν στασιαστικά κινήματα. Πολιόρκησαν το Πετροβούνι των Ζερβομπεάκων (Βασίλη και Αντώνη) αλλά κατατροπώθηκαν από τους Μανιάτες, ό.π., σ. 94.
Στις 11 Μαΐου 1832 έστειλε γράμμα στον καπ. Γιωργάκη Αντωνάκο-Γρηγοράκη. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 330.

ΖΕΡΒΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ή ΖΕΡΒΟΜΠΕΗΣ ή ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΜΠΕΗΣ, Μπέης της Μάνης 1808-1812. Αναφέρεται ότι ήταν καλοφτιαγμένος άνδρας από το Πετροβούνι της Ανατολικής Μάνης. Είχε ασχοληθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας με το εμπόριο και είχε αποκτήσει αρκετά χρήματα. Έχτισε το κάστρο στο Πετροβούνι της Ανατολικής Μάνης και παντρεύτηκε κόρη του Αντωνόμπεη Γρηγοράκη. Την άνοιξη του 1805 πέρασε από τη Μάνη ο Άγγλος περιηγητής W.Leake, Travels in Morea, σ. 236, έγραψε δε ότι συνάντησε «τον Κωνσταντίνο Ζερβό, έναν νέο άνδρα από το Πετροβούνι».
Από πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από τον Πέτρο Κουτήφαρη και δημοσίευσε ο Σ.Κουγέας, Πελοποννησιακά, Ε’, σ. 129, μαθαίνουμε τα ακόλουθα: «…ο επί θυγατρί γαμβρός του Αντώνμπεη Γρηγοράκη, Ζερβάκος, ήτο εντυπωσιακός δια την ανδρικήν του καλονήν, δια τα ωραία φορέματα και τους κομψούς τρόπους, τους οποίους είχε αποκτήσει από την διαμονήν του εις το Λιβόρνον, όπου ήτο προτύτερα έμπορος…».
Ο γάμος του Ζερβάκου με την κόρη του Αντωνόμπεη έγινε το 1793 ή 1798, γιατί σε επιστολή του προς τη γυναίκα του από 22 Ιανουαρίου 1815 αναφέρει ότι τον είχε άνδρα για δεκαεπτά χρόνια (εννοεί μέχρι το 1810 που έφυγε ή μέχρι τότε που έγραφε;). Υπογράφει δε ως Ζερβάκης. Π.Καλονάρου, Ηθογραφία της Μάνης, 1934, σ. 49.
Ο Σ.Κουγέας, ό.π., σ. 65, αναφέρει ότι ο Κ. Ζερβάκος καταγόταν από ταπεινή οικογένεια. Ως γαμπρός του Αντωνόμπεη είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με το Βελή Πασά της Τριπολιτσάς (ήταν γιός του Αλή Πασά των Ιωαννίνων), ο οποίος τον προώθησε στο Μπεϊλίκι της Μάνης το 1808 (1810). Ο Δ.Δημητράκος, Νυκλιάνοι, σ. 250, γράφει ότι ο Κωνσταντήμπεης ήρθε σε διάσταση με τον πεθερό του και τον διέβαλε στο Βελή Πασά. Αλλά από ένα φερμάνι του Σουλτάνου προς τον Πασά της Τριπολιτσάς αναφέρεται ότι ο Αντωνόμπεης ήταν γέρος (ήταν τότε περίπου 50 ετών) και γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από το γαμπρό του. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 80.
Στις 15 Ιανουαρίου 1812 ο Καπουδάν πασάς έγραψε στους επισκόπους και καπετάνιους της Μάνης: «…εάν εξ αιτίας του Κωνσταντήμπεγη Ζερβάκου εγεννήθη το τοιούτον νιζαμιλίκι εκτός και εντός της Μάνης», να επιλέξετε τον καλύτερο για μπέη. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)64, στ. 39-41.
Ο Πατριάρχης Ιερεμίας το 1812 έγραψε στον κλήρο και τους καπετάνιους της Μάνης: «Επειδή λοιπόν και ήδη η βασιλική πρόνοια ηυδόκησε να εξαλείψη τόσον τας ακαταστασίας οπού διέτρεχον προλαβόντως εις όλην την Μάνην, όσον και τας καταχρήσεις και επηρείας οπού ηκολούθουν εις το κατά θάλατταν εξ αιτίας της ανεπιτηδειότητος και αναξιότητος του προχρηματίσαντος Μπάσμπογου της Μάνης Κωνσταντίνου Ζερβάκου, αυτόν μεν έξωσε δικαίως και εποίησεν άζλι από το μπασμπογλούκι …». Σ.Κουγέα, Ιστορικαί πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)66, στ. 16-21.
Όταν στις αρχές του 1812 κατέβηκε στη Μάνη ο Εμίν αγάς για να τακτοποιήσει τα θέματα της Μάνης βρήκε ότι ο Κωσταντήμπεης Ζερβάκος είχε φύγει από τη Μάνη πριν ένα-δύο μήνες. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)74, στ. 85 και σ. 81, στ. 127-9.
Το Φεβρουάριο του 1810 ο Ζερβάκος πήγε στην Τρίπολη και κατάγγειλε τον πεθερό του, πήρε δε επιστολή από το Βελή για να επηρεάσει ισχυρούς της Πόλης, με την επέμβαση των οποίων θα αντικαθιστούσε αυτός τον Αντωνόμπεη στο Μπεηλίκι της Μάνης. Τ.Κανδηλώρου, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, σ. 417. (Βλέπε επιστολή Αντωνόμπεη).
Ο Κ. Ζερβάκος αναφέρεται ότι έγινε μπέης με υπόδειξη του πεθερού του Αντωνόμπεη Γρηγοράκη. Δ.Αλεξανδράκου, Ιστορία της Μάνης, σ. 42. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ
Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την πολιτεία του, γνωρίζουμε όμως πως τον κατηγόρησαν καραβοκύρηδες ότι συνεργαζόταν με πειρατές. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 74.
Από τον Κ.Σιμόπουλο, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. Γ 2, σσ. 124-128, έχουμε τις ακόλουθες πληροφορίες: Ο Κωνσταντής είχε πάει στο Λιβόρνο και είχε αποκτήσει περιουσία από το εμπόριο, περίπου 300 πουγγιά. Τα ξόδεψε για να πληρώσει τα χρέη του πεθερού του και να καλύψει τις έκτακτες δαπένες του αξιώματος… Ανάμεσα στον Κωνσταντή και το Καβαλιέρη είχαν αναπτυχθεί αντιζηλίες και αντιπάθειες. Ο Καβαλιέρης φοβώταν μήπως τον παραμερίσει ο άκληρος θείος του για χατήρι του Κωνσταντή…. Ο Κωνσταντής αιχμαλώτισε μια μεγάλη πειρατική γαλιότα, την ξαρμάτωσε και την πούλησε στο Βελή, ο οποίος την έστειλε στον πατέρα του. Με αυτή την ευκαιρία ο Βελής θέλησε να ονομάσει τον Κωνσταντή πρώτο καπετάνιο…Έγινε σύγκρουση μεταξύ του Κωνσταντή και του Καβαλιέρη και νίκησε ο Κωνσταντής. Επειδή όμως γνώριζε το βίαιο και ορμητικό χαρακτήρα του Καβαλιέρη και την επιρροή που ασκούσε στο Θείο του, αποφάσισε να προχωρήσει για να πάρει το Μπεηλίκι. Ο Βελής του πρότεινε να τον διορίσει μπέη και του έδωσε συστατικά γράμματα για την Πόλη. ό.π., σ. 124. Μετά από προσπάθεια 10 μηνών η Πύλη έδωσε το φιρμάνι στον Κωνσταντή… Ο Βελής πρόβαλε αξιώσεις: α) Να τον εγκαταστήσει ο Τουρκοβαρδουνιώτης Μουσάγας με 500 στρατιώτες. β) Να δηλώσει επίσημα εχθρός του Αντωνόμπεη και του Καβαλιέρη, για να ενσπείρει διχόνοιες και γ) Να στείλει το γιό του όμηρο στην Τρίπολη. Ο Κωνσταντής αρνήθηκε και ορκίστηκε να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της πατρίδας του και ο Βελής μετάνοιωσε για την επιλογή του, ό.π., σ. 125. Οι πληροφορίες αυτές εκφράζουν τις απόψεις του Κωνσταντή και των φίλων του. Ο Κωνσταντής ενημέρωσε το Σωτηράκη Λόντο, το Δεληγιάννη και το Δραγουμάνο του Μωριά και οι τρεις επιδοκίμασαν την απάντησή του. Ειδοποίησε τους επισκόπους της Μάνης και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του και τους βεβαίωσε ότι θα προτιμήσει να θυσιαστεί παρά να συνεργαστεί για την υποδούλωση της πατρίδας του… Ο Βελής θέλησε να τον αναγκάσει σε παραίττηση για να αναλάβει ο Καβαλιέρης. Του απαίτησε το ποσόν των 50 πουγγιών που πλήρωσε στον Καπουδάν πασά για το διορισμό του. Ο Κωνσταντής με δυσκολία εξοικονόμησε τα χρήματα και έμεινε 15 ημέρες κρατούμενος του Βελή, ό.π., σ. 126…. Ο Κωνσταντίμπεης κατέφυγε στον J. Trullet, που ήταν στο Ναύπλιο πρόξενος της Γαλλίας και ζήτησε τη μεσολάβησή των Γάλλων στην Πόλη, για την έκδοση νέου φιρμανιού, το οποίο θα στερέωνε τη θέση του. Άλλως να στείλουν οι Τούρκοι πολεμικά ως προειδοποίηση σε εκείνους που ήθελαν να διαταράξουν την ησυχία της Μάνης ή να δοθεί εντολή στον πασά της Τριπολιτσάς να θέσει στη διάθεσή του 300 στρατιώτες για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του. Ο Trullet ρώτησε τον αντιπρόσωπο του Μπέη, πως γίνεται να δέχεται 300 Τούρκους του Βελή, που όταν ο ίδιος του πρόσφερε τη στρατιωτική δύναμη δεν τη δέχτηκε με τον ισχυρισμό ότι κινδυνεύει η ελευθερία της Μάνης, ό.π., σ. 127.
Στις 6 Νοεμβρίου 1811 ο Πετρούνης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στην Πόλη και ο αδελφός του χτύπησε τις Κιτριές. Στη Μάνη επικρατούσε αναταραχή. Στο Μαραθονήσι ήταν δύο τουρκικές κορβέτες για να υποστηρίξουν τον Κωνσταντήμπεη. Ο Μούρτζινος ήταν ουδέτερος. Κ.Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. Γ 2, σ. 128.
Το 1811 έχασε το κύρος του, υπονομευόμενος από τους οικείους του. Τελικά η τύχη του Βελή παρέσυρε και τον Κωνσταντήμπεη. Τ.Κανδηλώρου, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, σσ. 420 και 422.
Ο Αντωνόμπεης στις 27 Φεβρουαρίου 1810 έγραψε επιστολή στο Σουλτάνο που θα έστελνε δια του Καπουδάν πασά, η οποία δεν θα έφθασε ποτέ στον παραλήπτη, γιατί σώζεται σε πολυτελή μεμβράνη. Πιθανώς δεν την έστειλε. Από αυτή όμως προκύπτει ότι ο γαμπρός του εποφθαλμιούσε το μπεηλίκι του. Στην επιστολή αναφέρεται: «από τον καιρόν όμως όπου ήλθεν αυτόθι κάποιος γαμβρός μου Κωνσταντής Ζερβάκος με γράμματα από μέρους του Μώρα Βαλεσή και προεστώτων του Μωρέως, δια να λάβη το μπεϊλίκι της Μάνης δεν λείπει ακαταπαύστως να γράφη εις τους εδώ συντρόφους του ότι κατορθόνει τον σκοπόν του». Παρακάτω προσθέτει: «Ζητώ λοιπόν να κρημνίση ο Σουλτάνος εκ Κωνσταντινοπόλεως τον Ζερβάκο ή να τον πιάση ως και κάποιον Αλέξ. Κουμουνδουράκην, όπου και αυτός αυτάς τας ημέρας μέσω του Μώρα βαλεσή ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν δια να γείνη συμβοηθός του Ζερβάκου, και να στείλη αμφοτέρους σιδηροδεσμίους εις τον Βέην προς παραδειγματικήν τιμωρίαν».
Ο Άγγλος περιηγητής J. C. Hobhouse, που έφθασε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1809 γράφει για τους Μανιάτες: «Οι αμοιβαίες διαφωνίες τους έχουν ευνοήσει τις βλέψεις των Τούρκων και η φιλοδοξία κάποιου νέου επονομαζομένου Κωνσταντίνου, λίγο πριν από την άφιξή μας στην Αθήνα, εισήγαγε κάποιους στρατιώτες του Βελή πασά μέσα στα φρούρια ενός τμήματος της Μάνης, με αποτέλεσμα να βλαφθούν όχι μόνο τα συμφέροντα του προηγούμενου κυβερνήτη της χώρας, αλλά και αυτών των ελευθεριών όλου του λαού. Ο άλλος αρχηγός υπερασπιζόταν ακόμη τον εαυτόν του στα κάστρα του Βαθιού και συνέχιζε έναν πόλεμο ληστρικό με τον αντίπαλό του…». Ευαγγ.Σταρτηγέα-Κεφαλληναίου, Η Μάνη στο οδοιπορικό του Hobhouse (1809-1810), Λακωνικαί Σπουδαί 11(1992)422. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κωνσταντίνος Κ. Ζερβάκος ήταν ο Μπέης και ο προηγούμενος μπέης ήταν ο Αντωνόμπεης από το Βαθύ.
Όταν το 1812 διορίστηκε Μπέης ο Θεόδωρος Γρηγοράκης, από έγγραφο του Πατριάρχη Ιερεμία, πληροφορούμεθα τα ακόλουθα σχετικά με την πολιτεία του Κωνσταντήμπεη: «..η βασιλική πρόνοια ηυδόκησε να εξαλείψη τόσον τας ακαταστασίας οπού διέτρεχον προλαβόντως εις όλην την Μάνην, όσον και τας καταχρήσεις και επηρείας οπού ηκολούθουν εις το κατά θάλατταν εξ αιτίας της ανεπιτηδειότητος και αναξιότητος του προχρηματίσαντος Μπάσμπογου (Μπέη) της Μάνης Κωνσταντίνου Ζερβάκου, αυτόν μεν έξωσε και εποίησεν άζλι (καθαίρεσε) από το Μπασμπογλούκι…». Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 66.
Σε Σουλτανικό φερμάνι του Αυγούστου του 1812 προς τον Καπουδάν Πασά αναφέρεται: «…Κατά την αίτησίν σου εγένετο άζλι (καθαιρέθηκε) από το Μπασμπογουλούκι της Μάνης ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος ως ανάξιος και μη φυλάξας διόλου τας δοθείσας παρ’ αυτού υποσχέσεις…». Χαρακτηρίζει δε τον Κωνσταντήμπεη ως «φιρερήν», που σημαίνει φυγάδα. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 74-5.
Ακόμη σε έγγραφο του Καπουδάν Πασά προς τους Μανιάτες της 15 Ιανουαρίου 1812, αναφέρεται ότι όλη η Μάνη βρίσκεται σε ακαταστασία, δεν υπάρχει υπακοή σε ανώτερο και βγαίνουν από τα παράλιά της πειρατές. Γι’ αυτό τους στέλνει τον Εμίν αγά για να τους συγκεντρώσει να εκλέξουν τον αξιότερο των Μανιατών ως μπέη. Αυτό δηλώνει από τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου 1812 είχε καθαιρεθεί ο Κωνσταντήμπεης ή Ζερβόμπεης. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 63-4.
Ο Α.Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. 8, σ. 21, αναφέρει ότι ο Ζερβόμπεης καίτοι ενάρετος καθαιρέθηκε από τους Γρηγοράκηδες «ένεκα αδίκου υπονοίας ότι ήθελεν υπηρετήσει τυφλώς τους Τούρκους».
Από τον Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 65, πληροφορούμεθα ότι, ενώθηκαν όλοι οι Γρηγοράκηδες εναντίον του Κωνσταντήμπεη και κυρίευσαν το κάστρο Πετροβούνι και τον πολιόρκησαν στο Γύθειο. Αυτός κατώρθωσε να δραπετεύσει και να πάει στην Τριπολιτσά, απ’ όπου κατέφυγε στην Κωνστανινούπολη. Μέχρι του θανάτου του έζησε εκεί σε αφάνεια. Κατά την εκδοχή του Π. Κουτήφαρη ο Κωνσταντήμπεης από το Γύθειο πήγε στις Κιτριές, μετά στην Καλαμάτα και Τρίπολη. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 129. Ο Α.Γούδας, ό.π., τ. 8, σ. 21, αναφέρει ότι στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος απαγχονίστηκε από τους Τούρκους 15 χρόνια πριν από την έκρηξη της επανάστασης, δηλαδή το 1806!!.
Ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος άφησε γιούς ονομαζόμενους Βασίλειο και Αντώνιο, γνωστούς και με το παρωνύμιο «Ζερβομπεάκος». Ο Βασίλειος υπηρέτησε τον αγώνα και το 1834 πολιορκήθηκε στο Πετροβούνι από τους Βαβαρούς οι οποίοι κατατροπώθηκαν από τους Μανιάτες. Δ.Δημητράκου, ό.π., σ. 170.
Ο Ζερβόμπεης είχε πύργο στο Μαυροβούνι. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στη Μάνη, σ. 80.

ΖΗΛΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Τσουκαλιά που γκρεμίστηκε. Ν.Κατσικάρου, Η Βεντέττα στην Μάνη, σ. 77. Ανήκε στους Σοϊλήδες. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 128 και 135.

ΘΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΙΑΤΡΑΚΗΣ ή ΙΑΤΡΑΚΟΣ και ΙΑΤΡΟΣ. Βλέπε και Γιατράκη – Γιατράκος – Γιατρός.

ΙΑΤΡΟΣ Μ. Κατοικούσε στη Λάγια και πιθανώς ανήκει στην οικογένεια Γιατράκου του τόπου. Αν αυτό ευσταθεί, πιθανώς αποτελεί μια ένδειξη ότι οι Γιατράκοι της Λάγιας είναι κλάδος των Γιατρών-Μεδίκων του Οιτύλου.
Τον Ιούνιο του 1829 πήρε μέρος σε τοπική σύρραξη και γι’ αυτό οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Ακολουθούσε τον Ιωάννη Γρηγορακόγονα και τον Ηλία Δεκουλάκο, ήταν δε αντίθετος των Μιχαλακιάνων. Πληροφορία από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.

ΙΑΤΡΟY – IATΡΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Ο Γεώργιος κατοικούσε στην Καλαμάτα, ήταν έμπορος και πρόξενος της Μεγ. Βρετανίας. Αναφέρεται σε πολλά έγγραφα της επαναστατικής περιόδου, όπως: ΓΑΚ, Βλαχογ. Έκτ. Επίτρ., φακ. 8 της 20 Φεβρουαρίου 1825 κλπ. Ακόμη αναφέρεται το 1827. Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτου, Ανέκδοτα Έγγραφα Καλαμάτας, σ. 27.
Ο Νικόλαος Α. Ιατρού έζησε στην Καλαμάτα κατά την εποχή της επανάστασης του 21. Ήταν μορφωμένος και υπηρέτησε σε διάφορες διοικητικές θέσεις, όπως γραμματέας Εμπλακίων. ΓΑΚ, Υπ. Εσωτ., φ. 35, έγγραφο της 7 Ιουλίου 1824 κλπ.

ΙΑΤΡΟΥ – ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΟΣ. Κατοικούσε στην Καλαμάτα και ήταν αντιπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας. Αρχείο Φερέτου, στα Γ.Α.Κ. του νομού Μεσσηνίας.

ΚΑΛΑΠΟΘΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατάγεται από τους Μιχαλακιάνους της Νόμιας της πατριάς των Νικλιάνων, οι οποίοι πήγαν στη Λάγια και από εκεί εγκαταστάθηκαν στη Βάθεια. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 78.
Στις 10 Ιουλίου 1834, ο Νικόλαος Καλαποθάκος, ως ένας από τους γενάρχες των χωριών της Μάνης, υπέγραψε αναφορά που δικαιολογούσε τους Μανιάτες για τα στασιαστικά τους κινήματα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη, σ. 73.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Ρικιάνων (Ρίτσων) της Λάγιας που εγκαταστάθηκε στο Σολοτέρι. Κλάδοι της είναι ο Γούλος και ο Γαϊτάνης. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 181.
Ο Γιάννης Καλογερόγιαννης στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του ταξιάρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366 και τόμ. 10, σ. 427.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1831 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι πρότεινε στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης να ζητήσει από την Κυβέρνηση να σταλούν στρατιωτικά διπλώματα Α’ και Β’ τάξεως σε κατοίκους της Ανατολικής Μάνης, που τους είχαν μέχρι τότε παραβλέψει. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ιωάννης Καλογερόγιαννης για δίπλωμα Β’ τάξεως. ΓΑΚ, Ιστ. Αρχ. Βλαχογ., φάκ. 221, αριθ. εγγρ. 174.
Ο Μιχάλης Καλογερόγιαννης-Γιατρός από τη Λάγια, στις 28 Οκτωβρίου 1825 υπέγραψε την εκλογή ως παραστάτη του καπ. Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη, ως πληρεξουσίων δε του καπ. Δημήτρη Δραγωνάκου-Γρηγοράκη και του Παύλου Στεφανάκου. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 216.
Ένας Καλογερόγιαννης από τη Λάγια στις 13 Μαρτίου 1827 υπέγραψε την εκλογή του Τζανετάκη Γρηγοράκη και του καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη ως πληρεξουσίων της Ανατολικής Σπάρτης (Μάνης). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και την εκλογή του ανωτέρω καπετάν Γιωργάκη ως παραστάτου της Ανατολικής Μάνης. Απ. Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σσ. 267-270.
Ο Ιωάννης Καλογερόγιαννης μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπολοχαγού (αξιωματικού ΣΤ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 1352. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 86.
Ο Σπύρος Καλογερόγιαννης αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 8030, ό.π., σ. 132.
Ο Παναγής Καλογερόγιαννης τοποθετήθηκε ως λοχίας της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222.

ΚΑΛΟΠΟΘΑΚΟΣ Ν. Κατοικούσε στη Βάθεια και μαζί με άλλους κατοίκους της Κακαβουλίας υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν, Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, της 27 Ιουνίου 1831.

ΚΑΠΕΡΟΥΝΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Ρικιάνων (Ρίτσων) της Λάγιας. Αναφέρεται η Γιαννακού Καπερούναινα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 7, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201. Έκτοτε το όνομα δεν επανεμφανίζεται. Η οικογένεια Κάρκαλη θεωρείται ότι είναι κλάδος της οικογενείας Καπερούνη, της οποίας το όνομα χάθηκε. Σε ορισμένες οικογένειες υπάρχει το παρωνύμιο Καπερουνιάνοι.Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 166, 169.

ΚΑΡΚΑΤΣΙΛΗ Οιοκογένεια. (Βλέπε και Καλκατζάκου) Αποτελεί κλάδο της οικογενείας Μεσίσκλη της Νόμιας και είχε πύργο στα Τσικαλιά. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77. Ο Καρκατσίλης ή Καλκατζάκης εγκαταστάθηκε στα Τσικαλιά το 1880. Δεν υπάρχει συγγένεια με την οικογένεια Καρκατσίλη του Κούνου και Παλύρου. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 128..
Του Γεωργίου Καρκατζίλη, από την επαρχία Οιτύλου, μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του ανθυπολοχαγού με αριθ. μητρ. 3100. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 87.

ΚΑΡΛΗ ή ΚΑΡΛΕΣ Οικογένεια (Καρλιάνοι). Είχε πύργο στα Μέσα Δημαρίστηκα και από εκεί μετακινήθηκε στον Κυπριανό. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 181. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 94.

ΚΑΣΙΔΙΑΡΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στον Προφήτη Ηλία που είναι κοντά στη Λάγια. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78. Μερικοί εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Κυπριανό. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 94.

ΚΑΣΙΜΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Ξιφομαχαιριδιάνων της Λάγιας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Μαρμάρι, όπου και έχτισαν πύργο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 167 και 180. (Βλέπε: Κασσιματόπουλος)
Το 1790 αναφέρονται ο Νικολός και ο Πασχάλης Κασίμης που ήταν μαζί με το Λάμπρο Κατσώνη. Όταν στα τέλη του 1790 ο Λ. Κατσώνης έλαβε διαταγή να πάει στη Βιέννη να συναντήσει τον Ποτέμκιν άφησε το στόλο του στο Νικόλαο Κασίμη. Δ.Βαγιακάκου, Ο Λ. Κατσώνης και η Μάνη, Λακωνικαί Σπουδαί 12(1994)22. Δεν είναι γνωστό αν υπάρχει κάποια σχέση με τους Κασίμηδες της Μάνης.
Ο Βρετός Κασίμης αναφέρεται ότι στα μέσα Ιουνίου 1829 πήρε μέρος σε εμφύλια σύγκρουση μεταξύ των οίκων του Γερακάρη Μπουγιουκλάκη (Μιχαλακιάνου) από τη Λάγια και του Ιωάννη Γρηγορακόγγονα από το Πορτοκάγιο. Ο Βρετός Κασίμης ήταν με την πλευρά του τελευταίου, τον οποίο βοηθούσαν οι Μιχελιάνοι της Λάγιας, που ήταν εχθροί των Μιχαλακιάνων. Πληροφορία από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.

ΚΑΣΣΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Γεραντωνιάνων της πατριάς των Κοσμάδων της Βάθειας, που εγκαταστάθηκε στο Ακροταίναρο. Πιθανώς το όνομα προέρχεται από ομώνυμη πόλη της νότιας Γαλλίας, από όπου θα ήρθε στη Μάνη κάποιος πειρατής.
Στις παραμονές της επανάστασης του 1821 στο Μέζαπο ζούσε ο πειρατής Κάσσος (Cazzos), στον οποίο αναφέρεται ο Pouqueville. Συνόδευε τον πειρατή Κατραμάδο ή Γιάννουζα από τις Σπέτσες. Ι.Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 1, σ. 212. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 158. Ε.Μπελιά, Υπόμνημα περί Μάνης εκ των Ολλανδικών αρχείων, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1975)278 και 296.

ΚΑΤΕΛΑΝΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στο Νομιτσή της περιοχής του Ζυγού. Οικογένεια Κατελάνου κατοικούσε κια στην Κοίτα και ήταν κλάδος των Τσιγγροσαουλιάνων. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 112.
Ο Μαυροειδής Κατελάνος (Μαυροειδέας Καταλανέας;;) στις 6 Αυγούστου 1824 προβιβάστηκε στο βαθμό του εκατόνταρχου. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Εκτ., φάκ. 20 και Υπουργ. Πολέμ., φάκ. 25 και Μ.Φερέτου, Μεσσηνιακά 1(1968)438.
Του Μαυροειδή Κατελάνου, από την επαρχία Οιτύλου, μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του υπολοχαγού (αξιωματικός ΣΤ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 1486. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 86. Αναφέρεται ότι κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.
Ο Μαυροειδής Κατελάνος στις 29 Νοεμβρίου 1830 υπέγραψε στο Κουτήφαρη, μαζί με άλλους κατοίκους του Ζυγού, αναφορά υπέρ του Ιάκωβου Κορνήλιου, που ήταν τότε διοικητής της Μάνης. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 256.
Ο Μ., ο Ι. και ο Ι. Κατελάνος υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν. Εφημ. Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831, σ. 277.
Ο Ιωάννης Κατελάνος ή Κακαβούλιας από την επαρχία Οιτύλου μετά την απελευθέρωση πήρε το βαθμό του στρατιώτη με αριθ. μητρ. 3079. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες σ, 128.

ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΥ Οικογένεια. Αποτελούν κλάδο των Ρικιάνων (Ρίτσων) της Λάγιας, απ’ όπου εγκατατσάθηκαν στο Κοτράφι, το οποίο είναι ξεμόνι των Τσουκαλιών. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166-169.
Υποστηρίζεται η άποψη ότι είναι κλάδος των Λιάνων της πατριάς των Νικλιάνων. Κατσαφάδος υπάρχει και στο Λάκκο, που θεωρείται ότι είναι βαφτισιμιός του Κατσαφάδου του Κοτραφιού. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 105, 114, 128.
Ο Δημητράκης Κατσφάδος αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΚΑΨΟΚΩΛΗ Οικογένεια (Καψοκωλιάνοι). Αποτελεί κλάδο της οικογενείας Δημάρη και είχε πύργο στα Μέσα Δημαρίστηκα. Από εκεί μετακινήθηκε στον Κυπριανό. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 170 και 181. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 94.
Η Οικογένεια Καψοκώλη έχει πύργο στην Παγανέα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 80.
Ο Δικαίος Καψοκούλης από την επαρχία Γυθείου μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ, μητρ. 8063. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 132.

ΚΟΡΟΓΟΝΑ Οικογένεια. Ισχυρή οικογένεια που κατοικούσε τα Κορογονιάνικα και είχε περιουσία μέχρι τους Μουλαριούς, όπου είχε συγγενικούς δεσμούς με τις οικογένειες Γελάση, Αγγελάκου και Καρέλια. Επίσης συγγενείς ήταν οι οικογένειες Κουλουβαράκη, Καφούρη και Κωστάκου των Μπουλαριών. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 74 και 118.
Ο Παπάς-Κορογόνας, Papa Corogona, τον Ιανουάριο του 1576 υπέγραψε αναφορά-έκκληση προς τους Βενετούς για την απελευθέρωση του Μανιάτη θανατοποινίτη Νικολού Βαρυκέφαλου. Κ.Τσικνάκη, Λακ. Σπ., τ. 10, σ. 228.

Στις 18 Φεβρουαρίου 1689 στη Ζάκυνθο ζούσε ο Μιχάλης Κοροβόνας (Κορογόνας 😉 και ασκούσε το επάγγελμα του ναύτη. Δ.Βαγιακάκου, Ε.Α.Ι.Ε. Δικαίου 5(1954)75.
Το 1789 αναφέρεται ο Νικόλαος Κορογόνης από το Νομιτσή, ο οποίος ήταν αγιογράφος και εργάστηκε στο ναό της Παναγίας στο Κουσκούνι. Ν.Δρανδάκη, Λακ. Σπ., τ. 7, σ. 133. Ν.Δρανδάκη, Χριστιανικαί επιγραφαί Λακωνίας, Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1967, σ. 170.
Αναφέρονται οι Κορογονιάνοι στην κτητορική επιγραφή της Παναγίας της Τσεροβάς. Ν.Δρανδάκη, Χριστιανικαί επιγραφαί Λακωνίας, Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1967, σ. 152.

ΚΟΡΟΓΟΝΑΣ Δ. (ΚΟΝΤΟΓΟΝΑΣ). (Μήπως κλάδος της οικ. Κοντάκου της Κοίτας;; Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 112). Κατοικούσε στην Κοίτα και υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831.

ΚΟΥΒΑΡΙΑΝΟΙ – ΚΟΥΒΑΡΗ Οικογένεια. α) Ζούσαν στους Μπουλαριούς και δεν είχαν συγγένεια με τους επόμενους. β) Ήταν εγκατεστημένοι στα Μέσα Δημαρίστικα και από εκεί πήγαν στην Κοκκάλα. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 181. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 96 και 117.

ΚΟΥΒΑΤΣΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στις Ελυμπιές. Ν.Κατσκάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.

ΚΟΥΒΕΛΟΓΙΑΝΝΗ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Πηλοκωκιάνων της Λάγιας που εγκαταστάθηκε στο Πόρτο Κάγιο. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 70.

ΚΟΥΖΗΛΙΑΝΟΙ – ΚΟΥΖΗΛΟΥ Οικογένεια. Από τα Μέσα Δημαρίστικα, όπου κατοικούσαν, εγκαταστάθηκαν στον Κυπριανό. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 181.

ΚΟΥΖΟΥΝΗ Οικογένεια (Κουζουνιάνοι). Είχε πύργο στα Σκαλτσιωτιάνικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.

ΚΟΥΚΟΥΡΙΑΝΟΙ – ΚΟΥΚΟΥΡΑ Οικογένεια. Παλαιά οικογένεια από του Κάτω Μπουλαριούς, όπου είχε πύργο. Κλάδος της οι Κατσιριάνοι. Αποτελούσε κλάδο των κουτρουλιάνων της πατριάς των Νικλιάνων. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 119 και 133.

ΚΟΥΚΟΥΡΙΑΟΥΝΕ – ΚΟΥΚΟΥΡΑ Οικογένεια. Είχε πύργο στον Κούνο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76.

ΚΟΥΛΙΖΑΚΟΣ ΠΕΤΡΟΣ του Παναγιώτη. Κατοικούσε στα Παχιάνικα και μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 396.

ΚΥΡΙΑΚΑΚΗ Οικογένεια. Ο Στρατής Κυριακάκης αναφέρεται το 1715 από το χωριό Χειμάρρα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 13. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 204.
Ο Γιώργης Κυριακάκης αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Το 1719 αναφέρονται από το χωριό Πιόντες ο Μαυροειδής και ο Λεούτζης στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8 και 9. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σσ. 201-2.

ΛΑΓΑΚΗ Οικογένεια. Το 1719 από το χωριό Πιόντες αναφέρεται ο Αντώνης Λαγάκης στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.
Το 1760 αναφέρεται από τη Χώρα της Γαϊτσάς ο μοναχός Μηνάς Νικολάκη Λαγάκης, ο οποίος μόνασε στο Μοναστήρι της Σαϊδόνας Σαμοήλι, Γ.Ταβουλαρέα, Σαμοήλι-Βαϊδενίτσα, Καλαμάτα 1970, σ. 7.

ΛΕΟΥΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Το 1719 αναφέρεται από το χωριό Πιόντες ο Πόθος Λεουτζόπουλος και αργότερα ένας άλλος Λεουτζόπουλος από την Κοίτα, χωρίς βαφτιστικό στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8 και 32. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σσ. 201 και 210.

ΛΟΥΚΑΚΟΥ Οικογένεια. Αναφέρεται στα Τσικαλιά και στη Νόμια. Η οικογένεια Λουκάκου της Νόμιας αποτελεί κλάδο της οικογενείας Μεσίσκλη. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 114 και 128.
Στις 25 Ιουλίου 1824 ο Δημήτριος Λουκάκος με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και τόμ. 10, σ. 427.
Στις 19 Ιουλίου 1826, μετά τις νίκες στο Αρμυρό και στο Διρό οι πληρεξούσιοι της Μάνης, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Πανάγος Λουκάκος έστειλαν από την Τσίμοβα (Αρεόπολη) προκήρυξη με την οποία ζητούσαν να σταλούν στη Μάνη τρόφιμα και πυρομαχικά. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 150-1.
Ο Ιωάννης Π. Λουκάκος εμφανίστηκε στο Θαλάσσιο Δικαστήριο ως ιδιοκτήτης της άγκυρας της γολέτας «Ήρας» που βγήκε σε πλειστηριασμό για να αποζημιωθούν θύματα πειρατείας από σκάφη του Κατσή Μαυρομιχάλη. (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 172, απόφαση 50?18 Δεκεμβρίου 1828.) Δ.Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας και το Θαλάσσιο Δικαστήριο (1828-9), μέρος Β’, σ. 92.

ΛΥΡΑΚΗ Οικογένεια. Το 1729 από το χωριό Πιόντες αναφέρονται ο Ανδρέας και ο Λεούτζης Λυράκης στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 9. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΛΥΡΑΚΟΥ Οικογένεια (Λυριάνοι). Κατοικούσε στους Άνω Μπουλαριούς σε πύργο, είχε συγγένεια και ήταν ακουμπισμένη στους Μαντουβαλαίους. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77. Αργότερα εγκαταστάθηκε στον Γερολιμένα. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 179.

ΛΥΡΗΣ. Αναφέρεται σε διαθήκη του 1829 ως «Λύρης από Βαχό». Στ.Σκοπετέα, Ε.Α.Ι.Ε. Δικαίου 6(1955)120

ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο της γενιάς των Πηλοκωκιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 135.

ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ Οικογένεια. Μεγάλη γενιά που ανήκε στους Νικλιάνους. Στην Κοίτα ήταν εγκατεστημένος ο κλάδος του Μαντούβαλου-Μεσότριβου, όπου είχαν πύργο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76. Στους Πάνω Μπουλαριούς είχε πύργο η γενιά του Μαντούβαλου-Κουτήβελου. Κλάδοι της γενιάς αυτής ήταν ο Κουτήβελος, ο Ηλιόπουλος και ο Βασιλαράκης. Ν.Κατσικάρου, ό.π., σ. 77. Από τους Πάνω Μπουλαριούς μέρος της οικογένειας Μαντούβαλου εγκαταστάθηκε στο Γερολιμένα. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 179. Οι Μαντουβαλιάνοι αποτελούν κλάδο των Λιάνων της πατριάς των Νικλιάνων. Οι Μαντουβαλιάνοι των Μπουλαριών πολέμησαν και έδιωξαν τους Αραβουχιούς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα Ποράχια. Οι Κλάδοι της Κοίτας είναι: Μεσότριβος, Μποάκος, Ντενεζάκος (Φουνινιάνοι) και των Μπουλαριών είναι: Λιόπουλος Κουτήβελος, Βασιλαράκος και Λιράκος. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 113, 114 και 118.
Ο Ηλίας Μαντούβαλος αναφέρεται από το 1786 σε έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας: «Το 1786, το Γαλλικό εμπορικό πλοίο «Η καρδιά του Ιησού» με κυβερνήτη τον πλοίαρχο P. Madaille, έχοντας ναυαγήσει στο Γερολιμένα κοντά στο Κάβο Γκρόσσο, οδηγήθηκε μαζί με το πλήρωμά του στους μπουλαριούς, ένα χωριό σε απόσταση τριών μιλίων, ιδιοκτησίας του Ηλία Μαντούβαλου. Το καράβι, τα παλαμάρια, η εξάρτηση του πλοίου, καθώς και τα τόπια με τα υφάσματα τεμαχίστηκαν, χωρίσματα σε ίσα μερίδια και φορτώθηκαν στην πλάτη των γυναικών, που μετέφαραν ως και τα βαρέλια στα λιμέρια τους». Φ.Κ.Ο.Λ.Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα – Πελοπόννησος, Έκδ. Αφων Τολίδη, Αθήνα 1997, σ. 411.
Ο Γεωργούλιας Μαντούβαλος στις 28 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Νικολάου Βοϊδή-Μαυρομιχάλη προβιβάστηκε σε εκατόνταρχο. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 373 και τόμ. 10, σ. 441.
Μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκαν ως υπαξιωματικοί 2ας τάξεως δύο από την οικογένεια Μαντούβαλου. Ο Γεώργιος Μαντούβαλος από τους Μπουλαριούς μς αριθ. μητρ. 1442, Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 108 και ο Νικόλαος Εμμ. Μαντούβαλος από την επαρχία Οιτύλου με αριθ μητρ. 2054, ό.π., σ. 109.
Ο Νικόλαος Μαντούβαλος κατατάχθηκε στους ανθυπολοχαγούς της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222.

ΜΑΡΙΟΛΗ Οικογένεια. Ο Δρακούλης Μαριόλης αναφέρεται το 1760 από το χωριό Δρυ ως Δρακούλης Μαριολόγγονος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 50. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 216.
Η οικογένεια Μαριόλη είχε ιδιοκτησία της τη μονή του Προδρόμου στο Δρύ. Δ.Βαγιακάκου, Συμβολή εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Μάνης – Ανέκδοτα σημειώματα περί μοναστηρίων, Θεολογία 27(1965)551.
Η οικογένεια Μαριόλη είχε πύργο στο Δρύ και κλάδοι της είναι η οικογένεια Σαψάκου και Πατσαντωνάκου. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στη Μάνη, σ. 77.
Οικογένεια Μαριόλη είχε πύργο στον Κάβαλο. Ν.Κατσικάρου, ό.π., σ. 80.
Οικογένεια Μαριόλη είχε πύργο στα Κέρια που τον γκρέμισε ο Φέδερ. Ν.Κατσικάρου, ό.π., σ. 76.
Ο Γιάννης Μαριόλης από τα Κέρια, γεννημέος το 1805, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.
Ο Πέτρος Μαριόλης κατοικούσε στο Δρυ και κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Λακωνική φάλαγγα. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220. Ο Ηλίας Θεοδ. Μαριόλης από το δρυ μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 395.
Ο Κ.Κάσσης, Μοιρολογια της Μέσα Μάνης, σ. 125, αναφέρει ότι οικογένεια Μαριόλη απαντά στο Δρυ, στον Κάβαλο και στα Κέρια.

ΜΑΡΚΑΚΗ Οικογένεια. Παρουσιάζεται σε διάφορα μέρη της Μάνης.
α) Το 1690 αναφέρεται ο Ταβουλάρης Μαρκάκης (52. Tavlari Marcachi) από την περιοχή (καστελανία) της Ζαρνάτας. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 429.
β) Το 1719 στο χωριό Πιόντες αναφέρονται ο Μιχάλης και ο Λεούτζης Μαρκάκης στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8 και 9. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.
γ) Το 1670 αναφέρεται από το χωριό Μπουλαριοί ο Ηλίας Μαρκάκης στο ίδιο ημερολόγιο, φ. 44, ό.π., σ. 215.
δ) Μετά την απελευθέρωση ο Ιωάννης Μαρκάκης, από την επαρχία Οιτύλου, αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 2ας τάξεως με αριθ. μητρ. 2376. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 109.

ΜΑΥΡΟΕΙΔΑΚΟΥ ή ΡΩΣΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στις Πιόντες στη θέση Κουμάρια. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78.

ΜΑΥΡΟΚΩΤΣΟΥ Οικογένεια (Μαυροκωκιάνοι). Πατριά από τη Λάγια με κλάδους τις οικογένειες Πετρικάκου και Φινοβασίλη. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 166.
Στις 11 Αυγούστου 1815 με το πρακτικό της Λάγιας έγινε συμβιβασμός σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: α) των Μπουγιουκλιάνων και Μαυροκωκιάνων και β) των Ξαρχιάνων και Πιλοκωκιάνων. Αναφέρονται και οι Δημητράκοι, που δεν είναι γνωστοί από άλλη πηγή και υποθέτουμε ότι μπορεί να εννοεί οι Δημαροί (κάτοικοι των Δημαρίστικων). Ως εγγυητές της συμφωνίας υπέγραψαν ο Μπεηζαντές Γιωργάκης Τζαν. Γρηγοράκης, ο Γρηγόριος Τσιγκούριος-Γρηγοράκης και ο Μπας Καπετάνιος Πέτρος Μαυρομιχάλης. Κάθε μια παράταξη έδωσε από ένα παιδί ως όμηρο και δέχτηκαν ότι αν παραβίαζαν τη συμφωνία να ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν 3.000 γρόσια στους ζαπιτάδες (καπετάνιους). Εναντίον της πλευράς που θα παραβίαζε το πρακτικό θα ήταν και η γενιά των Γιαννακιάνων (Γιαννακο-Μιχελιάνων) και οι λοιποί Λαγιάτες. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί Πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)89. Αναργ.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 207.

ΜΑΥΡΟΥΤΖΟΣ ΔΗΜΟΣ. Το 1716 αναφέρεται από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαπδάκη, φ. 10. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

MEΔIKOY ή ΜΕΔΙΤΣΙ ή ΓΙΑΤΡΟΥ Οικογένεια. Μεγάλη γενιά που κατάγεται από τη Φλωρεντία της Ιταλίας. Τον 14ο αιώνα ο Πέτρος Μέδικος ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο κοντά στο Νέριο Ατζαγιόλη. Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα, όπου το όνομά του εξελληνίστηκε σε Γιατρός. Ο γιός του Νικόλαος παντρεύτηκε τη θυγατέρα του προύχοντα του τόπου Δαμιανού Φιομάχου και όλοι το 1388 βοήθησαν τον Ατζαγιόλη να κατακτήσει το δουκάτο της Αθήνας. Τιμήθηκαν γι’ αυτό με τον τίτλο de Athenes ή δε Ατέναις, τον οποίο με υπερηφάνεια πρόσθεταν αργότερα στο όνομά τους. Κατόπιν οι Μέδικοι-Γιατροί της Αθήνας εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο φέροντες τον τίτλο δε Ατέναις, ο δε γιός του Νικολάου το 1440 υπέγραφε ως Πέτρος Μέδικος-Ιατρός δε Ατέναις. Από εκεί θεωρείται ότι πήγαν στο Προστό της Κυνουρίας ή στην Κοτίτσα και ακολούθως πήγαν στο Πραστείο της Μάνη. (Ίσως η οικογένεια Αθηνάκη του Πραστείου να είναι κλάδος των Μεδίκων-Ιατρών). Θεωρείται ακόμη ότι από το Ναύπλιο έφυγαν την εποχή της πτώσης του (1540), αλλά η παρουσία των Μεδίκων στη Μάνη μαρτυρείται πριν από την πτώση του Ναυπλίου. Ο Δήμος Στεφανόπολι, Ταξίδι, σ. 168, θέλει τους Μεδίκους της Τοσκάνης καταγομένους από τη Μάνη. Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο Α.Πετρίδης, Πανδώρα 20(1870)434, γράφοντας ότι λέγεται τούτο στη Μάνη. Ο Cl.Rulhiere, Histoire de l’ anarchie de Pologne, τόμ. 3, σ. 339 κ.ε. γράφει
Γ. Γιαννακάκος-Ραζέλος, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν.
Βλέπε: Γιατρός.
Tο 1690 στη Sovana της Τοσκάνης αναφέρονται οικογένειες Δέδικου που εγκαταστάθηκαν εκεί: α) Κατερίνος Μέδικος, ετών 27, η σύζυγός του Καλιδονία, ετών 24 και η κόρη τους Κατερίνη. β) Θεόδωρος Μέδικος του Ηλία, ετών 26. γ) Μαρία χήρα Μιχαήλ Μέδικου, ετών 60, ο γιός της Ιωάννης, ετών 30, με τη γυναίκα του Μέναγα ετών 18 και τα παιδιά τους Μιχάλη και Μαρία 4 ετών.δ) Απόστολος Μιχ. Μέδικος, ετών 34, με τη σύζυγό του Αντωνία, ετών 30 και τα παιδιά τους Νικολό, ετών 8 και Γιάννη και Μαρία ετών 3. ε) Νικόλας Θωμ. Μέδικος, ετών 50, με τη σύζυγό του Λάουρα, ετών 40 και το γιό τους Θωμά, ετών 4. στ) Μάναγα χήρα Μιχαήλ Μέδικου, ετών 48. ζ) Χριστιάνα Πιέρου Μέδικου. η) Ρουμπίνα Νικόλα Μέδικου. θ) Λορέντζα Νικόλα Μέδικου. ι) Zuanna Maneta Medica. Θ.Ι.Παπαδοπούλου, Μανιάτες έποικοι στην Ιταλία τον 17ο αιώνα, Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)243 κ.ε.

ΜΕΛΑ Οικογένεια. Aπαντά σε διάφορα μέρη της Μάνης.
Αναφέρεται το 1681 από την περιοχή της Ανδρούβιστας (τ. δήμος Καρδαμύλης) σε πωλητήριο έγγραφο ο Γεώργιος Μελάς, που είχε ένα χωράφι στην περιοχή της Γιάννιτσας -τοπωνύμιο της περιοχής Κάλυβες- και το οποίο περιήλθε στην κυριότητα των μοναχών της Παγωνίτζας του Σωτήρος και το πούλησαν. Στ.Σκοπετέα, Ε.Α.Ι.Ε. Δικαίου 3(1950)78.
Άλλη οικογένεια Μελά ήταν στη Λάγια, όπου αναφέρεται ένας «Μελάς» χωρίς βαφτιστικό στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6, Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201. Η οικογένεια αυτή αποτελεί κλάδο των Ρικιάνων-Ρίτσων της Λάγιας. Οι Μελιάνοι μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα ζούσαν στα Μέσα Δημηρίστικα, όπου υπάρχει και ο πύργος της οικογενείας. Από τα Μέσα Δημαρίστικα οι Μελιάνοι και Μελόγγονες εγκαταστάθηκαν στη Σπείρα και τη Λούτσα. Η οικογένεια Μουγιάνου αποτελεί κλάδο της οικογενείας Μελά. Οι Μελιάνοι της Λούτσας είχαν συγγένεια με την οικογένεια Ρίτσου-Καλογερόγιαννη που ήταν στο Σολοτέρι. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 166, 169, 170, 181.
Ο Βασίλειος Μελάς στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και τόμ. 10, σ. 427.
Ο Γιάννης Μελάς στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και τόμ. 10, σ. 427.
Ο Γιάννης Μελάκος από τη Λάγια στις 13 Μαρτίου 1827 υπέγραψε την εκλογή του Τζανετάκη Γρηγοράκη και του καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη ως πληρεξουσίων της Ανατολικής Σπάρτης (Μάνης). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και την εκλογή του ανωτέρω καπετάν Γιωργάκη ως παραστάτου της Ανατολικής Μάνης. Απ. Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σσ. 267-270.
Ο Γιάννης Μελάς στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Την 1 Σεπτεμβρίου 1828 ο Μούγιος Σολωμού Μελάς από τα Δημαρίστηκα σκότωσε την πεθερά του Δημήτραινα Κουτζάταινα, γιατί δεν θέλησε να του δώσει μια βελέντζα της. Το φονιά περέδωσε στις αρχές ο πατέρας του και φυλακίστηκε. Πληροφορία από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.

ΜΕΝΕΝΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στον Παρασυρό. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 80.

ΜΗΤΣΑΚΟΥ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο των Μιχαλακιάνων της πατριάς των Νικλιάνων, οι οποίοι από τη Νόμια πήγαν στη Λάγια και τελικά εγκαταστάθηκαν στη Βάθεια. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 78 και 113.

ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΟΥ – ΜΙΧΑΛΑΚΙΑΝΟΙ Οκογένεια. Κατοικούσαν στην Κοίτα και τη Νόμια και ήταν οι ισχυρότεροι της πατριάς των Νικλιάνων, που επεκτάθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε διάφορα άλλα μέρη της Μάνης, περισσότερο από όλους τους άλλους. Στην Κοίτα και τη Νόμια κατοίκησαν οι κλάδοι: α) Ζωάκος, β) Σαλπέας, γ) Βασιλάκος, δ) Δρακουλαράκος και ε) Ανδρουτσάκος. Στο Μέζαπο α) Αρναούτης και β) Δικαιάκος. Στο Ψείο ο Κυραγιάννης. Στον Κότσυφα και τη Μίνα ο Μιχαλέας. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 105, 113, 114 και 122.
Οι Μιχαλακιάνοι της Νόμιας αλλά και οι Μιχαλακιάνοι της Βάθειας στις 15 Αυγούστου 1806 υπέγραψαν το υποσχετικό του Αντωνόμπεη. Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινων της Μάνης, 1858, σ. 45.
Αναφέρεται Μιχαλακάκος, χωρίς βαφτιστικό, από το δήμο Μέσης ο οποίος υπολογιζόταν ότι πριν από την επανάσταση μπορούσε να κινητοποιήσει 800 άνδρες. Δ.Αλεξανδράκου, Ιστορία της Μάνης, σ. 62.

ΜΙΧΑΛΟΛΙΑ Οικογένεια. Είναι συγγενής του Ζαγοριανάκου από την Τσεροβά και εγκαταστάθηκε στα Κορογονιάνικα. Πήγε και στους Μπουλαριούς. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 74 και 133.

ΜΙΧΕΛΑΚΗ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο της πατριάς των Μιχελιάνων (Μιχελή) της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166.
Ο Γιάννος Μιχελάκης αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.
ΜΙΧΕΛΕΤΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ. Τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Γαλάνη Κουμουνδουράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΜΙΧΕΛΗ Οικογένεια (Μιχελιάνοι). Μεγάλη πατριά της Λάγιας με κλάδους τις οικογένειες Βοϊδονικόλα, Καβληδόνη, Μιχελάκη και Ποντικάκη. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166.
Παπά-Μιχελής από το Ζυγό της Μάνης. Papa Michiel da Sigo. Τον Ιανουάριο του του 1576 υπέγραψε αναφορά-έκκληση προς τους Βενετούς για την απελευθέρωση του Μανιάτη θανατοποινίτη Νικολού Βαρυκέφαλου. Κ.Τσικνάκη, Λακ. Σπ., τ. 10, σ. 228.
Ένας Μιχελής χωρίς βαφτιστικό αναφέρεται το 1704 από τη Μεγάλη Μαντίνεια με ετήσια παραγωγή 80 κροντήρια λάδι. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 129.

ΜΟΥΓΑΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΜΟΥΓΙΑΚΟΥ Οικογένεια. Κλάδος των Ρίτσων-Ρικιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166. Κλάδος της οικογενείας εγκαταστάθηκε στον Πολεμίτα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 105.

ΜΟΥΓΙΑΝΟΙ Οικογένεια. Αποτελούν κλάδο των Λεκιάνων της Ανατολικής Μάνης. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 175.

ΜΟΥΡΚΑΚΗ ή ΜΟΥΡΚΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Παχιάνικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79. Η οικ. Μουρκάκου αποτελεί κλάδο των Καντηριάνων της πατριάς των Νικλιάνων των Καλονιών. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 96 και 115. Οικογένεια Μουρκάκου ήταν και στον Κούνο, ό.π., σ. 135.
Ο Θωμας Μουρκάκος στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.

ΜΟΥΣΑΚΗ Οικογένεια. Αναφέρονται το 1760 από το χωριό Κορογονιάνικα ο Γιάννης, ο Δήμος και ο Θοδωρής στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 48. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 215.
ΜΟΦΟΡΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Κορακιάνικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 82. Αναφέρεται η οικ. Μόφορη στα Κορακιάνικα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 96.

ΜΠΑΛΙΤΣΑΡΗ Οικογένεια. Αναφέρεται στο Ξούμερο και στο Νύφι. Θεωρείται ότι προέρχεται από τους Κοντόσταβλους. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 103. Είχε πύργο στην Καφιόνα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 82.
Ο Νικόλαος Μπαλιτσάρης από την επαρχία Οιτύλου μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 8801. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 138.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΑΝΝΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στο Καυκί. Ν.Κατσικάρου, Η Βεντέττα στην Μάνη, σ. 79. Το 1805 έχτισαν τον πύργο τους στη θέση Κοτρωνάκι. Πρώτα έμεναν στα Πάνω Παχιάνικα. Τους έδιωξαν οι Καντηριάνοι και πήγαν στα Κάτω Παχιάνικα. Οι Καντηριάνοι θέλαν να τους διώξουν και από εκεί. Οι Μπαρμπαγιανναίοι συμμάχησαν με τους Μιχαλακιάνους και Μουσταφιάνους, που ήταν και αυτοί Νικλιάνοι, όπως οι Καντηριάνοι. Για να μη γίνει πόλεμος μεταξύ των Νικλιάνων έγινε συμβιβασμός. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 172-3.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Μπαρμπαγιαννάκου κατοικούσε στη Χώρα και το Ξωχώρι. Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικαί Σπουδαί 13(1996)143-6.

ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΛΗ ή ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ Οικογένεια (Μπουγιουκλιάνοι). Είναι Νικλιάνοι από τη γενιά των Μιχαλακιάνων. Συμμάχησαν με τους Ρικιάνους της Λάγιας, οι οποίοι είχαν πόλεμο με τους τοπικούς τους αντιπάλους τους Μιχελιάνους και εγκαταστάθηκαν εκεί. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 150 και 167.
Ο Γερακάρης (Γιανακάρης) Μπουγιοκλάκης στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του ταξιάρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366-7 και τόμ. 10, σ. 427.
Ο Γερακάρης Μπουγιουκλάκης κατοικούσε στη Λάγια. Στις 28 Οκτωβρίου 1825 υπέγραψε την εκλογή ως παραστάτη του καπ. Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη, ως πληρεξουσίων δε του καπ. Δημήτρη Δραγωνάκου-Γρηγοράκη και του Παύλου Στεφανάκου. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 216.
Ο Γερακάρης Μπουγιουκλάκης, από τη Λάγια, στις 13 Μαρτίου 1827 υπέγραψε την εκλογή του Τζανετάκη Γρηγοράκη και του καπετάν Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη ως πληρεξουσίων της Ανατολικής Σπάρτης (Μάνης). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και την εκλογή του ανωτέρω καπετάν Γιωργάκη ως παραστάτου της Ανατολικής Μάνης. Απ. Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σσ. 267-270.
Ο Γερακάρης Μπουγιουκλής το 1828 ήταν δημογέροντας της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, ό.π., σ. 168.
Στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο ήταν δύο «συντροφίες» των Μιχαλακιάνων (Νικλιάνοι) και των Γρηγορακιάνων, οι οποίες αντιμάχοντο από παλαιά. Για το λόγο αυτό υπήρχε στον Κότρωνα φρουρά που εχρηματοδοτείτο από το Τζανετάκη Γρηγοράκη. Η φρουρά υποστήριζε του Μιχαλακιάνους και έδωσε αφορμές να εκραγούν ταραχές περί τα μέσα Ιουνίου 1829 στη Λάγια και στο Πόρτοκάγιο. Ως πρωταίτιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο οι εξής: Γερακάρης Μπουγιουκλάκης, Κώστας Ορφάνης, Μήτζος Γερακάρης, Ιωάννης Γρηγορακόγγονας, Ηλίας Δεκουλάκος, Μ. Ιατρός και Βρετός Κασίμης. Περί τα τέλη Ιουλίου 1829 άρχισε και άλλος πόλεμος μεταξύ των οίκων του Γερακάρη Μπουγιουκλάκη και του Ιωάννη Γρηγορακόγγονα, για ένα συκόφυτο και μερικά μάρμαρα. Από μεν την πλευρά του Μπουγιουκλάκη σκοτώθηκε ο αδελφός του και ο Καλαμποκάκος, από δε την πλευρά των Μιχαλακιάνων (Μιχαλακιάνοι ήταν οι Μπουγιουκλάκηδες, θα έπρεπε να γράφει Μιχελιάνοι που ήταν αντίπαλοί τους και προφανώς συμμάχησαν με τους Γρηγορακιάνους ή Γρηγορακόγγονες) ο Ηλίας Δεκουλάκος και έξη τραυματίστηκαν. Τελικά συμβιβάστηκαν. Πληροφορίες από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.
Ο Γερακάρης Μπουγιουκλάκης στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.
Ο Γερακάρης Μπουγιουκλάκης στις 30 Σεπτεμβρίου 1830 υπέγραψε έγγραφο ως επαρχιακός δημογέροντας Ανατολικής Μάνης. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη – Γρηγοράκη, σ. 299.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1831 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι πρότεινε στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης να ζητήσει από την Κυβέρνηση να σταλούν στρατιωτικά διπλώματα Α’ και Β’ τάξεως σε κατοίκους της Ανατολικής Μάνης, που τους είχαν μέχρι τότε παραβλέψει. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γερακάρης ή Μαυρουδής Μπουγιουκλάκης για δίπλωμα Α’ τάξεως. ΓΑΚ, Ιστ. Αρχ. Βλαχογ., φάκ. 221, αριθ. εγγρ. 174.
Ο Γιάννος Μπουγιουκλάκης, από τη Λάγια, στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό του πεντηκόνταρχου. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 367 και τόμ. 10, σ. 427.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1831 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι πρότεινε στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης να ζητήσει από την Κυβέρνηση να σταλούν στρατιωτικά διπλώματα Α’ και Β’ τάξεως σε κατοίκους της Ανατολικής Μάνης, που τους είχαν μέχρι τότε παραβλέψει. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γιάννης Μπουγιουκλάκης για δίπλωμα Β’ τάξεως. ΓΑΚ, Ιστ. Αρχ. Βλαχογ., φάκ. 221, αριθ. εγγρ. 174.
Ο Γιάννης Δ. Μπουγιουκλάκης από την επαρχία Γυθείου αναγνωρίστηκε ως υπολοχαγός (αξιωματικός ΣΤ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 1423. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 90. Τοποθετήθηκε ως υπολοχαγός της Λακωνικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.

ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΛΗΣ. Αναφέρεται από τη Νόμια στο ημερολόγιο του Παπδάκη, φ. 34. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 211.
ΜΠΟΥΡΔΑΚΟΥ Οικογένεια. Προέρχεται από τους Πηλοκωκιάνους της Λάγιας και εγκαταστάθηκε στο Πόρτο Κάγιο. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 70.

ΜΠΟΥΡΔΙΑΝΟΥ ;; Οικογένεια. Είχε πύργο στο Μοναστήρι του Πόρτοκάγιο, πάνω σε κάστρο στη θέση Πυλιάνοι, που είναι κοντά στο Αχίλλειο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στη Μάνη, σ. 78.

ΜΠΟΥΦΟΥ ή ΜΠΟΦΟΥ Οικογένεια. Προέρχεται από την οικογένεια Κορογόνα και ήταν εγκατεστημένη στους Μπουλαριούς. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 133. Βλέπε όνομα Μπόφου.

ΜΠΟΦΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Κορογονιάνικα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78.
Αναφέρεται ο Δημήτρης Μπόφος ή Μπουφέας σε λιανοτράγουδο, ότι πήγε στη Βέργα με Μανιάτες και χτύπησε ανελέητα τους Αιγύπτιους. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 174. Μετά την απελευθέρωση οικογένεια Μπουφέα κατοικούσε στα Γιαννιτσάνικα της Καλαμάτας.

ΝΙΚΛΙΑΝΟΙ ή ΝΙΚΛΟΥ Οικογένεια. Μεγάλη και πολύκλαδη πατριά της Μάνης, αλλά όχι και η μόνη, όπως λαθεμένα αναφέρεται από ορισμένους. Δεν είναι σωστό ότι οι Μανιάτες διακρίνονται σε Νικλιάνους και αχαμνόμερους ή φαμέγιους, αλλά σε μεγαλογεννήτες και αχαμνόμερους η φαμέγιους. Οι Νικλιάνοι ή Νίκλοι ανήκαν στους μεγαλογενήτες και κατοικούσαν στα χωριά Κοίτα, Νόμια, Πάνω Μπουλαριούς και Μπραγκιά, που αποτελούσαν το 1618 το Νικλιάνικο. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί Μάνης, σ. 585.
Κλάδοι της πατριάς των Νικλιάνων είναι οι Μιχαλακιάνοι (από το Μιχαλάκος), οι Λιάνοι (από το Λιάκος), οι Γιαννακομιχελιάνοι, οι Τσιγκροσαουλιάνοι, οι Κουτρουλιάνοι και οι Καντηριάνοι που επεκτάθηκαν σε όλη τη νοτιότερη Μάνη. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 110.
Ο Σ. Κουγέας διατύπωσε την υπόθεση ότι προέρχονται από το Νικόλαο Σαιντ Ομέρ, ο οποίος είχε δύο γιούς το Λία και το Μιχάλακα από τους οποίους προέρχονται οι δύο κλάδοι των Νικλιάνων, οι Λιάνοι και οι Μιχαλακιάνοι. Η υπόθεση αυτή σήμερα δεν ευσταθεί. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 142.
Από το Νικλιάνικο σκόρπισαν και στα γειτονικά χωριά για να αποκτήσουν συγγενείς από τις επιγαμίες και αύξησαν την επιρροή τους. Μετά την απελευθέρωση οι Νικλιάνοι ήταν η ισχυρότερη γενιά και έδωσε σε ορισμένους την ψευδή εντύπωση ότι ήταν οι μόνοι «ευγενείς». Στα προηγούμενα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Νίκλοι ήταν μια από τις ισχυρές οικογένειες, που δεν μπορούσε να συγκριθεί με τους Στεφανόπουλους ή τους Γιατρούς-Μέδικους, οι οποίες ήταν πιο αξιόλογες.
Στη Βενετία ήταν το 1533 ο Τζώρτζης Νίκλος. Αντ.Μπάρδου, Αλφαβητικός κατάλογος των πρώτων μελών της Ελληνικής αδελφότητας Βενετίας από το κατάστιχο 129 (1498-1530), Θησαυρίσματα 16(1979)362 και 17(1980)192.
Από τους Νίκλους που έμειναν στη Μάνη αναφέρονται οι ακόλουθοι:
Ο Κωνσταντής Νίκλος το 1582 υπέγραψε μαζί με άλλους Μανιάτες επιστολή προς τον Πάπα της Ρώμης. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 2(1905)397. Απ. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 44.
Στις 9 Οκτωβρίου 1612 ο Γέρο-Γιώργος, ο Νικόλαος και ο Χρήστος Νίκλος υπέγραψαν υποσχετικό ότι θα στέλνουν γεράκια στο δούκα του Νεβέρ. Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 54.
Δύο με το όνομα Δημήτρης Νίκλος υπέγραψαν εξουσιοδότηση στον Πέτρο Μέδικο-Γιατρό να τους εκπροσωπήσει στο δούκα του Νεβέρ. Ο πρώτος υπέγραψε: «Κ’ εγώ Δημήτρης Νίκλος με τη γενεά μου προσκηνώ την υψηλότητά σου αφεντία» και ο δεύτερος: «Και εγώ Δημήτρης Νίκλος προσκηνώ την υψηλότη σου αφεντία με τη γενεά μου όλην και με τον τόπον». Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 68.
Το 1793 ο Αναγνώστης Καλκαντάκης-Νίκλος εικονογράφησε την εικόνα του Ιωάννου προδρόμου στο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρυουπόλεως. Ρ.Ετζέογλου, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)30.

Πολλοί από τους Νίκλους μετανάστευσαν στη Ζάκυνθο και το 1595 αναφέρεται Νικόλαος Νίκλος φαρμακοποιός. Λ.Ζώη, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου. Λεπτομερέστερα τους Νίκλους που έζησαν στη Ζάκυνθο μελέτησε ο Δ.Βαγιακάκος, Ε.Α.Ι.Ε. Δικαίου 5(1954)3-96 και 6(1955)3-92.
Ο Λέων Νίκλος αναφέρεται το 1521 και είναι ο αρχαιότερος της οικογενείας που έζησε στη Ζάκυνθο. ό.π., 5(1954)10.
Ο Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Στρατή υπέγραψε εξοφλητικό έγγραφο στις 29 Μαΐου 1653. ό.π., σ. 25.
Ο Γεώργιος Νίκλος του ποτέ Βρετού στις 5 Ιουνίου 1659 συνέταξε τη διαθήκη του. ό.π., σ. 27.
Ο Μιχαήλ Νίκλος του ποτέ Γεωργίου έμεινε κληρονόμος του πατέρα του στις 5 Ιουνίου 1659, ό.π., σ. 28.
Ο Ιωάννης Νίκλος του ποτέ Μιχαήλ στις 2 Φεβρουαρίου 1663 παραιτήθηκε από αγωγή που είχε υποβάλλει. ό.π., σ. 32.
Ο Λίας Νίκλος του ποτέ Γεωργίου από τους Μπουλαριούς στις 24 Απριλίου 1663 μίσθωσε την εργασία του, ό.π., σ. 32.
Ο Λίας Νίκλος του ποτέ Αναγνώστη στις 30 Αυγούστου 1663 έκανε δωρεά σε αναδεξιμιό του. Ως μάρτυρας υπέγραψε ο Λέος Νίκλος, ό.π., σ. 36.
Ο Πέτρος Νίκλος του ποτέ Μιχαήλ στις 28 Μαΐου 1665 συνέταξε πληρεξούσιο, ό.π., σ. 37. Είχε ανιψιό το Μιχάλη Νίκλο του Λιά, σ. 42.
Ο Γεωργάκης Νίκλος του ποτέ Λία στις 28 Αυγούστου 1665 συνφώνησε σε κανονισμό σχέσεων συμπλοικτησίας, ό.π., σ. 39.
Ο Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Λιά από την Κοίτα στις 29 Μαΐου 1670 μίσθωσε την εργασία του, ό.π., σ. 41. Είχε θείο τον Πέτρο Νίκλο του Μιχαήλ.
Ο Βασίλης Νίκλος και ο Σκαλκός Βασιλείου Νίκλος αναφέρονται σε έγγραφο της 3 Αυγούστου 1670, ό.π., σ. 42. Ως μάρτυρας υπέγραψε ο Μιχάλης Νίκλος.
Ο Μιχάλης Νίκλος στις 19 Νοεμβρίου έκανε συμφωνία για την καλλιέργεια κτημάτων, ό.π., σ. 43.
#Ο Βρετός Νίκλος του ποτέ Γιάννη στις 5 Δεκεμβρίου 1671 αγόρασε μια βάρκα, ό.π., σ. 44.
Η Αναστασούλα χήρα του ποτέ Γεωργίου Νίκλου στις 10 Δεκεμβρίου 1671 συνήψε προικοσύμφωνο, ό.π., σ. 46.
Ο Δικαίος Νίκλος συμφώνησε στις 27 Δεκεμβρίου 1671 να πάει για παραδουλεύτρα η αδελφή του Σταμάτα, ό.π., σ. 48.
Ο Πέτρος Νίκλος του ποτέ Νικόλα και ο γιός του Αντώνης Νίκλος στις 25 Μαρτίου 1672 συμφώνησε σε μίσθωση εργασίας, ό.π., σ. 49.
Ο Νικόλας Νίκλος του ποτέ Γιάννη στις 10 Ιουνίου 1672 συμφώνησε σε σύναψη δανείου, ό.π., σ. 50.
Ο Μάρκος Νίκλος στις 24 Ιανουαρίου 1673 παραιτήθηκε από αγωγή, ό.π., σ. 51.
Ο Νικόλας Νίκλος δάνεισε χρήματα στις 11 Φεβρουαρίου 1674, ό.π., σ. 51 και πάλι στις 24 Μαΐου 1674, ό.π., σ. 53.
Ο Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Γιάννη στις 16 Απριλίου 1674 αγόρασε μερίδιο πλοίου, ό.π., σ. 52. Ο ίδιος στις 16 Οκτωβρίου 1678 συμβιβάστηκε με την κουνιάδα του Κυριακή χήρα του ποτέ Κώστα Νίκλου, ό.π., σ. 55. Ο ίδιος έκανε συμβιβασμό στις 3 Απριλίου 1583, ό.π., σ. 60 και πάλι ο ίδιος στις 7 Ιανουαρίου 1683??????? εξόφλησε χρέη του, ό.π., σ. 62.
Ο Λουκάς Νίκλος στις 29 Μαρτίου 1678 δάνεισε χρήματα, ό.π., σ. 53.
Ο Νικολός Νίκλος του ποτέ Θεοδωρή στις 14 Σεπτεμβρίου 1674 συνήψε μίσθωση εργασίας, ό.π., σ. 54.
Ο Προκόπης Νίκλος του Μιχελή στις 12 Δεκεμβρίου 1679 παραιτήθηκε από αγωγή εναντίον του Δημητρίου Αβούρη, σ. 56 και στις 7 Νοεμβρίου 1680 έκανε μίσθωση εργασίας, ό.π., σ. 57.
#Ο Μιχάλης Νίκλος στις 27 Δεκεμβρίου 1680 αγόρασε μια βάρκα, ό.π., σ. 58.
Εναντίον του Λεούτζη Νίκλου είχε υποβληθεί αγωγή που ανακλήθηκε στις 19 Ιουλίου 1681, ό.π., σ. 59.
Ο Γιώργος Νίκλος στις 23 Απριλίου 1684 παραιτήθηκε από αγωγή που είχε υποβάλλει, ό.π., σ. 62.
Ο Μιχάλης Νίκλος στις 8 Ιουλίου 1685 αντάλλαξε ένα άλογο με 17 1/2 σταμνιά κόκκινο κρασί, ό.π., σ. 63.
Ο Γιώργος Νίκλος του ποτέ Μιχαήλ στις 10 Νοεμβρίου 1685 έκανε μίσθωση εργασίας, ό.π., σ. 63.
Ο Μιχάλης Νίκλος στις 8 Μαϊου 1686 ενοικίασε μισό σπίτι, ό.π., σ. 64.
Η Έλενα χήρα Μιχάλη Νίκλου και ο Τζανέτος Νίκλος του ποτέ Μάρκου στις 12 Νοεμβρίου 1686 συνέστησαν εταιρεία, ό.π., σ. 65.
Ο Λίας Νίκλος – Κρίζος στις 22 Ιουλίου 1687 συνέταξε τη διαθήκη του, ό.π., σ. 65.
Ο Γιάννης Νίκλος του Γεωργάκη στις 18 Φεβρουαρίου 1688 συμφώνησε να παντρευτεί την Μαρούλα Δημάκη Κοντόσταβλου, ό.π., σ. 68.
Ο Κωνσταντής Ιωάν. Νίκλος στις 23 Νοεμβρίου 1688 υπέγραψε προικοσύμφωνο για να πάρει την Κρητικής καταγωγής Αννεζίνα Παπαδοπούλου, χήρα του Μανώλη Ξωμερίτη (;Σωμερίτη), ό.π., σ. 71.
Ο Γιάννης Νίκλος του ποτέ Μάρκου στις 12 Φεβρουαρίου 1689 και στις 18 Φεβρουαρίου συνέστησε εταιρείες, ό.π., σσ. 74 και 75.
Ο Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Λουκά στις 26 Φεβρουαρίου 1690 ξεπληρώθηκε για δάνειο που είχε χορηγήσει, ό.π., σ. 75.
Ο Προκόπης Νίκλος στις 28 και 29 Ιουλίου 1690 παρέλαβε τα προικιά της συζύγου του Άννας, ό.π., σσ. 76-78. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1690 η Άννα σύζυγος Προκόπη Νίκλου συνέταξε τη διαθήκη της, ό.π., σ. 80.
Ο Λεούτζης Δήμου Νίκλος στις 2 Οκτωβρίου 1690 συμφώνησε να μάθει την τέχνη του μαραγκού, ό.π., σ. 80.
Ο Γιάννης Νίκλος του ποτέ Θοδωρή στις 9 Μαρτίου 1695 συνέταξε τη διαθήκη του και πέθανε στις 13 Μαρτίου 1696, ό.π., σσ. 82 και 84.
Ο Δημήτρης Νίκλος του ποτέ Γιάννη στις 2 Ιανουαρίου 1697 παραιτήθηκε από αγωγή, ό.π., σ. 84.
Ο Προκόπης Νίκλος στις 29 Ιανουαρίου 1699 χορήγησε δάνειο και έλαβε τα χρήματά του στις 30 Νοεμβρίου 1700, ό.π., σ. 85.
Η Βικτώρια χήρα του ποτέ Μιχαήλ Νίκλου στις 26 Μαρτίου 1699 συνέταξε τη διαθήκη της, ό.π., σσ. 86-88. Φαίνεται ότι είχε παιδιά τον Προκόπη, το Θοδωρή και την Καλίτζα. Από πράξη της 16 Ιανουαρίου 1712 φαίνεται ότι η Καλίτζα είχε και άλλη αδελφή την Αναστασούλα. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1705 ο Θοδωρής με την Καλίτζα άλλαξαν κτήματα, ό.π., σ. 89 και στις 18 Σεπτεμβρίου 1705 ο Θοδωρής πούλησε το κτήμα που είχε αλλάξει, ό.π., σ. 92. Ο Προκόπης Νίκλος στις 16 Ιουλίου 1707 πούλησε χωράφι, ό.π., σ. 95.
#Ο Γιάννης Νίκλος στις 12 Οκτωβρίου 1699 συμφώνησε να του κατασκευάσουν μια βάρκα, ό.π., σ. 88.
Ο Πέτρος Νίκλος στις 26 Φεβρουαρίου 1707 έδωσε τα χρήματα που είχε δωρήσει η σύζυγός του Αντωνίτζα Μπότζα,(Βοζή;) ό.π., σ. 95.
Ο Γεωργάκης Νίκλος φούρναρης στις 9 Οκτωβρίου 1707 δανείστηκε χρήματα, ό.π., σ. 96.
#Ο Γιάννης Νίκλος καραβοκύρης στις 19 Ιανουαρίου 1708 αναφέρεται σε αγορά πλοίου, Β.Βαγιακάκου, Ε.Α.Ι.Ε. Δικαίου 6(1955)3. Στις 21 και στις 25 Φεβρουαρίου 1708 αναφέρεται στη διαθήκη της πεθαράς του Παρασκευής χήρας Δημ. Κοντόσταβλου, ό.π., σσ. 4 και 6. Στις 11 Μαΐου 1709 έκανε συμφωνία ναύλωσης, ό.π., σ. 9. Στις 30 Νοεμβρίου 1709 συμβιβάστκε με το Γιώργο Κοντόσταβλο καραβοκύρη, ό.π., σ. 14. Στις 10 Αυγούστου 1710 ανέλαβε πληρεξούσιος της Μαρίας χήρας του ποτέ Γεωργίου Νομικού, ό.π., σ. 17. Στις 5 Ιανουαρίου 1711 αναφέρεται σε δάνειο, ό.π., σ. 20. Στις 28 Ιανουαρίου 1712 και στις 7 Οκτωβρίου 1714 όρισε πληρεξουσίους του, ό.π., σσ. 24 και 26.
Ο Δημήτρης Νίκλος του ποτέ Γεωργίου στις 8 Απριλίου 1709 αναφέρεται σε παραχωρητήριο, ό.π., σ. 6.
Η Ρόδω χήρα του ποτέ Γιάννη Νίκλου στις 3 Μαΐου 1709 συνέταξε διαθήκη, ό.π., σ. 8.
Ο Προκόπης και ο Θοδωρής Νικλαίοι του ποτέ Μιχαήλ στις 25 Μαΐου 1709 αναφέρονται σε ενοικίαση κτήματος (σεμπρία), ό.π., σ. 11. Στις 23 Νοεμβρίου 1709 αναφέρονται σε αγοραπωλησία ακινήτου, ό.π., σ. 13. Στις 19 Νοεμβρίου 1710 αναφέρονται σε χορήγηση δανείου, ό.π., σ. 19.
Η Αντριάνα χήρα Δημήτρη Νίκλου και ο γιός της Άγγελος στις 25 Σεπτεμβρίου 1709 αναφέρονται σε ενοικίαση κτήματος (σεμπρία), ό.π., σ. 11.
Ο Γιωργάκης Νίκλος φούρναρης (βλέπε και ανωτέρω) στις 20 Οκτωβρίου 1709 ανέλαβε να διδάξει την τέχνη του σε νέο, ό.π., σ. 12.
Ο Προκόπης Νίκλος (βλέπε και ανωτέρω) στις 11 Απριλίου 1710 συνέστησε εταιρεία, ό.π., σ. 16. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1710 πούλησε αγροτικά προϊόντα, ό.π., σ. 18. Στις 5 Αυγούστου 1711 έκανε συμφωνητικό, ό.π., σ. 21. Στις 16 Ιανουαρίου 1712 αναφέρεται ως μάρτυρας, ό.π., σ. 24. Στις 2 και στις 9 Οκτωβρίου 1715 ενοικίασε κτήματα, ό.π., σ. 27. Επίσης στις 15 Δεκεμβρίου 1715, ό.π., σ. 28 και στις 3 Μαρτίου 1717, ό.π., σ. 29. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1718 προσυπέγραψε συμβιβασμό του ανιψιού του, ό.π., σ. 33. Στις 18 Ιανουαρίου 1723 και στις 14 Μαρτίου 1723 υπέγραψε συμφωνητικά, ό.π., σ. 38. Στις 18 Ιουλίου 1723 ενοικίασε σπίτι του, ό.π., σ. 42.
Ο Αναστάσης Νίκλος στις 23 Σεπτεμβρίου 1710 και στις 26 Σεπτεμβρίου 1711 αναφέρεται σε αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων, ό.π., σσ. 19 και 21. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1714 του έγινε δωρεά, ό.π., σ. 25.
Ο Θοδωρής Νίκλος στις 28 Ιανουαρίου 1711 χορήγησε δάνειο, ό.π., σ. 20.
Ο Αναστάσης ντε Λιά Νίκλος στις 10 Δεκεμβρίου 1711 δέχθηκε εγγύηση για δάνειοδότηση, ό.π., σ. 21-2. Ο Αναστάσης Νίκλος του ποτέ Ηλία στις 17 Μαρτίου 1723 δάνεισε χρήματα, ό.π., σ. 40. Στις 18 Δεκεμβρίου 1724 μίσθωσε ακίνητο, ό.π., σ. 43.
Η Καλίτζα θυγάτηρ του Μιχάλη Νίκλου στις 16 Ιανουαρίου 1712 πούλησε ακίνητο και αναφέρεται η αδελφή της Αναστασούλα και ο αδελφός της Προκόπης, ό.π., σσ. 22-24.
Ο Νικολός Νίκλος μαραγκός στις 13 Απριλίου 1712 και στις 28 Απριλίου 1727 ανέλαβε να διδάξει την τέχνη του σε νέους, ό.π., σσ. 25 και 47. Στις 19 Μαΐου 1745 πάλι ανέλαβε να διδάξει την τέχνη του, ό.π., σ. 55.
Ο Νικολός Νίκλος του Λουκά στις 2 Οκτωβρίου 1717 ενοικίασε αγρό, ό.π., σ. 30.
Ο Τζανέτος Νίκλος από τη Μάνη (κατοικούσε στη Μάνη) στις 31 Ιανουαρίου 1718 υπέγραψε συνυποσχετικό, ό.π., σ. 32.
O Nικολός Νίκλος στις 28 Απριλίου 1718 ήταν μάρτυρας, ό.π., σ. 33. Στις 24 Οκτωβρίου 1722 παραιτήθηκε από αγωγή που είχε υποβάλλει, ό.π., σ. 37. Στις 6 Αυγούστου 1725 αναφέρεται σε αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων, ό.π., σ. 43.
Ο Λουκάς Νίκλος στις 28 Οκτωβρίου 1718 έκανε το προικοσύμφωνο για την κόρη του Σταματούλα, ό.π., σ. 34.
Ο Δημήτρης Νίκλος στις 7 Σεπτεμβρίου 1721 έλαβε μέρος σε αγοραπωλησία, ό.π., σ. 36. Στις 19 Νοεμβρίου 1723 εξόφλησε δάνειο, ό.π., σ. 42. Στις 5 Νοεμβρίου 1726 πώλησε διά πρακτόρων, ό.π., σσ. 44 και 45.
Ο Γιάννης Νίκλος του ποτέ Γιωργάκη στις 7 Μαρτίου 1723 συνέταξε τη διαθήκη του, ό.π., σ. 39.
Η Καλομοίρα χήρα του Θοδωρή Νίκλου στις 29 Μαΐου 1723 έκανε το προικοσύμφωνο της κόρης της Μαρινέττας. Αναφέρεται και ο γιός της Θεόδωρος Νίκλος, ό.π., σσ. 40 και 41. Φαίνεται ότι ο Μιχαήλ Νίκλος απέκτησε τον Προκόπη (που είχε ανηψιό Θεόδωρο) και το Θοδωρή. Ο τελευταίος παντρεύτηκε την Καλομοίρα και από αυτους γεννήθηκαν η Μαρινέττα και ο Θεόδωρος.
Ο Αναστάσης Νίκλος στις 11 Ιουνίου 1723 αναφέρεται σε ενοικίαση αγρών (σεμπρία) και στις 2 Ιουλίου 1723 διέλυσε εταιρεία, ό.π., σ. 41.
Ο Αγγελής Νίκλος στις 23 Μαρτίου 1727 έκανε συμβιβασμό για μια βάρκα, ό.π., σ. 45. Πάλι συμβιβάστηκε στις 18 Αυγούστου 1730, ό.π., σ. 50. Στις 5 Νοεμβρίου 1735 αναφέρεται σε αγοραπωλησία, σ. 53. Στις 10 Οκτωβρίου 1740 και στις 13 Αυγούστου 1742 αναφέρεται καραβοκύρης και όρισε πληρεξούσιό του, ό.π., σ. 54. Στις 19 Μαΐου 1746 ως καραβοκύρης έκανε δήλωση, ό.π., σ. 56.
Ο Δημήτρης Νίκλος του ποτέ Γεωργίου στις 25 Απριλίου 1727 χορήγησε δάνειο, ό.π., σ. 46. Στις 12 Μαΐου 1730 συμπλήρωσε τη διαθήκη του, ό.π., σ. 49.
Ο Νικόλας Νίκλος του Παναγιώτη στις 24 Ιανουαρίου 1728 συμφώνησε να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη, ό.π., σ. 48.
Ο Πιέρος Νίκλος του Αναστασίου στις 16 Ιανουαρίου 1733 ενοικίασε αγρό, ό.π., σ. 51.
#Ο Δημήτρης Νίκλος στις 13 Μαΐου 1733 συνέστησε εταιρεία, ό.π., σ. 52. Ως καραβοκύρης αναφέρεται σε συνυποσχετικό, ό.π., σ. 53.
Η Ρούσα Νίκλου του ποτέ Πιέρου στις 11 Ιουλίου 1787 συνέταξε τη διαθήκη της και αναφέρονται οι κόρες της Λαμπρινή και Μηλιά, ό.π., σ. 57-8.
Η Λουτζιέτα Νίκλου στις 3/15 Απριλίου 1816 έκανε παραχώρηση της περιουσίας της, ό.π., σ. 59.
Η Κατίνα Νίκλου του ποτέ Ευσταθίου Νίκλου-Μπράτη στις 13/25 Απριλίου 1816 έκανε προικοσύμφωνο για το γάμο της, ό.π., σσ. 60 και 63. Οικογένεια Μπράτη και Μπρατάκου υπάρχει στην Κοίτα.
Ο Νικόλαος Νίκλος του ποτέ Πέτρου στις 17/29 Ιανουαρίου 1817 χειραφέτησε το γιό του Πέτρο, ό.π., σ. 62.
Ο Νικόλαος Νίκλος – Φινωμένος στις 18/30 Ιουνίου 1817 ανέθεσε πληρεξουσιότητα, ό.π., σ. 66.
#Ο Διονύσιος Νίκλος – Μπράτης στις 7 Ιουλίου 1818 αναφέρεται σε πώληση πλοίου, ό.π., σ. 68. Στις 27 Ιουνίου / 9 Ιουλίου 1818 συνέστησε εταιρεία, ό.π., σ. 69. Στις 16/28 Σεπτεμβρίου 1819 ανέθεσε πληρεξουσιότητα, ό.π., σ. 70.
Ο Διονύσιος Νίκλος – Φινωμένος του Νικολάου στις 9/21 Σεπτεμβρίου 1824 ανέθεσε πληρεξουσιότητα, ό.π., σ. 70.

Η Αγγελική Δημητρίου Νίκλου η οποία έζησε μέχρι τις 20 Ιουνίου 1859, πεθαίνοντας σε ηλικία 80 ετών έκανε δύο γάμους, α) με το Νικόλαο Σολωμό, με τον οποίο απέκτησε το Διονύσιο και το Δημήτρη και β) τον Εμμανουήλ Λεονταράκη. Λ.Ζώη, Λεξικό Ιστορικό και Λαογραφικό Ζακύνθου.

ΝΙΚΟΛΑΡΙΑΝΟΙ – ΝΙΚΟΛΑΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχαν πύργο στον Πύργο του Διρού. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 81.
Άλλη οικογένεια Νικολαράκου ζούσε στην περιοχή της Μίνας και ήταν άσχετοι με συνεπώνυμους. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 104.
Ο Μιχάλης Νικολαράκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δ. Μούρτζινου στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Παναγιώτης Νικολαράκος στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.

ΝΙΚΟΛΙΝΑΚΟΥ Οικογένεια. α) Κατάγεται από τους Ξαρχιάνους της Λάγιας, που είναι Λιάνοι από την Κοίτα, αποτελούν δε κλάδο των Νικλιάνων και εγκατατσάθηκε στα Κορογονιάνικα. β) Αποτελεί κλάδο των Γερακαριάνων της Κηπούλας και ήταν εγκατεστημένη στις Λαγουδιές. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 74, 114 και 135.
Ο Αντώνιος και ο Γιάννης Νικολινάκος τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δημ. Νικολόπουλου-Γρηγοράκη στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Νικόλαος Νικολινάκος στις 18 Φεβρουαρίου 1825 με προβούλευμα του Βουλευτικού εγκρίθηκε να πάρει προαγωγή στο βαθμό της χιλιαρχίας. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 131.
Ο Νικόλαος Π. Νικολινάκος, από τη Λακεδαίμονα, μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως λοχαγός (αξιωματικός Ε΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 843. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 93.
Ο Παναγιώτης Νικολινάκος, από την επαρχία Οιτύλου, αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 1ης κατηγορίας με αριθ. μητρ. 4475. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 110.
Ο Παναγιώτης Νικολινάκος στις 11 Ιανουαρίου 1827 υπέγραψε έγγραφο ως πληρεξούσις Σπάρτης (Μάνης). Απ.Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη – Γρηγοράκη, σ. 262.
Ο Ευστράτιος Νικολινάκος, από τη Λακεδαίμονα αναγνωρίστηκε υπαξιωματικός 1ης τάξεως με αριθ. μητρ. 6200, ό.π., σ. 111.
Ο Γεώργιος Νικολινάκος από τη Λακεδαίμονα, αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 2ας τάξεως με αριθ. μητρ. 6245, ό.π., σ. 111.

ΝΤΑΒΑΚΗΣ ή ΔΑΒΑΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣ. Κατοικούσε στα Κεχριάνικα και μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως ανθυπολοχαγός (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 1880. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 93. Με ενέργειες του Φέδερ στις 21 Δεκεμβρίου 1837 πήρε το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 74-5.

ΝΤΕΚΟΥΛΑΚΟΣ ΗΛΙΑΣ. Από τη Λάγια της επαρχίας Γυθείου και ανήκει στην πατριά των Μιχελιάνων. Είχε δίπλωμα αντιστρατηγίας από το 1825. Το 1828 διορίστηκε δημογέροντας Λάγιας. Μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως ανθυπολοχαγός (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 2778. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 93 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 150.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1828 οι κάτοικοι Λάγιας, Βάθειας, Δημαρίστικων, Τσικαλιών και Κορογονιάνικων εξέλεξαν δημογέροντα τον Ηλία Ντεκουλάκο. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη – Γρηγοράκη, σ. 294.

ΝΤΕΚΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Αναφέρεται ως πεθαμένος το 1765 στην κτητορική επιγραφή της μονής της Ζωοδόχου Πηγής του Οιτύλου (μονή Ντεκούλου). Τα παιδιά του, ο Δανιήλ επίσκοπος Μαΐνης και ο πρωτοσύγκελλος Νικηφόρος, έχτισαν το μοναστήρι. Επειδή στην επιγραφή αναφέρεται «…του ποτέ Γεωργίου Ντεκούλου’ Μιχελή’ ιατρού’…» μπορεί να υποτεθεί ότι ο Γεώργιος Ντεκούλος ήταν γιός του Μιχελή Ιατρού-Μέδικου. R.Traquair, Ann. Brit. Sch. Athens 15(1908-9)200.

ΞΑΡΧΑΚΗ ή ΞΑΡΧΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στην περιοχή του Σταυροπηγίου ο δε Α. Ξαρχάκης και ο Χ. Ξαρχάκος υπέγραψαν αναφορά καταδικάζουσα τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Γενική Εφημερίς Ελλάδος, αριθ. φ. 10, παράρτ. της 8 Φεβρουαρίου 1831.

ΞΑΡΧΑΚΟΥ Οικογένεια. Απαντά σε διάφορα μέρη της Μάνης, όπως στη Λάγια και στο Ξούμερο, που δεν έχουν συγγένεια μεταξύ τους.Κλάδοι της οικ. Ξαρχάκου του Ξούμερου είναι: Σμαήλος, Γκλεζάκος και Κυριαζής. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 103.
Στις 11 Αυγούστου 1815 με το πρακτικό της Λάγιας έγινε συμβιβασμός σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: α) των Μπουγιουκλιάνων και Μαυροκωκιάνων και β) των Ξαρχιάνων και Πηλοκωκιάνων. Αναφέρονται και οι Δημητράκοι, που δεν είναι γνωστοί από άλλη πηγή και υποθέτουμε ότι μπορεί να εννοεί οι Δημαροί (κάτοικοι των Δημαρίστικων). Ως εγγυητές της συμφωνίας υπέγραψαν ο Μπεηζαντές Γιωργάκης Τζαν. Γρηγοράκης, ο Γρηγόριος Τσιγκούριος-Γρηγοράκης και ο Μπας Καπετάνιος Πέτρος Μαυρομιχάλης. Κάθε μια παράταξη έδωσε από ένα παιδί ως όμηρο και δέχτηκαν ότι αν παραβίαζαν τη συμφωνία να ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν 3.000 γρόσια στους ζαπιτάδες (καπετάνιους). Εναντίον της πλευράς που θα παραβίαζε το πρακτικό θα ήταν και η γενιά των Γιαννακιάνων (Γιαννακο-Μιχελιάνων) και οι λοιποί Λαγιάτες. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί Πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)89. Αναργ.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 207.
Ο Θοδωρής Ξαρχάκος σε επιστολή του Τζανέτου Κυβελάκου αναφέρεται ότι ο Θοδωρής Ζαρχάκος σκοτώθηκε στη μάχη του Δραγατσανίου «…βολίμι στη γκαρδιά…». Απ.Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 100.
Ο Γ. Ξαρχάκος κατοικούσε στην Κοίτα και υπέγραψε αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Ν. και ο Π. Ξαρχάκος κατοικούσαν στον Πύργο του Διρού και υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831.
Ο Πέτρος Ξαρχάκος στις 10 Ιουλίου 1834, ως ένας από τους γενάρχες των χωριών της Μάνης, υπέγραψε αναφορά που δικαιολογούσε τους Μανιάτες για τα στασιαστικά τους κινήματα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη, σ. 73.
Ο Γεώργιος Νικολάου Ξαρχάκος και ο Βασίλης Γεωργ. Ξαρχάκος από το Σταυρί μετοίκησαν στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 395.
Οι Ξαρχιάνοι ή η Οικογένεια Ξαρχάκου είναι Λιάνοι της πατριάς των Νικλιάνων που τους κάλεσαν οι Μιχελιάνοι της Λάγιας για τους πολέμους τους εναντίον των Ρικιάνων-Ρίτσων. Κλάδοι των Ξαρχιάνων είναι: Γαλάκος, Καλημέρης και Κατσιβαρδάκος. Ακόμη ως κλάδος των Ξαρχιάνων αναφέρεται και ο Καβατζάς. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 150. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 114.

ΞΑΡΧΟΓΓΟΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΟΡΦΑΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Κατοικούσε στη Λάγια και ακολουθούσε στις αντιπαρατάξεις το Γερακάρη Μουγιουκλάκη. Τον Ιούνιο του 1829 μετά απ΄μια τοπική σύρραξη οδηγήθηκε μαζί με άλλους στο δικαστήριο. Πληροφορίες από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Οικογένεια από Μυστρά. Το 1769 φέρονται ότι υπέγραψαν αίτηση προς την Αικατερίνη τη Μεγάλη της Ρωσίας ο Γεώργιος, ο Ιωάννης του Δημητρίου και ο Τζανέτος Παλαιολόγος που κατοικούσαν στη Λακεδαιμονία (Μυστρά). Κ.Π.Παλαιολόγου, Παρνασσός 10(1886)502. Το έγγραφο αυτό θεωρείται ως πλαστό.
Ο Δήμος Σταμάτη Παλαιολόγος ήταν Αθηναίος αλλά μετοίκησε λόγω του πολέμου και κατοικούσε στο Μυστρά. Το 1695 αναφέρεται ότι ανήκε στην πρώτη κοινωνική τάξη, δηλαδή στους πλέον ευκατάστατους. Κ.Μέρτζιου και Θ.Παπαδοπούλου, Ο Μυστράς εις τα Αρχεία της Βενετίας, Λακωνικαί Σπουδαί 12(1994)180, 216 και 220. Η Μαρίτσα Παλαιολόγου και ο Νερούτσος Παλαιολόγος είχαν την ίδια προέλευση και ανήκαν στην τρίτη κοινωνική τάξη, ό.π., σσ. 180 και 181. Ο Παναγιώτης Παλαιολόγος, Αθηναίος και αυτός, το 1700 ενοικίασε κτήματα, ό.π., σ. 294-5.
Ο Ιωάννης Παλαιολόγος το 1447 ήταν διοικητής Οιτύλου και τον επισκέφθηκε ο Κυριακός ο Αγκωνίτης. Α.Αβραμέα, Ιστορικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά τεκμήρια από το Οίτυλο της Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί, 7(1983)5 και 7.

ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΠΑΠΑΔΑΚΗ Οικογένεια. Συνηθισμένο όνομα από διάφορα μέρη της Μάνης. Πολλές οικογένειες είχαν κλάδο «Παπαδάκη», όπως οι Μέδικοι, οι Κουτούφαροι και άλλοι.
Το 1675 αναφέρεται ο Ηλίας Παπαδάκης ως μετανάστης από το Οίτυλο στην Κορσική. Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 132.
Το 1677 αναφέρονται οι Εμμανουήλ, Θωμάς και Μαρούλα της οικογενείας των Μεδίκων-Παπαδάκη, οι οποίοι στο μεταναστευτικό τους ταξίδι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στο Αλγέρι. Θ.Παπαδοπούλου, Λακ. Σπ., τ. 4, σ. 453.
Το 1690 από την περιοχή (καστελανία) της Κελεφάς αναφέρονται α) ο Γιάννης Παπαδάκης, Janni Papadachi (36) και β) ο Γεώργιος Παπαδάκης-Γκριμίνας, Georgio Papadachi-Grimina (68). Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 428.
Το 1701 ο Νικόλαος Παπαδάκης ενοικίασε από τη Βενετική διοίκηση το φόρο της δεκάτης από το χωριό Ασήμι. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 77. Το 1702 αναφέρεται σε ενοικιάσεις κτημάτων ο Γιάννης Παπαδάκης, ό.π., σ. 96, και ο Ηλίας Παπαδάκης ο οποίος αναφέρεται στις σ. 92, 96, 121 και 126. Στην τελευταία σημειώνεται «Ηλίας Παπαδάκης από Κελεφά». Το 1703 αναφέρεται ως ενοικιαστής και ο Κοσμάς Παπαδάκης, ό.π., σ. 92.
Το 1704 το επώνυμο Παπαδάκης απαντά στα Βαρούσια, στους Άνω και Κάτω Δολούς καθώς και στη Γιάννιτσα. α) Στους Άνω Δολούς κατοικούσε ο Αναγνώστης Παπαδάκης με ετήσια παραγωγή 22 κροντήρια λάδι, Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σ. 130. β) Στους Κάτω Δολούς κατοικούσε ο Παναγιώτης Παπαδάκης με ετήσια παραγωγή 30 κροντήρια λάδι, ό.π., σ. 131. Κάτω από αυτόν σημειώνεται ο Αναγνώστης του Παπά με 30 κροντήρια λάδι και ίσως πρόκειται για το ίδιο επώνυμο (;). γ) Στα Βαρούσια κατοικούσαν ο Γιάννης Παπαδάκης με ετήσια παραγωγή 1 βαρέλα λάδι, ό.π., σ. 133 και ο Νικολάκης Παπαδάκης με ετήσια παραγωγή 7 βαρέλες λάδι, ό.π., σ. 134. δ) Στη Γιάννιτσα κατοικούσε ο Καμαρινός Παπαδάκης με ετήσια παραγωγή 62 κροντήρια λάδι, ό.π., σ. 137, φ. 247.
Ο γιατρός Παπαδάκης που άφησε ημερολόγιο με τα ονόματα των πελατών του καλύπτει την περίοδο από το 1716 μέχρι το 1767. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 9(1912)295 και 14(1917)51-78. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σσ. 200-216 Στο ημερολόγιο αυτό αναφέρονται α) ο Πιέρος Παπαδάκης από το χωριό Ριγανόχωρα ό.π., φ. 19, σ. 207, β) ο Βασίλης Παπαδάκης από το χωριό Παχιάνικα, ό.π., φ. 21, σ. 207 και γ) ο Γιάννης Παπαδάκης το 1760 από τους Μπουλαριούς, ό.π., φ. 44, σ. 215.
Ο Δημήτριος και ο Νικόλαος Παπαδάκης τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσε στο σώμα του Δ. Μούρτζινου στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.
Ο Ι. Παπαδάκης από την περιοχή Σταυροπηγίου υπέγραψε ψήφισμα καταδικαστικό για τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, που δημοσιεύτηκε στη Γενική Εφημερίδα Ελλάδος, αριθ. φ. 10, παράρτ. της 8 Φεβρουαρίου 1831.
Ο Ιωάννης Παπαδάκης, από τη Λακεδαίμονα, έγινε υποχιλίαρχος το 1824 και μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως ανθυπολπχαγός με αριθ. μητρ.2131. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 94.
Ο Θεόδωρος Παπαδάκης από την επαρχία Οιτύλου αναγνωρίστηκε υπαξιωματικός 2ας τάξεως με αριθ. μητ. 1095. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 111.
Ο Παπαδάκης, χωρίς βαφτιστικό, αναφέρεται ως ιατρός κατά την επανάσταση του 1821. Η.Παπαθανασόπουλου, Λάκωνες τραυματίες και αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)292.
ΠΑΠΑΔΟΓΓΟΝΑ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Τσουλιάνων που προέρχεται από τους Καραμπατιάνους της πατριάς των Κοσμάδων της Βάθειας, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στον Κούνο. Ομώνυμη οικογένεια υπάρχει και στην Οχιά που προέρχονται από τους Σμαηλιάνους. Θεωρούνται ότι είναι βαφτισιμιοί των Παπαδογκοναίων του Κούνου από τους οποίους πήραν το όνομα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 124 και 126.
Είχε πύργο στον Κούνο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76.
Ο Δρακούλης Παπαδόγγονας – Δικαιάκος, κάτοικος Κούνου, μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως ανθυπολοχαγός (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 2106. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 94. Αναφέρεται ότι ο Δρακούλης Παπαδόγγονας κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός της Σπαρτιατικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 221.

ΠΑΠΑΔΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200. Ακόμη αναφέρεται από το Κοτράφι. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 128.

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ Οικογένεια (Παπουλιάνοι). Αποτελούν κλάδο της πατριάς των Λεκιάνων. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 173. Είχαν πύργο στον Κότρωνα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.
Ο Δημάκης και ο Βασίλειος Παπουλάκος στις 18 Μαρτίου 1825 μετά από αναφορά του Υπουργείου Πολέμου εγκρίθηκε από το Βουλευτικό η προαγωγή τουυς σε χιλιάρχους. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 249.

ΠΑΡΗΓΟΡΗ Οικογένεια. Είχε πύργο στους Καλονιούς. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 76. Αναφέρεται ως παλαιός κάτοικος των Καλονιών. Κλάδος της ο Τσανάκος. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 115.

ΠΕΡΙΜΕΝΗ Οικογένεια. Κατοικούσε στην Κοίτα και στο ημερολόγιο του Παπαδάκη φ. 32, αναφέρονται ο Βαγγέλης, ο Κυριάκης Περιμένης και το Περιμενόγγονο. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 210.
Αναφέρεται ως κλάδος των Λιάνων της πατριάς των Νικλιάνων που εγκαταστάθηκε στα Άλικα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 128.
Η οικογένεια Περιμένη είχε πύργο στα Άλικα και στο Γερολιμένα. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77.
Ο Φίλιππος Περιμένης, από την επαρχία Οιτύλου, μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 1393. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 140.

ΠΕΤΡΙΤΑΚΗ ή ΠΕΤΡΙΤΑΚΟΥ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο της γενιάς των Μαυροκωκιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 166. Πιθανώς να είναι ίδια με την οικογένεια Πετρίτη, που αναφέρεται κατωτέρω. α) Ο Βασίλειος Πετρικάκης ή Πετριτάκης αναφέρεται στα χρόνια 1703-5 σε ενοικιάσεις και παραχωρήσεις κτημάτων από τη Βενετική διοίκηση. Κ.Κόμη, Βενετικά κατάστιχα, σσ. 89, 94, 95, 100, 107, 121 και 124. β) Ο Θοδωράκης Πετριτάκος αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη. φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΠΕΤΡΙΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. 30. Basilio Petriti. Το 1690 αναφέρεται σε κατάλογο κατοίκων της περιοχής (καστελανίας) της Κελεφάς. Πιθανώς να ταυτίζεται με τον ανωτέρω αναφερόμενο Βασίλη Πετρικάκη ή Πετριτάκη. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 2, σ. 428.

ΠΕΤΡΟΜΙΧΕΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. Αναφέρεται ως κάτοικος Λακωνίας. Μετά την απελευθέρωση του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του ανθυπολοχαγού (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 2900. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 95.

ΠΕΤΡΟΜΙΧΕΛΑΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. Το όνομά του σημειώνεται στα ψηφίσματα της Εθνοσυνελεύσεως του Άργους, ενώ δεν αναγράφεται στους καταλόγους των πληρεξουσίων. Στο ψήφισμα της 14 Ιανουαρίου 1832 υπογράφουν ο Πολυχρόνης Χαντζάκος και ο Πέτρος Πετροπουλάκης που είναι πληρεξούσιοι Μαλευρίου. Στο ίδιο ψήφισμα, λίγο παρακάτω, υπογράφουν ο Πολυχρόνης Χαντζάκος και ο Βασίλειος Πετρομιχελάκος. Ο Π. Χαντζάκος, όπως και άλλοι υπέγραψε δύο φορές, πιθανό είναι να υπέγραψε δεύτερη φορά ο Β. Πετροπουλάκης και να πρόκειται κατ’ επανάληψη για κακή ανάγνωση. Ίσως όμως χωρίς να είναι πληρεξούσιος να υπέγραφε τα ψηφίσματα. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 5, σσ. 213, 214, 216, 218, 220 κ.ά.

ΠΕΤΡΟΜΥΑΛΑΚΟΣ Β. Το 1836 διορίστηκε δήμαρχος του δήμου Ταινάρου με πρωτεύουσα τις Πιόντες διορίστηκε ο Β. Πετρομυαλάκος. Μελ.Γαλανοπούλου, Εκκλησιαστικαί σελίδες Λακωνίας, σ. 171.

ΠΕΤΡΟΥΝΙΑ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Πηλοκωκιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 167.

ΠΕΤΡΟΥΝΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΠΗΛΟΚΩΚΙΑΝΟΙ – ΠΗΛΟΚΩΤΣΟΥ Οικογένεια. Πατριά της Λάγιας από την οποία προέρχονται οι ακόλουθες οικογένειες: α) Γιωργουλόγιαννη, β) Γουνελά, γ) Κωστακόπουλου (σήμερα Κωστάκη), δ) Μαγγιόρου και ε) Πετρούνια. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 167.
Ως κλάδος των Πηλοκωκιάνων θεωρείται και ο Βιτσιλόγιαννης. Οι Πηλοκωκιάνοι έσφαξαν τους Αραβουχιούς. Βλέπε μοιρολόγι του Βιτσιλόγιαννη. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 70 και 156-7.
Στις 11 Αυγούστου 1815 με το πρακτικό της Λάγιας έγινε συμβιβασμός σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: α) των Μπουγιουκλιάνων και Μαυροκωκιάνων και β) των Ξαρχιάνων και Πηλοκωκιάνων. Αναφέρονται και οι Δημητράκοι, που δεν είναι γνωστοί από άλλη πηγή και υποθέτουμε ότι μπορεί να εννοεί οι Δημαροί (κάτοικοι των Δημαρίστικων). Ως εγγυητές της συμφωνίας υπέγραψαν ο Μπεηζαντές Γιωργάκης Τζαν. Γρηγοράκης, ο Γρηγόριος Τσιγκούριος-Γρηγοράκης και ο Μπας Καπετάνιος Πέτρος Μαυρομιχάλης. Κάθε μια παράταξη έδωσε από ένα παιδί ως όμηρο και δέχτηκαν ότι αν παραβίαζαν τη συμφωνία να ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν 3.000 γρόσια στους ζαπιτάδες (καπετάνιους). Εναντίον της πλευράς που θα παραβίαζε το πρακτικό θα ήταν και η γενιά των Γιαννακιάνων (Γιαννακο-Μιχελιάνων) και οι λοιποί Λαγιάτες. Σ.Κουγέα, Ιστορικαί Πηγαί δια την Ηγεμονίαν της Μάνης, Πελοποννησιακά 5(1962)89. Αναργ.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 207.

ΠΙΕΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Το όνομα ανήκει σε πολλές οικογένειες που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Μια οικογένεια Πιεράκου κατοικούσε στην Κληματσίνα του Βαχού και ανήκε στους Πατρικιάνους, απογόνους κάποιου Πατρίκιου, από τον οποίο προήλθε το όνομα του οικισμού Πατρικιάνικα. Στ.Πατρικουνάκου, Βαχός Μάνης, Αθήνα 1999, σ. 50.
Ο Κυριάκης Πιεράκος κατοικούσε στα Σκυφιάνικα. Στις 28 Οκτωβρίου 1825 υπέγραψε την εκλογή ως παραστάτη του καπ. Γιωργάκη Αντωνάκου-Γρηγοράκη, ως πληρεξουσίων δε του καπ. Δημήτρη Δραγωνάκου-Γρηγοράκη και του Παύλου Στεφανάκου. Απ.Δασκαλάκη, Αρχείο Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 216.
Ο Δημητράκης Πιεράκος από τον Πύργο του Διρού, γεννημένος το 1806, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.

ΠΙΕΡΑΚΟΣ ή ΝΤΕΚΟΥΛΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Θα πρέπει να κατοικούσε στη Λάγια. Αναφέρεται ως κάτοικος της επαρχίας Γυθείου και μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 439. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 140.

ΠΙΕΡΑΚΟΥ – ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ Οικογένεια. Είναι τα παιδιά του παπά Πιέρου Μαυρομιχάλη, εξαδέλφου του Πετρόμπεη. Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια αποποιήθηκαν το όνομα Μαυρομιχάλης και φέρονται ως Πιεράκοι.
Ο Νικόλαος Πιεράκος στις 10 Ιουνίου 1823 προτάθηκε στο Εκτελεστικό για να πάρει το βαθμό της αντιστρατηγίας. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 10, σ. 127 και στις 11 Ιουνίου στο Βουλευτικό, ό.π., τόμ. 2, σσ. 70 και 475..
Ο Πρωτοσύγκελλος Γεράσιμος, φίλος των Μαυρομιχαλαίων, έγραψε από τη Συκιά στις 18 Μαρτίου 1824, εποχή του εμφυλίου πολέμου, στον καπ. Γιωργάκη Αντωνάκο-Γρηγοράκη, που ήταν συμπέθερος του Πετρόμπεη, ότι «…επροσκύνησαν οι ενάντιοι και εμβήκεν εις τα οσπίτιά των ο καπ. Νικολάκης Πιεράκος με μερικούς ανθρώπους του…». Απ.Δασκαλάκη, Αρχείον Τζωρτζάκη-Γρηγοράκη, σ. 153.
Ο Νικόλαος Πιεράκος το 1824 (1823) έγινε αντιστράτηγος και το 1830 χιλίαρχος ταξιαρχικός. Υπηρέτησε ως υποστράτηγος της Φάλαγγος. Μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως ταγματάρχης (αξιωματικός Δ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 123. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 93.
Ο Νικόλαος Πιεράκος μετά την απελευθέρωση, που ήταν κάτοικος Πεταλιδίου, κατατάχθηκε ως αντισυνταγματάρχης της Σπαρτιατικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 219.
Ο Νικόλαος Πιεράκος στις 27 Νοεμβρίου 1831 υπέγραψε την εκλογή του Ιάκωβου Κορνήλιου ως πληρεξουσίου της Μάνης για την εθνική συνέλευση του Άργους. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 221.
Ο Νικόλαος Πιεράκος έλαβε μέρος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους-Ναυπλίου, 5 Δεκεμβρίου 1831 – 16 Μαρτίου 1832, ως εκπρόσωπος της επαρχίας Μαΐνης. Απ.Δασκαλάκη, Κείμενα-πηγαί της ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, σ. 206.
Στην Εθνοσυνέλευση Άργους-Ναυπλίου παραβρέθηκε από την πρώτη προκαταρκτική συνεδρίαση της 5 Δεκεμβρίου 1831 μέχρι της τελευταίας της 17 Μαρτίου 1832. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 5, σσ. 3, 9, 11, 194, 209 κ.ά.
Ο Γεωργάκης Πιεράκος στις 18 Φεβρουαρίου κατ’ αίτηση του Υπουργείου πολέμου πήρε την έγκριση από το Βουλευτικό για να γίνει υποχιλίαρχος. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 131.
Ο Γεώργιος Πιεράκος αναγνωρίστηκς ως λοχαγός (αξιωματικός Ε΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 839. Κ.Πίτσιου, ό.π., σ. 94.
Ο Κυριάκης Πιεράκος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό της υποχιλιαρχίας. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366 και τόμ. 10, σ. 427.
Ο Νικόλαος Πιεράκος (;) ή Πιενάκος στις 25 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Τζανετάκη Γρηγοράκη πήρε το βαθμό της υποχιλιαρχίας. Αρχ. Ελλην. Παλιγγ., τόμ. 2, σ. 366 και τόμ. 10, σ. 427.

ΠΙΕΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Το 1825 ακολούθησε σε εκστρατεία στη Μεσσηνία υπό το Σταυριανό Καπετανάκη και μπουκαδόρο τον Παν. Κοκώνη. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Εκτ. φάκ. 11, αριθ. εγγρ. 31. Ο ανωτέρω βιογραφείται και από το Μ.Φερέτο, Μεσσηνιακά 1(1968)499.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια οικογένεια Πιερέα κατοικούσε στα Λιασίνοβα. Δ.Βαγιακάκου, Λακωνικαί Σπουδαί 13(1996)143-6.

ΠΙΕΡΗΣ ODROISIO-MARIA 1639-1702. Bενεδικτίνος μοναχός. Γνώριζε τη γλώσσα των μανιατών γιατί κατά μια εκδοχή ο πατέρας του ήταν Μανιάτης. Κατά άλλη εκδοχή που είναι επικρατέστερη ήταν από τη Χίο. Ήταν εκπαιδευμένος στο Λατινικό δόγμα και επιφορτίστηκε από τον Πάπα και τη Sacra Congregazione della Propaganda Fide να κατηχήσει τους Μανιάτες της Τοσκάνης και της Κορσικής. Κ.Σπηλιωτάκη, Νεώτερα στοιχεία περί μετοικήσεως των Μεδίκων, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)206.

ΠΙΕΡΙΑΝΟΙ (ΠΙΕΡΑΚΟΥ) Οικογένεια. Είχε πύργο στην Τσεροβά. Ν.Κατσικάρου, Η Βεντέττα στην Μάνη, σ. 80.

ΠΙΤΖΟΥΛΑΣ. Αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΠΟΘΟΠΟΥΛΟΥ Οικογένεια. Το 1719 αναφέρονται από το χωριό Πιόντες ο Νικόλας και ο Λεούτζης Ποθόπουλος στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8 και 9. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΠΟΘΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ. Αναφέρεται από το χωριό Λουκάδικα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 40. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 213. Για το όνομα Πόθος και Καλόποθος βλέπε: Δ.Βαγιακάκου, Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά 3-4(1958-9)210.

ΡΑΖΕΛΟΥ Οικογένεια. Από παράδοση μαθαίνουμε ότι ο πρώτος Πέτρος Μέδικος-Γιατρός, που πήγε στη Μάνη και παντρεύτηκε την Ανθή Κοντόσταβλου, απέκτησε έξι παιδιά, ένα από τα οποία ήταν ο Ιωάννης ή Ραζέλος και από το όνομα αυτού προέρχεται η πολύκλαδος γενιά των Ραζέλων. Κλάδοι της οικογενείας είναι: Αποστολάκος, Γιαννακάκος, Γιανναρέας, Δημητρακουλάκος, Ιατρόπουλος, Μιχαλαρέας, Μιχαλέας, Μπατσιλίνας, Παναγιωταρέας Παπαδέας, Πετράκος, Πιερακέας, Ρουμπέας, Σταθέας, Σταυρέας, Σωτηράκος και Τσινέας. Γ.Γιαννακάκου-Ραζέλου, Οι Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν, 1948, σσ. 64, 67.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μοναστηράκι ή Παναγίτσα του Ραζέλου στο Οίτυλο εικονογραφήκε το 1747. Το όνομα του Αντωνίου Ραζέλου αναφέρεται στο ναό του Αγίου Νικολάου στο Οίτυλο που ανήκει στην οικογένεια Αλευρά. Ν.Δρανδάκη, Σχεδίασμα καταλόγου Βυζαντινών ναών Λακωνίας, Λακωνικαί Σπουδαί 13(1996)218. Ν.Δρανδάκη, Χριστιανικαί επιγραφαί Λακωνίας, Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1967, σ. 162.
Το 1806 στο υποσχετικό του Αντωνόμπεη οι κάτοικοι του Οιτύλου υπέγραψαν σε δύο ομάδες: α) Γιατριάνοι, Ραζελιάνοι, Τζαχουτιάνοι και Κακασαγγιάνοι και β) Στεφανοπουλιάνοι, Στεφανιάνοι, Φάλτσοι και Νοβοκιάνοι. Από τα ονόματα αυτών φαίνονται οι υπάρχοντες κύριοι κλάδοι των μεγάλων πατριών του Οιτύλου. Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινων της Μάνης, 1858, σ. 44.
Ο Μιχαήλ Ιωάννου Ραζέλος καταγόμενος από το Οίτυλο, υπηρέτησε κατά την επανάσταση του 1821 ως ιατρός στα σώματα της οικογενείας Μαυρομιχάλη και μετά το 1826 εργάστηκε στη Στερεά Ελλάδα. Γ.Γιαννακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν, 1948, σ. 114, όπου και τα πιστοποιητικά του. Γ.Πουρναροπούλου, Λάκωνες ιατροί κατά τον αγώνα, σ. 12 (πολυγραφημένο φυλλάδιο). Βλέπε: Γιαννακάκου-Ραζέλου. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)470 και 490. Η.Παπαθανασόπουλου, Λάκωνες τραυματίες και αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)292.
Ο Πέτρος Ραζέλος κατ’ αίτηση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη με προβούλευμα του Βουλευτικού πήρε έγκριση για προαγωγή σε χιλίαρχο. Αρχ.Ελλην.Παλιγγ., τόμ. 7, σ. 138.

ΡΕΣΒΑΝΗ Οικογένεια. Παλαιά οικογένεια των Μπουλαριών, η ισχυρότερη από τους αχαμνόμερους. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 118.
Ο Ιωάννης Δικαίου Ρεσβάνης από την επαρχία Οιτύλου, μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 3016. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 144.

ΡΙΚΙΑΝΟΙ – ΡΙΤΣΟΥ Οικογένεια. Μεγάλη πατριά από τη Λάγια με τους ακόλουθους κλάδους: Θεοδωρόπουλος, Καπερούνης, Κατσαφάδος, Κορκολιός, Μελάς, Μουγάκος. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 166.

ΡΙΤΣΟΥ Οικογένεια. Βλέπε Ρικιάνοι.

ΡΟΥΣΙΟΥ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο των Ξιφομαχαιριδιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 167. Ένας Ρούσιος αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΣΑΛΙΧΟΥ Οικογένεια. Αποτελεί κλάδο των Λιάνων της πατριάς των Νικλιάνων που είναι εγκατεστημένη στην Κοίτα, στα Τσικαλιά και τη Γαρδένιτσα. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 113 και 128.
Ο Θεοδωράκης Σαλίχος αναφέρεται από την Κοίτα στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 32. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 210.

ΣΑΣΣΑΡΗ Οικογένεια. Κατοικούσε στο Μέζαπο και αναφέρονται πολλές εκδοχές σχετικά με την καταγωγή της. α) Αποτελεί κλάδο των Καραμπατιάνων της πατριάς των Κοσμάδων της Βάθειας που είχαν εγκατασταθεί στο Κατωπάγγι. β) Αποτελεί κλάδο της οικ. Κουράκλη από τη Νόμια και τη Νέασα. γ) Προέρχεται από πειρατή καταγόμενο από την πόλη Σάσσαρι της Σαρδηνίας. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σσ. 114 και 121.
Κατά άλλη εκδοχή ανήκει στους Νικλιάνους και εγκαταστάθηκε στο Μέζαπο, όπου είχε πύργο. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 179.
Στην απελευθέρωση της Καλαμάτας ήταν οι Σασαριάνοι, χωρίς να αναφέρονται βαφτιστικά ονόματα. Aμβρ. Φραντζή, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμ. Α, σ. 332. Ένας από τους σημαντικούς στρατιωτικούς της Μάνης ήταν ο Σασαριάνος, ό.π., τόμ. Δ, σ. 153.
Οι Σασαριάνοι του Μεζάπου είχαν πλοία και ίσως είχαν σχέση με πειρατείες. Τον Αύγουστο του 1828 ο Τζανετάκης Γρηγοράκης πήγε με το πλοίο «Φιλοκτήτης» για να συλλάβει το πειρατικό πλοίο των Κουβατζιάνων και Γιαννουλιάνων της Κηπούλας. Έπιασε όμως άλλο πειρατικό πλοίο, που είχαν οι Μιχαλαίοι πριν από την άφιξη του Κυβερνήτη και μετά το κατείχαν οι Σασαριάνοι. Πληροφορία από έκθεση που υπέβαλε ο «Οδυσσεύς», για τις ταραχές στη Λακωνία το έτος 1828, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία. ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχογ., Μάνη-Καποδίστριας, φάκ. 220.
Ο Δ. και ο Θ. Σάσαρης κατοικούσαν στο Μέζαπο και υπέγραψαν αναφορά που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων, την οποία δημοσίευσε η Γεν.Εφημ.Ελλάδος, αριθ. φ. 48, παράρτ. της 27 Ιουνίου 1831.
Μετά την απελευθέρωση ο Θ. Σάσαρης αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικό; 1ης τάξεως με αριθ. μητρ. 5417. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 115.
Ο Θεόδωρος ή Κάτζος Σάσσαρης από το Μέζαπο πολέμησε τους Αιγυπτίους στη Βέργα και στο Διρό. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.
Ο Δημήτριος Σάσσαρης από το Μέζαπο κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός της Σπαρτιατικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 221.
Ο Νικόλαος Σάσσαρης από το Μέζαπο τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στη Σπαρτιατική φάλαγγα. Δ.Δημητράκου, ό.π., σ. 222.
Ο Γεώργιος Ιωάννης Σάσσαρης από το Μέζαπο μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 396.

ΣΙΔΕΡΗ Οικογένεια (Σιδεριάνοι). Αποτελεί κλάδο της οικογενείας Δημάρη και είχε πύργο στα Μέσα Δημαρίστικα. Από εκεί εγκαταστάθηκε στον Κυπριανό. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 78 και Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σσ. 170 και 181.

ΣΚΑΛΚΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ. (Μήπως Σκαλκάκος;) Από τον Κάβαλο, γεννημένος το 1791, στρατολογήθηκε το Μάιο του 1831 από το Νικόλαο Πιεράκο-Μαυρομιχάλη, για να αντιπαραταχθεί στα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων. Κ.Κοτσώνη, Νικόλαος Πιεράκος-Μαυρομιχάλης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)494 κ.ε.

ΣΚΑΛΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΣΚΑΛΚΟΥ ή ΣΚΑΛΚΑΚΟΥ Οικογένεια (Σκαλκαίοι). Είχαν πύργο στον Κάβαλο. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 80.
Ο Νικόλαος Σκαλκάκος από τον Κάβαλο τοποθετήθηκε ως υπολοχαγός της Σπαρτιατικής φάλαγγος. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 220.

ΣΚΙΖΟΚΟΛΟΣ. Το 1716 αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 5. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200. Βλέπε: Σχιζοκωλάκος.

ΣΚΥΛΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ ή ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΛΑΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ. Κατοικούσε στη Λάγια και μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως αξιωματικός ανθυπολοχαγός (αξιωματικός Ζ΄ τάξεως) με αριθ. μητρ. 3102. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 96.
ΣΟΥΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Αναφέρεται το 1719 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 8. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 201.

ΣΠΥΡΙΔΑΚΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στα Τσουκαλιά. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 77. Ο Σωτήριος Νικ. Σπυριδάκος από το Κατωπάγκι μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 397.

ΤΖΗΚΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Αναφέρεται το 1716 από το χωριό Πιόντες στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 10. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 202.

ΤΖΗΛΑΚΟΥ ή ΖΗΛΑΚΟΥ Οικογένεια. Κατοικούσε στη Λάγια. Πιθανώς ο αναφερόμενος κατωτέρω Τζινάκης να ανήκει στην οικογένεια Τζηλάκου.

ΤΖΟΥΚΑΛΙΑΝΟΙ. Είναι οι κάτοικοι των Τζουκαλιών ή οικογένεια από την οποία ονομάστηκε το χωριό; Αναφέρονται το 1806 στο υποσχετικό του Αντωνόμπεη. Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινων της Μάνης, 1858, σ. 45.
Ο Δήμος και ο Λαμπρινός Τζουκαλίτης τον Οκτώβριο του 1824 υπηρετούσαν στο σώμα του Αθανασούλης Κουμουνδουράκης στο Μεσσηνιακό κόλπο. ΓΑΚ, Αρχείο Γιατράκου (Μικρές συλλογές Κ6α), έγγρ. 432.

ΤΣΑΓΚΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Εγκαταστάθηκε στο Μέζαπο μαζί με την οικογένεια Σάσαρη. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 179.

ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ ή ΤΖΑΤΖΟΥΛΗ Οικογένεια. Το 1770 ήρθαν σε αντιπαράθεση ο στρατός του Χατζή Οσμάν πασά με τους Μανιάτες που προσπάθουσαν να διαφυλάξουν τα ανατολικά σύνορά τους. Οι Τούρκοι ζήτησαν να συνομιλήσουν με τους Μανιάτες, αλλά επειδή δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στα λόγια τους κανένας από τους Μανιάτες δεν ήθελε να πάει. Ο πνευματικός Τσατσούλη που ήταν υπέργηρος προθυμοποιήθηκε να πάει αυτός και τον σθνόδευσε και ο γέρο-Πικουλάκης. Ο Χατχή Οσμάν ζήτησε από τους Μανιάτες αρχηγούς να του δώσουν τα παιδιά τους ως ομήρους και όταν οι εκπρόσωποί τους αρνήθηκαν να δεχθούν τις προτάσεις του τους αποκεφάλισε. Έβαλε τα κεφάλια τους σε κοντάρια και τα τοποθέτησε πάνω σε ένα λόφο κοντά στο χωριό Παρασυρό. Οι Μανιάτες υπό την ηγεσία του Γεωργίου Μαυρομιχάλη επιτέθηκαν και κατανίκησαν τους Τούρκους. Δ.Αλεξανδράκου, Ιστορία της Μάνης, σ. 31-4.
Κατοικούσε στην Τσίμοβα (Αρεόπολη) και η Κυριακή Τζατζουλίνα ή Τζατζόνυφη Καλαποθού αιχμαλωτίστηκε από τους Αιγυπτίους το 1826. Δ.Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 84
Ο Βασίλειος Τσατσούλης κατοικούσε στην επαρχία Οιτύλου και μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 1ης τάξεως με αριθ. μητρ. 3975. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 98.

ΤΣΙΚΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ. Κατοικούσε στη Λάγια και κατά τη διάρκεια της επανάστασης έπεσε μαχόμενος ως απλούς στρατιώτης. Μετά την απελευθέρωση αναγνωρίστηκε ως υπαξιωματικός 2ας τάξεως με αριθ. μητρ. 1270. Κ.Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες, σ. 116.

ΤΣΙΛΙΒΑΚΟΣ ΠΙΕΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (Βλέπε Τσιλιβοπιεράκος). Στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.

ΤΣΙΛΙΒΑΡΑΚΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ. Στις 8 Δεκεμβρίου 1829, που συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι οι σημαντικοί της Μάνης, υπέγραψε δήλωση συμπαράστασης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια. ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φάκ. 227, έγγραφο της 11 Δεκεμβρίου 1829.

ΤΣΙΛΙΒΑΡΑΚΟΥ Οικογένεια. Ο Νικόλαος Σταύρου Τσιλιβαράκος από το Κουλούμι μετοίκησε στο Πεταλίδι. Δ.Βαγιακάκου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, σ. 397.

ΤΣΙΛΙΒΑΡΟΥ Οικογένεια. Είχε πύργο στο Φλωμοχώρι. Ν.Κατσικάρου, Η βεντέττα στην Μάνη, σ. 79.

ΤΣΙΛΙΒΗΣ ή ΤΖΙΛΙΒΗΣ ΔΗΜΑΚΑΣ. Αναφέρεται από το χωριό Βάτα στο ημερόλογιο του Παπαδάκη, φ. 39. Δ.Δημητράκου,Οι Νυκλιάνοι, σ. 213.

ΤΣΙΛΙΒΗΣ ή ΤΣΙΛΙΒΙΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας και ακολούθως της Τριπολιτσάς. Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, Έκδ. Φιλολογικά Χρονικά, σ. 131.

ΤΣΙΛΙΒΟΠΙΕΡΑΝΟΙ Οικογένεια. Ανήκει στην πατριά των Λεκιάνων της Ανατολικής Μάνης. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 173.

ΤΣΟΠΕΗ Οικογένεια. Θεωρείται ότι ήταν άρχοντες της περιοχής της Κοίτας και κατείχαν τα περισσότερα και καλύτερα χωράφια του τόπου. Υποτίθεται ότι θα είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν από τους Νικλιάνους. Κ.Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, σ. 107.

ΦΤΑΞΕΑ Οικογένεια. Αποτελούσε κλάδο της πατριάς των Ξιφομαχαιριδιάνων της Λάγιας. Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα, σ. 167.
Ο Βρετός Φταξέας αναφέρεται από τη Λάγια στο ημερολόγιο του Παπαδάκη, φ. 6. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 200.

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

4. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Ι. Ε. Ε. Ε., αριθ. εγγρ. 17856 της 6 Οκτωβρίου 1803.
Αφού ο Αντώνμπεης ανέλαβε τα καθήκοντά του, οι κάτοικοι του Ακροταινάρου υπέγραψαν συνυποσχετικό έγγραφο και του έδωσαν και ενέχυρα, προφανώς συγγενικά πρόσωπα, για να εγγυηθούν την καλή τους συμπεριφορά.

«1803: Σεπτεμβρίου: 6: Πορτοκάγιο, Μάνης.
Την σήμερο υποσχούμαστε εμείς υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι, όλοι μικροί και μεγάλοι με καλήν μας γνώμην και θέλησιν εδώσεμε τα θελήματά μας του ενδοξωτάτου Αντώνμπεη Γρηγοράκη και τα αμανάτια (ενέχυρα) μας εις το χέρι του και κάνομε και την αγάπην όλοι μας και είμαστε και συνυπόλογοι όλοι μας μικροί μεγάλοι να βρισκούμαστε πάντα εις σε τούτα που φανερώνη το γράμμα μας. Πρώτον να είμαστε αγαπημένοι δια πάντα. Δεύτερον να μην εδεχθούμε κλέφτες της στεριάς ή του πελάγου εις τα σπίτια μας μήτε από τον τόπου να βγούμε ποτές κλέφτες ή κουρσάροι. Να βρισκούμαστε εις σε κάθε προσταγή του μπέη μας Αντώνμπεη Γρηγοράκη και πρόθυμοι όλοι μας με τ’ άρματα εις το χέρι να βαρούμε εκείνον που μας προστάζη ο Αντώνμπεης, οπού να είναι χαΐνης (απειθής) και ναν τον κυνηγάη η βασιλεία και ο υψηλότατος αφέντης μας Καπετάν πασάς. Και υποσχούμαστε εις σε όλα αυτά με καλήν μας γνώμην: Και αν ούτως και δε βαστούμε από αυτά όλα να χρεωστούμε του Αντώνμπεη γρόσια χιλιάδες δέκα, νούμερο χλ : 10 : και να χάνωμε και τα αμανάτια μας που δίνομε εις τα χέρια του Αντώνμπέη και ούτως υπογραφούμαστε. Και δια χειρός μας ο καθένας με τη συντροφία του και γινόμαστε γγιεφίληδες (εγγυητές) ένας του αλλουνού και δίνομε το παρόν γράμμα εις χείρας του ενδοξωτάτου Αντώνμπεη Γρηγοράκη να κρατήση κόπια και ετούτο που είναι καθολικό ναν το βάλη εις τον βασιλικόν ντιβάν χανέ (αίθουσα συμβουλίου) της κραταιάς βασιλείας να βρίσκεται εις κάθε καιρόν δια βεβαίωσίν μας ούλη η Μάνη τα κακά βουλιά υπογραφόμαστε εις το παρόν.
Βασίλης Αντωνόπουλος υπόσχομαι
Κατζιβαρδιάνοι <υ>ποσκόμαστε
Καραμπατιάν<οι> <υ>ποσκόμαστε
Φιδοπιάστης υπόσχομαι
Γληγορακιάνοι στεργόμαστε».

Ι.Ε.Ε.Ε., αριθ. εγγρ. 17869.
Υποσχετικό στον Αντώνμπεη από 15 Αυγούστου 1806

Δια του παρόντος γράμματος δηλοποιούμεν οι κάτωθεν γεγραμμένοι ότι καπετάνιοι, πρόκριτοι και λοιποί των χωρίων πάντων της Μάνης, ότι από άκραν του ευσπλαχνίαν, ο ενδοξομεγαλοπρεπέστατος Καπετάνα Χουμαγιούν Σερεμέτμπεη, επειδή εσυγχώρησε τα μεγάλα σφάλματα, εναντία φερσίματά μας και την απείθειαν και αποστασίαν εδείξαμεν κατά του ενδοξοτάτου Αντώνμπεή μας, όθεν σήμερον επί τη ιεη του ενεστώτος μηνός, εσυνάχθημεν άπαντες επί το αυτό. Προ πάντων εδεήθημεν εκτενώς εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν να πολυετή τον Αυτοκρατορικώτατον και αγιώτατον ημών βασιλέα (ου το κράτος είη ακαταμάχητον και θριαμβεύον αιωνίως), επομένως υποσχόμεθα έμπροσθεν εις τον ενδοξοπολυχρόνιον Καπετάνα Χουμαγιούν Μπέη εφένδη μας να διαφυλάξωμεν αμεταθέτως τα ακόλουθα κεφάλαια.
α’) Υποσχόμεθα όλοι κοινώς να έχωμεν άκραν υποταγήν και ευπείθειαν εις το πολυχρόνιον και κραταιόν Δεβλέτι και προθυμότατοι μέχρις θανάτου εις τας προσταγάς του ενδοξοτάτου Αντώνμπεή μας κατά το απαραίτητον χρέος του ραγιαλικίου μας.
β’) Να προσφέρωμεν το κατ’ έτος βασιλικόν ημυρή μας εις τον μήνα Αύγουστον σώον και ανελλιπές εις χείρας της ενδοξότητός του παίρνοντας τον συνήθη κατηλακά (απόδειξη φόρου) μας δηλονότι της περιλαβής αυτού.
γ’) Εάν τινάς κλέπτης της ξηράς ή κορσάρος της θαλάσσης κινηθή από τα χωρία μας, οι λοιποί όλοι παρ’ ευθύς να τρέχωμεν όθεν και αν είναι να τον πιάνωμεν ή ζωντανόν ή φονευμένον, και να τον παραδίδωμεν εις χείρας του Μπέη μας προς σωφρονισμόν των λοιπών, παρομοίως να κάνωμεν και εις άλλους ξένους κλέπτας, αν ακουσθούν εις τα σύνορά μας, να κινώμεν προθύμως μεγάλοι και μικροί να τους πιάνωμεν και να τους σκοτώνωμεν.
δ’) Εις τους εξορίστους φυγάδες της Μάνης, ως οργισμένοι οπού είναι από το κραταιόν Δεβλέτι, να μη λάβωμεν ποτέ καμμίαν συγκοινωνίαν και συναναστροφήν με αυτούς, και αν δοκιμάσωσιν να πλησιάσωσιν ή να έμπουν εις κανένα χωρίον της Μάνης, από τινός υπεράσπισιν ή δυναστικώς, να κινώμεν άπαντες εν τω άμα καταπάνω τους και να τους παραδίδωμε το Μπέη μας.
ε’) Κάθε διαφοράν ιντερέσου έχει αναμεταξύ εις υπέρ του άλλου να θεωρήται παρά του Μπέη μας και να λαμβάνη την εκτέλεσιν, ει δε καί τινας εξ ημών από υπόθεσιν ιντερέσου, ή από πάθη παλαιά, φθόνου και κακία κινηθή να φονεύση τινάν, οι λοιποί να τον πιάνωμεν ζωντανόν ή σκοτωμένον να τον παραδίδωμεν του Μπέη μας, τα σπίτια του να καταχαλώμεν, και τα υποστατικά του να γίνωνται βασιλικόν ημυρί.
στ’) Τα άνωθεν πέντε κεφάλαια υποσχόμεθα άπαντες εν μια γνώμη να φυλάξωμεν στερεά και απαρασάλευτα, όποιον δε από τα χωρία μας παραβεί μίαν ιώτα των υποσχέσεών μας, να χρεωστή εις το πολυχρονεμένον Δεβλέτι δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια, και να κινώμεν κατά πάνω του αυτού χωρίου όλα τα αναπολειφθέντα να το καταχαλώμεν, να το κάνωμεν ταχσίλι (είσπραξη φόρου) και τα ανωτέρω : 15 : χιλ. γρόσια. Εξ αμελείας και παρακοής, αν δεν κινηθώμεν κατά του τοιούτου χωρίου, να το κάνωμεν την ανωτέρω παιδείαν, ή και όλοι φερθώμεν εναντίως των υποσχέσεών μας, να χρεωστή το κάθε χωρίον δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και να αφανιζόμεθα κατά κράτος. Και ούτω έγειναν δύο παρόμοια επιβεβαιωμένα ιδιοχείρως μας και εδόθησαν το εν εις χείρας του ενδοξομεγαλοπρεπεστάτου Καπετάνα Χουμαγιούν Σερεμέτμπεη εφέντη, δια να το εξαποστείλη εις το κραταιότατον και πολυχρονεμένον Δεβλέτι, και το έτερον προς τον ενδοξώτατον ημών Αντώνμπεη εις ένδειξιν και ασφάλειαν των υποσχέσεών μας.
1806 Αυγούστου : 15 : Μαραθονήσι.
Κπ. Πέτρος Καπετανάκης-Μαυρομιχάλης με την γενεάν μου υποσχόμεθα τα άνωθεν, ομοίως και με την χώραν μου.
Ο ταπεινότατος επίσκοπος Μαΐνης Δανιήλ, υπόσχομεθα τα άνωθεν.
Ο Καπετάν Μιχάλης Τρουπάκης με τον καζά μου την Ανδρούβιστα υπόσχομαι.
Βοίτυλος. Και ημείς οι Γιατριάνοι, Ραζελιάνοι, Ντζαχουτιάνοι και Κακασαγγιάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Και εμείς οι Στεφανοπουλιάνοι, Στεφανιάνοι, Φάλτζοι, Νοβακιάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Κελεφιώτες. Βασιλιάνοι, Γεωργακιάνοι, Τριγωνίτες, Φάλτζοι, υποσχαινούμεθα τα άνωθεν.
Πύργος. Και εμείς Μιχελιάνοι, Θοδωριάνοι, Νικολατζιάνοι, και Σκαρανταβιάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Χαρία. Και εμείς Κοταριάνοι, Γεωργιλιάνοι, και Λουπιάνοι και Μαυροκυριακιάνοι υποσχόμεθα τα άνωθε.
Και εμείς οι Χαριάτες κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθε.
Δρυάλος. Και εμείς οι Δρυαλίτες Δημιανιάνοι, Μαρακάδες και Χρηστομανωλιάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Και εμείς η Πεντάδα. Παλιόχωρα, Άκια, Πάπακα (Βάμβακα), Κουλούμι και <Μ>Πρίκι υποσχόμαστε τα άνωθεν.
Και εμείς οι Νεάτες Βεσταχαγιάνοι, Ξενιάνοι, Στουκαλιάνοι, Κακαριάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Και εμείς οι Καρινιάτες υποσχόμεθα τα άνωθεν όλοι κοινώς.
Κοίτας. Και εμείς Κοιτιάτες Πανωχωρίτες, Τζινγκροκουτρουλιάνοι, Κατζηβαρδιάνοι και Καλονιάτες όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Νομιάτες. Μιχαλακιάνοι και Τζουλοκουριακλιάνοι και Κεχριάνοι όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Μπουλαριώτες. Κάτω Χώρα, Σπηλιωτιάνικα και Δίπορον, Λιοντάκι και Μουντανίστικα, όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Αλικάτες. Νικολεγιάνοι, Γαυριλιάνοι, και Μαρτιάνοι όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Βάθεια. Μιχαλακιάνοι, Γεραντωνιάνοι και Καραμπατιάνοι και τα περίχωρα υποσχόμεθα τ’ άνωθεν.
Τζικαλιά. Μιχαλιάνοι, Κουρικιάνοι, Μαυροδιάνοι Φιολιάνοι όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Λάγιας. Και εμείς οι Λαγιάτες με τα περίχωρά μας Πιόντες και Δημαρίστικα υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Νύφι. Και εμείς οι Νυφιάτες Μεγάλη Χώρα και Μικρή όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Δρυαλί. Και εμείς οι Δρυαλίτες όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Κολοκύθι. Και εμείς Φλομοχωρίτες, Βατιώτες και Κοτρωνίτες, Γωνέας, Ριγανόχωρας και Σκαλτζοτιάνικα όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Χειμάρα. Και εμείς Χειμαριώτες και Λουκαδιώτες όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Κάβαλος. Και εμείς Καβαλιώτες, Μιχαλιάνοι και Γιαννιάνοι και Κουτρουμάνοι υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Σκουτάρι Τριγονάς: και εμείς Σκουταριώτες, Παρασιριώτες, Παλιοκαλυβιώτες, Μαυροβουνιώτες και Αγερανιώτες υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Φουκάδες. Και εμείς Βαχώτες, Σκαλώτες, Τζεροβιώτες, Νιοχωρίτες, Καυκώτες, Μηνιακοβίτες όλα μας τα χωρία υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Μαλεύρης. Και εμείς Καρβελιώτες, Μαραθιώτες, Πηλαλιώτες, Πανιτζιώτες, Λιμπερδιώτες, Λιμνιώτες, Παλοβίτες, Πολυτζαραβίτες, Σκυφιάνοι, Καριώτες, Κρυονερίτες και Σκαμνακιώτες, όλος ο Μαλεύρης υποσχόμεθα τα άνωθεν.
Λαγκάδα. Λαγκαδιώτες και Πολιανίτες υποσχόμεθα.
Καπετάν Χριστόδουλος Χρηστέας καζάς Ζυγού υπόσχομαι.
Καπετάν Γιωργάκης Κυβέλος καζάς Μηλιάς υπόσχομαι τα άνωθεν.
Καπετάν Κωνσταντής Τουράκης με το τόπο μου υπόσχομαι

ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

5. ΑΞΙΩΜΑΤΑ – ΑΡΙΣΤΕΙΑ

Στις 13 Νοεμβρίου 1837 ορίστηκαν από το βασιλιά Όθωνα οι Μανιάτες που θα στελέχωναν τη φάλαγγα. ΓΑΚ, Οθωνικό αρχείο, Υπ. Στρατιωτικών Μ/Α, φάκ. 428, διαταγή της 13 Νοεμβρίου 1837.
Μερικοί από αυτούς υπηρετούσαν στο στρατό και ορίστηκε ο βαθμός με τον οποίο θα κατατάσσονταν στη φάλαγγα.
Υπήρχαν και θέσεις τιμητικές της φάλαγγας που δεν έπαιρναν μισθό.

Γεωργόπουλος Βασίλειος Πιόντες Ανθυπολ.4 Υπολοχαγός

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ από Πιόντες.
ΦΕΚ 4(27/2/39)19: Μετατίθεται από το 4 στο 5 τάγμα ακροβολιστών της Μάνης ο ανθυπολοχαγός Β.Γ.
ΦΕΚ 4(13/2/42)18: Προβιβάζεται σε υπολοχαγό/δεκανέα και από το 4 τάγμα ακροβολιστών τοποθετείται στην 4 τετραρχία της φάλαγγος.
Μιχαλάκος-Μιχελάκος Πέτρος, από τις Πιόντες-Αντρογιάλι του δήμου Λαγίας. Την αίτηση υπέβαλε το 1865 ο εγγονός του Παναγιώτης Βασιλάκος με πιστοποιητικό του Τζανετάκη Γρηγοράκη, Π. Κοσονάκου, Γ. Δημητρακάκου, Αναστ. Μαυρομιχάλη και Δ. Πετροπουλάκη, που βεβαίωνε ότι το 1822 ήταν στην πολιορκία της Κορίνθου υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, όπου και απεβίωσε. Χαρακτηρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 00407 (001103). Κουτί 130, φάκ. αριθ. 35.
Μπουγιουκλάκης Δημ. Γιάννος, από τη Λάγια. Γεννήθηκε το 1786, νυμφεύθηκε το 1812 και έζησε μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 1846. Αναφέρεται ότι υπηρέτησε ως καπετάνιος σε πολιορκίες και μάχες. Το 1837 έγινε υπολοχαγός-πρεσβύτης της φάλαγγος. Άφησε χήρα την Κυριακή κόρη του Κωνστ. Μαυρούτζου από τις Πιόντες, η οποία έζησε μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου 1856. Παιδιά: α) Δημήτριος, ο οποίος το 1859 είχε αποβιώσει, αφήνοντας χήρα Γαρουφαλλιά και κόρες την Μαρία 22 ετών (το 1859) σύζ. Π. Θεοδωράκου και την Κυριακή 17 ετών (1859) άγαμο. β) Μαυρουδής 26 ετών το 1859, είναι αυτός που υπέβαλε την αίτηση το 1865. γ) Μαρία ετών 45 (1859) σύζ. Π. Λουκάκου και δ) Σταματούλα ετών 40 (1859) σύζ. Ευαγγ. Παναγιωτάκου. Χαρακτηρίστηκε στη 436/12 συνεδρίαση της επιτροπής ως ανθυπολοχαγός (οπλαρχηγός 7ης τάξεως) και στη 476 συνεδρίαση ως υπολοχαγός (οπλαρχηγός 6ης τάξεως) με αριθ. μητρ. 01774. Κουτί 141, φάκ. 55.
Ντεκουλάκος-Πιεράκος Νικόλαος, από τις Πιόντες-Αντρογιάλι του δήμου Λαγίας και το 1865 ήταν 71 ετών. Αναφέρεται ότι ο αδελφός του Μαυροειδής σκοτώθηκε στην πολιορκία της Μονεμβασίας και ο ίδιος πληγώθηκε στο δεξί χέρι. Με πιστοποιητικό του Τζανετάκη Γρηγοράκη και Γ. Δημητρακαράκου χαρακτηρίστηκε ως στρατιώτης με αριθ. μητρ. 00439 (001180). Κουτί 150, φάκ. αριθ. 78.
Πετρομιχελάκος ή Πετρομιχελής Βασίλειος, από τις Πιόντες-Αντρογιάλι του δήμου Λαγίας. Αγωνίστηκε υπό τον Κυριακούλη Κουτράκο και Ιωάννη Ροδίτη-Μαυρομιχάλη και το 1834 πολέμησε υπέρ της βασιλικής κυβερνήσεως. Το 1844 τιμήθηκε με το αργυρό αριστείο του αγώνος. Με πιστοποιητικό του Ν. Πιεράκου, Ι. Κ. Μαυρομιχάλη, Δημ. Τσιγκουράκου και Δ. Πετροπουλάκη από το 1842 αρχικά χαρακτηρίστηκε ως υπαξιωματικός β’ τάξεως με αριθ. μητρ. 02874 και το 1871 χαρακτηρίστηκε ως ανθυπολοχαγός (οπλαρχηγός 7ης τάξεως) με αριθ. μητρ. 02900. Κουτί 174, φάκ. αριθ. 98.

Πιόντες:
Πετρομιχελάκος Βασίλειος αξιωμ. 7ης
Μιχαλάκος-Μιχελάκος Πέτρος στρ.
Ντεκουλάκος-Πιεράκος Νικόλαος στρ.

Ανδρεάκος Λάζαρος, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 18.
Ανδρεάκος Λάζαρος, Λάγια, χάλκινο (διά Ν. Πιεράκου), φάκ. 286, έγγρ. 091, αριθ. καταλ. 50 και φάκ. 287, έγγρ. 134, αριθ. καταλ. 50.
Αντωνάκος Δημητράκης, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 20 και
Αντωνάκος Ηλίας, Λακωνία, αργυρό (διά Ν. Πιεράκου), φάκ. 220, έγγρ. 042, αριθ. καταλ. 152 και φάκ. 284, έγγρ. 071, αριθ. καταλ. 152.
Γεωργιάκος Δημήτριος, Πιόντες Λαγίας, σιδερένιο, φάκ. 259, έγγρ. 280, αριθ. καταλ. 78.
Γεωργιάκος Δημήτριος, Λάγια, σιδερένιο, φάκ. 259, έγγρ. 280, αριθ. καταλ. 38.
Γεωργόπουλος Βασίλειος, Πιόντες Λαγίας, ανθυπολοχαγός, προτάθηκε από το Φέδερ, αλλά η επιτροπή στις 20 Αυγούστου 1836 δήλωσε ότι δεν τον γνωρίζει, φάκ. 6, έγγρ. 202, αριθ. καταλ. 19. Αργυρό, φάκ. 7, έγγρ. 328, αριθ. καταλ. 8.
Γεωργόπουλος Κυριακούλης, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, αργυρό, φάκ. 246, έγγρ. 019, αριθ. καταλ. 78 και (διά Τζανετάκη Γρηγοράκη), φάκ. 281, έγγρ. 037, αριθ. καταλ. 78.
Γιαννόπουλος Στράτος, Πιόντες Λαγίας, σιδερένιο, φάκ. 259, έγγρ. 280, αριθ. καταλ. 74
Δημητράκος Ιωάννης, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 31.
Κυριακάκος Κώστας, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 28.
Μαυροειδάκος Νικόλαος, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 29.
Μαυροειδάκος Πιέρος, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 21.
Μιχαλάκος Γεώργιος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 19.
Μιχαλάκος Σ. Γεώργιος, χάλκινο (διά Πετρόμπεη κλπ.), φάκ. 286, έγγρ. 014, αριθ. καταλ. 0955.
Μιχαλόπουλος Γεώργιος, Πιόντες Λαγίας, κάτοικος της Σπάρτης, σιδερένιο, φάκ. 87, έγγρ. 260, 262.
Νικολόπουλος Παναγιώτης, Πιόντες Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 27.
Παναγιωτάκος Γεώργιος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 24.
Παναγιωτάκος Δήμος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 12
Παναγιωτάκος Κυριακούλης, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 26.
Πετρομιχαλάκος Βασίλειος, 1802, Πιόντες Λαγίας, σιδερένιο, φάκ. 95, έγγρ. 039, αριθ. καταλ. 23, έγγρ. 041, 045. Αργυρό, φάκ. 282, έγγρ. 026 και 027, αριθ. καταλ. 9 και φάκ. 281, έγγρ. 187, αριθ. καταλ. 9.
Πιεράκος Νικόλαος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 23.
Πιοντάτης παπα-Φίλιππος πρωτοσύγκελλος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, την 1/12/1836 υπηρετούσε ως υπαξιωματικός, φάκ. 7, έγγρ. 240, αριθ. καταλ. 686 και φάκ. 58, έγγρ. 184, αριθ. καταλ. 3. Αργυρό (διά Τζανετάκη Γρηγοράκη), φάκ. 246, έγγρ. 019, αριθ. καταλ. 79 και φάκ. 281, έγγρ. 037, αριθ. καταλ. 79.
Ποτάκος-Ποθάκος Νικόλαος, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 25 και (δια Ν. Πιεράκου), φάκ. 286, έγγρ. 091, αριθ. καταλ. 37.
Ποτάκος-Ποθάκος Παναγιώτης, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 17 και (δια Ν. Πιεράκου), φάκ. 286, έγγρ. 091, αριθ. καταλ. 35.
Τζικλάκος-Τζίκλος Δρακούλης, Πιόντες-Αντρογιάλι, Λάγια, βλέπε Τσικλάκος, Τσίκλος
Τουρκονικόλας Ιωάννης, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 30.
Τσικλάκος-Τζικλάκος Δρακούλης, Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας, χάλκινο, φάκ. 259, έγγρ. 269, αριθ. καταλ. 22.
Τσίκλος-Τζίκλος Δρακούλης, Λάγια, η αίτησή του τοποθετήθηκε στο αρχείο, φάκ. 196, έγγρ. 078, 079.

ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

6. ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ

352. Προς την Α. Ε. τον Σ. Κυβερνήτην της Ελλάδος.
Κατά την 11 του παρελθόντος Νοεμβρίου φθάσας ενταύθα, μόλις σήμερον τελειώνω τας κατά την Λακωνίαν σπουδαίας ενασχολήσεις μου. Επειδή δε το ακατάστατον των πραγμάτων του τόπου τούτου, με κατηνάγκασε να καταφύγω εις μέτρα διάφορα της ποιότητος παρ’ εκείνων των προς εμέ οδηγιών της Σ. Κυβερνήσεως, κρίνω αναγκαίον να εκθέσω υπ’ όψιν αυτής τα τοιαύτα μέτρα και να δώσω τους λόγους οίτινες με εκίνησαν εις την διαχείρισίν των. Άρχομαι δε πρώτον από αυτής της καταστάσεως εις την οποίαν ευρήκα τας επαρχίας ταύτας. Διελθών αυτοπροσώπως των καθ’ οδόν χωρίων από ;Λιπενάτιον; εις Μαραθονήσιον και δι’ αγνώστων απεσταλμένων εις τα λοιπά χωρία και επαρχίας, ανιχνεύσας τα πάντα κατά βάθος είδα παραλυσίαν και ….. όλων των επιτοπίων αρχών τας ;ανεζωοπόρεσα.
Πανταχού παράπονα του λαού κατά Δημογερόντων, Διοικητών και υπαλλήλων των, δια το φατριαστικόν και τυραννικόν τα διέλυσα, κηρύξας γενικώς την σταθεράν απόφασιν της Σ. Κυβερνήσεως υπέρ της πανταχού στερεώσεως της ευνομίας και δικαιοσύνης και την δικαίαν των νόμων αγανάκτησιν κατά πάντων των μη δικαιοπραγούντων, και την πατρικήν κηδαιμονίαν του Σ. Κυβερνήτου μας υπέρ της κοινής των Ελλήνων ……… , και τελευταίον το σταθερόν αμερόληπτον της Επιτροπείας, τα οποία ευχαριστήθη ο λαός πάσης τάξεως.
Εισελθών δεν εις τον αδιε…. Τον λαβύρονθον των πραγμάτων της Σπάρτης ευρίσκω πανταχού αναρχίαν, στασίασμα, μάχας εμφυλίους, συστημένος εις τα χωρία Λαγίας, Πιόντες, Βάθειας, Τζουκαλαργιά, Άλικα, Μουντανίστικα, λεοντάκι, Μπουλαργιοί, Οχιά, Κεχριάνικα, Μέζαπον, Άγιον Γεώργιον, και έτι άλλα διάφορα χωρία ευρισκόμενα εις αναβρασμόν και εις ακμήν να κινήσωσι όπλα με αντιπατριωτικούς κακόβουλους σκπούς, παρομοίως και πάντα ταύτα κατέπαυσαν ειρηνοποιήσας τα αντιμαχόμενα μέρη.
Αίτια δε των αλληλομαχιών τούτων ήσαν πάθη παλαιά και εκ μικρών νέων αιτιών ανακα…των δε ανέκαθεν συμβαινόντων εις την Σπάρτην εμφυλίων συγκρούσεων , είναι.
Α. Η Σπάρτη εις πολλούς αιώνας κριτήριον και αρχήν τακτικήν δεν είδεν· όθεν τυχόν δύο διαφερόμενοι προς αλλήλους, ει μη όντος του μέσου δηλ. αρχής, ή κριτηρίου να διαλύση την διαφοράν των απεφάσιζον δια των όπλων την διάλυσιν και ούτω προϊόντος του χρόνου έγινεν έξις.
Β. Οι κατά καιρούς σημαντικοί της Σπάρτης αντιδιαφερόμενοι προς αλλήλους δι’ ιδιοτελείς σκοπούς και διαιρούμενοι συνδιαιρούσαν και τον λαόν, και μέρος μεν τούτου ονομάζεται κόμμα του δείνος σημαντικού μέρος δε του δείνος και μέρος άλλου τα δε κόμματα ταύτα του λαού ελάμβανον τοσαύτην αντιπάθειαν προς άλληλα, όσην και οι αρχηγοί των προς αλλήλους.
Γ. Η αμάθεια η σκοτίζουσα τον νουν και διαφθείρουσα τα ήθη των, η δεινή πτωχία ήτις κατ’ εξοχήν καταπιάζουσα αυτόν τον λαόν τον κατήντησε να δοθή εις την ληστείαν.
Τούτων ούτως εχόντων προς στερέωσιν της καταπαύσεως των αλληλομαχιών τούτων, προς ευκολίαν της προόδου της ευταξίας και μάλιστα προς ανατροπήν των αντιπατριωτικών σχεδίων ηναγκάσθην να οργανίσω το προσωρινόν ακόλουθον σχέδιον.
Α’. Εξέβαλα από τα λεγόμενα Κακαβούλια της Σπάρτης εκ των διαμαχομένων μερών, όλους τους λεγομένους παρά τους Σπαρτιάτας Μπουλουκτζήδες, δηλαδή πρωταρχηγούς, συλλέξας αυτούς από όλας τας σημαντικάς οικογενείας της δευτέρας τάξεως των Σπαρτιατών και κατατάξας εις την Εκτελεστικήν δύναμιν των Τμημάτων, ώστε εξ ανάγκης δια περιστατικά σημαντικά και ουσιωδέστατα, αντί μιάς πεντηκονταρχίας δύο ήδη συμποσούνται πεντηκονταρχίαι Σπαρτιατών.
Β’. Εσύστησα επιτοπίους φρουράς τας ακολούθους οκτώ.
Εις Μαραθονήσι
Εις το τμήμα Μαλευρίου
Εις τα τμήματα Τρυγονά και Φωκά
Εις τα τμήματα Κολοκυνθίου και Λαγίας
Εις Τσίμοβαν
Εις Ανδρούβιστα
Εις Κοίταν και τυα πέριξ λείπει ένα
Αι κεφαλαί αυτών των φρουρών συνίστανται από Σαμίους και Σπαρτιάτας και οι μεν Σπαρτιάται εκλελεγμένοι μεταξύ των πλέον αφωσιωμένων εις την Σ. Κυβέρνησιν ωνομάσθησαν επιστάται της ευταξίας εις τους οποίους έδωκα οδηγίας και έλαβα παρ’ αυτών υποσχετικά, των οποίων περικλείονται αντίγραφα. Οι Σάμιοι ωνομάσθησαν αξιωματικοί διωρισμένοι να υπαγρυπνώσι εις όλα και να με ιδεάζωσι.
Γ’. Θεωρών την ανάγκην να ανοιχθώσι αι σκάλαι του Πέρτοκάγιου και Μεζάπου, ελευθερωθείσαι από τυας χείρας των Σπαρτιατών των ληστευόντων τα εκεί προσορμιζόμενα πλοία, εδιώρισα εις αυτάς τας Σκάλας δύο υγειονομολιμενάρχας Σαμίους. Και ταύτα μεν περί της Σπάρτης, διώρισα προς τούτοις και φρουράς παρά τοις προσωρινοίς Διοικηταίς της Μονεμβασίας και της Λακεδαίμονος και Πραστού δύο δεκαρχίας, ανά μισήν δεκαρχίαν εις έκαστον ως εκτελεστικήν δύναμιν και μίαν δεκαρχίαν εισέτι κατά τα Ολυμποχώρια και Λεωνίδι δια την ευταξίαν των μερών τούτων. Όθεν επειδή δια τας ανωτέρω εκτεθείσας αιτίας η εκτελεστική δύναμις της Επιτροπείας ταύτης συνίσταται ήδη εις τρεις πεντηκονταρχίας, μίαν των Σαμίων και δύο των Σπαρτιατών. Εξ ων οι 85 συγκροτούσι τας διαληφθείσας επιτοπίους φρουράς της Σπάρτης, ένθα άλλοτε δεν εστάθη να κατασταθή φρουρά δια να προλαμβάνη τας εσωτερικάς καταχρήσεις.
Δια τούτο εστοχάσθην διόλου περιττήν την περιπλέον εκτελεστικήν δύναμιν ήτις παραμένει εις όλα τα ενταύθα δικαστήρια διωρισμένη παρά του Γεν. Αρχηγού μακρυγιάννη, και τούτο εστάθη αιτία να αντιποκριθή μετ’ αυτού δια να λείψουν τα μάταια έξοδα. Ταύτα πάντα καθ’ υποβάλω εις την επίκρισιν της Σ. Κυβερνήσεως· και διαμένω με το ανήκον σέβας.

Πιόντες
Γεωργόπουλος Β. (1850), γενν. 1800, Αξιωματικός.
Λίρης Β. (1850), γενν. 1813, κτηματίας.

Γεωργόπουλος β., 1850, Πιόντες, δ. Λαγίας.
Λίρης Β., 1850, Πιόντες, δ. Λαγίας.

Το 1835 έγινε διοικητική διαίρεση του κράτους σε δήμους και τα Κορογονιάνικα ανήκαν στο δήμο Ταινάρου, με πρωτεύουσα τις Πιόντες. Το 1842 έγινε συγχώνευση των δήμων και τα Κορογονιάνικα περιελήφθησαν στο δήμο Λαγίας.

ΚΟΡΟΓΟΝΙΑΝΙΚΑ: (κάτοικοι) Από διήγηση Θ. και Σ. Μπόφου, Γιάννη Μιχαλόλια.
-Κορογόνας ή Μπώφος ή Μποφάκος. Ήταν από τοιυς συνοικισμούς, έρημους τώρα, που είναι δίπλα στους Πιόντες. Ήταν άρχοντας όλης της περιοχής από Πιόντες μέχρι και Κορογονιάνικα. Αλλά είχε όλο κόρες και ένα γιό. Γιαυτό τον είπανε Κορο – γόνα. Εμειώθηκε πολύ η οικογένειά του. Οίκησε τα Κορογονιάνικα πριν από το 1700. Ισχυρό σόι που ξέπεσε μετά το 1821. Συγγενής του εξ αίματος ο Κορογόνας-Γελάσης και Αγγελάκος στους Μπουλαριούς. Απόγονός του είναι ο Καρέλιας (οι γνωστοί βιομήχανοι). Τα Μουντανίστικα πριν ήταν Κορογονιάνικα.
-Μιχαλόλιας. Σώγαμπρος του Κορογόνα. Συγγενής του Ζαγοριανάκου από τη βόρεια Μάνη (Ανατολική). {Ο Ζαγοριανάκος ήταν από την Τσεροβά}
ΤΕΤΡΑΔΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

7. ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Δήμος Λαγίας: Λάγια, Δημαρίστηκα, Παχιάνικα, Σολοτέρι, Σπείρα, Κοκκάλα, Ελυμπιές, Άγιος Νικόλαος, Κυπριανός, Άγιος Βασίλειος, Άγιος Ηλίας, Χωραφάκια, Κορακιάνικα.
Δήμος Ταινάρου: Πιόντες, Κορογονιάνικα, Καινούρια Χώρα, Χάρακες, Πάλιρος, Πορτοκάγιο (Μονή Μεταμορφώσεως), Μονή Σωτήρος, Αχίλλειο.
Σχημάτισαν το δήμο Λαγίας.

Δήμος Ταινάρου (Πιόντες):
Δήμαρχος: Β. Πετρομιχελάκος. ΦΕΚ, παράρτ. του αρ. 2 του 1837, σ. 30.

Τον Οκτώβριο του 1841 υπηρετούσε ως δήμαρχος Λαγίας ο Μ. Γρηγορακάκος και Δημ. Πάρεδρος ο Ιω. Νικολαράκος. ΓΑΚ, Αριστεία, φάκ. 84, έγγρ. 008, αριθ. καταλ. 11-14 και έγγρ. 009, 010, 025, 026, 027, 035 και 037.

Επαρχιακοί σύμβουλοι δήμου Λαγίας:, α) Ιωάννης Γκιτάκος, β) Ιωάννης Κατζοκόλης (Καψοκώλης). ΦΕΚ 21(12/9/42)135.

Εισπράκτορας δ. Λαγίας ο Σπυρ. Κατσιβαρδάκος αντί του απολυθέντος Γ. Πετράκου. ΦΕΚ 31(11/10/47)238.

Επαρχιακοί σύμβουλοι δ. Λαγίας διορίζονται α) Γ Γεωργακογιαννάκος, β) Ιωάννης Γκιτάκος. ΦΕΚ 27(24/8/50)277.

Επαρχιακός σύμβουλος δ. Λαγίας διορίζεται ο Μαυροειδής Γιαννόπουλος. ΦΕΚ 27(31/8/53)282.

Επαρχιακός σύμβουλος δ. Λαγίας ο Παναγιώτης Ιωάννου Γρηγορακάκος. ΦΕΚ 65(29/10/56)354.

Το 1859 υπηρετούσε ως δήμαρχος Λαγίας ο Κ. Μιχαλακάκος. ΑΑΕΒΕ, κ. 141, φ. 55.

ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΙΑΣ
Δήμος Λαγίας (Λάγια):
Δήμαρχος: Ν. Δεκουλάκος. ΦΕΚ, παράρτ. του αρ. 2 του 1837, σ. 30.

Το 1839 Δήμαρχος Λαγίας υπηρετούσε ο Γιάννης Νικολαράκος, ΓΑΚ, Αριστεία, φάκ. 38, έγγρ. 253.

Το 1839 δημαρχιακός πάρεδρος Λαγίας υπηρετούσε ο Παναγιώτης Μπερδέσης. ΓΑΚ, Αριστεία, φάκ. 95, έγγρ. 039 κ.ε.

Το 1841 δήμαρχος Λάγιας ο Μιχαήλ Γρηγορακάκης και δημαρχιακός πάρεδρος ο Ιωάννης Νικολαράκος, ΓΑΚ, Αριστεία, φάκ. 84, έγγρ. 009, 010, 026, 027, 033, 035, 038.
ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΙΑΣ

Άγιος Νικόλαος; 247 Λάγια 252
Αχίλλειο 247 Μάραθος 258
Βάθεια 248 Πάλυρος 258
Δημαρίστικα Μέσα 248 Παχιάνικα 259
Δημαρίστικα Πέρα 249 Πιόντες 260
Καινούρια Χώρα 251 Σολοτέρι 261
Κορογονιάνικα 252 Σπείρα 262

ΠΙΟΝΤΕΣ

310 Αναγνωστάκος Αναγνώστ. Ηλίας 30 (1841) γεωργός
325 Αναγνωστάκος Αναγνώστ. Ιωάννης 40 (1831) »
846 Αντωνάκος Αντών. Πέτρος 22 (1852) »
303 Βασιλάκος Βασιλ. Γεώργιος 42 (1829) »
326 Βασιλάκος Βασιλ. Ιωάννης 23 (1848) »
359 Βασιλάκος Βασίλ. Νικόλαος 23 (1848) »
361 Βροτζάκος Νικολ. Παναγιώτης 25 (1846) »
322 Γαυρουτζάκος Κωνστ. Θεόδωρος 23 (1848) »
334 Γεωργιάκος Γεωργ. Κυριάκος 38 (1833) »
297 Γεωργακάκος Γεωργίου Βασίλειος 30 (1841) »
312 Γεωργακάκος Γεωργ. Δημήτριος 40 (1831) »
295 Γεωργόπουλος Γεωργίου Βασίλειος 70 (1801) »
301 Γεωργόπουλος Γεωργίου Βασίλειος 35 (1836) »
308 Γεωργόπουλος Ιωάννη Γεώργιος 23 (1848) »
308 Γεωργόπουλος Ιωάνν. Γρηγόριος 23 (1848) »
321 Γεωργόπουλος Γεωργ. Θεόδωρος 23 (1848) »
843 Γεωργόπουλος Κυριακ. Μιχαήλ 24 (1850) »
844 Γεωργόπουλος Κυριακ. Παναγιώτης 22 (1852) »
372 Γεωργόπουλος Ιωάνν. Τζανετάκης 25 (1846) »
373 Γεωργόπουλος Βασιλ. Σωτήριος 23 (1848) »
329 Γεωργόπουλος Γεώργ. Ιωάννης 23 (1848) »
319 Γιαννακάκος Ιωάννη Θεόδωρος 32 (1839) »
294 Γιαννόπουλος Ιωάννη Βασίλειος 68 (1803) »
306 Γιαννόπουλος Ιωάννη Γεώργιος 23 (1848) »
354 Γιαννόπουλος Ιωάνν. Νικόλαος 27 (1844) »
355 Γιαννόπουλος Ιωάνν. Νικόλαος 37 (1834) »
327 Δημητράκος Δημήτρ. Ιωάννης 23 (1848) »
339 Διανόπουλος Ιωάνν. Κωνσταντίνος 23 (1848) »
290 Διράκος Νικολάου Βασίλειος 48 (1823) »
289 Δρακουλαράκος Πέτρου Αντώνιος 44 (1827) »
838 Δρακουλάκος Δρακούλ. Ιωάννης 22 (1852) »
347 Δρακουλάκος Δρακούλης Μιχαήλ 23 (1848) »
328 Θεοδωρακάκος Θεοδώρ. Ιωάννης 33 (1833) »
346 Θεοδωρακάκος Θεοδώρ. Μιχαήλ 29 (1829) »
298 Κοκκινάκος Γεωργίου Βασίλειος 25 (1846) »
333 Κοκκινάκος Βασιλ. Κυριακούλης 34 (1837) »
296 Κοτζονούρης Ιωάννη Βασίλειος 41 (1830) »
314 Κοτζονούρης Γεωργ. Δημήτριος 46 (1825) »
335 Κοτζονούρης Γεώργ. Κωνσταντίνος 63 (1808) »
837 Κυριακάκος Κυριάκ. Ιωάννης 22 (1852) »
367 Κυριακάκος Κυριακούλ. Παναγιώτης 23 (1848) »
293 Κυριακουλάκος Κυριακούλη Βασίλειος 32 (1839) »
304 Κυριακουλάκος Κυριακούλη Γεώργιος 42 (1829) »
305 Κωνσταντάκος Κωνσταντίνου Γεώργιος 23 (1848) »
348 Λυράκος Γεωργ. Μιχαήλ 23 (1848) »
352 Λυράκος Γεωργ. Μιχαήλ 36 (1835) »
362 Λυράκος Μιχαήλ Πόθος 32 (1839) »
291 Λύρης Γεωργίου Βασίλειος 36 (1835) »
832 Λύρης Μιχελ. Βασίλειος 22 (1852) »
353 Μαρκάκος Μάρκ. Μιχαήλ 26 (1845) γεωργός
288 Μαρκομιχάλης Δημητρίου Αντώνιος 45 (1826) »
309 Μαρκομιχάλης Ιωάνν. Γεώργιος 23 (1848) »
834 Μαρκομιχάλης Βασιλ. Γρηγόριος 22 (1852) »
317 Μαρκομιχάλης Ιωάνν. Ηλίας 23 (1848) »
330 Μαρκομιχάλης Δημητρ. Ιωάννης 61 (1810) »
331 Μαρκομιχάλης Ιωάνν. Ιωάννης 28 (1843) »
340 Μαρκομιχάλης Βασιλ. Κυριάκης 23 (1848) »
840 Μαρκομιχάλης Βασιλ. Κυριάκης 24 (1850) »
350 Μαρκομιχάλης Δημητρ. Μιχαήλ 48 (1823) »
368 Μαρκομιχάλης Ιωάνν. Παναγιώτης 33 (1838) »
359 Μαυροειδάκος Μαυροειδ. Νικόλαος 23 (1848) »
836 Μαυρουτζάκος Κωνστ. Δημήτριος 22 (1852) »
299 Μαυρούτζος Νικολάου Βασίλειος 23 (1848) »
337 Μαυρούτζος Θεοδώρ. Κωνσταντίνος 38 (1833) »
344 Μαυρούτζος Θεοδώρ. Κωνσταντίνος 40 (1831) »
841 Μαυρούτζος Νικολ. Κυριάκης 28 (1846) »
342 Μαυρουτζάκος Νικολ. Κωνσταντίνος 24 (1847) »
357 Μαυρουτζάκος Θεοδώρ. Νικόλαος 25 (1846) »
292 Μιχαλεάκος Μιχελή Βασίλειος 35 (1836) φοιτητής
370 Μιχαλόπουλος Μιχαήλ Παναγιώτης 23 (1848) γεωργός
300 Μιχελάκος Κυριακούλη Βασίλειος 34 (1837) »
315 Μιχελάκος Μιχελή Δημήτριος 23 (1848) »
313 Μιχελάκος Μιχελή Δρακούλης 51 (1820) »
320 Μιχελάκος Μιχελή Θεόδωρος 23 (1848) »
336 Μιχελάκος Μιχελ. Κυριάκος 30 (1841) »
249 Μιχελάκος Μιχελή Μάρκος 32 (1839) »
369 Μιχελάκος Κυριακ. Παναγιώτης 23 (1848) »
318 Νικολοπετράκος Θεοδώρ. Ηλίας 26 (1845) »
332 Νικολοπιεράκος Μαυροειδ. Ιωάννης 23 (1848) »
323 Νικολόπουλος Νικολ. Ιωάννης 33 (1838) »
338 Νικολόπουλος Νικολ. Κυριάκης 38 (1833) »
345 Νικολόπουλος Νικολ. Λεούτζος 40 (1830) »
351 Νικολόπουλος Νικολ. Μαυροειδής 30 (1841) »
363 Νικολόπουλος Νικολ. Παναγιώτης 23 (1848) »
302 Παναγιωτάκος Παναγιώτη Γρηγόριος 30 (1841) »
324 Παναγιωτάκος Παναγ. Ιωάννης 36 (1835) »
311 Παναγιωτάκος Παναγ. Δημήτριος 32 (1839) »
364 Παναγιωτάκος Παναγ. Πέτρος 42 (1829) »
365 Πετρομιχαλής Βασιλ. Παναγιώτης 30 (1841) »
307 Ποθάκος Πόθου Γεώργιος ;3 () »
310 Ποθάκος Πόθου Δημήτριος 28 (1843) »
835 Ποθάκος Πόθου Δημήτριος 30 (1847) »
358 Ποθάκος Πόθου Νικόλαος 72 (1799) »
371 Ποθάκος Πόθου Παναγιώτης 41 (1830) »
847 Ποθάκος Πόθου Παναγιώτης 38 (1836) »
341 Πουλημενάκος Βασιλ. Κωνσταντίνος 23 (1848) »
366 Σαρασκέρης Νικολ. Παναγιώτης 38 (1833) »
343 Τζικλάκος Ιωάνν. Κυριάκης 24 (1847) »
833 Τζίκλος Δρακούλ. Γιάννης 22 (1852) »
839 Τζίκλος Κυριάκ. Ιωάννης 23 (1851) »
842 Τζίκλος Γιαννάκ. Κυριάκης 22 (1852) »
845 Τζίκλος Ηλία Παναγιώτης 22 (1852) «

ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ

Τα γνήσια μανιάτικα ονόματα δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη κατάληξη πριν το 1600. Ιδιαίτερα όσα είναι γνήσια επώνυμα και όχι πατρωνυμικά.
1) Γιατί τα από το βυζαντινό -άκιος προερχόμενα σε -άκης (και -άκος μεταγενέστερα) μανιάτικα ονόματα είναι πριν το 1600 πατρωνυμικά, και όχι επώνυμα. Περίπου το ίδιο συμβαίνει σε άλλες Ελληνικές «ατόφιες» περιοχές όπως η Αθήνα (τότε), το Μεσολόγγι, ο Μιστράς, το Ναύπλιο. Τελευταίοι που «κόλλησαν» το -άκης είναι οι Κρητικοί κι οι Αρβανίτες της Β. Ελλάδας (Θράκη κ.λ.π.) γι’ αυτό και το διατηρούν μιας και ενώθηκαν τελευταίοι με την Ελλάδα και το «κόλλησαν» αργότερα στα ονόματα τους ομαδικά.
Το -άκιος είναι βαφτιστικό αυτών πού λέγονταν «Ρωμιοί» δηλ. των απογόνων των κατοίκων του Ελλαδικού χώρου απ’ το 212 ως τον 10ο αιώνα μ.Χ. Από κει κι ύστερα γίνεται βαφτιστικό και πατρωνυμικό και από κει πατρωνυμικό και επώνυμο με τη μορφή του -άκης και -άκος. Το -άκος το πρόσθεσαν οι Μανιάτες μετά το ‘21 μιας και τόχαν κι αυτό σε μικρότερη κλίμακα και εναλλακτικά με το -άκης για να δείξουν ιδιαίτερη καταγωγή, αφού και το παλιό τους -άκης το είχαν ήδη από παλιά ή αντιγράψει απ’ αυτούς πολλοί άλλοι.
Έτσι πολλοί πού το όνομα τους ήταν σε -άκης το άλλαξαν σε -άκος. Αυτό συνέβαινε μέχρι και το 1960 (π.χ. ο Μιχαλιόλας έγινε μετά το 1930 Μιχαλολιάκος και «επέστρεψε» στο Μιχαλόλιας μετά το 1960. Ο Μπόφος έγινε Μποφάκος και «επέστρεψε» στο Μπόφος τώρα τελευταία. Ο Μουσούρος έγινε Μουσουράκος και ξανάγινε Μουσοϋρος ή Κάσσης (το παλιότερο του) μετά το 1970. Ο Γιατράκης τόκαμε Γιατράκος μετά το 1880 και το κρατά. Ο Λεοντακιανάκης τόκαμε Λεοντακιανάκος (δύο αδέρφια γράφονται ο ένας έτσι ο άλλος αλλιώς) . Ο Στρατογιαννάκης τόκαμε Στρατογιαννάκος και πλήθος άλλοι.
Επειδή όμως και οι κάτοικοι της Λακεδαίμονας είχαν από παλιά το –άκης, όπως κι οι Μανιάτες, για να μοιάσουν κι αυτοί με τους Μανιάτες, θαύμαζαν, ζήλευαν ή φοβόντουσαν τους άγριους ορεσίβιους — μην ξεχνάμε ότι οι Μανιάτες λεγόντουσαν, στην Επανάσταση του 1821 και πριν, επίσημα Σπαρτιάτες (η σημερινή Σπάρτη δεν υπήρχε) και συνοίκησαν κι αυτοί στην νέα Σπάρτη (1834 κ.ε.), μιας και η παροιμία τους αυτών των ίδιων λέει «ΟΙ Μανιάτες στη Βουλή κι οι Σπαρτιάτες; στη βοσκή», έπιασαν κι αυτοί και κάνανε τα ονόματά τους (με πιο φανατισμό απ’ τους ίδιους τους Μανιάτες) τώρα στον εικοστό αιώνα κι αυτοί σε —άκος. Ιδιαίτερα η πλευρά των Μπαρδουνοχωριών —Βόρ. Γυθείου— Β. Ταϋγέτου και Σπάρτης.
Έτσι οι σε -άκος πλήθυναν στη Λακωνία, χωρίς όμως όσοι τόχαν νάνε Μανιάτες, παρά μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό. Αντίθετα στους Μέσα Μανιάτες (κι όσους απ’ τους Σπαρτιάτες τάχαν πριν από το 1821) διατηρήθηκε και το -άκης εξ ίσου με το -άκος. Αλλά στη Μέσα Μάνη όπως είπαμε το -άκης ήταν πατρωνυμικό και τόχαν όλοι. Τα πραγματικά ονόματά τους ήταν σε άλλες καταλήξεις που θα πούμε αμέσως μετά την επόμενη παράγραφο.
Τα οικογενειακά των Μανιατών όλων ήταν σε -ιάνος (ιταλόμορφα). Χωρίς κανείς να γράφεται στα χαρτιά έτσι, ανήκει σε μία (με στενή ή ευρεία έννοια) οικογένεια πούχει καταλήξεις σε -ιάνος (θηλ. -άνιζα) (Νικλιάνος, Τσουλιάνος. Μιχαλακιάνος. Μπαθριάνος. Ρικιάνος. Γιαννουκιάνος. Ζερβακιάνος). Το -ιάνος σημαίνει σύνολο ανθρώπων πούχουν συγγένεια εξ αίματος (άσχετο αν πολλοί «κολλούσαν» με τον καιρό, λόγω συμμαχίας ή αγχιστείας (= σώγαμπροι). Έτσι·. όλοι οι Μανιάτες οποιοδήποτε επώνυμο κι αν έχουν η οικογενειακή τους κατάληξη είναι -ιάνος, όσο κι αν διευρυνθεί γενεαλογικά.
Μιχαλίτσης, το μέλος της οικογένειας: Μιχαλιτσιάνος.
Δρακουλάκος, το μέλος της οικογένειας: Δρακουλιάνος.
Λεφατζής. το μέλος της οικογένειας: Λεφαγγιάνος.
Κάσσης. το μέλος της οικογένειας: Καχιάνος.
Μπράτης, το μέλος της οικογένειας: Μπραϊτιάνος.
Καγιάλες. το μέλος της οικογένειας: Καγιαλιάνος.
Αρμυράντες, το μέλος της οικογένειας: Αρμυραντιάνος.
Λιόπουλος, το μέλος της οικογένειας:Λιοπουλιάνος.
Οι συνοικισμοί πάλι πούχουν το όνομά τους από οικογένειες έχουν κατάληξη σε -ιάνικα: Κριελιάνικα. Σκαφιδιάνικα, Μερμηγκιάνικα. Νομίζω ότι όπου υπάρχουν στον Ελλαδικό χώρο τόποι ή χωριά με τέτοια κατάληξη μαρτυρούν μανιάτικη παρουσία εκεί.
2) Το —έας είναι παλαιά μανιάτικη κατάληξη (πριν το 1600 υπήρχε κι αλλού ίσως.) . Είναι αποκλειστικά σχεδόν μανιάτικη σήμερα. Όπου υπάρχει άνθρωπος σε —έας είναι Μανιάτης 99%. Συναντιέται συχνότερα μετά το 1800 στη Μεσσηνιακή Μάνη πριν ήταν εναλλακτικό με το —άκης. Στη Μέσα Μάνη σπανιότερο μετά το 1800. Το —έας προέρχεται από περιγραφικό (μεγεθυντικό σωματικών ή άλλων γνωρισμάτων) επίθετο, όπως π.χ. Αχειλαρέας (αυτός πούχει μεγάλα χείλη) , Κοιλαρέας, Παδαρέας, Μυταρέας κλπ. Έτσι έχομε το Καβλέας, Χορταρέας κλπ. και μετά, τα πατρωνυμικά Χρηστέας, Χριστοδουλέας, Σαραντέας πού γίνονται μετά και καταληκτικά επιθέτων (αν και το —έας είναι μεγεθυντικό, ενώ το -άκιος σμικρυντικό ωστόσο εναλλάσσονται) :Βαχαβιολέας, Κουρέας (από το Κούρος = κόκορας), Αρκουδέας, Κατσουλέας κλπ.
3) Τα σε —όγιαννης δείχνουν σίγουρη μεσομανιάτικη καταγωγή. Οι υπόλοιποι Ελλαδίτες έχουν την ίδια κατάληξη άλλα με άλλο τονισμό (-όγιαννης). Φραγκόγιαννης, Βαβουλόγιαννης, Βιτσιλόγιαννης, Γιωργουλόγιαννης, Λυκόγιαννης, Αγριόγιαννης, Λιόγιαννης, Ψουρόγιαννης, Κλεφτόγιαννης, Καλογερόγιαννης κλπ. (Πρβλ. τα Κεφαλογιάννης, Βαρδινογιάννης, Τσιρογιάννης, Κοντογιάννης).
4) Τα σε -όλιας δείχνουν σίγουρη μανιάτικη καταγωγή (τα μη μανιάτικα είναι σε -ολιάς). Το β’ συνθετικό είναι Λίας = Ηλίας (εκτός Μάνης είναι Λιάς). Έτσι: Μπουρόλιας. Πετρόλιας, Μιχαλόλιας κλπ. Τα σε -όκωτσος -όπετρος κλπ. γίνονται ανάλογα: Κουφόπετρος, Πηλόκωτσος κι όχι Κουφοπέτρος.
5) Τα σε -όδημας (β’ συνθ. είναι Δήμας) το ίδιο με τα προηγούμενα: Γιαννακόδημας Χουλόδημας, Παπαδόδημας κλπ. πρβλ.
εκτός Μάνης: Μπρεδήμας, Κατσαδήμας.
6) Τα σε -όγγονας είναι όλα μανιάτικα σίγουρα όσο κανένα άλλο (β’ συνθετικό: όγγονας): Παπαδόγγονας, Δημαρόγγονας, Λιακόγγονας.
7) Τα σε -έλος. Μοιάζουν με άλλα ανάλογα εκτός Μάνης π.χ. των νησιών): Ταυραντζέλος, Μπαθρέλος, Καπαρέλος, Κατσιβαρδέλος (ας σημειωθεί ότι μόνο η κατάληξη είναι ιταλόμορφη η υπόλοιπη ρίζα Ελληνική).
8) Τα σε -άρος είναι χαρακτηριστικά μανιάτικα: Καλονάρος (Καλονιοί), Λαουνάρος, Κατσικάρος, Τσιμπιδάρος, Καπερνάρος, Τορνάρος, Σκανταλάρος, Αντώναρος, Κουτριγάρος, Καναβάρος, Κοντράρος.
Μερικά είναι παρατσούκλια που δίνονταν λόγω ομοιότητας με διάσημους άντρες.
9) Σε -ούρος (μη έχοντας όμως σχέση ή ρίζα τους με ιταλικά) : Κουμουνδούρος, Μουσούρος, Γιαννακούρος και Φατούρος, Φερεντούρος, Πατσούρος (που έχουν ιταλική ρίζα).
10) ιταλοκατάληκτα σε -ούτσος (χωρίς ιταλική ρίζα): Μαυρούτσος, Καρλούτσος.
11) Σε -ώτσος: Κοτρώτσος, Βρώτσος.
12) Σε -άτσος: Κουβάτσος.
13) Σε –ούνος: Μπουφούνος, Τσατσαρούνος.
14) Σε -ούζος: Κωσταντούζος, Αραούζος κλπ.
15) ιταλόμορφα: Κοβορίνος, Μπαλίνης, Κάσσης(;), Δεκούλος, Αλετουράνος, Μονέδας, Μαντούβαλος(;), Ρίτσος(;), Καντήρος(;), Ρόζος, Βεντίκος(;), Μπουρίκος(;), Σάσσαρης, Μαγγιόρος, Μπαλιτσάρης(;), Τσαπατσάρης(;), Βαραμέντης, Δραγουμάνος, Ντουρέκας(;), Μέντισης(=Γιατράκης).
16) Ξενικά: Νίκλος, Γαλλάκος, Γουλλιέρμος, Μόσκοβος, Ντούβας, Νέγκας, Μπράτης, Σκλαβούνος, Αρναούτης, Αρβανίτης, Καντραμπασιάνος, Σερεμετάκης, Καούρης, Μπραίμης, Κασίμης, Μπερδέσης(;), Καραντάνης, Μπιράκος(;), Μουσούλης, Αχριάνης, Σαλούφας(;), Χασανάκος, Σμαηλιάνος, Καραμαλής, Μουσταφάς, Κιοπέης, Μπουραζάνης(:), Νταϊφάς, Καραμάνης, Σαλίχος, Κατσίρης, Μορφίρης(;), Μποντίλας, Μποζαγριέγος, Σιβίλιας, Κατελάνος, Αρμυράντες(;), Μπουδιγάδες (μετά Βουδιγάρης), Κάρλες, Καγιάλες, Κατσαφάδος, Κατραμάδος.
17) Βυζαντινά: Κοσμάς, Πόθος, Πάτρος (Πάτρων), Μόφορης, Δεμέστιχας, Γερακάρης, Μεσίσκλης, Λυμπέρης, Παντελέος, Καπηλωρύχος(;).
18) Σε -αίος: Κουτσιλαίος, Κοτιλαίος, Γιαμπαίος.
19) Τα σε -όπουλος είναι πατρωνυμικά, αλλά σπανιότατα επίθετα: Γεωργόπουλος, Μιχαλόπουλος, Δικαιόπουλος. Θάλεγε κανείς ότι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα τα πατρωνυμικά -όπουλος έγιναν επίθετα, στην Μάνη «δεν πρόφτασαν» να γίνουν.
Κανένα από τα ξενικά επώνυμα δεν σημαίνει ξενική καταγωγή παρά μόνο σε σπανιότατες περιπτώσεις. Έδιναν ξενικό ή Ελληνικό παρατσούκλι σε ντόπιους Μανιάτες, επειδή έμοιαζαν στο παρουσιαστικό ή ήταν οπαδοί με κάποιον διάσημο άντρα έλληνα ή ξένο της εποχής τους (π.χ. Κουμουνδούρος, Μουσούρος, Καλλέργης). Αυτό συμβαίνει ως και σήμερα.
Από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Κάσση «Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’» Αθήνα 1979.

ΜΑΝΗ: Μητριαρχία με ονόματα πατριαρχίας.

Μορφή και εξέλιξη των Μανιάτικων επωνύμων

Του Λευτέρη Αλεξάκη, Δ/ντή στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

«Τα εις -έας και εις -άκης είναι φύσει Μανιατάκης,
τα εις -έας και εις -άκος είναι πάντα Μανιατάκος,
τα εις -όπουλος και –πούλος
είναι μπάσταρδος και μούλος»
Είναι λαϊκή έκφραση στη Μάνη

Η μελέτη των επωνύμων είναι απαραίτητη για την κατανόηση της κοινωνικής οργανώσεως και του όλου πολιτισμού ενός λαού. Πολύ περισσότερο, πιστεύουμε, αυτή είναι αναγκαία για την κατανόηση των θεσμών της Μάνης, γιατί εδώ τα επώνυμα παίζουν σπουδαιότατο ρόλο στη συνοχή τη συγκρότηση των διαφόρων συγγενικών ομάδων.

Ο πυρήνας του μανιάτικου επωνύμου προέρχεται, στο μεγαλύτερο ποσοστό, όπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, από πατρώνυμο, παρωνύμιο (παρατσούκλι), επαγγελματικό ή εθνικό όνομα (πατριδωνυμικό) με την προσθήκη, συνήθως, των παραγωγικών καταλήξεων -άκης, -έας, -άκος και σπανιότατα -άρος, -ούνης (ούνιας). Άλλες καταλήξεις, γνωστές από ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, όπως -ούδης, -ίδης, -πούλος, συναντώνται σε πολύ μικρό αριθμό στη Μάνη (Νικολούδης, Κουταλίδης από τη Μηλιά και τη Σελίνιτσα του τέως δήμου Λέκτρου, Στεφανόπουλος, η γνωστή οικογένεια από το Οίτυλο, Παπαδόπουλος από τη μεγάλη Καστάνια, Γεωργόπουλος από τους Πιόντες κ.ά.). Πάντως, η γενικότερη αντίληψη είναι πως τα επώνυμα των τελευταίων τύπων δεν είναι γνήσια μανιάτικα.

Στην κατηγορία των τυπικών μανιάτικων επωνύμων πρέπει να προστεθούν επιπλέον όσα σχηματίζονται με το πατρώνυμο και το βαπτιστικό· π.χ. Γιαννακόδημος (δηλαδή ο Δήμος του Γιαννάκου), ή με το όνομα του παππού και το συνθετικό εγγόνας· π.χ. Γιαννόγγονας (Πετράγγονας). Τα τελευταία είναι συνηθισμένα στη Μέσα και Νότια Προσηλιακή Μάνη.

Εκτός από τα ανωτέρω τυπικά ονόματα με τις γνωστές καταλήξεις υπάρχουν, σε μεγάλη έκταση, και επώνυμα που προέρχονται, όπως σημείωσα, από παρωνύμια (παρατσούκλια), χωρίς αυτές τις καταλήξεις· π.χ. Κελεπούρης, Κουλουμπέρης κ.ά., καθώς και αυτά που σχηματίζονται με το παρωνύμιο και το βαπτιστικό Καλογερόγιαννης (Καλόγερο + Γιάννης), Βαβουλόγιαννης (Βαβουλάς + Γιάννης), Κουτσολιάς (Κουτσός + Ηλίας), Κουφογιάννης (Κουφός + Γιάννης) κ.ά.

1)Από τη μελέτη των επωνύμων των γενεαλογιών που συγκέντρωσα, τα τυπικά σε -άκης, -έας και -άκος επώνυμα έχουν συχνότητα γύρω στα 60%, 2) ενώ τα άτυπα γύρω στα 40%, 3) επίσης, επώνυμα, που ήταν αρχικά παρωνύμια (παρατσούκλια) ή προέρχονται απ’ αυτά, φθάνουν γύρω στα 65%, 4) αυτά που προέρχονται από επαγγελματικά ονόματα σε 5% και 5) εκείνα που προέρχονται από πατρώνυμα γύρω στα 30%.

Από τα ποσοστά αυτά φαίνεται ότι τα παρωνύμια στη Μάνη, όπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, παίζουν σπουδαίο ρόλο για το σχηματισμό του επωνύμου. Σε ορισμένα μάλιστα χωριά της Έξω Μάνης του τέως Δήμου Καρδαμύλης η απόδοση των παρωνυμιών χαρακτηρίζεται από ολόκληρη «τελετουργία». Συγκεντρώνονται όλοι στο καφενείο, όπου καλούν και τον υποψήφιο, χωρίς να το γνωρίζει, για το χαρακτηρισμό. Εκεί προσπαθούν να ξεχωρίσουν κάτι περίεργο από τη συμπεριφορά του και τη μορφή του. Όποιος το εντοπίσει πρώτος, σηκώνει το ποτήρι και λέει:

«να μας ζήσεις τάδε (παρατσούκλι)», βλ. λεπτομέρειες: Σ.Λ. χφ 1647, σ. 181-185 (Γεωργ. Μπεσμπέα, Εξωχώρι Καλαμάτας 1972).

Πρέπει, εξάλλου, να αναφέρουμε πως ένας Μανιάτης μπορεί να έχει, εκτός από το επίσημο επώνυμο με το οποίο «γράφεται», περισσότερα ονόματα (παρεπώνυμα), που προέρχονται από την ονομασία των γενούν και των διάφορων κλάδων και υποκλάδων τους, η χρήση τους όμως είναι διαφορετική.

Τα εις -άκης είναι τα παλαιότερα
Από τα επώνυμα με τις τυπικές μανιάτικες καταλήξεις αυτά που καταλήγουν σε -άκης είναι τα παλαιότερα. Τα συναντάμε ήδη σε διάφορα έγγραφα που έχουν φτάσει ως εμάς και χρονολογούνται απ’ το 1600 και εξής.

Τα ανωτέρω επώνυμα είχαν αρχικώς υποκοριστική σημασία, που αργότερα εξελίχθηκε σε πατρωνυμική. Ο σχηματισμός τους έπαψε, καθώς φαίνεται, οριστικά γύρω στα 1800, οπότε τα επώνυμα αυτά αντικαταστάθηκαν από εκείνα που έχουν καταλήξεις -έας και -άκος, τα γνωστά τυπικά μανιάτικα. Τα επώνυμα με τις καταλήξεις σε -άκης διατηρούνται μέχρι τελευταία στη μανιάτικη αποικία της Κορσικής, γιατί η ιστορική μοίρα των Μανιατών αυτών υπήρξε διαφορετική.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι τα επώνυμα σε -άκης επιχωριάζουν σήμερα κυρίως στην Κρήτη. Αυτός είναι ένας λόγος, που μερικοί Μανιάτες, όχι λόγιοι ασφαλώς, πιστεύουν ότι όσοι έχουν τέτοια επώνυμα, κατάγονται από το ανωτέρω νησί.

Φαίνεται ότι πολλοί οδηγήθηκαν σ’ αυτή την εσφαλμένη αντίληψη, επειδή τα ονόματα αυτά έπαψαν να σχηματίζονται κατά τη νεώτερη περίοδο. Άλλος λόγος που προκαλεί τη σύγχυση είναι ότι και οι Μανιάτες παλαιότερα φορούσαν βράκες. Οπωσδήποτε πρέπει να εγκαταστάθηκαν Κρητικοί στη Μάνη καθώς και Μανιάτες στην Κρήτη, αλλά υστερότερα, ιδιαίτερα στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως τα 1669 (υποταγή της Κρήτης στους Τούρκους), καθώς και στα 1715 (ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους) και 1770 (μετά τα Ορλωφικά).

Συνεπούς, τα επώνυμα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τα παλαιότερα μανιάτικα, που υπήρχαν, όπως είδαμε, πριν από το 1600. Συνάγεται, εξάλλου, με βάση τη μελέτη των παλαιότερων κρητικών εγγράφων, ότι ονόματα σε -άκης ουσιαστικά δεν συναντώνται στην Κρήτη πριν από το 1700. Απ’ αυτό πρέπει να δεχτούμε ότι είναι πιθανότερη η μανιάτικη επίδραση στο σχηματισμό των κρητικών επωνύμων.

Ο λόγος της υπάρξεως των ανωτέρω επωνύμων στη Μάνη οφείλεται στο γεγονός ότι προέρχονται από ένα παλαιό βυζαντινό πολιτιστικό στρώμα. Τα παλαιότερα αυτά ονόματα είχαν αρχική κατάληξη σε -άκιος (πρβλ. Σταυράκιος, Ισαάκιος), που μετέπεσε σε -άκης. Αυτά διατηρήθηκαν στην Κρήτη, ενώ στη Μάνη μετά το 1800 αντικαταστάθηκαν από τα επώνυμα σε -έας και -άκος. Όπως ήδη αναφέραμε, τα επώνυμα σε -άκης είναι τα παλαιότερα. Γι’ αυτό είναι πιθανό, όταν συναντούνται, να αποδίδονται σε παλαιότερα γένη της Μάνης και μάλιστα σε ιδιαίτερους σχηματισμούς με περιεκτική σημασία, όπως Ροβυθιάνοι, Μπουτζουναριάνοι, Μιχαλακιάνοι (από το Ροβυθάκης, Μπουτζουναράκης, Μιχαλακάκης) κ.ά., δηλαδή αυτοί που ανήκουν σ’ αυτό το γένος. Οι σχηματισμοί αναφέρονται σε μια κατηγορία, σε ένα σύνολο δηλαδή μελών γένους, και δεν γίνεται συνήθους χρήση τους ως επωνύμων. Στις ηγετικές όμως οικογένειες το πρωταρχικό όνομα του γένους αρκετά συχνά διατηρείται και ως επώνυμο, γιατί για λόγους πολιτικούς και γοήτρου, οι οικογένειες αυτές έχουν μεγαλύτερη συνοχή· π.χ. Τρουπάκης, Τρουπιάνοι, αλλά και Τρουπάκηδες. Στις άλλες περιπτώσεις λέγεται: αυτός είναι Ροβυθιάνος – και όχι αυτός λέγεται Ροβυθάκης ή Ροβυθιάνος. Απ’ αυτόν πάλι τον περιεκτικό τύπο έχουμε το σχηματισμό αντίστοιχων επιθέτων με τις καταλήξεις -ιάνικος -η-ο-α. π.χ. «τα Ροβυθιάνικα», δηλαδή ο μαχαλάς των Ροβυθιάνων, τα «Ξανθιάνικα αλώνια», δηλαδή τα αλώνια που ανήκουν στους Ξανθιάκους. Τα επώνυμα σε -άκης δεν συναντώνται σε μιαν ορισμένη περιοχή της Μάνης, αλλά σε όλη την έκτασή της.

Τα εις -έας
Τα επώνυμα που λήγουν σε -έας δεν έχουν τόσο παλαιά επίδοση, όσο τα πρώτα. Σε έγγραφα, που χρονολογούνται από τα 1618 και ύστερα, τα ονόματα αυτά συναντώνται σπανιότατα, για να γίνουν συχνότερα μετά το 1730 και να γενικευθούν μετά το 1800. Ο σχηματισμός τους συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Υπάρχει η λαϊκή αντίληψη ότι τα ανωτέρω ονόματα είναι πολύ αρχαία και σχηματίζονται κατά τον τύπο των, Αχιλλέας, Ατρέας, Τυδέας. Τούτο, από επιστημονική άποψη, είναι ως ένα σημείο σωστό. Ο Φαίδων Κουκουλές υποστηρίζει ότι τα μανιάτικα αυτά επώνυμα προέρχονται από παλαιά επαγγελματικά ονόματα και μεγεθυντικά επίθετα σε -έας, ενώ για τα άλλα που προέρχονται από πατρώνυμα πιστεύει ότι σχηματίζονται κατ’ αναλογία προς τα προηγούμενα απ’ τον πληθυντικό των γενών π.χ. Αντωναίοι – Αντωνέας. Τα παράγωγα επίθετα από τα επώνυμα αυτού του είδους σχηματίζονται με τις καταλήξεις -έικος -η-ο-α, π.χ. τα Αντωνέικα (συνοικία χωριού), τα Χρηστέικα (οικισμός της Έξω Μάνης). Τα επώνυμα σε -έας εξαπλώνονται από την περιοχή της Καλαμάτας και φτάνουν νότια ως το Οίτυλο και ανατολικά ως την Αράχοβα και τη μεγάλη Καστάνια. Στα βόρεια, ίχνη επωνύμων με τέτοια κατάληξη συναντώνται ως την Αλαγονία.

Τα εις -ακος
Η τρίτη κατηγορία των επωνύμων σε -άκος ακολουθεί την εξέλιξη των επωνύμων σε -άκης τα οποία αντικαθιστά. Αρκετές φορές μάλιστα έχουμε και μετατροπές επωνύμων με καταλήξεις -άκης σε αντίστοιχα με -άκος (πρβ. Νηφάκης – Νηφάκος, Ροζάκης – Ροζάκος κ.ά.). Και αυτά τα επώνυμα είναι υποκοριστικά, που μεταβάλλονται σε πατρωνυμικά. Ετυμολογικά η κατάληξη -άκος βασίζεται στην παλαιότερη κατάληξη -άκιος με αποβολή του ιώτα. Ο σχηματισμός της όμως είναι μεταγενέστερος της καταλήξεως -άκης. Τα αντίστοιχα περιεκτικά και αυτών των επωνύμων σχηματίζονται με την κατάληξη -ιάνοι, π.χ. Πουλικάκος – Πουλικιάνοι. Τα επίθετα από τα επώνυμα αυτά σχηματίζονται, όπως και τα αντίστοιχα σε -άκης, με κατάληξη -ιάνικος, -η -ο -α, δηλαδή Πουλικιάνος, Πουλικιάνικα (συνοικία) κτλ.

Τα επώνυμα αυτής της κατηγορίας συναντώνται στην περιοχή της Μηλέας του τέως Δήμου Λεύκτρου και στο Οίτυλο, στη Μέσα και Προσηλιακή Μάνη και φτάνουν μέχρι τα Μπαρδουνοχώρια και την Επίδαυρο Λιμηρά, περιλαμβάνοντας ουσιαστικά όλη τη νότια Λακωνία.

Τα επώνυμα σε -έας και -άκος, ως μεταγενέστερα, από ομάδες ή υποδιαιρέσεις παλαιότερων γενών με επώνυμα συνήθως σε -άκης, ή σε γένη που έχουν δημιουργηθεί πρόσφατα με απόσχιση. Ένας λόγος, που τα επώνυμα σε -έας και -άκος είναι τόσο διαδεδομένα, είναι ότι η ανάπτυξή τους συνέπεσε με τη δημιουργία των μητρώων των δήμων και των δημοτολογίων μετά το 1840, οπότε έπρεπε οι δημότες να δηλώσουν ποιο επώνυμο επιθυμούσαν να κρατήσουν και φυσικά αυτοί προτιμούσαν εκείνο, με το οποίο ήταν περισσότερο γνωστοί ή διακρίνονταν, δηλαδή της υποομάδας ή γενιάς του γένους.

Από άποψη εθνική, τα επώνυμα είναι, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, ελληνικής ετυμολογίας. Πολλά μάλιστα έχουν βυζαντινή προέλευση. Μερικά έχουν αρβανίτικη και αρβανιτοβλάχικη ετυμολογία ή προέλευση (όπως Σουλέας, Γκινάκης, Λεωτσάκος, Νταβάκης, Δριβάκος, Μερκούρης κ.ά.), καθώς και τουρκική (όπως Μπουγιουγκλάκης, Γιολντασέας, Γαρδάσης κ.ά.). Συναντούνται επίσης, ελάχιστα με ιταλοβενετσιάνικη αφετηρία (όπως Βενετσανάκης, Πιερράκος, Λιμπεράκης, Καμπάνης) και πολύ λιγότερα με εβραϊκή (Αβραμάκης, Βρεόπουλος, Σολωμονάκης).

Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε, ότι στα μανιάτικα επώνυμα είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της κοινωνικής συγκροτήσεως και του πολιτισμού της Μάνης, καθώς και τις ξένες επιδράσεις που η περιοχή δέχτηκε κατά καιρούς.

Τα ονόματα που σημαίνουν τον τόπο που κατάγεσαι:
– ιανος, ανος
– κεχρι κεχριάνος, χωριό Κεχριάνικας.
– Μαλεύρι Μαλευριάνος, χωριό Μαλευριάνικα.
– γερακάρι Γερακαριάνος, χωριό Γερακαριάνικα όπως Νυκλιάνικα, Κριαλιάνικα, Καλαποθαριάνικα.

Αντρωνυμικά:
Η γυναίκα παίρνει πάντα το όνομα του άντρα της και το βαφτιστικό και το οικογενειακό:
– ου, -αίνα όπως Βασιλού, Δημητρού, Γιαννού, Γιωργάκαινα, Νικολάκαινα.

Της νύφης με το βαφτιστικό όνομα του πεθερού Βασιλού Δημητρόνυφη, Πετρού Μεσισκλόνυφη, Τσατσουλόνυφη, Κυριαζόνυφη, από Δημητράκου – Μεσίσκλη

ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ

Τα γνήσια μανιάτικα ονόματα δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη κατάληξη πριν το 1600. Ιδιαίτερα όσα είναι γνήσια επώνυμα και όχι πατρωνυμικά.

1) Γιατί τα από το βυζαντινό -άκιος προερχόμενα σε -άκης (και -άκος μεταγενέστερα) μανιάτικα ονόματα είναι πριν το 1600 πατρωνυμικά, και όχι επώνυμα. Περίπου το ίδιο συμβαίνει σε άλλες Ελληνικές «ατόφιες» περιοχές όπως η Αθήνα (τότε), το Μεσολόγγι, ο Μιστράς, το Ναύπλιο. Τελευταίοι που «κόλλησαν» το -άκης είναι οι Κρητικοί κι οι Αρβανίτες της Β. Ελλάδας (Θράκη κ.λ.π.) γι’ αυτό και το διατηρούν μιας και ενώθηκαν τελευταίοι με την Ελλάδα και το «κόλλησαν» αργότερα στα ονόματα τους ομαδικά.

Το -άκιος είναι βαφτιστικό αυτών πού λέγονταν «Ρωμιοί» δηλ. των απογόνων των κατοίκων του Ελλαδικού χώρου απ’ το 212 ως τον 10ο αιώνα μ.Χ. Από κει κι ύστερα γίνεται βαφτιστικό και πατρωνυμικό και από κει πατρωνυμικό και επώνυμο με τη μορφή του -άκης και -άκος. Το -άκος το πρόσθεσαν οι Μανιάτες μετά το ‘21 μιας και τόχαν κι αυτό σε μικρότερη κλίμακα και εναλλακτικά με το -άκης για να δείξουν ιδιαίτερη καταγωγή, αφού και το παλιό τους -άκης το είχαν ήδη από παλιά ή αντιγράψει απ’ αυτούς πολλοί άλλοι.

Έτσι πολλοί πού το όνομα τους ήταν σε -άκης το άλλαξαν σε -άκος. Αυτό συνέβαινε μέχρι και το 1960 (π.χ. ο Μιχαλιόλας έγινε μετά το 1930 Μιχαλολιάκος και «επέστρεψε» στο Μιχαλόλιας μετά το 1960. Ο Μπόφος έγινε Μποφάκος και «επέστρεψε» στο Μπόφος τώρα τελευταία. Ο Μουσούρος έγινε Μουσουράκος και ξανάγινε Μουσοϋρος ή Κάσσης (το παλιότερο του) μετά το 1970. Ο Γιατράκης τόκαμε Γιατράκος μετά το 1880 και το κρατά. Ο Λεοντακιανάκης τόκαμε Λεοντακιανάκος (δύο αδέρφια γράφονται ο ένας έτσι ο άλλος αλλιώς) . Ο Στρατογιαννάκης τόκαμε Στρατογιαννάκος και πλήθος άλλοι.

Επειδή όμως και οι κάτοικοι της Λακεδαίμονας είχαν από παλιά το –άκης, όπως κι οι Μανιάτες, για να μοιάσουν κι αυτοί με τους Μανιάτες, θαύμαζαν, ζήλευαν ή φοβόντουσαν τους άγριους ορεσίβιους — μην ξεχνάμε ότι οι Μανιάτες λεγόντουσαν, στην Επανάσταση του 1821 και πριν, επίσημα Σπαρτιάτες (η σημερινή Σπάρτη δεν υπήρχε) και συνοίκησαν κι αυτοί στην νέα Σπάρτη (1834 κ.ε.), μιας και η παροιμία τους αυτών των ίδιων λέει «ΟΙ Μανιάτες στη Βουλή κι οι Σπαρτιάτες; στη βοσκή», έπιασαν κι αυτοί και κάνανε τα ονόματά τους (με πιο φανατισμό απ’ τους ίδιους τους Μανιάτες) τώρα στον εικοστό αιώνα κι αυτοί σε —άκος. Ιδιαίτερα η πλευρά των Μπαρδουνοχωριών —Βόρ. Γυθείου— Β. Ταϋγέτου και Σπάρτης.

Έτσι οι σε -άκος πλήθυναν στη Λακωνία, χωρίς όμως όσοι τόχαν νάνε Μανιάτες, παρά μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό. Αντίθετα στους Μέσα Μανιάτες (κι όσους απ’ τους Σπαρτιάτες τάχαν πριν από το 1821) διατηρήθηκε και το -άκης εξ ίσου με το -άκος. Αλλά στη Μέσα Μάνη όπως είπαμε το -άκης ήταν πατρωνυμικό και τόχαν όλοι. Τα πραγματικά ονόματά τους ήταν σε άλλες καταλήξεις που θα πούμε αμέσως μετά την επόμενη παράγραφο.

Τα οικογενειακά των Μανιατών όλων ήταν σε -ιάνος (ιταλόμορφα). Χωρίς κανείς να γράφεται στα χαρτιά έτσι, ανήκει σε μία (με στενή ή ευρεία έννοια) οικογένεια πούχει καταλήξεις σε -ιάνος (θηλ. -άνιζα) (Νικλιάνος, Τσουλιάνος. Μιχαλακιάνος. Μπαθριάνος. Ρικιάνος. Γιαννουκιάνος. Ζερβακιάνος). Το -ιάνος σημαίνει σύνολο ανθρώπων πούχουν συγγένεια εξ αίματος (άσχετο αν πολλοί «κολλούσαν» με τον καιρό, λόγω συμμαχίας ή αγχιστείας (= σώγαμπροι). Έτσι·. όλοι οι Μανιάτες οποιοδήποτε επώνυμο κι αν έχουν η οικογενειακή τους κατάληξη είναι -ιάνος, όσο κι αν διευρυνθεί γενεαλογικά.

Μιχαλίτσης, το μέλος της οικογένειας: Μιχαλιτσιάνος.
Δρακουλάκος, το μέλος της οικογένειας: Δρακουλιάνος.
Λεφατζής. το μέλος της οικογένειας: Λεφαγγιάνος.
Κάσσης. το μέλος της οικογένειας: Καχιάνος.
Μπράτης, το μέλος της οικογένειας: Μπραϊτιάνος.
Καγιάλες. το μέλος της οικογένειας: Καγιαλιάνος.
Αρμυράντες, το μέλος της οικογένειας: Αρμυραντιάνος.
Λιόπουλος, το μέλος της οικογένειας:Λιοπουλιάνος.

Οι συνοικισμοί πάλι πούχουν το όνομά τους από οικογένειες έχουν κατάληξη σε -ιάνικα: Κριελιάνικα. Σκαφιδιάνικα, Μερμηγκιάνικα. Νομίζω ότι όπου υπάρχουν στον Ελλαδικό χώρο τόποι ή χωριά με τέτοια κατάληξη μαρτυρούν μανιάτικη παρουσία εκεί.

2) Το —έας είναι παλαιά μανιάτικη κατάληξη (πριν το 1600 υπήρχε κι αλλού ίσως.) . Είναι αποκλειστικά σχεδόν μανιάτικη σήμερα. Όπου υπάρχει άνθρωπος σε —έας είναι Μανιάτης 99%. Συναντιέται συχνότερα μετά το 1800 στη Μεσσηνιακή Μάνη πριν ήταν εναλλακτικό με το —άκης. Στη Μέσα Μάνη σπανιότερο μετά το 1800. Το —έας προέρχεται από περιγραφικό (μεγεθυντικό σωματικών ή άλλων γνωρισμάτων) επίθετο, όπως π.χ. Αχειλαρέας (αυτός πούχει μεγάλα χείλη) , Κοιλαρέας, Παδαρέας, Μυταρέας κλπ. Έτσι έχομε το Καβλέας, Χορταρέας κλπ. και μετά, τα πατρωνυμικά Χρηστέας, Χριστοδουλέας, Σαραντέας πού γίνονται μετά και καταληκτικά επιθέτων (αν και το —έας είναι μεγεθυντικό, ενώ το -άκιος σμικρυντικό ωστόσο εναλλάσσονται) :Βαχαβιολέας, Κουρέας (από το Κούρος = κόκορας), Αρκουδέας, Κατσουλέας κλπ.

3) Τα σε —όγιαννης δείχνουν σίγουρη μεσομανιάτικη καταγωγή. Οι υπόλοιποι Ελλαδίτες έχουν την ίδια κατάληξη άλλα με άλλο τονισμό (-όγιαννης). Φραγκόγιαννης, Βαβουλόγιαννης, Βιτσιλόγιαννης, Γιωργουλόγιαννης, Λυκόγιαννης, Αγριόγιαννης, Λιόγιαννης, Ψουρόγιαννης, Κλεφτόγιαννης, Καλογερόγιαννης κλπ. (Πρβλ. τα Κεφαλογιάννης, Βαρδινογιάννης, Τσιρογιάννης, Κοντογιάννης).

4) Τα σε -όλιας δείχνουν σίγουρη μανιάτικη καταγωγή (τα μη μανιάτικα είναι σε -ολιάς). Το β’ συνθετικό είναι Λίας = Ηλίας (εκτός Μάνης είναι Λιάς). Έτσι: Μπουρόλιας. Πετρόλιας, Μιχαλόλιας κλπ. Τα σε -όκωτσος -όπετρος κλπ. γίνονται ανάλογα: Κουφόπετρος, Πηλόκωτσος κι όχι Κουφοπέτρος.

5) Τα σε -όδημας (β’ συνθ. είναι Δήμας) το ίδιο με τα προηγούμενα: Γιαννακόδημας Χουλόδημας, Παπαδόδημας κλπ. πρβλ.
εκτός Μάνης: Μπρεδήμας, Κατσαδήμας.

6) Τα σε -όγγονας είναι όλα μανιάτικα σίγουρα όσο κανένα άλλο (β’ συνθετικό: όγγονας): Παπαδόγγονας, Δημαρόγγονας, Λιακόγγονας.

7) Τα σε -έλος. Μοιάζουν με άλλα ανάλογα εκτός Μάνης π.χ. των νησιών): Ταυραντζέλος, Μπαθρέλος, Καπαρέλος, Κατσιβαρδέλος (ας σημειωθεί ότι μόνο η κατάληξη είναι ιταλόμορφη η υπόλοιπη ρίζα Ελληνική).

8) Τα σε -άρος είναι χαρακτηριστικά μανιάτικα: Καλονάρος (Καλονιοί), Λαουνάρος, Κατσικάρος, Τσιμπιδάρος, Καπερνάρος, Τορνάρος, Σκανταλάρος, Αντώναρος, Κουτριγάρος, Καναβάρος, Κοντράρος.

Μερικά είναι παρατσούκλια που δίνονταν λόγω ομοιότητας με διάσημους άντρες.

9) Σε -ούρος (μη έχοντας όμως σχέση ή ρίζα τους με ιταλικά) : Κουμουνδούρος, Μουσούρος, Γιαννακούρος και Φατούρος, Φερεντούρος, Πατσούρος (που έχουν ιταλική ρίζα).

10) ιταλοκατάληκτα σε -ούτσος (χωρίς ιταλική ρίζα): Μαυρούτσος, Καρλούτσος.

11) Σε -ώτσος: Κοτρώτσος, Βρώτσος.

12) Σε -άτσος: Κουβάτσος.

13) Σε –ούνος: Μπουφούνος, Τσατσαρούνος.

14) Σε -ούζος: Κωσταντούζος, Αραούζος κλπ.

15) ιταλόμορφα: Κοβορίνος, Μπαλίνης, Κάσσης(;), Δεκούλος, Αλετουράνος, Μονέδας, Μαντούβαλος(;), Ρίτσος(;), Καντήρος(;), Ρόζος, Βεντίκος(;), Μπουρίκος(;), Σάσσαρης, Μαγγιόρος, Μπαλιτσάρης(;), Τσαπατσάρης(;), Βαραμέντης, Δραγουμάνος, Ντουρέκας(;), Μέντισης(=Γιατράκης).

16) Ξενικά: Νίκλος, Γαλλάκος, Γουλλιέρμος, Μόσκοβος, Ντούβας, Νέγκας, Μπράτης, Σκλαβούνος, Αρναούτης, Αρβανίτης, Καντραμπασιάνος, Σερεμετάκης, Καούρης, Μπραίμης, Κασίμης, Μπερδέσης(;), Καραντάνης, Μπιράκος(;), Μουσούλης, Αχριάνης, Σαλούφας(;), Χασανάκος, Σμαηλιάνος, Καραμαλής, Μουσταφάς, Κιοπέης, Μπουραζάνης(:), Νταϊφάς, Καραμάνης, Σαλίχος, Κατσίρης, Μορφίρης(;), Μποντίλας, Μποζαγριέγος, Σιβίλιας, Κατελάνος, Αρμυράντες(;), Μπουδιγάδες (μετά Βουδιγάρης), Κάρλες, Καγιάλες, Κατσαφάδος, Κατραμάδος.

17) Βυζαντινά: Κοσμάς, Πόθος, Πάτρος (Πάτρων), Μόφορης, Δεμέστιχας, Γερακάρης, Μεσίσκλης, Λυμπέρης, Παντελέος, Καπηλωρύχος(;).

18) Σε -αίος: Κουτσιλαίος, Κοτιλαίος, Γιαμπαίος.

19) Τα σε -όπουλος είναι πατρωνυμικά, αλλά σπανιότατα επίθετα: Γεωργόπουλος, Μιχαλόπουλος, Δικαιόπουλος. Θάλεγε κανείς ότι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα τα πατρωνυμικά -όπουλος έγιναν επίθετα, στην Μάνη «δεν πρόφτασαν» να γίνουν.

Κανένα από τα ξενικά επώνυμα δεν σημαίνει ξενική καταγωγή παρά μόνο σε σπανιότατες περιπτώσεις. Έδιναν ξενικό ή Ελληνικό παρατσούκλι σε ντόπιους Μανιάτες, επειδή έμοιαζαν στο παρουσιαστικό ή ήταν οπαδοί με κάποιον διάσημο άντρα έλληνα ή ξένο της εποχής τους (π.χ. Κουμουνδούρος, Μουσούρος, Καλλέργης). Αυτό συμβαίνει ως και σήμερα.

Από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Κάσση «Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’» Αθήνα 1979.

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Με βάση το αρχείο του Σταύρου Γ. Καπετανάκη, προέδρου της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών και της Σοφίας Στ. Καπετανάκη, Επίκουρης Καθηγήτριας του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, καθώς και με την επιμέλεια του Ντόναλντ-Γεωργίου Μακφαίηλ τ. Διευθυντή της ‘’Ολυμπιακής Εταιρείας’’ παρουσιάζονται διάφορα θέματα από την ιστορία της Μάνης, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί για να εξυπηρετούν τους ίδιους στις μελέτες τους. Τώρα καταχωρίζονται στο διαδικτυο σε οκτώ ενότητες για να χρησιμεύσουν στους ενδιαφερόμενους. Πρόκειται για εργασίες που είχαν δημοσιευθή ή ετοιμάζονταν για να δημοσιευθούν, αλλά παράλλξλα και αποθήκευση ιστορικού υλικού για κάθε μελλοντική εξεργασία
Επειδή η συγκέντρωση του υλικού άρχισε πριν από μερικές δεκαετίες δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος παρουσίασης και η γλώσσα έχει ακολουθήσει τη μετάβαση από την καθαρεύσουσα στη δημοτική κ.ά.

Για όσους θέλουν να επικοινωνήσουν με τους έχοντες την ευθύνη αυτής της παρουσίασης στο διαδίκτυο μπορούν να απευθυνθούν στις ακόλουθες διευθύνσεις:

Ντόναλντ – Γεώργιος Μακφαίηλ Σταύρος Γ. Καπετανάκης
Αθήνα Αθήνα
Πέτρου και Παύλου 7 Καλογερά 4
Υμηττός 172 37 Κυψέλη 113 61
Τηλ. 210 7622266 Τηλ: 210 8211937

Λυγερέας Μικρή Μαντίνεια
Γυθείου Καλαμάτας
232 00 24100
Τηλ. 27330 61000 Τηλ: 27210 58403

Κινητό 6978 991864
e-mail: mcphail@ath.forthnet.gr

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ

Το ιστορικό υλικό των τετραδίων έχει διαιρεθεί στις παρακάτω δέκα ενότητες: Για τα θέματα που έχουν δημοσιευθεί υπάρχουν οι βιβλιογραφικές παραπομπές.

1. Εισαγωγικές γνώσεις
2. Βυζαντινή περίοδος
3. Τουρκοκρατία
4. Η ιστορία από τα έγγραφα
5. Αξιωματικοί – Αριστεία
6) Μελετήματα
7) Εκλογές στη Μάνη
8) Βιογραφικό Λεξικό Μανιατών
9) Προσθήκες
10) Παρατηρήσεις αναγνωστών

1. ΜΕΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ
Τα τετράδια της Ιστορίας της Μάνης στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα θέματα:
Ένα οδοιπορικό στη Μάνη…………. 03
Η Έξω Μάνη…………………………… 04
Η Μέσα Μάνη………………………….. 08
Η Κάτω Μάνη………………………….. 09
Τα σύνορα της Μάνης……………….. 14
Το όνομα Μάνη……………………….. 15
Η κοινωνική οργάνωση της Μάνης, 17
Λίγες γραμμές από τη ζωή στη Μάνη. 21
Η εκκλησία της Μάνης……………… 30
Τα κάστρα της Μάνης………………. 34
Τα Μοιρολόγια της Μάνης…………. 39
Βιβλία για τη Μάνη………………….. 40
Οι δήμοι-κοινότητες και χωριά…… 48
Χωριά και Δήμοι…………………….. 55
Βθβλιογραφία χωριών της Μάνης.. 57

ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Η Μάνη εκτείνεται στο μεσαίο ακρωτήριο της νοτίου Πελοποννήσου και βρίσκεται μεταξύ του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου. Είναι καθισμένη στο νότιο τμήμα τού Ταΰγετου και το έδαφός της είναι άγονο, κακοτράχαλο, άγριο και με στενωσιές, ώστε να μη μπορεί να αναπτυχθεί ένα μεγάλο στρατιωτικό σώμα. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν είχαν ανοιχτεί δρόμοι από το ένα χωριό στο άλλο και η πορεία ήταν δύσκολη. Σε πολλά μέρη ακόμη και τα μουλάρια δυσκολεύονταν να βαδίσουν. Αυτή η έλλειψη δρόμων αποτελούσε ένα από τα πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα της Μάνης και μόνο στα γιδόστρατα μπορούσε κανείς να περπατήσει. Στον άγριο αυτό τόπο δεν στέριωσαν ποτέ μόνιμα οι Τούρκοι, όχι μόνο επειδή δεν ήταν το έδαφος κατάλληλο για προέλαση στρατού, αλλά και διότι η μαχητικότητα των Μανιατών δεν επέτρεπε να μολύνει κατακτητής το χώμα της.
Φαίνεται πιθανότερο ότι το όνομα της Μάνης προέρχεται από τη λέξη ‘’μανός – μανή’’, που σημαίνει φαλακρός, όπως είναι τα βουνά της Μέσα Μάνης. Το συναντάμε για πρώτη φορά το 907 ως επισκοπή Μαΐνης. Χωρίς αμφιβολία προϋπήρχε η ονομασία του κάστρου της Μαΐνης, που ήταν ήδη χτισμένο τον 6ο αιώνα και βρισκόταν κοντά στο Μέζαπο και την Κοίτα, δηλαδή στο νοτιοδυτικό τμήμα του τόπου. Στα παλιότερα χρόνια αυτή μόνο ήταν η περιοχή της Μάνης, αλλά βαθμιαία επεκτάθηκε και στο τέλος ταυτίστηκε με την έκταση στην οποία δεν πατούσε Τούρκος, παρά μόνο σαν σκλάβος.
Στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας (1460-1685) υπήρχε η διάκριση σε Άνω και Κάτω Μάνη. Όριο ήταν η νοητή γραμμή από την Αρεόπολη (Τσίμοβα) του Μεσσηνιακού κόλπου μέχρι το Σκουτάρι του Λακωνικού κόλπου. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας που ακολούθησε (1685-1715) η Άνω Μάνη ταυτίστηκε με την καστελλανία της Ζαρνάτας και η Κάτω Μάνη με την καστελλανία της Κελεφάς.
Στο τέλος του 18ου αιώνα, όπως φαίνεται από τους στίχους του Νικήτα Νηφάκη, επικράτησε η διάκριση σε Έξω, Μέσα και Κάτω Μάνη. Η Έξω Μάνη καταλάμβανε το βορειοδυτικό τμήμα, άρχιζε δε από το Οίτυλο και έφθανε μέχρι κοντά στην Καλαμάτα. Η Μέσα Μάνη κατείχε το νοτιοδυτικό τμήμα και άρχιζε από την Αρεόπολη (Τσίμοβα) μέχρι το νοτιότερο άκρο της χερσονήσου, τον Κάβο Ματαπά, ήταν δε αυτή που είχε το πρόσθετο όνομα Κακαβουλία και οι κάτοικοί της ήταν γνωστοί ως Κακαβούληδες ή τα Κακαβούλια, οι οποίοι περηφανεύονταν ότι ήταν οι μόνοι και πραγματικοί Μανιάτες. Η Κάτω Μάνη, που βρέχεται από το Λακωνικό κόλπο, εκτεινόταν στην ανατολική πλευρά, γι’ αυτό την έλεγαν και προσηλιακή, κατ’ αντίθεση με τη Μέσα και την Έξω Μάνη οι οποίες ήταν δυτικά και είχαν το όνομα αποσκιερή ή αποσκιαδερή Μάνη και εκτεινόταν στις ακτές του Μεσσηνιακού κόλπου.
Η Έξω Μάνη χωριζόταν σε τρεις επαρχίες. Βορειότερα ήταν η Ζαρνάτα ή το Σταυροπήγι, που ταυτίζεται με τον μετέπειτα δήμο Αβίας. Νοτιότερα ήταν η Ανδρούβιστα, που αποτέλεσε το δήμο Καρδαμύλης και κατέληγε στο Ζυγό που περιελάμβανε το δήμο Λεύκτρου. Ενώ ακόμη νοτιότερα ήταν το Οίτυλο, ‘’πρωτεύουσαν’’ της Μάνης κατά την πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685). Η Μέσα Μάνη αποτελούσε μια ενιαία επαρχία.
Η Κάτω Μάνη στην πρώτη τουρκοκρατία απλωνόταν νοτιότερα από την παλαιά Καρυούπολη και το Σκουτάρι. Περιλάμβανε τις επαρχίες Φωκά με έδρα την παλαιά Καρυούπολη, την επαρχία Τρυγονά με έδρα το Σκουτάρι, την επαρχία Κολοκυνθίου με έδρα το Φλομοχώρι και την επαρχία Λαγίας με έδρα τη Λάγια. Στη δεύτερη τουρκοκρατία η ανατολική ή Κάτω Μάνη επεκτάθηκε βορειότερα και περιέλαβε την περιοχή του κάστρου του Πασσαβά, το Μαυροβούνι, το Γύθειο, τα Τρίνησα και μέχρι του Λάγιου. Ακόμη στη Μάνη ανήκε και η περιοχή τη Δώθε Ρίζας με όρια στο βορρά τον ποταμό Βαρδούνια (Σμήνο), που αποτέλεσε την καπετανία του Βενετσανάκη από την Καστάνιτσα. Να σημειωθεί ότι ο Νικήτας Νηφάκης στους στίχους του την περιλαμβάνει στην Έξω Μάνη.
Ο ταξιδιώτης του παλιού καιρού, που ήθελε να πάει στη Μάνη με πλοίο, θα μπορούσε να αποβιβαστεί σε κάποιο από τα πολλά λιμάνια της. Οι σκάλες της δυτικής Μάνης ήταν πολλές, το Αλμυρό, οι Κιτριές, η Καρδα-μύλη, ο όρμος του Οιτύλου με το Καραβοστάσι και το Λιμένι και ο Μέζαπος, ενώ στην ανατολική Μάνη ήταν το Γύθειο, το Σκουτάρι, ο Κότρωνας και το Πορτοκάγιο. Αν όμως κάποιος ήθελε να περιηγηθεί τον τόπο από τη στεριά, θα είχε στη διάθεσή του δύο πύλες εισόδου. Η μια ήταν από την Καλαμάτα για να επισκεφθεί πρώτα την Έξω Μάνη, μπαίνοντας από το Αρμυρό και να προχωρήσει νοτιότερα μέχρι τη Μέσα Μάνη. Η άλλη πύλη ήταν από το Μυστρά που οδηγούσε στην Κάτω Μάνη και φθάνοντας στο Γύθειο μπορούσε να κατευθυνθεί νότια προς το Πορτοκάγιο ή νοτιοδυτικά προς την Αρεόπολη για να συνεχίσει στην Έξω ή τη Μέσα Μάνη.

Η Έξω Μάνη

Σταυροπήγι ή Ζαρνάτα

Ξεκινώντας ο οδοιπόρος από την Καλαμάτα με κατεύθυνση προς τα ανατολικά μόλις μετά 10-15 λεπτά, στην περιοχή των Γιαννιτσανίκων, συναντούσε δύο πύργους μανιάτικους, παρόλο που ο τόπος δεν ανήκε στη Μάνη. ΟΙ Τούρκοι είχαν παραχωρήσει στους Μανιάτες την αστυνόμευση της περιοχής. Περπατώντας ακόμη ένα τέταρτο της ώρας περνούσε ο διαβάτης το χείμαρρο Ξερίλα, που ήταν και το σύνορο της Μάνης και ο Τούρκος δεν μπορούσε να περάσει χωρίς την άδεια του τοπικού καπετάνιου ή του μπέη της Μάνης. Μετά από λίγο έφθανε στη γωνία του Μεσσηνιακού κόλπου και εκεί ήταν η εκκλησούλα της Αγίας Σιών, που αναφέρεται από το 1463. Το όνομά της πρέπει να θεωρηθεί κατάλοιπο των Φράγκων σταυροφόρων, διότι Σιών λεγόταν ένας λόφος της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Παναγία και τώρα ο ναός γιορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής.
Βαδίζοντας νοτιότερα έφθανε ο διαβάτης στον πρώτο μανιάτικο οικισμό, το Αλμυρό ή Αρμυρό. Κάποτε ήταν λιμάνι που εξυπηρετούσε την αλίμενη Καλαμάτα, την οποία τους χειμερινούς μήνες συνήθως έδερναν οι νότιοι άνεμοι. Παράλληλα ήταν και ο πρώτος τόπος άμυνας των Μανιατών, διότι δυτικά ήταν η θάλασσα και ανατολικά οι γκρεμοί του βουνού της Σέλιτσας ή Μπορολίβα. Ένα τοπίο που έμοιαζε με Θερμοπύλες και πολλές φορές σταμάτησε την ορμή εισβολέων. Τελευταία νικηφόρος μάχη δόθηκε στην ιστορική ξερολιθιά της Βέργας στις 22-24 Ιουνίου 1826 απέναντι στις ορδές του Ιμπραήμ πασά.
Παρακάτω ήταν οι Μύλοι της Μαντίνειας γνωστοί από το 1407 ενώ οι πηγές τους αναφέρονται από τον Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε τον τόπο περίπου το 150 μ. Χ. Μεταξύ των ιδιοκτητών των Μύλων αναφέρονται ο Λιμπεράκης Γερακάρης, κατόπιν ο γαμπρός του ο Μπένος Ψάλτης και αργότερα η οικογένεια Καπετανάκη, η οποία είχε και την πρώτη καπετανία του τόπου, μπαίνοντας από την Καλαμάτα. Ανατολικά, κοντά στο χωριό Τρικότσοβα (Χαραυγή) ήταν το Πετροβούνι, το κάστρο της ίδιας οικογένειας. Σε κοντινό χωριό, στα Σωτηριάνικα, βρίσκονται οι πρώτοι βυζαντινοί ναοί τους οποίους θα συναντήσει ο οδοιπόρος περνώντας τα σύνορα της Μάνης.
Προχωρώντας παραλιακά από τους Μύλους της Μαντίνειας με νότια κατευθύνση περνούσε ο διαβάτης από την Παλιόχωρα, όπου στα τελευταία χρόνια του δεσποτάτου του Μυστρά ήταν το βυζαντινό κάστρο της Μαντί-νειας. Εκεί το 1415 ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’ είχε πολιορκήσει τον Ελε-αβούρκο της Γιάννιτσας και άλλους ανυπάκουους τοπάρχες τού Μοριά. Από το κάστρο αυτό το 1460 ο Θωμάς Παλαιολόγος εγκατέλειψε τον ελλαδικό χώρο και έθεσε τον εαυτόν του υπό την προστασία του Πάπα της Ρώμης.
Παρακάτω βρίσκονται οι Κιτριές, γνωστό λιμάνι από τα βυζαντινά χρόνια, όπου ήταν χτισμένος από το 1772 ο καστρόπυργος του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, πρώτου μπέη της Μάνης (1777-1779). Μετά την καθαίρεσή του ο πύργος έγινε έδρα των επόμενων μπέηδων.
Στο εσωτερικό της επαρχίας Σταυροπηγίου, περίπου δύο-τρία χιλιό-μετρα από την παραλία, ήταν τα χωριά Μικρή και Μεγάλη Μαντίνεια, Άνω και Κάτω Δολοί. Ανατολικότερα σε μεγαλύτερο υψόμετρο ήταν χτισμένο στα υπολείμματα του αρχαίου κάστρου της Γερήνιας το Βυζαντινό κάστρο της Ζαρνάτας, που δέσποζε της περιοχής. Καταστράφηκε στα χρόνια των εμφύ-λιων πολέμων των αδελφών Δημητρίου και Θωμά Παλαιολόγου. Χτί-στηκε όμως πάλι το 1670 από τους Τούρκους κατά τη σύντομη παραμονή τους στη Μάνη (1670-1685). Το 1673 το κάστρο της Ζαρνάτας πολιορκήθη-κε χωρίς επιτυχία από το Λιμπεράκη Γερακάρη, που έφερε Μαλτέζους και Γάλλους πειρατές να τον βοηθήσουν. Έμεινε σε τουρκική κυριότητα μέχρι το 1685, όταν το κατέλαβαν οι Μανιάτες για λογαριασμό των Βενετσιάνων. Από το 1715 το κατείχαν οι τοπικοί καπετάνιοι.
Στο κάστρο της Ζαρνάτας στα χρόνια πριν από το 1821 υψωνόταν ο πύργος της οικογενείας Κουμουνδουράκη, που είχε την επόμενη καπετανία του Σταυροπηγίου. Εκεί έζησε και ο τέταρτος μπέης της Μάνης ο Πανα-γιώτμπεης Κουμουνδουράκης (1797-1803). Ένας άλλος πύργος των Κου-μουνδουράκηδων ήταν βόρεια του κάστρου και δυτικά του Κάμπου, που ονομαζόταν Γαρμπελιά. Εκεί γεννήθηκε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που έγινε πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδος. Παρέκει ήταν ο Κάμπος, το κεφαλοχώρι του δήμου Αβίας και ανατολικά, στα ορεινά, ήταν οι Γαϊτσές (Κέντρο) και βορειότερα τα Πηγάδια, κλέφτικο λιμέρι στα χρόνια της τουρ-κοκρατίας, τα Αλτομιρά και η Σέλιτσα (Βέργα), που αποτελούσε το μανιάτικο παρατηρητήριο προς την τουρκοκρατούμενη Μεσσηνία.
Παίρνοντας ο διαβάτης το γιδόστρατο από τον Κάμπο της Αβίας και βαδίζοντας νότια, άφηνε δεξιά του τον πύργο του Μαυρίκου και περνούσε το μοναστήρι της Αντρουμπεβίτσας, που βρισκόταν στην άκρη του Σταυρο-πηγίου προς την Ανδρούβιστα. Εκεί ήταν κατεστραμμένος παλαιός ναός του 12ου αιώνα. Το 1704 έχτισε τον καινούριο ναό η μεγάλη γενιά των Κουτου-φαριάνων, που επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια στην περιοχή. Συνεχίζοντας το δρόμο ήταν οι ‘’Δύο Πέτρες’’ που αποτελούσαν το σύνορο των επαρχιών Σταυροπηγίου ή Ζαρνάτας και Ανδρούβιστας ή Καρδαμύλης.

Ανδρούβιστα

Μετά από τις Δύο Πέτρες, που είναι σε υψόμετρο πάνω από τετρακόσια μέτρα, μπαίνουμε στην επαρχία της Ανδρούβιστας και βλέπουμε να απλώνονται χαμηλά τα χωριά από τα Τσέρια και τα Λιασίνοβα (Προσήλιο) ως την Καρδαμύλη, τη Χώρα και τα Ξωχώρια κι ως το Πραστίο (Προάστιο) και τη Σαϊδόνα. Την προσοχή του επισκέπτη τραβά το φαράγγι του Βυρού και φέρνει στη μνήμη την εισβολή που προσπάθησε να κάνει ο στρατός του Ιμπραήμ από την ανατολική Μάνη το 1826, αλλά περνώντας την Κακή Σκάλα της βασιλικής οδού των βυζαντινών χρόνων, δοκίμασε ταπεινωτική ήττα.
Συνεχίζοντας την οδοιπορία με νότια κατεύθυνση σε ένα δυσκολο-διάβατο δρόμο βρίσκεται ο ναός της Παναγίας του Σωρού. Κάτω στη ρεμα-τιά υπήρχαν για πολλά χρόνια σωριασμένα ανθρώπινα οστά. Ήταν τα λεί-ψανα μιας αποτυχημένης απόβασης των Τούρκων στην περιοχή της Καρ-δαμύλης στα χρόνια της δράσης του Λάμπρου Κατσώνη (1788-1792).
Λίγο ξέμακρα από την παραλία εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη τα πυργόσπιτα του Μούρτζινου στην Άνω Καρδαμύλη, που μαρτυρούν την παλιά ισχύ και δόξα της οικογένειας των Παλαιολόγων-Τρουπάκηδων. Δεύ-τερος μπέης της Μάνης, διάδοχος του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, ήταν ο Μιχάλμπεης Τρουπάκης (1779-1782), τον οποίον, αφού οι Τούρκοι έκαναν μπέη, μετά τον κρέμασαν για τις παλιές του συνεργασίες με πειρατές. Γιός του Μιχάλμπεη ήταν ο Παναγιώτης Μούρτζινος, καπετάνιος της Ανδρού-βιστας, που πρόλαβε να δει την Καλαμάτα ελεύθερη. Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 τον ακολούθησε ο γιός του Διονύσιος Μούρτζινος, ο οποίος αποδείχθηκε ένας από τους πιο αξιόλογους οπλαρχηγούς της επανάστασης και στη συνέχεια υποστηρικτής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Η Καρδαμύλη, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται για την επικράτηση στην περιοχή των Σλάβων και την εξαφάνιση των ελληνικών πληθυσμών, διατήρησε το όνομά της από τα χρόνια του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας. Από τους διάφορους οικισμούς που αποτελούν τα Τσέρια τραβά την προσοχή η Λιμπόχοβα, που τώρα ονομάζεται Ζαχαριάς, διότι εκεί δολοφονήθηκε ο πρωτοκλέφτης Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης.
Τα Τσέρια χωρίζονται με το φαράγγι του Βυρού από τη Χώρα της Ανδρούβιστας και τα Ξωχώρια της. Στα χρόνια του δεσποτάτου του Μυστρά, η Ανδρούβιστα γνώρισε ημέρες ακμής. Εκεί πρωτοστατούσε η οικογένεια των Σπανέων και το 1278 ο Μιχαήλ Σπανός αναφέρεται ως πειρατής. Ο Κωνσταντίνος Σπανής ή Σπανός από το 1331-2 και μετέπειτα είχε οριστεί από τους Βυζαντινούς Τζάσης, δηλαδή ήταν τοπικός αρχηγός μέχρι το Οίτυ-λο, όπου έχτισε ναό, ενώ εικονογράφησε και το ναό του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι της Πλάτσας που ήταν παλαιότερος. Στους απογόνους των Σπανέων της Ανδρούβιστας, το Νικόλαο και το Θεόδωρο Ισπανούς, το 1440 ο βασιλιάς-δεσπότης του Μυστρά έδωσε το δικαίωμα να έχουν δούλο τον Πέτρο Κόμπη, τον οποίο διαδέχθηκε στη δουλεία ο γιός του Θεόδωρος.
Νοτιότερα βρίσκεται το Πραστίο από το οποίο κατάγονταν οι αδελφοί Μελισσηνοί, που πολέμησαν τους Τούρκους στα χρόνια της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571) και αργότερα κατοίκησε εκεί ο Πέτρος Μέδικος-Γιατρός (1618). Στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας (1460-1685) το Πραστίο είχε πολλά εμπορικά πλοία.
Η επαρχία της Ανδρούβιστας ιδίως το Πραστίο ή Προάστιο διατηρεί μέχρι σήμερα πολλές παλαιές εκκλησίες, διότι κάθε ευκατάστατη οικογένεια είχε και τον οικογενειακό της ναό ή μοναστήρι. Προχωρώντας νοτιότερα μπαίνουμε στην επαρχία του Λεύκτρου ή Ζυγού, του άλλοτε Ζυγού των Μελιγκών, στον οποίο είχαν κατοικήσει Σλάβοι που εξελληνίστηκαν.

Λεύκτρο ή Ζυγός

Μετά την επαρχία της Ανδρούβιστας εκτείνεται στην πλευρά της παραλίας μια επίπεδη στενόμακρη επιφάνεια μέχρι τον Άγιο Δημήτριο. Ένας πετρόλοφος διακόπτει την παραλιακή λουρίδα και είναι η θέση του αρχαίου, αλλά και βυζαντινού κάστρου του Λεύκτρου. Το 1335 ο Τούρκος πειρατής εμίρης του Αϊδινίου Umur κατέλαβε και λεηλάτησε δύο οχυρωμένες θέσεις της περιοχής, την οποία δεν μπόρεσε να προστατεύσει με το στρατό του ο Τζάσης Κωνσταντίνος Σπανής.
Στο νοτιότερο μέρος της παραλιακής ζώνης βρίσκεται ο οικισμός του Αγίου Δημητρίου με τον πύργο της οικογενείας Χρηστέα, η οποία είχε την τοπική καπετανία. Καταγόμενη από την οικογένεια Κουτήφαρη του ομώνυμου χωριού, εγκαταστάθηκε στην Πλάτσα και στον Άγιο Δημήτριο και με τον πύργο της έλεγχε το λιμανάκι της περιοχής, που ήταν λιμέρι πειρα-τών. Πρώτος καπετάνιος αναφέρεται ο Πανάγος Χρηστέας που έζησε στα Ορλωφικά και τον διαδέχθηκαν τα παιδιά του ο Χριστόδουλος μέχρι το 1814 και ακολούθησε ο Νικολάκης μέχρι το 1830. Ο Νικολάκης αναφέρεται ως ο πλέον ειρηνικός και δίκαιος καπετάνιος της Μάνης.
Ανατολικά από την καπετανία του Χρηστέα, στην Καστάνια, ήταν καπετάνιος ο Κωνσταντής Δουράκης, που τον πρόλαβε ο θάνατος και δεν έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821, αλλά τον αντικατέστησαν τα παιδιά του. Την κόρη τού Κωνσταντή Δουράκη είχε παντρευτεί ο Διονύσιος Μούρτζινος και αυτόν ακολούθησαν οι Δουράκηδες σε όλη την επανάσταση. Στην περιοχή υπάρχουν παλαιοί ναοί και μοναστήρια.
Στη Μηλιά και στη γειτονική Γαρμπελιά (Κυβέλεια) ήταν η καπετανία των Κυβέλων, που πολλές φορές αναφέρονται με το όνομα Στρατάκης. Παλαιότερα στη Μηλιά, την Καστάνια, την Ανδρούβιστα, όλο το Ζυγό, ακόμη και το Σταυροπήγι ήταν καπετάνιος ο Ξανθός Γιατρός-Ξανθάκης, αλλά αργότερα η καπετανία του διασπάστηκε και μοιράστηκε.
Από τη Μηλιά ήταν ο Νικήτας Μαρμαράς ο οποίος έζησε στον 11ο αιώνα και τα γλυπτά του βρίσκονται σε διάφορους ναούς, όπως στους Αγί-ους Θεοδώρους της Βάμβακας. Το 18-19ο αιώνα έζησε ο Νικήτας Νηφάκης, που οι στίχοι του μας δίνουν πολλές πληροφορίες για την ιστορία της Μά-νης.
Τα χωριά που βρίσκονται νοτιότερα από την Πλάτσα είναι το Νομιτσή, το Κουτήφαρη το οποίο ήταν γνωστό για τους αγιογράφους τους, όπως οι Δοξαράδες. Παρακάτω είναι η Λαγκάδα, η Πολιάνα (Άγιος Νίκων) και νοτιότερα είναι το Οίτυλο. Όπως φαίνεται στα χρόνια της επανάστασης, τα χωριά αυτά δεν υπάκουαν στους Χρηστέους αλλά ήταν προσκολλημένα στους Μαυρομιχαλαίους.
Φθάνοντας στο Οίτυλο τελειώνει η Έξω Μάνη. Τον 15ο αιώνα, όταν ακόμη υπήρχε το Βυζαντινό δεσποτάτο του Μυστρά, το επισκέφθηκε ο Κυριακός ο Αγκωνίτης, ο οποίος το ταύτισε λαθεμένα με την Πύλο του Νέστορα. Πάντως αναφέρεται ότι εκείνο τον καιρό οι κάτοικοι του Οιτύλου μιλούσαν καλά την ελληνική γλώσσα, χωρίς τις ξενικές προσμίξεις που ακούγονταν στα γύρω χωριά. Μαζί με το όνομά του, που διατήρησε από τα χρόνια του Ομήρου, κράτησε ανόθευτη και την ελληνικότητά του.
Το Οίτυλο αποτέλεσε στην πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685) την πρωτεύουσα της Μάνης. Εδώ παίρνονταν οι αποφάσεις για τα σημαντικά ζητήματα του τόπου. Στο Οίτυλο κατοικούσαν οι δύο αρχηγικές οικογένειες της Μάνης, οι Στεφανοπουλιάνοι, που ισχυρίζονταν ότι κατάγονται από τους Κομνηνούς και οι Γιατριάνοι, που προέρχονταν πραγματικά από εξελληνισμένους Μεδίκους της Τοσκάνης και είχαν πρωτοεγκατασταθεί στην Αθήνα, κατόπιν πήγαν στο Ναύπλιο και τελικά κατέληξαν στο Οίτυλο. Μεταξύ των δύο οικογενειών υπήρξε πάντοτε ανταγωνισμός στη διεκδίκηση της αρχηγίας.
Όταν το 1670 χτίστηκε από τους Τούρκους το παρακείμενο του Οιτύλου κάστρο της Κελεφάς, η ζωή των κατοίκων έγινε αφόρητη από τις πιέσεις που ασκούσαν οι Τούρκοι του κάστρου. Υπήρξαν πολλές φορές συγκρούσεις των κατοίκων με τους Τούρκους, που τελικά τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν το Οίτυλο και να αναζητήσουν νέες πατρίδες. Το 1674 πρώτοι έφυγαν οι Γιατριάνοι και οι σύντροφοί τους από τις άλλες οικογένειες της Μάνης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τοσκάνη της Ιταλίας, αλλά οι πιέσεις των καθολικών ιερέων και το ανθυγιεινό κλίμα άλλους αφάνισε και μερικούς ανάγκασε να σκορπιστούν σε άλλους τόπους, όπου και χάθηκαν. Τον επόμενο χρόνο, 1675, μετανάστευσαν οι Στεφανοπουλιάνοι με τους συντρόφους τους και όπως είναι γνωστό εγκαταστάθηκαν τελικά στην Κορ-σική και διατηρήθηκαν μέχρι τον 20ο αιώνα με τη γλώσσα τους και τα έθιμά τους, αλλά στη συνέχεια αφομοιώθηκαν και αυτοί. Είναι απαραίτητο να τονί-σουμε ότι λαθεμένα αναφέρεται ότι για τον εκπατρισμό των Στεφανοπου-λιάνων ευθύνεται ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ο οποίος είχε ήδη επιστρέψει στον πειρατικό βίο από το 1673 και δεν είχε πια σχέσεις με τους Τούρκους.

Η Μέσα Μάνη

Από το Οίτυλο φαίνεται το κάστρο της Κελεφάς με το τραπεζοειδές σχήμα του, το οποίο έχτισαν οι Τούρκοι το 1670 όταν κατέβηκαν πανίσχυροι για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες που είχαν με τη Μάνη. Στη διάρκεια του τουρκο-βενετικού πολέμου (1645-1669) τα μανιάτικα πειρατικά πλοιάρια λεηλατούσαν τα μεταγωγικά πλοία που μετέφεραν εφόδια στον τουρκικό στρατό, ο οποίος πολιορκούσε το Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης. Τότε με παρέμβαση του Λιμπεράκη Γερακάρη αντί της αναμενόμενης πολεμικής σύγκρουσης επήλθε συμφωνία με τους Τούρκους και οι Μανιάτες δεν αντέδρασαν στο χτίσιμο των κάστρων της Ζαρνάτας και της Κελεφάς. Ο ισχυρισμός των Τούρκων, ότι τα κάστρα θα είχαν αποκλειστικό σκοπό την προστασία του εμπορίου, αποδείχθηκε πρόσχημα και αμέσως μετά άρχισε η ανυπόφορη καταπίεση των κατοίκων. Το 1672 η συμπεριφορά αυτή των Τούρκων οδήγησε τους Στεφανοπουλιάνους σε αποτυχημένη εξέγερση.
Κατηφορίζοντας στον όρμο του Οιτύλου είναι το μοναστήρι του Δεκούλου, που γιορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής και στην παραλία υπάρχουν τρεις οικισμοί, το Καραβοστάσι, η Τσίπα (Νέο Οίτυλο) και το Λιμένι, όπου είναι ο πύργος των Μαυρομιχαλαίων ή το παλάτι του Πετρόμπεη, όπως λένε συνήθως. Ανηφορίζοντας είναι η Τσίμοβα (Αρεόπολη) από όπου στις 17 Μαρτίου 1821 ξεκίνησε την επανάσταση ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που ήταν ο τελευταίος μπέης Μάνης και πήγε στις Κιτριές, από όπου και μετά από συνεννοήσεις με τους άλλους καπετάνιους απελευθέρωσε την Καλαμά-τα στις 23 Μαρτίου.
Βαδίζοντας νοτιότερα συναντάμε τα χωριά Χαριά και Πύργο, που στέκουν πάνω από τον όρμο του Διρού, όπου έγινε απόβαση του στρατού του Ιμπραήμ. Ξημερώνοντας 23 Ιουνίου 1826 πρωτοφάνηκαν στα δυό χωριά οι στρατιώτες του Ιμπραήμ. Όσοι τους είδαν στο μισοσκόταδο τους πέρασαν για ξωτικά, αλλά γρήγορα συνήλθαν και τους πολέμησαν. Οι Αι-γύπτιοι αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες και έφυγαν ντροπιασμένοι, διότι κυρίως οι γυναίκες, που τις βρήκαν στο θέρισμα, πρώτες αντιμετώπι-σαν τους επιδρομείς με τα δρεπάνια.
Συνεχίζοντας την πορεία στα νότια δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πολλά χωριουδάκια, όπως ο Δρυάλος, η Καφιόνα, η Βάμβακα (μαζί με την Παλαιόχωρα, την Άκια, το Κουλούμι και το Μπρίκι αποτελούσαν την Πεντάδα) και η Μίνα κι όλη η περιοχή αυτή έχει το όνομα Ξούμερο. Προχωρώντας φθάνουμε στον όρμο του Μεζάπου, όπου προβάλλει ένα μικρό ακρωτήριο, το Τηγάνι, στην άκρη του οποίου ήταν στα Βυζαντινά χρόνια το κάστρο της Μαΐνης με θεμέλια ναών από τον 8ο αιώνα.
Νοτιότερα φαίνεται να απλώνεται το έδαφος προς τα δυτικά και να εισχωρεί στο Μεσσηνιακό κόλπο, για να σχηματίσει τη λεγομένη Εμπρός, δηλαδή την εμπρός χώρα. Αυτή χωρίζεται από πάνω προς τα κάτω σε τρεις βασικές λουρίδες, δυτικά την κορυφογραμμή του Κάβο Γκρόσσο, που υψώ-νεται απότομα πάνω από τη θάλασσα μέχρι 350 μέτρα, κατόπιν το Κατωπά-γκι και στα ανατολικά το Νικλιάνικο. Στο βόρειο μέρος της κορυφογραμμής του Κάβο Γκρόσσο ήταν χτισμένο το φραγκικό κάστρο της Άνω Πούλας δηλαδή της Άνω Πόλης στη δωρική διάλεκτο.
Έχοντας στα δυτικά την κορυφογραμμή του Κάβο Γκρόσσο και στα ανατολικά τον Ταΰγετο, απλώνονται τα χωριά της Εμπρός με τους πολλούς πύργους τους. Πρώτη προβάλλει η πολύπυργος Κοίτα, παρέκει η Νόμια και νοτιότερα τα Κεχριάνικα, που αποτελούν και τα τρία την κοιτίδα της οικο-γένειας των Νίκλων, της ισχυρότερης γενιάς της Μέσα Μάνης. Δυτικά του Νικλιάνικου είναι το Κατωπάγκι με το Σταυρί, τον Κούνο στον οποίο κατοι-κούσε το 1571 η σημαντική γενιά των Κοντόσταυλων κ.α.
Συνεχλιζοντας νοτιότερα είναι οι Κάτω και οι Άνω Μπουλαργοί, όπου κατοικούσαν οι Μαντουβαλιάνοι. Το χωριό αυτό έχει γίνει ευρύτερα γνωστό για τους βυζαντινούς ναούς του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Στράτηγου. Παρακάτω είναι ο Γερολιμένας του οποίου το όνομα ανάγεται στον Ιερό Λιμένα των αρχαίων. Στη συνέχεια είναι τα Άλυκα, που θεωρού-νται τόπος καταγωγής των Γρηγοράκηδων και των Μαυρομιχαλαίων. Κοντά στα Άλυκα είναι η Κυπάρισσος στη θέση της αρχαίας Καινήπολης, όπου ευρίσκονται ερείπια παλαιοχριστιανικών ναών. Από την ύπαρξη των οποίων πιστοποιείται η παρουσία στη Μάνη χριστιανών προ του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνος (867-886), που θεωρείται ότι εκχριστιάνισε τους Μανιάτες. Στην Καινήπολη ηττήθηκε ο ιδρυτής του κράτους των Βανδάλων Γιζέριχος, ο οποίος αφού ερήμωσε τα παράλια της Δυτικής Ελλάδος πολιόρκησε ανεπι-τυχώς και την Καινήπολη, όπου είχε σημαντικές απώλειες. Στο νοτιότερο άκρο της δυτικής Μάνης είναι η γνωστή για τους πύργους της Βάθεια και άλλα μικρότερα χωριά. Στη Βάθεια κατοικούσε η γενιά των Κοσμάδων, η οποία ανέδειξε ονομαστούς πειρατές, ένας από τους οποίους ήταν ο Λιμπεράκης Γερακάρης

Η Κάτω Μάνη

Η επαρχία της Λάγιας

Ξεκινώντας από το νοτιότερο τμήμα της Κάτω Μάνης συναντάμε το Πορτοκάγιο το οποίο αποτελούσε σημαντικό αγκυροβόλι για τα πλοία που περνούσαν από την ταραγμένη θάλασσα του Ταινάρου. Το όνομά του σημαίνει λιμάνι των ορτυκιών. Από εκεί γινόταν εξαγωγή ορτυκιών ζωντανών και παστωμένων, τα οποία έπιαναν οι κάτοικοι με δίχτυα. Ο τόπος ήταν πέρασμα των πουλιών αυτών κατά τη μετανάστευσή τους από το βορρά στο νότο και αντίστροφα κι όπως ήταν εξαντλημένα από την κού-ραση γίνονταν εύκολη λεία. Λέγαν πως ο Θεός συμπονούσε τους Μανιάτες για τη φτώχεια τους και τους έριχνε το μάννα από τον ουρανό.
Το 1570 οι Τούρκοι έχτισαν για τον έλεγχο του λιμανιού ένα φρούριο, το οποίο την επομένη χρονιά καταστράφηκε από τους Βενετούς με τη συμβολή των Μανιατών. Στο Πορτοκάγιο το 1792 οχυρώθηκε ο Λάμπρος Κατσώνης και αντιμετώπισε επί τρεις ημέρες τις ομοβροντίες των πλοίων της Τουρκίας και Γαλλίας.
Βορειότερα από το Πορτοκάγιο είναι τα Κορογονιάνικα και η Καινούρια Χώρα και πιο πάνω είναι οι Πιόντες (Αντρογιάλι) με το μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Στη συνέχεια είναι η Λάγια, στην οποία το 1618 κατοικούσαν οι Κουρκουλιάνοι. Αργότερα βρίσκουμε εκεί τους Ρικιάνους (Ρίτσους) και πριν από την επανάσταση του 1821 επικρατούσαν οι οικογένειες των Μαυροκοκκιάνων και των Πηλοκοκκιάνων. Στον μεταξύ τους ανταγωνισμό έφεραν κοντά ως συμμάχους κλάδους της γενιάς των Νικλιάνων, οι μεν Μαυροκοκκιάνοι τους Βουγιουκλιάνους και οι Πηλοκοκ-κιάνοι τους Ξαρχιάνους, για να είναι οι πόλεμοι που έκαναν πιο αιματηροί. Βόρεια της Λάγιας είναι τα Δημαρίστικα, που οφείλουν το όνομά τους στην οικογένεια Δημάρη, η οποία κατοίκησε εκεί.
Η επαρχία της Λάγιας μαζί με την επαρχία της Κολοκυθιάς ήταν έδρα επισκοπής και τελευταίος επίσκοπος ήταν ο Μακάριος, κατά κόσμο Μιχαήλ Σαμπατακάκης που παρέμεινε ως επίσκοπος Ασίνης μέχρι το 1852. Όταν πέρασε από τη Μάνη ο Παπουλάκης, αρχικά πίστεψε πως είναι Θεόπεμπτος και τον ακουλούθησε, αλλά με τη μεσολάβηση της Ιεράς Συνόδου τον αποκήρυξε.

Η επαρχία Κολοκυνθίου

Η επαρχία Κολοκυνθίου ή Κολοκύθι βρίσκεται μεταξύ των επαρχιών Λάγιας και Τρυγονά. Τα πιο αξιόλογα χωριά είναι το Νήφι, ο Χαλικιάς, το Δρυαλί (Δρυμός), ο Αργιλιάς το Φλομοχώρι, ο Βάτας από όπου καταγόταν η οικογένεια Φελούρη, που βρισκόταν σε συνεχή πόλεμο με τους γείτονές της Λεκκιάνους. Οι Φελούρηδες το 1820 σκότωσαν τον Τσιγκούριο-Γρηγόριο Γρηγοράκη, που ήταν μπας καπετάνιος (πρώτος καπετάνιος) της Μάνης και για το έγκλημά τους αυτό υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην περιοχή της Μονεμβασίας. Άλλα χωριά αξιόλογα είναι τα Λουκάδικα, όπου βρισκόταν και το Βυζαντινό κάστρο του Κολοκυθιού, η Χιμάρα, ο Κάβαλλος (Πύριχος), τα Σκαλτσοτιάνικα, η Ριγανόχωρα και η Γωνέα. Στην περοχή τού Κολοκυνθίου ήταν και το μοναστήρι του Κουρνού.

Η Επαρχία Τρυγονά

Η επαρχία Τρυγονά οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη οικογένεια, η οποία στα χρόνια της Βενετοκρατίας νοίκιαζε κτήματα που προηγουμένως ανήκαν στους Τούρκους.
Από τα χωριά της επαρχίας αναφέρουμε το Σκουτάρι, τον Παρασυρό, τις Παλαιοκάλυβες (Καλύβια) και από τα μέρη στα οποία επεκτάθηκε η Μάνη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα τον Αγερανό και το Μαυροβούνι. Στον Αγερανό ήταν το κάστρο του Αντώνμπεη Γρηγοράκη, του πέμπτου μπέη της Μάνης (1803-1810). Στο Μαυροβούνι είχε χτίσει το κά-στρο του το 1795 ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης (1782-1797), το οποίο γκρέμι-σαν τα κανόνια του τουρκικού στόλου το 1803, επειδή είχε παραλάβει μπα-ρούτη από γαλλικό πολεμικό πλοίο.
Από το Μαυροβούνι ήταν ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης έβδομος μπέης της Μάνης (1812-1816), που τελείωσε τη ζωή του στις φυλακές του τουρκικού ναυστάθμου, το Μπάνιο.
Τον Αύγουστο του 1826 στον Παρασυρό αντιπαρατάχθηκαν οι Μα-νιάτες στον Αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ και λόγω του μεγάλου αριθμού των επιτιθεμένων αναγκάστηκαν οι υπερασπιστές του να υποχωρήσουν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που είναι γνωστό ως ‘’Λεφτή Συκιά’’. Οι εχθροί δεν προχώρησαν νοτιότερα, ίσως επειδή πρόλαβαν να φθάσουν οι Μανιάτες από τα νοτιότερα χωριά. Θα έγινε κατανοητό από τους ηγέτες των Αιγυπτίων, πως αφού δεν νίκησαν τους λίγους, δεν θα μπορούσαν να νικήσουν τους πολλούς, που θα έφθαναν σε λίγο σε βοήθειά τους.

Η επαρχία Φωκά

Το όνομά της οφείλει στην οικογένεια των Φωκάδων, που κατοικού-σαν στην Παλαιά Καρυούπολη με το Βυζαντινό κάστρο και την έδρα επισκό-που, ο οποίος υπαγόταν στη Μητρόπολη Λακεδαιμονίας. Αργότερα οι Φω-κάδες κατοίκησαν τη Νέα Καρυούπολη ή Μηνιάκοβα. Στην Παλαιά Κα-ρυούπολη, που βρισκόταν μεταξύ του Βαχού και της Τσεροβάς (Δρο-σοπηγής), υπήρχε παλαιό φρούριο από τα Βυζαντινά χρόνια. Σήμερα υπάρ-χουν εκεί ελάχιστα υπολείμματα και ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Νοτιο-ανατολικά της Τσεροβάς είναι το ύψωμα Τρικεφάλι, από το οποίο εξόρ-μησαν οι Μανιάτες στα Ορλωφικά, το 1770, και όπως αναφέρεται κατανί-κησαν τους Τουρκαλβανούς που είχαν εισχωρήσει στη Μάνη..
Είναι γνωστό ότι η οικογένεια Φωκά ήταν βυζαντινής καταγωγής και κατά τη βενετοκρατία του Μοριά (1685-1715) ο Θωμάς Φωκάς πήρε τον τίτλο του ιππότη το 1695 (από λανθασμένη ανάγνωση της χρονολογίας έχει γραφεί το 1495). Πιθανώς ήταν γιός του ο Αντώνης Καβαλιεράκης-Φωκάς ο οποίος το 1715, όταν οι Τούρκοι καταλάμβαναν το Μοριά, έκανε στο σπίτι του συγκέντρωση αντιπροσώπων της Μάνης και ο γιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας τους έπεισε να ζητήσουν από τους Τούρκους συνθηκολόγηση, όπως και έγινε. Έκτοτε ανέλαβε καπετάνιος της Κάτω Μάνης.
Στην επαρχία Φωκά υπάγονται τα χωριά Βαχός, Σκάλα, Τζεροβά (Δροσοπηγή), Νεοχώρι, Καυκί, Μηνιάκοβα ή Νέα Καρυούπολη. Τον Αύγου-στο του 1826 στη Νέα Καρυούπολη, το Καυκί και το Νεοχώρι προβλήθηκε άμυνα από τους Μανιάτες στον στρατό του Ιμπραήμ. Αφού κάμφθηκε και υποχώρησε η πρώτη γραμμή άμυνας γύρω από την Καρυούπολη, στα-μάτησε τους Αιγυπτίους η δεύτερη γραμμή στον Παρασυρό και στο μονα-στήρι του Αγίου Γεωργίου της Λευκής Συκιάς. Στην ίδια επαρχία είναι τα μοναστήρια της Παναγίας της Καταφυγιώτισσας και της Παναγίας της Κοτρωνίτισσας.

Η Επαρχία Μαλεβρίου

Η οικογένεια Μαλέβρη που διακρίθηκε στη δεύτερη βενετοκρατία (1685-1715) φαίνεται ότι κληροδότησε το όνομά της σε ολόκληρη την επαρχία. Στην πρώτη τουρκοκρατία (1460-1685) υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι δεν κατοικήθηκε από Μανιάτες η περιοχή αυτή, διότι οι Τούρκοι που κατείχαν το κάστρο του Πασσαβά έλεγχαν και εκμεταλλεύονταν τη μεγαλύτερη έκτασή της. Μετά την κατάληψη του κάστρου από τους Έλληνες το 1685, οι Βενετσιάνοι το αχρήστευσαν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν εγκαταστάθηκε στη δεύτερη τουρκοκρατία τουρκικός στρατός. Η περιο-χή του κάστρου του Πασσαβά αναφέρεται ότι παραχωρήθηκε σε Τουρκο-βαρδουνιώτες, στην οικογέναια των Καραμαναίων, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τους Μανιάτες και συμπτύχθηκαν βορειότερα του ποταμού Βαρδούνια ή Σμήνου. Ο υπερπληθυσμός που συγκεντρώθηκε κυρίως στη Μέσα Μάνη φαίνεται ότι ανάγκασε τους Μανιάτες να αναζητήσουν ζωτικό χώρο και επεκτάθηκαν στην περιοχή του Μαλεβρίου.
Σε κατάλογο οικισμών της Μάνης του 1618 δεν αναφέρονται τα χωριά της επαρχίας Μαλεβρίου να κατοικούνται από Έλληνες. Ίσως παλαιό-τερα, το 1570, οι Τούρκοι να κατείχαν το κάστρο του Σιδηροκάστρου, διότι αναφέρεται ότι οι Μανιάτες τότε κατέλαβαν τα κάστρα του Σιδηροκάστρου και της Βαρδούνιας. Έκτοτε δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Τούρκοι πάλι στο Σιδηρόκαστρο και άρχισαν να πηγαίνουν εκεί ελληνικές οικογένειες στην περιοχή εκείνη.
Στα χωριά του Μαλεβρίου αναφέρονται ο Καρβελάς, η Μαραθέα, η Πηλάλα, τα Κονάκια, το Λίμπερδο (Πλάτανος), η Πάνιτσα (Μυρσίνη), ο Λυγε-ρέας, η Λίμνη, η Παλοβά (Κρήνη), τα Σκυφιάνικα, το Σκαμνάκι, η Σκαμνίτσα, το Σολά (Αστέρι), ο Σκουφομύτης, όπου είχε τους πύργους του ο γνωστός κλεφτοκαπετάνιος Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, το Σιδηρόκαστρο, η Δεσφίνα και ο Πολυάραβος. Στην εκστρατεία του Ιμπραήμ το 1826 στη Δεσφίνα θυσιάστηκε ο Κυριάκης Σταθάκος, αλλά στη μάχη του Πολυαράβου κατέρρευσε για μια ακόμη φορά ο θρύλος του Ιμπραήμ ως ανίκητου. Ακόμη στα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Μαλέβρι υπαγόταν η Καρέα και το Κρύο Νερό. Από την περιοχή του Καρβελά ήταν ο Κωνσταντήμπεης Ζερβάκος, που έχτισε το κάστρο του στο Πετροβούνι του Μαλεβρίου και έγινε γαμπρός του Αντώνμπεη Γρηγοράκη. Τον διαδέχθηκε στο μπεηλίκι της Μάνης ως έκτος μπέης (1810-1812), αλλά δεν μπόρεσε να γίνει αποδεκτός από τους Μανιάτες
Τον Αύγουστο του 1826 ο στρατός του Ιμπραήμ προσπάθησε να περάσει στη Δυτική Μάνη από τα χωριά της Δώθε Ρίζας ή Μαλτσίνας, ακολουθώντας το δρόμο από Άγιο Νικόλαο – Δεσφίνα – Πολυάραβο – Οίτυλο, τον οποίο του υπέδειξε ο προδότης Γεώργιος Βόσνας ή Μπόσινας. Αφού ο Ιμπραήμ πυρπόλησε στη Δεσφίνα το σπίτι του Σταθάκου μαζί με τους υπερασπιστές του, επειδή σκότωσαν τον προδότη Βόσνα, προχώρησε στον Πολυάραβο, όπου και γνώρισε βαρειά ήττα. Κατόπιν αυτού εγκα-τέλειψε οριστικά την ιδέα να κατακτήσει τη Μάνη, από την οποία αποχώ-ρησε με σημαντικές απώλειες.

Η περιοχή του Μαραθονησίου (Γυθείου)

Το Γύθειο, το Μαυροβούνι και ο Αγερανός μέχρι το 1750 και πλέον ήταν ακατοίκητα. Οι Γρηγοράκηδες, βοηθούμενοι και από άλλους Μανιάτες μετά το 1760 προχώρησαν από το Σκουτάρι και κατέλαβαν τους τόπους αυτούς. Στον Αγερανό εγκαταστάθηκε ο Αντώμπεης με άλλους Κουτσογρη-γοριάνους και στο Μαυροβούνι οι υπόλοιποι Γρηγοράκηδες. Ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης, ο τρίτος μπέης της Μάνης (1782-1797) έχτισε κάστρο στο Μαυροβούνι, που το ονόμασε Μελίσσι, αλλά το τουρκικό ναυτικό το κατέ-στρεψε με τα κανόνια του το 1803, επειδή οι Γάλλοι είχαν φέρει μπαρούτη στον Τζανήμπεη. Η περιοχή γνώρισε και στα επόμενα χρόνια καταστροφές, όταν τα παιδιά του Τζανήμπεη είχαν στρατολογηθεί στο Ρωσικό στρατό των Ιονίων νήσων.
Ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης, εκτός από το Μαυροβούνι έχτισε και το Μαραθονήσι, που πήρε το όνομα από το παρακείμενο νησάκι και αργότερα μετονομάστηκε σε Γύθειο. Από ορισμένους το Μαυροβούνι ονομαζόταν και Τζανετούπολη, αλλά η ονομασία αυτή δεν επικράτησε.
Το 1826, με την εισβολή του Ιμπραήμ, το Γύθειο δεν γνώρισε καταστροφές, επειδή ο Ιμπραήμ το βρήκε οχυρωμένο από τον Τζανετάκη Γρηγοράκη και το παρέκαμψε. Λεηλάτησε και πυρπόλησε το γειτονικό Μαυ-ροβούνι.

Η περιοχή της Μαλτσίνας (Δώθε Ρίζα)

Η περιοχή της Δώθε Ρίζας, η οποία βρίσκεται νότια του ποταμού Βαρδούνια ή Σμήνου, παλαιότερα ανήκε στην Άνω Μάνη ή την Έξω Μάνη.
Όταν το 1715 οι Τουρκοβαρδουνιώτες εγκαταστάθηκαν στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, είχαν καταλάβει την περιοχή μέχρι το κάστρο του Πασσαβά. Έδιωξαν τους Έλληνες κατοίκους των χωριών της Μαλτσίνας (Δώθε Ρίζας), του μετέπειτα δήμου Μελιτίνης (1836-1842) και εγκαταστάθηκαν αυτοί. Αλλά οι διωγμένοι κάτοικοι από τα χωριά τους, βοηθούμενοι και από άλλους Μανιάτες, πήραν με τα όπλα τους τις χαμένες για λίγο πατρίδες τους. Τα χωριά Καστάνιτσα, Σελεγούδι, Άγιος Νικόλαος, Κόκκινα Λουριά, Μαλτσίνα (Μέλισσα) και Αρχοντικό αποτέλεσαν την καπε-τανία της Καστάνιτσας του Βενετσανάκη.
Η Καστάνιτσα ήταν γνωστή από τα χρόνια του Κορκόδειλου Κλαδά, που είχε επαναστατήσει το 1480, είχε εγκαταλείψει τους Βενετούς της Κορώνης στους οποιους υπηρετούσε και πήγε ελευθερωτής στη Μάνη. Δέχθηκε επίθεση μεγάλου στρατιωτικού τουρκικού σώματος στην Καστά-νιτσα και διαλύθηκε το σώμα του. Ο ίδιος κατέφυγε στην Κάτω Ιταλία.
Το 1780 στην Καστάνιτσα ήταν εγκατεστημένος ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης με την οικογένειά του κοντά στον Παναγιώταρο Βενετσανάκη και μαζί έκαναν επιδρομές στις γύρω περιοχές. Οι Τούρκοι έστειλαν τον καπουδάν πασά Γαζή Χασάν με στόλο στο Μαραθονήσι, έφεραν στρατό και από την Τρίπολη και κατέστρεψαν τους κλέφτες της Καστάνιτσας.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Η Μάνη απλώνεται στις νότιες πλαγιές του Ταΰγετου και βρίσκεται μεταξύ του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου.
Τα βορειοανατολικά σύνορα της Μάνης αρχίζουν από τα Τρίνησα, τη θλεση Κακοσκάλι, ακολουθούν πορεία βορειοδυτική και συναντούν την κοίτη του βαρδούνια ποταμού ή Σμήνου και φθάνουν μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου. Στη συνέχεια ακολουθούν για ένα διάστημα προς βορρά την κορυφογραμμή του βουνόυ αυτού και αφού περάσουν το υψόμετρο 2407 μέτρα, δηλαδή την κορυφή του Προφήτη Ηλία, στρέφονται δυτικά και καταλήγουν στο χείμαρρο Ξερίλα που πορεύεται μεταξύ του βουνού της Σέλιτσας και τοιυ βουνού της Γιάννιτσας και εκβάλλει δίπλα από το ξενοδοχείο Ελίτ.
Για τα σύνορα της Μάνης ή Μαΐνης αρχικά περιοριζόταν στον παλαιό δήμο Μέσσης, όπου και το κάστρο της Μαΐνης. Βαθμιαία έφθασε να συμπεριλαμβάνει όλη την ημιαυτόνομη περιοχή, στην οποία δεν πατούσε Τούρκος χωρίς την άδεια του Μπέη της Μάνης, ο οποίος και την διοικούσε. Βλέπε:
Πριν από τα Ορλωφικά τα βορειο-ανατολικά σύνορα της Μάνης έφθαναν μέχρι το Σκουτάρι και οι Τουρκοβαρδουνιώτες κρατούσαν το κάστρο του Πασσαβά. Η περιοχή του Γυθείου ήταν ακατοίκητη. Σε κάποια εποχή, που δεν είναι καθορισμένη, πριν από τα Ορλωφικά ή κατ’ αυτά, οι Μανιάτες κατέκτησαν την περιοχή του Πασσαβά και έφθασαν μέχρι το Γύθειο και το Κακοσκάλι που είναι στα Τρίνησα.
Θα πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι της Έξω Μάνης δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Μανιάτες, αλλά Σπαρτιάτες και όταν ελευθερώθηκε η Καλαμάτα ο Πετρόμπεης ανακηρήχθηκε αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατοπέδου. Ακόμη στα χρόνια του Καποδίστρια η Μάνη διαιρέθηκε σε Ανατολική και Δυτική Σπάρτη. Όταν όμως στα χρόνια του Όθωνα ανοικοδομήθηκε η Σπάρτη, ατόνισε για τους Μανιάτες το όνομα Σπάρτη και Σπαρτιάτες, διότι άλλοι πλέον χρησιμοποιούσαν αυτά τα ονόματα και περιορίστηκαν στο Μανιάτες.
Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι Έλληνες δεν έκαναν διάκριση σε Μέσα, Έξω και Κάτω Μάνη, αλλά αποκαλούσαν Μάνη το χώρο που δεν είχε δικαίωμα να μπει τούρκος χωρίς την άδεια των τοπικών αρχόντων.
Ο αναγνώστης παραπέμπεται για περισσότερες πληροφορίες στις παρακάτω εργασίες:

Σταυρου Καπετανάκη, Τα σύνορα της Μάνης κατά την ιστορική της πορεία, Πρακτικά Γ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα 1985, σσ. 386-406 και πίνακες 25-27.

Σταυρου Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη, 2011, σσ. 149-156

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΪΝΗ – ΜΑΝΗ

Το όνομα Μάνη ή Μαΐνη για πρώτη φορά αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως Επισκοπή Μαΐνης υπαγομένη στην Μητρόπολη Κορίνθου, όπως φαίνεται στο ‘’τακτικό’’ του Λέοντος του ΣΤ’, το οποίο κατατέθηκε στο αρχείο του Πατριαρχείου το 907. Η υπαγωγή της Επισκοπής Μαΐνης στη Μητρόπολη Κορίνθου διατηρήθηκε μέχρι την Φραγκική κατάκτηση.
Χωρίς αμφιβολία η επισκοπή Μαΐνης προϋπήρχε του 907 και θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκε επί Βασιλείου του Α΄ του Μακεδόνος (867-886), όταν έγινε ο εκχριστιανισμός των Μανιατών. Γερ.Κονιδάρη, Η παλαιοτέρα μνεία της Μαΐνης και της επισκοπής αυτής, Θεολογία 22(1951)652.
Στη συνέχεια η ονομασία Μαΐνη ή Μάνη αναφέρεται από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο: ‘’Ιστέον ότι οι του κάστρου Μαΐνης οικήτορες ουκ εισίν από της γενεάς των προρηθέντων Σκλάβων, αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων…”. Στο βίο του Νίκωνος του Μετανοείτε μνημονεύεται προς τα τέλη του δεκάτου αιώνα ‘’..προς Μαΐνην παρεγένετο, κακείθεν προς Καλαμάταν μετέβη…’’. (Σπ.Λάμπρου, Ο βίος του Νίκωνος του Μετανοείτε, Νέος Ελληνομνήμων, 3(1906)161).
Μετά για μεγάλο διάστημα δεν αναφέρεται το όνομα, δηλαδή από το 10ο αιώνα και μέχρι τα τέλη του 13ου, οπότε μνημονεύεται από τον Γ. Παχυμέρη και τον Νικηφ. Γρηγορά στην εξιστόρηση της αιχμαλωσίας και την απελευθέρωση του Γουλιέλμου Βιλλαρδουΐνου έναντι της παραχώρησης των κάστρων της Μονεμβασίας, του Μυστρά, της Μαΐνης κ.ά.
Στις αρχές του 15 αιώνα αναφέρεται σε έγγραφα από τον Ιωάννη Ευγενικό. ‘’…και τη του Μονεμβασίας και του Μαΐνης και του Έλους και πάση τη εκ θεού σου αρχή’’. Σπ.Λάμπρου, Παλαιολόγια και Πελοποννησιακά, τόμ 1, σ. 178.
Η ετυμολογία του ονόματος Μάνη ή Μαΐνη αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας. Για πρώτη φορά ο Ψευδοδωρόθεος (Δωροθέου, Βιβλίον Ιστορικόν, Ενετίησιν 1786, σ. 480) τον δέκατο έβδομο αιώνα έδωσε την ακόλοθη ερμηνεία για την προέλευση του ονόματος: ‘’…τούτος ο τόπος της Μάνης, ακούσετε διατί ωνομάσθη Μάνη• οι άνθρποι όπου κατοικούν εις αυτήν είναι φυσικά μανιώδεις και κακοί άνθρωποι• και διατί φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλλουν ποτέ εις αγάπην, διά τούτο ωνομάσθη ο τόπος εκείνος Μάνη’’.
Οι Στεφανόπολι, οι οποίοι το 1798 επισκέφθηκαν τη Μάνη ως εκπρόσωποι του Μεγάλου Ναπολέοντα, έγραψαν ότι το όνομα οφείλεται στη μανία με την οποία πολεμούν τους Τούρκους.
Ο Phil. Fallmarayer θεώρησε ότι το όνομα προέρχεται από το ‘’μαίνεσθαι’’ και οι Μανιάτες ότι είναι Μαρδαΐτες από το Λίβανο.
Ο Αθανάσιος Πετρίδης, Περί του ονόματος της Μάνης, Πανδώρα 22(1872)156, έγραψε: ότι η ονομασία της Μάνης προέρχεται από τη λατινική λέξη manus που σημαίνει χέρι.
Ο Πέτρος Κανελλίδης στο Ημερολόγιο του Σκόκου (1888), σ. 238, το αποδίδει στη λέξη Magna, που ίσως λεγόταν με το όνομα αυτό κάποια πολίχνη του Ταϋγέτου. Στην περιοχή των Γρεβενών υπάρχει χωριό με το όνομα Μάνη. Στον Αστακό της Αικαρνανίας υπάρχει δάσος με το όνομα Μάνη. Στη νησίδα των Ιωαννίνων υπάρχει θέση με ίδιο όνομα. Στο νομό Εύρου υπάρχι χωριό Μάνη.
Ο Ι.Πατσουράκος, Ηθογραφία, Η Μάνη και οι Μανιάται, εν Πειραιεί 1910, σ. 13, ‘’Μάνη εκλήθη ουχί ως ο Ληκ ισχυρίζεται εκ του ιταλικού maina (δηλαδή κατεβάζουν τα πανιά γιατί φυσούν ισχυροί άνεμοι στο Ταίναρο) και ο Γ. Κροίσος εκ του μάνα, το οποίον ως και σήμερον πηγήν ύδατος σημαίνει, αλλ’ εκ του μαίνεσθαι, ουχί όμως διά την μανίαν των κατοίκων προς αυτοδικίαν, ως ο Δωρόθεος αναφέρει, αλλά διά το, ο και τους την σήμερον οικούντας την χώραν ταύτην των λοιπών ομοφύλων των διακρίνει, μετά μανίας εμμείνειν εις τα πάτρια’’.
Ο Π.Α.Φουρίκης, Παρατηρήσεις εις τα τοπωνύμια χρονικών του Μορέως, Αθηνά 40(1928)52, αποδίδει το όνομα Μάνη στην αλβανική λέξη μαν, η οποία με το άρθρο γίνεται μάν-ι, που σημαίνει μορέα. Όμως οι Αλβανικοί εποικισμοί είναι μεταγενέστεροι του ονόματος Μάνη-Μαΐνη.

Ο Γ.Καψάλης στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει τις διάφορες γνώμες, ότι προέρχεται από τη λέξη μάινα (κατέβασμα των πανιών ιστιοφόρου) και μανή δηλαδή λεπτή γή.
Ο Δ.Ι.Γεωργακάς, Συμβολή εις την τοπωνυμικήν έρευναν – Περί του ετύμου του ονόματος Μάνη-Μαΐνη, Αθηνά 48(1938)37, υποστήριξε τη άποψη του Εμμ. Πεζόπουλου, ο οποίος εξέφρασε τη γνώμη ότι προέρχεται από το επίθετο μανός, μανή, που σημαίνει αραιός, για τα φυτά όταν είναι αραιοφυτεμένα, ή για μαλλιά αραιά, φαλακρός. Η Μέσα Μάνη με τα άδενδρα βουνά της θα μπορούσε να πάρει το όνομα μανή γή και να γίνει Μάινη και Μάνη.
Οι Εξωμανιάτες ονόμαζαν εαυτούς Σπαρτιάτες.
Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων – Νίκων ο Μετανοείτε
Αφομοίωση των Σλάβων – δεν άφησαν ίχνη πολιτισμού

Για την προέλευση του ονόματος Μάνη: Φουρίκη Πέτρου, Παρατηρήσεις εις τα τοπωνύμια του χρονικού του Μορέως, Μάνη, Αθηνά 40(1928)41 κ.ε., όπου αναφέρονται οι περισσότερες από τις διατυοωθείσες απόψεις.Σελ. 48: Τον 17ο αιώνα ο Ψευδοδωρόθεος θεωρεί ότι προέρχεται από τη λέξη ‘’μανία’’, διότι οι άνθρωποι είναι μανιώδεις και κακοί. Οι Στεφανόπολοι ανήγαγαν το όνομα στη μανία που είχαν για τους Τούρκους,Ο Fallmerayer θεώρησε ότι το όνομα Μάνη προέρχεται από το μαίνεσθαι. Σελ. 49: Ο Αθανάσιος Πετρίδης θεώρησε ότι προέρχεται από τη λατινική λέξη χέρι δηλαδή manus. Σελ. 50: Ο Πέτρος Κανελλίδης θεωρεί ότι προέρxεται από τη λέξη magna. Σελ.. 52: ο Π. Φουρίκης θεωρεί ως πιθανότερο ότι προέρχεται από την αλβανική λέξη Μουριά, που είναι μαν και με το άθρο γίνεται μάν-ι.

Γεωργίου Γιανακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν (1453-1821)
Το όνομα Μάνη (σελ. 14) προέρχεται: …από τηνεις το Ταίναρον ευρισκομένην, ως επιστεύετο από τους αρχαίους, Πύλην του Άδου, ως και σήμερον υπάρχει ως εν χαώδες σπήλαιον παρά την ακτήν του θορυβώδους Ταινάρου εντός του οποίου εισχωρεί η θάλασσα, και από την οποίαν επίστευον ότι κατήρχοντο αι ψυχαί των νελρών εις τον Άδην και η έξοδος του σπηλαίου τούτου (της Πύλης) εφυλάσσετο από τον τρομερόν Κέρβερον, επειδή αι ψυχαί εκαλούντο λατινιστί ΜΑΝΕΣ, έλεγον ΙΝ ΜΑΝΙΣ, δηλαδή εις την Πύλην των ψυχών, και εκείθεν ωνομάσθη η περιφέρεια Μάνη.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΜΑΝΙΑΤΩΝ

Υπάρχει σε πολλούς η λαθεμένη εντύπωση, ότι τους Μανιάτες στην πρώτη τουρκοκρατία δεν τους είχε αγγίξει ο πολιτισμός και βρίσκονταν σε μια τελείως πρωτόγονη κατάσταση. Τους περιγράφουν σχεδόν ολόγυμνους και ίσως μεταφέρουν και εικόνες, που είχαν συναντήσει οι εξερευνητές στις τότε νέες χώρες. Όμως στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας οι Μανιάτες έχτιζαν εκκλησίες, τις οποίες διακοσμούσαν με γλυπτά και με αγιογραφίες. Ηγετικές μορφές του τόπου τους πήγαιναν σε ξένες χώρες, όπου συναντούσαν εκεί επισήμους και υπέγραφαν συμφωνίες συνεργασίας και συμμαχίας. Στα σπίτια τους στη Μάνη φιλοξενούσαν αντιπροσώπους ξένων δυνάμεων, από τους οποίους δεν έχουμε περιγραφές που να συμφωνούν με τις εικόνες, τις οποίες έχουν δώσει απόμακροι παρατηρητές και όχι ‘’περιηγητές’’, που ποτέ δεν πάτησαν το χώμα της Μάνης.
Ληστρικά επεισόδια τα οποία έλαβαν χώρα το 1670 στην Ελαφόνησο , που βρίσκεται στις ανατολικές ακτές του Λακωνικού κόλπου, αποδόθηκαν σε Μανιάτες, επειδή αυτό επέβαλαν οι εμπορικές ανάγκες του βιβλίου. Τα ίδια περιστατικά που γράφτηκαν κάποτε, επαναλαμβάνοταν με μικροπαραλλαγές και από άλλους, ώστε να δυσφημείται η Μάνη.
Η κοινωνία της Μάνης ήταν πράγματι άναρχη, δεν υπήρχε οργανωμένη πολιτεία με νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία και ίσχυε το δίκαιο του ισχυροτέρου. Γι’ αυτό οι Μανιάτες κατέφευγαν στη συσπείρωση για να αντιμετωπίζονται και να αντιμετωπίζουν τους άλλους ομαδικά και όχι κατ’ άτομο. Παράλληλα οι Μανιάτες μάθαιναν τη χρήση των όπλων και συνήθιζαν στη ψύχραιμη και θαρραλέα συμμετοχή τους στις πολεμικές συγκρούσεις και τούτο αποδείχθηκε πολύτιμος συντελεστής της εθνικής μας ανεξαρτησίας.
Πρώτη μορφή συσπείρωσης των Μανιατών ήταν η οικογένεια και ευρύτερα η γενιά. Σε ορισμένα χωριά κατοικούσε κυρίως μια μόνο γενιά, π.χ. στη Βάθεια κατοικούσαν οι Κοσμάδες, στον Κούνο οι Κοντόσταυλοι, στην Κοίτα και τα γύρω χωριά οι Νίκλοι, στο Κουτήφαρη οι Κουτηφαριάνοι, στα Ξανθιάνικα οι Ξανθιάνοι κλπ., ενώ στη Λαγκάδα κατοικούσαν τέσσερεις οικογένειες, οι Μπουλτσιάνοι, οι Αλεξιάνοι, οι Μιχαλιτσιάνοι και οι Ξυλαστοριάνοι κλπ. Ανατολικά της Λαγκάδας υπάρχουν ακόμη τα ίχνη ενός οικισμού, των Γριτσιάνικων, όπου κατοικούσε η οικογένεια Γρίτση-Παλαιολόγου . Σε άλλα χωριά, ιδιαίτερα της Έξω Μάνης, ζούσαν πολλές οικογένιες, όπως στον Κάμπο, στις Μαντίνειες κλπ. Στη Μέσα Μάνη υπήρχαν τα ξεμόνια, δηλαδή μια ολιγομελής οικογένεια έχτιζε στα κτήματά της τον πύργο της και μερικά βοηθητικά οικήματα στα οποία κατοικούσαν τα μέλη της. Όταν αυξανόταν ο αριθμός των μελών της οικογένειας, μεγάλωνε και ο οικισμός.
Για να ισχυροποιούνται περισσότερο οι οικογένειες δημιουργούσαν συντροφίες , δηλαδή ενώνονταν με άλλες οικογένειες, που τους συνέδεαν επιγαμίες ή κουμπαριές και παρουσιάζονταν ως ενιαία κοινωνική οντότητα. Άλλες φορές στις οικογενειακές αυτές ομάδες προσθέτονταν και μοναχικά άτομα ή μικρές οικογένειες, που μπορεί να βοηθούσαν στις γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες και αυτοί λέγονταν φαμέγιοι ή ακουμπισμένοι.
Οι μεγάλες οικογενειακές ομάδες ή γενιές διοικούνταν από τη γεροντική, που την αποτελούσαν οι αντιπρόσωποι των επί μέρους οικογενειών. Της γεροντικής προΐστατο ο πρωτόγερος, ο οποίος αποτελούσε τον εκπρόσωπο της οικογενειακής ομάδας στις συναλλαγές της με τις άλλες γενιές ή με την εξουσία. Οι Τούρκοι στους πρωτόγερους απευθύνονταν, όταν ζητούσαν τους φόρους ή την ειρήνευση. Ο πρωτόγερος με τη γεροντική κανόνιζε τα συνοικέσια, τις κουμπαριές, τις φιλίες ή τις αντιπαλότητες της οικογένειας. Κάθε οικογένεια της Μάνης αποτελούσε ξεχωριστή οντότητα και ήταν σαν μια ολιγομελής δημοκρατική κοινωνία.
Όταν σε ένα χωριό υπήρχαν γενικότερα προβλήματα, όπως ο κίνδυνος από πειρατές ή γειτονικούς οικισμούς, συνερχόταν γεροντική από τους πρωτόγερους του χωριού. Όταν το πρόβλημα ήταν καθολικό για μια επαρχία, όπως του κινδύνου από Τούρκους, ή της συνεννόησης με ξένες δυνάμεις, τότε συνερχόταν γεροντική από τους πρωτόγερους της περιοχής, για να λάβουν κοινές αποφάσεις. Τέτοια συνέλευση γερόντων έγινε στη Νόμια το 1571, όταν έπρεπε να αποφασίσουν αν θα συνεργάζονταν ή όχι με τους Βενετούς σε πολεμικές επιχειρίσεις εναντίον των Τούρκων. Η γεροντική εκείνη υπέδειξε και τρία πρόσωπα ως καπετάνιους, δηλαδή αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων της Μάνης. Ανάλογη σύσκεψη έγινε στην Καρυούπολη το 1715, για να αποφασισθεί η στάση των Μανιατών απέναντι στην επικείμενη νέα τουρκική κατάκτηση.
Οι επίσκοποι και οι ιερείς στη Μάνη ήταν σεβαστά πρόσωπα και συνήθως διαδραμάτιζαν ηγετικό ρόλο στη μικρή κοινωνία των μανιάτικων χωριών. Πολλές φορές φρόντιζαν να συμφιλιώνουν οικογένειες και να αποτρέπουν φονικά. Οι κληρικοί ήταν από τους λίγους που γνώριζαν ελάχιστα γράμματα και τις φτωχές τους γνώσεις πάσχιζαν να τις μεταδώσουν στους νέους από τους οποίους ξεχώριζαν τους διαδόχους τους. Σε ορισμένα χωριά στα οποία κατοικούσαν λίγες γενιές κάθε μια είχε και τον παπά της.
Η εκπαίδευση στη Μάνη ήταν στοιχειώδης και περιοριζόταν σε λίγα άτομα. Η ανάγκη της ανάγνωσης των εκκλησιαστικών βιβλίων ανάγκαζε μερικούς να μαθαίνουν να διαβάζουν και λιγότερους να γράφουν. Συνήθως αυτοί που προορίζονταν για να γίνουν ιερείς καταγίνονταν με την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής. Η σπανιότητα των ατόμων που μάθαιναν γράμματα δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζαν και τη σημασία τους. Ο Θ. Στεφανόπουλος το 1612 είχε στείλει το γιό του στη Ζάκυνθο για ‘‘να μάθει γράμματα και να γίνη άνθρωπος’’, όπως έγραφε σε επιστολή του, επαναλαμβάνοντας λόγια από τον ‘’Πτωχοπρόδρομο’’. Τον ίδιο καιρό ο Πέτρος Γιατρός-Μέδικος είχε στείλει στη Βενετία το γιό του για να σπουδάσει. Ακόμη όταν έγιναν οι συμφωνίες με το δούκα του Νεβέρ οι Μανιάτες ζήτησαν να ιδρυθούν στον τόπο τους σχολεία για τα παιδιά τους.
Στη Μάνη με τα άγονα εδάφη της η πυκνότητα του πληθυσμού ήταν μεγάλη και συναγωνιζόταν και αυτές τις εύφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη ο αριθμός των κατοίκων κατά τετραγωνικό χιλιόμετρο ήταν διπλάσιος από την Έξω Μάνη . Η οικονομία του τόπου στηριζόταν στη φτωχή γεωργική παραγωγή, στην κτηνοτροφία, που δεν θα ήταν ευκαταφρόνητη, στο ψάρεμα ή στο κυνήγι. Οι ανάγκες του πληθυσμού δεν καλύπτονταν από την παραγωγή και οι νέοι της Μάνης εύρισκαν διέξοδο στους ξένους στρατούς , στους οποίους υπηρετούσαν ως ‘’στρατιώτες’’ και αποτελούσαν άτακτα σώματα ιππέων. Πολλοί από τους Μανιάτες δούλευαν σε άλλες περιοχές, όπως στους ελαιώνες της Κορώνης , στον κάμπο της Μεσσηνίας ή του Έλους. Άλλοτε πάλι κατέφευγαν στη ληστεία και την πειρατεία.
Το εμπόριο στην πρώτη τουρκοκρατία φαίνεται πως ήταν σχετικά ανεπτυγμένο στη Μάνη, διότι όσο υπήρχαν στην ανατολική Μεσόγειο νησιά υπό χριστιανική διοίκηση, ιδιαίτερα στην Κύπρο και στην Κρήτη, η Μάνη βρισκόταν στο δρόμο τους. Αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο σε περίπτωση κακοκαιρίας, ιδιαίτερα όταν υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία, μπορούσε να εφοδιάζει τα πλοία, να παρέχει υλικά για την επισκευή των ζημιών τους κλπ. Αναφέρεται ακόμη ότι στο Οίτυλο εμπορεύονταν πειρατικές λείες και γι’ αυτό το ονόμαζαν ‘’Μεγάλο Αλγέρι’’.
Φαίνεται ότι στη Μάνη, κατά την πρώτη τουρκοκρατία, υπήρχαν πολλά πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν τόσο στην αλιεία, όσο και στις κοντινές μεταφορές ή ακόμη και την πειρατεία. Να σημειωθεί ότι η Μάνη δεν είχε δρόμους, παρά μόνο μονοπάτια, ούτε μεγάλες πηγές νερού ικανές να υδρεύσουν πολυάριθμες ομάδες ανθρώπων. Αυτά ήταν λίγα από τα πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα του τόπου, επειδή δεν ήταν εύκολη η εισβολή στο εσωτερικό της μεγάλων στρατιωτικών σωμάτων με τα εφόδιά τους και με πυροβολικό απαραίτητο για την κατεδάφιση των πύργων. Ο Εβλιά Τσελεμπί , παρά τις υπερβολές του, μας έδωσε πληροφορίες για τα πλοία του Πραστίου και του Οιτύλου. Παράλληλα έχουμε πληροφορίες από τη Ζάκυνθο, ότι πήγαιναν εκεί πολλά πλοιάρια με Μανιάτες πρόσφυγες. Να σημειωθεί ακόμη ότι ο Μαχαιρίδης από τη Μέσα Μάνη είχε πλοίο με το οποίο ξεκίνησε να πάει με την οικογένειά του στη Νεάπολη της Ιταλίας, αναζητώντας νέα πατρίδα.
Οι Μανιάτες δεν πλήρωναν συχνά τον οφειλόμενο φόρο, παρά μόνο όταν βρίσκονταν υπό την απειλή μεγάλων τουρκικών στρατιωτικών σωμάτων ή προ της απειλής ναυτικού αποκλεισμού. Το 1614 πλήρωσαν το χαράτσι οι κάτοικοι του Οιτύλου και την επόμενη χρονιά οι κάτοικοι άλλων παραθαλάσσιων χωριών . Δεν είναι όμως γνωστός ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η κατανομή της φορολογικής υποχρέωσης. Υπάρχουν όμως κατάλογοι με τις φορολογικές υποχρεώσεις των χωριών της Μάνης κατά την πρώτη τουρκοκρατία και τη βενετοκρατία.
Η επίλυση των διαφορών μεταξύ των Μανιατών πολλές φορές γινόταν με τα όπλα. Ο συμβιβασμός ήταν μια άλλη λύση, που πολλές φορές γινόταν με τη μεσολάβηση σεβαστών ή ισχυρών προσώπων. Άλλοτε οι διαφορές λύνονταν με απόφαση της συνέλευσης της επαρχίας . Αναφέρεται ακόμη ότι μια ένοπλη αναμέτρηση μπορούσε να αποτραπεί με την παρέμβαση όλων των κατοίκων του χωριού : ‘’…εμαζώχθη το χωρίον και δεν άφησε να τουφεκιστούνε…’’. Το 1571 που περιηγήθηκαν τη Μέσα Μάνη τα μέλη της αντιπροσωπείας της Βενετίας , συμφιλίωσαν με την παρέμβασή τους τις οικογένειες που είχαν μεταξύ τους διαφορές. Αξιοσημείωτο είναι ότι όταν υπήρχε τουρκικός κίνδυνος, ενώνονταν όλοι και από κοινού πολεμούσαν τους εχθρούς τους.

ΛΙΓΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Από το βιβλίο του Σταύρου Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Έκδ. Αδούλωτη Μάνη, Αρεόπολη 2011

1) Προϊόντα και Εμπόριο

Η Μάνη στη μεγαλύτερη έκτασή της είναι άγονη, πετρώδης και άνυδρη. Αν εξαιρεθεί η περιοχή του Πασσαβά, στην οποία επεκτάθηκε η Μάνη λίγες δεκαετίες πριν από την επανάσταση του 1821, ήταν η πιο φτωχή και όμως ήταν πυκνοκατοικημένη, όσο και τα πιο εύφορα μέρη του Μοριά. Η παραγωγή σε δημητριακά ήταν περιορισμένη και ανεπαρκής για τον αριθμό των κατοίκων της. Ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη με τα γυμνά βουνά της το χώμα είναι λιγοστό και με τη βαθμιδωτή καλλιέργεια των λόφων από τα χέρια των γυναικών, γινόταν προσπάθεια να συγκρατηθεί από τα νερά των βροχών. Όπου μπορούσε να φυτρώσει έστω και ένα στάχυ το καλλιεργούσαν με περισσή φροντίδα.
Παρ’ όλα αυτά η Μάνη είχε εμπορικές συναλλαγές με τους Πελοποννήσιους και με το εξωτερικό, έκανε δε και εξαγωγές στα προϊόντα τα οποία περίσσευαν από την εσωτερική κατανάλωση. Πέρα από τα γεωργικά προϊόντα οι Μανιάτες διέθεταν είτε στις γειτονικές περιοχές ή στα διερχόμενα πλοία μικρά οικόσιτα ζώα ή είδη χειροτεχνίας.
Σε γαλλικό υπόμνημα ανωνύμου συγγραφέα από το 1786 αναφέρεται ότι στην καπετανία της Ζαρνάτας ή Σταυροπηγίου παράγονται 3.000 βαρέλια (των 48 οκάδων) ελαιόλαδο, 30 καντάρια (των 44 οκάδων) μετάξι και 30 καντάρια κικκίδια ή πρινοκόκκι (κιννάβαρι-vermillon). Στην καπετανία της Ανδρούβιστας-Ζυγού 5.000 βαρέλια ελαιόλαδο, 30 καντάρια μετάξι και μια ποσότητα σίτου και κριθαριού που ήταν επαρκής για τις ανάγκες των κατοίκων της. Στην καπετανία της Τσίμοβας-Αρεόπολης (Μέσα Μάνη) παράγεται λίγο κριθάρι και λάδι. Στην καπετανία της Μηλιάς κριθάρι και λάδι και στην καπετανία του Μαλεβρίου κριθάρι και καλαμπόκι. Η Μάνη καλύπτει το 1/6 της παραγωγής λαδιού της Πελοποννήσου, τα κικκίδια το 1/8 και το μετάξι το 1/16 της παραγωγής του Μοριά.
Από το 1794 μέχρι τα χρόνια της επανάστασης έχουμε από διάφορους συγγραφείς πληροφορίες για τα προϊόντα της Μάνης, τα οποία διέθεταν στο εμπόριο. Ένας από τους πρώτους που έκανε λόγο για τις εξαγωγές της Μάνη ήταν ο Scrofani , που είναι και ο μόνος ο οποίος έγραψε το 1794 ότι από τη Μάνη γινόταν εξαγωγή 2.800 τόνων σιτηρών. Ο Πουκεβίλ δεν επισκέφθηκε τη Μάνη στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά έγραψε τις πληροφορίες που έλαβε στο χρόνο της αιχμαλωσίας του από τους Τούρκους. Ακολουθεί ο J. M. Wagstaff , ο οποίος δημοσίευσε στοιχεία που συνέλεξε ο John Philip Morier το 1804. Δεν υπάρχει όμως ομοφωνία για τις ποσότητες των προϊόντων που προορίζονταν για εξαγωγή, αλλά αντίθετα σημαντικές διαφορές. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά ένα μέρος οφείλεται στην αστάθεια της παραγωγής, διότι είναι γνωστό ότι υπάρχουν χρονιές που τις χαρακτηρίζει η ευφορία των καρπών της γης και χρονιές δύστυχες με μικρή παραγωγή. Μεταξύ των συγγραφέων υπάρχουν και σημαντικές διαφορές όσο αφορά στα εξαγόμενα προϊόντα. Το 1805 ακολούθησε ο W. M. Leake ο οποίος, με την προσοχή τού κατασκόπου που ήταν, μετέφερε πληροφορίες που φαίνεται να είναι οι πιο αξιόπιστες. Σημείωσε ότι στις καλές χρονιές οι Μανιάτες είχαν επάρκεια για τις ανάγκες τους σε σιτάρι και καλαμπόκι, αλλά το 1805 δεν είχαν ούτε δημητριακά, ούτε και χρήματα για να προμηθευθούν. Πληροφορίες έχουμε και από τον Thomas Gordon από τα χρόνια της επανάστασης.
Το λάδι το οποίο προοριζόταν για εξαγωγή, προερχόταν κυρίως από τις περιοχές του Σταυροπηγίου, της Καρδαμύλης και του Ζυγού και αποτελούσε το πιο αποδοτικό προϊόν και παράλληλα, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, το αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης του τοπικού καπετάνιου και αργότερα του μπέη της Μάνης. Ως προς την ποσότητα του εξαγόμενου λαδιού αναφέρονται περίπου από 300 μέχρι 1.000 τόνοι το χρόνο.
Σημαντικό προϊόν για εξαγωγή υπήρξε και το βελανίδι, το οποίο χρησιμοποιούσαν στη βυρσοδεψία. Προερχόταν κυρίως από την περιοχή του Ζυγού της Μάνης και τα Βαρδουνοχώρια. Οι εξαγόμενες ποσότητες κυμαίνονταν περίπου από 350 μέχρι 1350 τόνους. Το προνοκόκκι-κικκίδια, που ήταν ένα παράσιτο της βελανιδιάς, το χρησιμοποιούσαν στη βαφή των φεσιών, στα οποία έδινε λαμπρό κόκκινο χρώμα. Η ποσότητά του αναφέρεται ότι ανερχόταν σε 25 περίπου τόνους.
Οι Μανιάτισσες αύξαναν το οικογενειακό τους εισόδημα με τη σηροτροφία η οποία είχε μεγάλη διάδοση κυρίως στην Έξω Μάνη, όπου είναι σε αφθονία οι μουριές, με τα φύλλα των οποίων τρέφονται οι μεταξοσκώληκες. Η παράδοση της σηροτροφίας στη Μάνη διατηρήθηκε μέχρι τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Οι εξαγόμενες ποσότητες μεταξιού αναφέρονται από 1.700- 7.000 κιλά.
Εξαιρετικής ποιότητας ήταν το μέλι της Μάνης και η εξαγομένη ποσότητα αναφέρεται να παρουσιάζει διακύμανση από 13 μέχρι 50 τόνους. Μαζί με το μέλι υπήρχε και παραγωγή κεριού, από το οποίο γινόταν εξαγωγή 2 έως 3,8 τόνων.
Βαμβάκι καλλιεργούσαν στη Μάνη συχνότερα τα παλιότερα χρόνια και η εξαγομένη ποσότητα έφθανε τους 230 τόνους. Το 1805 αναφέρεται η παραγωγή ήταν 80 τόνοι και στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα είχε περιοριστεί σε 13 τόνους.
Αναφέρεται επίσης εξαγωγή 6-7 τόνων από λαθούρι, ακόμη ακατέργαστων δερμάτων και περίπου ενός εκατομμυρίου ορτυκιών παστωμένων στο ξύδι. Τα χρήματα, τα οποία εισέπραττταν οι Μανιάτες από τις εξαγωγές των προϊόντων τους, παρουσίαζαν και αυτά σημαντικές διαφορές από 251.000 μέχρι 982.000 γρόσια.
Τον Απρίλιο του 1785 στη Ζάκυνθο βρισκόταν αυτοεξόριστος ο πρώην Τζανέτμπεης Κουτούφαρης και ένας άλλος Μανιάτης καπετάνιος με το όνομα Μανωλάκης, ίσως Καβαλιεράκης-Φωκάς από την Καρυούπολη, οι οποίοι έδωσαν απαντήσεις στα ερωτήματα που τους είχε υποβάλλει ο πρόξενος της Γαλλίας. Στο ερώτημα εάν ‘’Υπάρχουν ξένοι εμπορευόμενοι εγκατεστημένοι στη Μάνη; Πόσοι είναι αυτοί; Από ποιά χώρα;’’, ο Μανιάτης καπετάνιος Μανωλάκης απάντησε: ‘’Τυχαίνει και έρχονται ορισμένοι εμπορευόμενοι στη Μάνη, αλλά μόνο περαστικοί, κι ανάλογα με τις εποχές. Δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένοι εδώ. Στις μέρες μας μετά τον πόλεμο των μεγάλων βασιλέων (πόλεμος Ρωσίας, Αυστρίας εναντίον της Τουρκίας) έρχονται στη Μάνη μερικοί Έλληνες από τις γειτονικές επαρχίες της Πελοποννήσου, λιγοστοί όμως. Οι εμπορικές συναλλαγές τους είναι μάλλον περιορισμένες, γιατί τα μέσα είναι πενιχρά. Οι ντόπιοι κάνουν και αυτοί τα αλισβερίσια τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητες που διαθέτει’’.
Η απάντηση του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη στο προηγούμενο ερώτημα ήταν: ‘’Δεν υπάρχουν ξένοι εμπορευόμενοι στη Μάνη. Έρχονται μόνο τον καιρό της συγκομιδής και ξαναφεύγουν μόλις τελειώσουν τις δουλειές τους. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λαδιού αγοράζεται από τους Σλαβόνους και προορίζεται για την Τεργέστη. Είναι ακριβότερο από το λάδι του Μοριά, χάρη στην ανώτερη ποιότητά του. Όλη η συγκομιδή βελανιδιών καθώς και τα κικκίδια αγοράζονται από όσους παρουσιαστούν εδώ, και φορτώνονται σε βενετσάνικα καράβια. Οι Μοραΐτες έχουν το μονοπώλειο του μεταξιού που το εξάγουν στην Τύνιδα. Τα υπόλοιπα προϊόντα πωλούνται και αγοράζονται ανάλογα με την περίσταση’’.
Σε μια επόμενη ερώτηση του Γάλλου προξένου στη Ζάκυνθο: ‘’ποίοι από τους κατοίκους της Μάνης ασχολούνται με το εμπόριο αγοράζοντας τα κατάλληλα για το εξωτερικό εμπόριο τοπικά προϊόντα;’’. Ο Τζανέτμπεης Κουτούφαρης απάντησε: ‘’Οι Μανιάτες δεν ασχολούνται με το εμπόριο, κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτα από όλα επειδή δεν διαθέτουν κεφάλαια, και δεύτερον επειδή δεν έχουν ιδέα από τέτοιες δουλειές. Ο μπέης της Μάνης είναι ο μοναδικός αρμόδιος να πωλεί τα τοπικά προϊόντα. Χωρίς την άδειά του, κανένας ντόπιος δεν έχει το δικαίωμα να διαπραγματεύται, και συγκεκριμένα κανένας ξένος δεν μπορεί να αγοράζει λάδι, μετάξι και βελανίδια. Τα υπόλοιπα προϊόντα είναι ελεύθερα να αγοράζονται και να πωλούνται κατά την κρίση του καθενός’’.
Είναι γνωστό ότι πριν από τα Ορλωφικά, το 1765, ο Παναγιώτης Μπενάκης αγόρασε βελανίδια από την οικογένεια της καπετάνισσας Γρηγοράκη και του γιού της Τζανή (μετέπειτα Τζανήμπεη Γρηγοράκη) από το Σκουτάρι. Αργότερα στην επαρχία Σταυροπηγίου ασκούσε εμπόριο ο Πούλος Μαυρίκος , ενώ στο Λιβόρνο της Ιταλίας άσκησε με επιτυχία το εμπόριο ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος από τον Καρβελά του Μαλεβρίου, ο οποίος αργότερα έγινε γαμπρός του Αντώνμπεη Γρηγοράκη και το 1810 πήρε το μπεηλίκι της Μάνης. Εμπόριο επίσης ασκούσε η οικογένεια Μαυρομιχάλη και μπορούμε να υποθέσουμε ότι όσοι είχαν πλοία, όπως ο Μπουζουναράς στο Γύθειο, ο Κουτσουλιέρης στην Τσίμοβα (Αρεόπολη) κ.ά. ασκούσαν και αυτοί εμπόριο.
Σε ένα υπόμνημα που βρέθηκε στα Ολλανδικά αρχεία, γραμμένο γύρω στα 1815, αναφέρονται για τη φορολογία των προϊόντων των Μανιατών τα ακόλουθα : ‘’…Οι Μανιάτες δεν πληρώνουν δεκάτη σε οτιδήποτε παράγει ο τόπος τους. Δεν υπάγονται σε κανένα τοπικό δίκαιο, είναι ελεύθεροι όταν κάνουν τη συγκομιδή, κανένας φοροεισπράκτορας δεν έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί στο αλώνι ή στο πατητήρι και δεν έχουν άλλους φόρους να πληρώσουν από τον κεφαλικό φόρο που επιβάλεται σε λίγα πράγματα, αλλά μια συνήθεια που επέβαλαν οι Μπέηδες να ιδιοποιούνται όλα τα λάδια σε μια ορισμένη τιμή έγινε ένα μονοπώλιο. Αυτός ο μπέης τους πληρώνει συνήθως το λάδι στα 25 μέχρι 30 πιάστρα το βαρέλι , που τα μεταπουλάει στα 40 μέχρι 50 πιάστρα. Αυτή η αποκλειστικότητα που κάνει το Μπέη κύριο όλων των λαδιών της Μάνης και οι ιδιοκτήτες χάνουν συνήθως 20% και συχνά 40% από τη διαφορά των τιμών, Το ίδιο γίνεται με τα βελανίδια. Ο Μπέης που ορίζει επίσης τις τιμές και με την πώληση φέρνουν ένα ικανοποιητικό ποσό. Υπάρχει παντού κατάχρηση, παντού ο λαός είναι το αντικείμενο της εξαπάτησης (της κοροϊδίας) των μεγάλων…’’

2) Ο Πληθυσμός της Μάνης

Ο αριθμός των κατοίκων της Μάνης δεν ήταν σταθερός, αλλά θα πρέπει να παρουσίαζε μια βαθμιαία αύξηση, ακολουθώντας τη γενικότερη αυξητική τάση, που παρατηρήθηκε στο Μοριά κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία. Βέβαια ο πληθυσμός της Μάνης δεν μπορεί να μειώθηκε την εποχή των Ορλωφικών και στην ακόλουθη αλβανοκρατία του Μοριά του οποίου ο πληθυσμός παρουσίασε σημαντική ελλάττωση, αφού πολλοί από τους Πελοποννήσιους βρήκαν άσυλο στη Μάνη, στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου πελάγους και στη Μικρά Ασία..
Στα χρόνια της Βενετοκρατίας αναφέρεται ότι οι Μανιάτες από πρόληψη δεν δέχονταν να μετρηθούν, γι’ αυτό το 1691 στην έκθεση του Ιάκ. Κορνέρ και του Μικιέλ οι Έλληνες της Πελοποννήσου υπολογίστηκαν σε 97.118, χωρίς όμως να περιλαμβάνονται οι κάτοικοι της Μάνης. Από την έκθεση του Γκριμάνι φαίνεται ότι ήταν περίπου 15.000.
Γενικότερα ο αριθμός των κατοίκων της Μάνης δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί, διότι από τα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν είχαμε απογραφές. Όταν μετά την απελευθέρωση, στα χρόνια 1848-1855, υπήρξαν συγκεντρωμένα στατιστικά στοιχεία ο πληθυσμός κυμαινόταν περίπου μεταξύ 36.000 και 38.000 κατοίκων. Θα πρέπει βέβαια να λάβουμε υπ’ όψη ότι μετά την επανάσταση του 1821, ένας αριθμός κατοίκων της Μάνης εγκαταστάθηκε σε άλλα μέρη, λόγω του υπερπληθυσμού που υπήρχε στον τόπο του.
Από τις εκτιμήσεις που είχαν γίνει κατά καιρούς δεν έλλειψαν οι υπερβολές. Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, γνωστοί ως Δημητριείς στο βιβλίο τους ‘’Γεωγραφία Νεωτερική’’ υπολόγισαν τα χωριά της Μάνης στον υπερβολικό αριθμό των 365 και τον πληθυσμό της σε 120.000. Πιο κοντά στην πραγματικότητα ήταν η εκτίμηση του πρώην Τζανέτμπεη Κουτούφαρη , ο οποίος το 1785 υπολόγισε τους κατοίκους της Μάνης σε 40.000, που κατοικούσαν σε 100 οικισμούς. Μαζί του ένας άλλος Μανιάτης καπετάνιος, ο Μανωλάκης, πιθανώς ο Φωκάς-Καβαλιεράκης από την Καρυούπολη, έδωσε τα επόμενα στοιχεία: χωριά 70, σπίτια 7.000, ενήλικες άνδρες 10.000 και ο συνολικός πληθυσμός 32.000 ψυχές.
Σε γαλλικό υπόμνημα ανώνυμου συγγραφέα από το 1786 ο πληθυσμός της Μάνης υπολογίστηκε σε 22.500 ψυχές.
Ο Δήμος και ο Νικολός Στεφανόπολι , που ήταν από τους Μανιάτες της Κορσικής, και ήρθαν σταλμένοι από το Βοναπάρτη, για να εξετάσουν την κατάσταση που επικρατούσε και τη δυνατότητα αποικιοποίησης της Πελοποννήσου ανέφεραν ότι σε 360 χωριά κατοικούσαν 45.000. Στον αριθμό των χωριών πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οι μικροί οικισμοί και τα ξεμόνια.
Το 1803 ο Πρώσος Bartholdy υπολόγισε τους Μανιάτες σε 20.000, ενώ κατά την εκτίμηση του Γάλλου προξένου στην Πάτρα Roussel ο πληθυσμός της Μάνης, που κατοικούσε σε 111 χωριά, ανερχόταν σε 50.000. Από αυτούς θεωρούσε ως στρατεύσιμους, δηλαδή αυτούς που μπορούσαν να πολεμήσουν και εκτός των ορίων της Μάνης σε 8.770 άνδρες, ενώ γενικά οι οπλοφόροι, συμπεριλαμβανομένων των εφήβων και υπερηλίκων ήταν 16.392.
Το 1805 ο Άγγλος κατάσκοπος-περιηγητής W. M. Leake , που ήταν πολύ προσεκτικός στις εκτιμήσεις του, υπολόγισε τους κατοίκους της Μάνης σε 30.000 και από αυτούς θεώρησε ότι οι 10.000 ήταν μάχιμοι.
Ο ιστορικός Μιχαήλ Σακελλαρίου , λαμβάνοντας υπ’ όψη τις διάφορες δημοσιεύσεις, υπολόγισε ότι οι Μανιάτες το 1780 ήταν 30.000 και βαθμιαία αυξάνονταν, ώστε το 1821 να ανέρχονταν σε 40.000.
Για τον αριθμό των χωριών, στα οποία κατοικούσαν οι Μανιάτες, πρέπει να τονίσουμε ότι υπήρχαν πολλά ξεμόνια, δηλαδή ένας πύργος με μερικές προσκολλημένες κατοικίες, όπου διέμεναν τα μέλη μιας οικογένειας. Ακόμη σε μερικά χωριά οι οικισμοί χωρίζονταν με μικρή απόσταση και είναι συζητήσιμο αν θα πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα ενιαίο χωριό ή θα πρέπει να αναφερθεί κάθε οικισμός σαν ιδιαίτερο χωριό. Η καταγραφή των ονομάτων των χωριών από το Νικήτα Νηφάκη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πλέον ενδεικτική του αριθμού των χωριών, δηλαδή 117 για τη δεύτερη τουρκοκρατία. Παρ’ όλα αυτά από τις Γαϊτσές αναφέρονται η Χώρα και η Πρίντα, ενώ δεν μνημονεύονται η Μπίλιοβα και η Νερίντα. Από τους μικροοικισμούς που βρίσκονται κοντά στα Πηγάδια δεν αναφέρεται κανείς. Αντίθετα από τα αναφερόμενα χωριά δεν έχει κατοίκους η Κόκα της Μεγάλης Μαντίνειας, η Βοϊδονίτσα της Ανδρούβιστας, που είναι σήμερα μόνο μοναστήρι κλπ.
Ο Άγγλος περιηγητής Morritt σχετικά με την πυκνότητα του πληθυσμού έγραψε: ‘’…Ο πληθυσμός της Μάνης είναι τόσος πολύς σε σχέση με την γονιμότητα της γης, που αναγκάζονται να εισάγουν πολλά από τα είδη πρώτης ανάγκης. Για αυτό πρέπει τακτικά να κάνουν εμπόριο με τις τουρκικές επαρχίες, και να ανταλλάσσουν το λάδι, το μετάξι και είδη της οικοτεχνίας τους για πιο απαραίτητα είδη όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι και άλλες προμήθειες. Για να αποκτήσουν αυτά, μερικές φορές καταφεύγουν στο λαθρεμπόριο και κάποιες άλλες στη συστηματική καταβολή του χαρατσίου και την αναγνώριση της Πύλης. Αυτό πάλι το απέφευγαν όταν, μια καλή χρονιά ή μια εξαιρετική πηγή προμήθειας καθιστούσε την υποταγή τους περιττή· με αυτή τους όμως την απείθεια είχαν πολλές φορές προκαλέσει την εκδίκηση των ισχυρών γειτόνων τους…’’.

3) Η μανιάτικη φορεσιά

Μεταξύ των Πελοποννησίων και των Μανιατών υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην αμφίεση. Οι άνδρες στο Μοριά φορούσαν φουστανέλλα, για την οποία υποστηρίζεται ότι διαδόθηκε από τους Αλβανούς μετοίκους του 14ου αιώνα. Αντίθετα οι Μανιάτες φορούσαν σαλβάρια (βράκες) τα οποία έφθαναν μέχρι τα γόνατο. Η αμφίεσή τους έμοιαζε με τους νησιώτες του Αρχιπελάγους. Οι γυναίκες σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία φορούσαν σαλβάρια που έφθαναν χαμηλά μέχρι τους αστραγάλους, ενώ οι Μανιάτισσες αποτελούσαν μοναδική εξαίρεση σε όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, διότι φορούσαν φορέματα όπως στην Ευρώπη.
Ελλιπείς πληροφορίες προερχόμενες από το Niculai Jorga, ο οποίος το 1715 έλαβε μέρος στην τουρκική εκστρατεία στο Μοριά, αναφέρουν ότι οι Μανιάτες και οι Τσάκωνες φορούσαν κοντό λευκό μανδύα και κάλυπταν το κεφάλι με σιδερένιο κράνος .
Το 1795 ο Άγγλος περιηγητής J. Morritt περιέγραψε τη φορεσιά τής καπετάνισσας ανιψιάς τού Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, και του ιδίου ως εξής : ‘’…Η καπετάνισσα φορούσε ελαφρό γαλάζιο φόρεμα χρυσοκεντημένο, με ζώνη γύρω στη μέση, κι ένα κοντογούνι χωρίς μανίκια από ολοκέντητο κρεμεζί βελούδο. Πάνω από αυτά φορούσε σκουροπράσινο βελουδένιο πολωνέζικο μαντώ με πλατειά ανοιχτά μανίκια, επίσης πλουσιοκεντημένα. Στο κεφάλι μια κίτρινη χρυσοκεντημένη σκούφια που έμοιαζε με στέμμα. Ένα μαντήλι από άσπρη χρυσοΰφαντη μουσελίνα, στερεωμένο στο δεξιό ώμο, περνούσε πάνω από το στήθος και κάτω από τον αριστερό ώμο, ανέβαινε στο κάλυμμα της κεφαλής, έπεφτε πίσω της και κρεμόταν ως το πάτωμα…’’
Για τον Τζανέτμπεη έγραψε: ‘’…Φορούσε σφιχτό γελέκι με ανοιχτά μανίκια όλο κεντήματα από ασήμι και μάλαμα, κι ένα βελουδένιο ρούχο με μαύρες ούγιες στα μανίκια. Το ζουνάρι του, που συγκρατούσε την πιστόλα και το στιλέτο, ήταν χρυσοϋφαντο κόκκινο μαντήλι. Η βράκα του έφθανε ως τα γόνατα κι από κει και κάτω φορούσε σφιχτές γκέτες από γαλάζια τσόχα και μαλαμοκαπνισμένες και ασημένιες θήκες για να προστατεύονται οι αστράγαλοι. Όταν βγήκε από τον πύργο έρριξε στους ώμους του ένα πλούσιο φαρδομάνικο μανδύα, γαλάζιο απ’ έξω και κόκκινο από μέσα. Το σαρίκι του ήταν πράσινο και χρυσό. Κι αντίθετα με τις τούρκικες συνήθειες τα γκρίζα μαλλιά του κρέμονταν κάτω από το σαρίκι.
Ίδια ήταν και η φορεσιά των παρακατιανών, αλλά χωρίς τα πλούσια κεντήματα και στολίδια. Τα παπούτσια τους από κίτρινο δέρμα, δένονταν σφιχτά στο πόδι. Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια απαράλλαχτα με τα ευρωπαϊκά κι όχι σαλβάρια (βράκες) όπως όλος ο θηλυκόκοσμος της Οθωμανικής ανατολής…’’.
Το 1805 πέρασε από τις Κιτριές ένας άλλος Άγγλος περιηγητής, ο W. Gell , ο οποίος μας έδωσε πληροφορίες για την αμφίεση του Αντώνμπεη Γρηγοράκη: ‘’…Βρήκαμε ότι ο μπέης ήταν ένας καλός ηλικιωμένος άνθρωπος, ντυμένος με ένα μακρύ γαλάζιο μπενίσσι (επανωφόρι) και με μια εσωτερική φανέλα ριγωτή μπαμπακομέταξη, που τα ένωνε ένα πλατύ κόκκινο ζωνάρι. Δεν φορούσε ούτε καλπάκι (καπέλο), όπως οι επιφανείς Έλληνες, ούτε το είδος του σαρικιού που φορούσαν οι Τούρκοι, αλλά σαν κι αυτό που φορεί στο κεφάλι του ο υπηρέτης μου ο Δημήτρης στην εικόνα (στο βιβλίο του υπάρχει η σχετική εικόνα-βλέπε εικόνα Μανιατών στο εξώφυλλο των αγωνιστών) και τα μαλλιά του που ήταν κατάξανθα και φουντωτά προεξείχαν μέσα από τις πτυχές….’’.
Ο W. Gell μας έδωσε ακόμη πληροφορίες για την αμφίεση του Γεωργίου Καβαλιεράκη-Γρηγοράκη, τον οποίο θεώρησε σαν τον πατέρα του Δημήτριο-Καβαλιέρη Γρηγοράκη και έγραψε: ‘’…Φορούσε άσπρη ζακέττα και ανατολίτικα σαλβάρια που έφταναν ως τα γόνατα…’’.
Ο Φ. Πουλεβίλ το 1815 επισκέφθηκε το Μυστρά και περιέγραψε τη φορεσιά δύο μουσουλμάνων, πιθανώς Τουρκοβαρδουνιωτών, ως Μανιατών: ‘’Στο Μυστρά είδε τους πρώτους Μανιάτες. Ήταν ψηλοί, με ξυρισμένα κεφάλια, εκτός από το κορφοκέφαλο που σκεπαζόταν από ένα φεσάκι. Φορούσαν μια κόκκινη μεταξωτή τζάκα χρυσοκέντητη, ζουνάρι με δύο πιστόλες κι ένα χατζάρι, χοντρές άσπρες ευρωπαϊκές κάλτσες και παπούτσια και κουβαλούσαν ένα μακρύκανο βενέτικο τουφέκι. ‘’Ήταν η πιο γραφική φορεσιά που είδα στην Ελλάδα’’. Κεφάλι ξυρισμένο δεν είχαν οι Μανιάτες αλλά οι Μουσουλμάνοι.

4) Η κοινωνική διαστρωμάτωση

Η κοινωνική διαστρωμάτωση των οικογενειών της Μάνης, που ήταν συνάρτηση της πολεμικής ισχύος τής κάθε μιας, έγινε αντικείμενο παρεξήγησης. Εσφαλμένα έχει περάσει στην αντίληψη του κοινού η πλάνη, ότι στη Μάνη υπήρχαν οι Νικλιάνοι , που εθεωρούντο ως «ευγενείς», και οι φαμέγιοι ή αχαμνόμεροι, που τους αποτελούσαν οι λοιπές «ταπεινές» οικογένειες.
Στην Έξω Μάνη υπήρχε διάκριση σε «σπίτια» πρώτης, δευτέρας και τρίτης τάξης. Ο Διονύσιος Μούρτζινος μας περιγράφει αυτή τη διαστρωμάτωση σε μια αναφορά του της 4ης Ιανουαρίου 1830, στην οποία έγραψε: «…Κύριοι τα σημερινά σπίτια της Δυτικής Σπάρτης (Μάνης) είναι εκείνα που εφάνησαν και φαίνονται απ’ αιώνες. Εις το Σταυροπήγι είναι ο Κουμουνδουράκης και ο Καπετανάκης, είναι και τρίτα άλλα σπίτια πολλά. Εις την Ανδρούβιστα είναι ο Τρουπάκης είναι και άλλα δεύτερα και τρίτα. Εις την Καστάνια είναι ο Ντουράκης και άλλα μικρότερά του, εις τον Ζυγόν είναι ο Χρηστέας και ο Αλεξάκης και άλλα τρίτα πολλά, εις την Μηλιά είναι ο Κυβέλος είναι και άλλα δεύτερα, εις την Καστάνιτζαν είναι οι Βενετζανιάνοι. Δια τους Μαυρομιχάληδες τους οποίους σεις υμνείτε είναι ισότιμοί τους οι Κυριακουλιάνοι , είναι και η οικογένεια των Νικολιάνων οπού είναι ο Βοϊδής, είναι και μέρος Γιαννιάνων και Αβραμιάνων…».
Ο χαρακτηρισμός σε πρώτα, δεύτερα και τρίτα σπίτια γινόταν ανάλογα με την πολεμική δύναμη της οικογένειας ή τον αριθμό των όπλων που διέθετε η κάθε μια. Πρώτα ήταν τα σπίτια που είχαν αναδείξει καπετάνιο και ακολουθούσαν τα δεύτερα και τρίτα. Πέρα από αυτούς υπήρχε και το κατώτερο κοινωνικό στρώμα που το αποτελούσαν μεμονωμένα άτομα, προερχόμενα κυρίως από ορεινά χωριά, ή μικρές οικογένειες, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούσαν για τη διατροφή τους. Τα άτομα αυτά ήταν υποχρεωμένα να αναλαμβάνουν γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες των ευπορότερων οικογενειών. Άλλοτε εχρησιμοποιούντο ως σωματοφύλακες ή ακόλουθοι από ευπόρους ή καπετάνιους και συνήθως είχαν την αντιμετώπιση του παρακατιανού ή του υπηρέτη. Μεταξύ όμως αυτών και των πρώτων σπιτιών μεσολαβούσαν δύο άλλα στρώματα, βαθμολογημένα, όπως τονίστηκε, από τον αριθμό των όπλων τα οποία μπορούσαν να κινητοποιήσουν.
Εκτός από τους εργαζόμενους σε ξένες γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες υπήρχαν πολλές οικογένειες, οι οποίες δεν διέθεταν μεγάλο αριθμό όπλων, ώστε να ανήκουν στα ισχυρά σπίτια. Δεν μπορούμε όμως και να τις κατατάξουμε σε μια τελευταία κοινωνική τάξη, διότι μερικές από αυτές, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχαν ιστορία και πιθανώς στο παρελθόν να κατείχαν την πρώτη θέση στην περιοχή τους.
Ο Α. Πετρίδης , που έζησε στη Μάνη, δεν έκανε το σφάλμα να διαιρέσει τους Μανιάτες σε Νικλιάνους και φαμέγιους, αλλά αναφέρεται στους «από γενεάς» και στους «φαμέγιους». Προφανώς θέλησε να αντικαταστήσει ή να διευρύνει τον όρο Νικλιάνοι, με το όρο «από γενεάς», ώστε να μην περιορίζεται σε μια μόνο τοπική οικογένεια. Πιθανώς με τον όρο που εισήγαγε ήθελε να περιλάβει εκτός από τις λίγες πολύ ισχυρές οικογένειες, τα πρώτα και δεύτερα σπίτια ή ακόμη και τρίτα με κάποια ιστορία. Π.χ. ο γιός του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη, ονομαζόμενος Κωνσταντίνος Τζανετάκης, που ζούσε στα Βαρούσια του Σταυροπηγίου, παρότι δεν είχε υπολογίσιμο αριθμό όπλων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τους φαμέγιους. Ήταν χωρίς αμφιβολία από γενεάς. Επίσης ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος χωρίς προηγουμένως να ανήκει στα πρώτα σπίτια, αφού πλούτισε από το εμπόριο στο Λιβόρνο της Ιταλίας και παντρεύτηκε μια από τις κόρες του Αντώνμπεη Γρηγοράκη, αναδείχθηκε τελικά σε μπέη της Μάνης.
Μια μεγάλη γενιά της Κοίτας και των γύρω χωριών, οι Νίκλοι ή Νικλιάνοι, ήταν γνωστή από το 16ο αιώνα και τότε μοιραζόταν στο μετέπειτα δήμο Μέσσης την πρωτοκαθεδρία με τους Κοσμάδες της Βάθειας και τους Κοντόσταβλους του Κούνου. Οι άλλες γενιές διαιρέθηκαν και χάθηκαν, ενώ οι Νικλιάνοι αύξησαν την ισχύ τους, ιδιαίτερα μετά την επανάσταση του 1821 και κυριάρχησαν στο δήμο Μέσσης. Εκτός από τα χωριά τους, το Νικλιάνικο, είχαν εγκατασταθεί συνήθως ως γαμπροί ή φιλοξενούμενοι και σε άλλα γειτονικά χωριά, π.χ. στη Λάγια, για να ενισχύσουν την τοπική δύναμη των νέων συγγενών τους ή συμμάχων τους . Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί λαθεμένα ο θρύλος ότι οι Μανιάτες διακρίνονται στους «ευγενείς» ή Νικλιάνους και στο «λαό» ή αχαμνόμερους. Η εντύπωση αυτή, παρά τη μεγάλη διάδοση που έχει, είναι τελείως εσφαλμένη. Κανένας από τους Νικλιάνους δεν διεκδίκησε ποτέ το μπεηλίκι της Μάνης, που εδίδετο στους ισχυρότερους ή ικανότερους των Μανιατών, ούτε αναγνωρίστηκε ως καπετάνιος. Ακόμη η Φιλική Εταιρεία γνωρίζοντας τις τρεις ισχυρότερες γενιές της Μάνης, που ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Τρουπάκηδες και οι Γρηγοράκηδες, ενδιαφέρθηκε για την ένωσή τους. Δεν έδειξε ειδική φροντίδα να μυήσει κάποιον από τους Νικλιάνους για να στηριχθεί σ’ αυτόν. Τελικά, ήταν ένας θρύλος που πήγασε από την οικογενειακή περηφάνεια μιας γενιάς του δήμου Μέσσης, που είχε πολλά να ζηλέψει από άλλες γενιές της Μάνης.

Από το βιβλίο του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη: Μανιάτικα Μελετήματα, Αθήνα 1978
Μοιρολόγια…………..σσ. 79-101
Η αδελφική αγάπη…….. 103-108
Η πατριά……………….. 129-182
Ο νόμος του δικωμού.. 183-225

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Αναφέρεται ότι οι Μανιάτες έμειναν ειδωλολάτρες μέχρι τα χρόνια του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνος ή μέχρι τα χρόνια του Νίκωνος του Μετανοείτε, γύρω στα χίλια. Αυτό δεν εόναι απόλυτα σωστό γιατί δτη Μάνη υπάρχουν απομεινάρια από παλαιοχριστιανικές εκκλησίες.
Εκκλησίες παρελθόντων αιώνων στην Κυπάρισσο και στο Τηγάνι. Ν. Δρανδάκη, Μάνη – Λακωνία. Παράρτημα Λακωνικών Σπουδών αριθ. 17.
Νίκων ο Μετανοείτε. Λακ.Σπουδαί 14/89 Σπ. Λάμπρου, Ν. Ελληνομν. Γ’, σσ. 129-228
Κονιδάρη Γερασίμου, Η παλαιοτέρα μνεία της Μαΐνης και της επισκοπής αυτής, Θεολογία 22(1951)652.

Η πρώτη μνεία της Μάνης είναι παλάιοτέρα και ανάγεται εις τους χρόνους του Λέοντος του ΣΤ’, του Σοφού (886-912) και της πρώτης πατριαρχίας του Νικολάου του Μυστικού (901-7). Τότε ακριβώς οι δύο ηγέται έθεσαν τέρμα εις την ανωμαλίαν εν τη πρωτοκαθεδρία των θρόνων, την τάξιν των υποκειμένων μητροπόλεων… (Επομένως είχε καταγραφεί η επισκοπή Μαΐνης τον προηγούμενο αιώνα σε σύνοδο που έγινε)
(σ. 666) …»εν τω τακτικώ» του Λέοντος του ΣΤ’, όπερ κατετέθη (907) εις το Πατριαρχικόν Αρχείον. Είναι λοιπόν παλαιοτέρα (της αναφοράς) του Κωνσταντίνου του Πορφυρο-γεννήτου. Εν τη οριστική συνθέσει της επαρχίας του ΚΖ. Μητροπολίτου Κορινθίας της Πελοποννήσου περιλαμβάνονται οι επίσκοποι κατά την ακόλουθον τάξιν. α) ο του Δαμαλά, β) ο Άργους, γ) ο Μονεμβασίας, δ) ο Κεφαλληνίας, ε) ο Ζακύνθου, στ) ο Ζημαινάς, ζ) ο Μαΐνης
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η επισκοπή Μαΐνης ιδρύθηκε μετά τον εκχριστιανισμόν των Μανιατών (875). Πιθανώς όμως να υπήρχε και παλαιότερα λόγω της σπουδαιότητος του κάστρου της Μαΐνης.

Ζερλέντου Περικλέους, Τάξις ιεραρχική των εν Πελοποννήσω των Αγίων του θεού εκκλησιών – Η Μητρόπολις Ζαρνάτας και αι εν Μάνη επισκοπαί, Ερμούπολις 1922

(σ. 6) Από τις αρχές του 15ου αιώνος, αλλά και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται η επισκοπή Καρυουπόλεως
Το 1476-1486 υπήρχαν στη Μάνη τρεις Πατριαρχικαί εξαρχίαι, η της Μεγάλης Μαΐνης, η της Μικράς Μαΐνης και η του Μεγάλου Ζυγού
(Να σημειωθεί ότι Μεγάλη Μαΐνη είναι η Μέσα Μάνη, Μεγάλος Ζυγός η Έξω Μάνη, αλλά η Μικρά Μαΐνη δηλαδή η Μικρομάνη είναι στη Μεσσηνία)
(σ. 7) Κατά τους τελευταίους χρόνους συνεστάθησαν οκτώ επισκοπαί εν Μάνη, η της Ζαρνάτας, ης έδρα ήτο η Σταυροπηγή (Σταυροπήγιο εκαλείτο όλη η επαρχία η οποία μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε το δήμο Αβίας. Έδρα της επισκοπής Ζαρνάτας ήταν το μοναστήρι της Βελανιδιάς – δίκλητοε ναός του Αγίου Νι8κολάου – στον οικισμό Μαλεβριάνικα των Βαρουσίων).
Η επισκοπή Ζαρνάτας έγινε αρχιεπισκοπή και με τη μεσολάβηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη έγινε Μητρόπολη.
Άλλες επισκοπές ήταν της Ανδρούβιστας, της Μηλέας (ή Μηλέας και Καστάνιας), του Ζυγού με έδρα την Πλάτσα, της Μαλτίτζας που βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, της Λαγίας, που αναφέρεται και ως Κολοκυνθίου ή Λαγίας και Κατωπαγγίου και ακόμη η επισκοπή Μαΐνης. Εκτός από αυτές που υπάγονταν στη Μητρόπολη Ζαρνάτας στη Μάνη υπήρχε και η επισκοπή Καρυουπόλεως που ανήκε στη Μητρόπολη Μονεμβασίας και Καλαμάτας.
(σ. 43) Εν έτι 1621 τη αιτήσει των κατοίκων των χωρών Ζυγού, Μηλέας Ανδρούβιτζας και άλλων κωμών εν τη Έξω Μάνη προς τον Πατριάρχην Κύριλλον τον από Αλεξανδρείας τον Λούκαριν, προήχθησαν εις αρχιεπισκοπήν αι ειρημέναι χώραι υπό την επωνυμίαν αρχιεπισκοπή Πλάτζας, εξελέγη δε μηνί Απριλίω του αυτού έτους,αρχιεπίσκοπος ο εκ Πλάτζας ιερομόναχος Παρθένιος, όριο δε της ειρημένης αρχιεπισκοπής εγένοντο τα πατριαρχικά σταυροπήγια Ζαρνάτας και Γιαννίτζας και η επισκοπή Μαΐνης.
Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάθε μία από τις επισκοπές της Μάνης.

Αβραμέα Άννα, Ιστορικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά τεκμήρια από το Οίτυλο της Μάνης. Από την αρχαιότητα μέχρι το ΙΕ’ αι. Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)3-22.

Αλμπάνη Βιργινίας, Ιερός ναός Άϊ-Στράτη Τσερίων (Δήμου Δυτικής Μάνης), Λακωνικαί Σπουδαί 18(2006)169-182.

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Γαρδενίτσας Μέσα Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 3(1977)36-83

Γκιολέ Νικολάου, Οι τοιχογραφίες Αγίου Πέτρου Διρού στη Μάνη και η ιδιόμορφη εις άδου κάθοδος, Λακωνικαί Σπουδαί 6 (1982)134-161

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου Νικήτα στον Καραβά Μέσα Μάνης Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)154-202.

Γκιολέ Νικολάου, Το εικονογραφικό πρόγραμμα του τρούλλου του Άϊ-Στράτηγου στους Μπουλαριούς στη Μέσα Μάνη, Λακωνικαί Σπουδαί 10(1990)135-140.

Γκιολέ Νικολάου, Ο ναός του Αγίου θεοδώρου Άνω Πούλας στη Μέσα Μάνη, Λακωνικαί Σπουδαί 13 (1996)277-305.

Γριτσόπουλου Τάσου. Ολίγα περί Αγίου Γεωργίου Μαραθονησίου, Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)439-448.

Δημητροκάλλη Γεώργιου, Ο δίκογχος σταυρεπίστεγος ναός του Προδρόμου στη Βάθειας της Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983)139-153

Δρανδάκη Νικολάου, Μάνη και Λακωνία, Παράρτημα αριθ. 17 των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’, Αθήναι 1999. Τόμοι Α, Β, Γ. Δ με τις εκκλησίες της Μάνης και Ε ευρτήριο.

Δρανδάκη Νικολάου, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης. Έκδ. Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθήναι 2002

Δροσογιάννη Φανή, Σχόλια στις τοιχογραφίες της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στη Μεγάλη Καστάνια της Μάνης, Αθήναι 1982.

Ετζέογλου Ροδονίκη, Καρυούπολις, μία ερειπωμέν βυζαντινή πόλη. Σχεδίασμα ιστορικήε ζγεωηραφίας της βορειονατολικής Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 9(1988)3-60

Καπετανάκη Σταυρου, Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996.
Οι Μαντιναίοι κληρικοί στη σελίδα 153
Ο Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρύσανθος Παγώνης σ. 155
Ο Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης σ. 162
Ο Μητροπολίτης Ζαρνάτας Γαβριήλ Φραγκούλης σ. 164
Ο Μονεμβασίας και Σπάρτης Διονύσιος Σασανάς σ. 167
Οι Μαντιναίοι ιερείς και μοναχοί σ. 168
Οι Εκκλησίες σ. 171

Καπετανάκη Σταυρου, Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη, 2011, σσ. 149-156.

Κίτσος Σωτήριος, Ανέκδοτος κτιτορική επιγραφή της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Αντρουμπεβίτσης Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 5(1980)391-394.

Κουγέα Σωκράτη Β., Συμβολαί εις την Ιστορίαν και την τοπογραφίαν της Βορειοδυτικής Μάνης, Ελληνικά 6(1933)261-324.
Στη σελίδα 270 το κάστρο της Ζαρνάτας με τους ναούς του.
Στη σελίδα 288 η επισκοπή Ζαρνάτας

Κωνσταντινίδη Χαράς, Ο ναός της Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα της Μέσα Μάνης, Παράρτημα των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’ αριθ. 2, Αθήνα 1998

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Συμβολή στη μελέτη των βυζαντινών «τοξωτών κωδωνοστασίων», Λακωνικαί Σπουδαί 6(1982)67-89.

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Ο ναός της Αγίας Σοφίας στη Λαγκάδα της Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 6 *1982)80-124/

Κωνσταντινίδη Χαρίκλειας, Ο Άγιος Μάμας στον Καραβά Κούνου Μέσα Μάνης (1232), 10(1992)140-165.

Μενενάκου Σοφίας, Η εικονιστική απόδοση των λόγων του Ιησού (Ματθ. 25, 35-36) σε μεταβυζαντινούς ναούς, Λακωνικαί Σπουδαί 11(1992)230-239.

Μενενάκου Σοφίας, Άγιος Σπυρίδων στους Μπουλαριούς (1792). Παρατηρήσεις στις επιγραφές, την αρχιτεκτονική και το εικονογραφικό πρόγραμμα, Λακωνικαί Σπουδαί 17(2004)163-178

Μπελιά Ελένη, Μοναστηριακά λακωνίας, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)328-368

Ταβουλαρέα Γιάννη, Σαμοΐλι-Βαϊδενίτσα Δύο Μοναστήρια στη Σαϊδόνα της Δυτικής Μάνης, Καλαμάτα 1970

Χώρα Γεωργίου Α.. Ιστορία της Ιεράς Μονής Παναγίας Ανδρουμπεβίτσης Κάμπου-Αβίας Μεσσηνίας, Αθήναι 2002

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Η Μάνη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν γνωστή για τους πύργους της, που συντελούσαν να αποτελεί απόρθητο φρούριο των Μανιατών, αλλά και καταφύγιο των καταδιωκόμενων Ελλήνων.
Στη Μάνη υπήρχαν και μικρά κάστρα, εκτός από τους μανιάτικους πύργους που ήταν πολλοί στη Μέσα Μάνη, όπως στη Βάθεια ή στην Κοίτα την ‘’πολύπυργο’’ και τη Νόμια παρομοία, που αναφέρει ο Νικήτας Νηφάκης . Κάστρα οικοδομήθηκαν τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας από τον Τζανέτμπεη Κουτουφαρη στις Κιτριές (1772), τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη στο Μαυροβούνι (1795) με το όνομα Μελίσσι, το οποίο κατέστρεψε με τα κανόνια του ο τουρκικός στόλος το 1803, τον Γεωργάκη Καπετανάκη στην Τρικότσοβα της Αβίας γνωστό ως Πετροβούνι (1795), τους Κουμουνδουράκηδες μέσα στο κάστρο της Ζαρνάτας, του Αντώνμπεη Γρηγοράκη στον Αγερανό (1805), τον Κωνσταντήμπεη Ζερβάκου ονομαζόμενο και αυτό Πετροβούνι. Ιδιόμορφη καστροπολιτεία αποτελούσαν οι πύργοι των Τρουπάκηδων στην Άνω Καρδαμύλη, που ήταν μια συμπαγής μάζα πύργων για να προστατεύει ο ένας τον άλλο. Διάσπαρτοι πύργοι ήταν στα χωριά της Μάνης που ανήκαν στις ισχυρές γενιές του τόπου ή στην ύπαιθρο, όταν μια οικογένεια για να προστατεύει την περιουσία της, έχτιζε έναν πύργο στα κτήματά της και γύρω του οικοδομούνταν κατοικίες και αποτελούσαν τα ξεμόνια .
Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σε κάστρα της Μάνης αε επίσκεψη του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου στην Πελοπόννησο το 1415 με την ευκαιρία της οικοδόμησης του κάστρου στο Εξαμίλι. Τη χρονι΄ά εκείνη πολιόρκησε και το κάστρο της μαντίνειας.
Αναφέρεται ότι η κατάσταση στη Μάνη ήταν τότε τραγική και τα φονικά αλλεπάλληλα και για να τους ηρεμήσει ο αυτοκράτορας γκρέμηισε τα κάστρα τους. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος αναφερόμενος στα δεινά που μάστιζαν τον τόπο, γράφει και τον τρόπο με τον οποίο ο Μανουήλ βελτίωσε την κατάσταση: «…πάσι δε τα κάλλιστα πεποιημένος και δέοντα. Ποιεί δ’ ουν αυτά γνώσει και δυνάμει ξένη χρησάμενος, τη μεν αυτούς παραινέσας όσον εικός, τη δε τα φρούρια λύσας αυτών, οις θαρρούντες α μη θέμις δραν εβουλεύοντο. Τρόποις τοιουτοις το χρηστόν αυτοίς ήθος εχαρίσατο…».

Για τα κάστρα της Πελοποννήσου έχουν γράψει:

Ιωάννης Σφηκόπουλος, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά,
Στα κάστρα της Μάνης και της πλησίον Λακωνίας και Μεσσηνίας αναφέρει:
Λογκανίκου
Βορδώνιας
Καστρι
Μυστρά
Κομουστάς
Άρνας
Μπαρδούνιας
Πασσαβά
Καρυούπολης
Κελεφά
Τηγανιου
Ωρηάς (Άνω Πούλας)
Πόρτο Κάγιο
Κότρωνα Κολοκυθιάς-Λουκάδικα)
Γαρδικι
Πήδημα
Θουρία
Ανδρούσα
Καλαμάτας
Γιάννιτσα
Μαντίνειας
Μύλων (Μελίπυργος)
Γιάννιτσας
Ζαρνάτα
Γαρμπελιά
Π’υργος Κουμουντουράκη
Λεύκτρο
Σημείση: Στους Μύλους της Μαντίνειας ο πύργος που υπάρχει σήμερα είναι πολύ μεταγενέστερος, δηλαδή μετά το 1825. Προηγουμένως (1805) ήταν άλλος που βρισκόταν εκατό μέτρα νότια από την πηγή. Κάστρο στους Μύλους περιγράφει ο Τσελεμπί που πέρασε από εκεί το 1670, όσο αυτός μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος.
Ο πύργος του Κουμουνδουράκη χτίστκε μετά το 1812, προηγουμένως υπήρχε εκεί πυργόσπιτο που σώζονται τα ερείπιά του ακόμη. Όλο το συγκρότημα του Κουμουνδουράκη βρίσκεται στην κορυφή του κάστρου της Ζαρνάτας.
Για τον πύργο της Γαρμπελιάς αναφέρεται ότι ήταν μύλος κυλινρικού σχήματο; Και μετά προστέθηκε και ορθογώνιο κτίσμα. Ίσως δεν είναι τόσο παλαιός ο πύργος αυτός. Η βυζαντινή Ζαρνάτα θα ήταν στην κορυφή του λόφου, όπου κοντά υπάρχει και πηγή νερού.

Ε. Καρποδίνη-Δηνητριάδη (Κείμενα), Ν. Νιανός (σχέδια), Λίζα Έβερτ, Ντόρα Μηναΐδη και Μαρία Φακίδη (φωτογραφίες), Κ’αστρα της Πελοποννήσου.

Γιάννη Σαΐτα, Ελληνική παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Μάνη, έκδ. Μέλισσα

Παν. Σταμ. Κατσαφάδου, τα κάστρα της Μάνης, Αθήνα 1992.
Αναφέρεται στα δύο κάστρα της Μαΐνης, δηλαδή το βυζαντινό κάστρο που ήταν στο Τηγάνι ανάμεσα στο Μέζαπο και την Αγία Κυριακή και το φραγκικό κάστρο που είναι στην Άνω Πούλα, στα ερείπια της ακρόπολης της αρχαίας Ιππόλας, το οποίο χτίστηκε από τον Γουλιέλμο Βιλλαρδουΐνο.

Charles Hopf, Inedites ou peu connues Publiees Avec notes et tables genealogiques (Chroniques Greco-Romanes). Επανέκδοση Χ. Σπανού.
Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν πίνακες φρουρίων της Πελοποννήσου από την εποχή του Τουρκο-Βενετικού πολέμου 1462-1479.
Σελ. 202; Mayayiado nel Maconiso = Μαγκανιακό
Drusa = Ανδρούσα
Calamata= Καλαμάτα
Manteyna =Μαντίνεια
Lesfaro = Λεύκτρο
Maina Granda = Μεγάλη Μάνη
Stelli Levizza vel Seliviza = Σελίνιτσα
Ruolio vel Ruolo =
Castri vel Castriti = Καστρί
Jonava vel Janina= Γιάννιτσα
Lendari=Λεοντάρι
Longanico= Λογκανίκο
Verdonia =Βαρδούνια ή Βορδώνια
Lacovuno =Λυκοβουνό (Σελασία)
Irachi vel Zirachi = Γεράκι

Σελ. 203. 1463. Veneti obtinuerunt
Janizza= Γιάννιτσα
Dirautri over Drasi= Γεράκι
Longanico=Λογκανόκο
Pidimia = Πήδημα
Maina =Μικρομάνη
Calamata se perse ut supra = Κσλσμάτα
Castri = Καστρι
Verdonia = Βαρδούνια
Platanos vile= Πλάτανος ??
Cariposti sive Caropoli in brazzo de Maina = Καρυούπολι
Cocchochia sine Colochita ut supra =Καλοκυθιά
Comusta = Κουμουστά
Maina Grande in brazzo ut supra =Μεγάλη Μάνη
Lefro = Λεύκτρο
Mantegna in brazzo ut supra = Μαντίνεια

Σελ. 205-6: Όσα σημειώνονται με + ανήκουν στη Βενετία, όσα με το γράμμα R είναι ερειπωμένα και τα υπόλοιπα τα έχουν οι Τούρκοι.
Gardichi salo = Γαρδίκι
Apidimia +R = Πήδημα
Maina +R = Μικρομάνη
Longanico = Λογκανίμο
Calamita +R = Καλαμάτα
Selevizza =
S. Zoszi Scorta = Άγιος Γεώργιος Σκορτών
Loi = Λόι
Lendari = Λεοντάρι
Adruisa R = Ανδρούσα
Arzirocastro +
Diracchi + = Διρράχι
Belveder +
Gardizi = Γαρδικι
Sidro Castro = Σιδηρόκαστρ
Serenes + = Ζαρνάτα
Manconico R =Μαγκανιακό
Malvasia + =Μονεμβασία
Castri R = Καστρι
Licocastro R
Astro + = Άστρ
Vardonia + = Βαρδούνια
Teologo R
Astrizi + =Αστρίτσι
Misitra = Μιστρά
Platanos villa R= Πλάτανος
Asopes = Ασωπός
Zerachi =Γεράκι
Gariposti overo Garipoli +R – Καρυούπολη
Vatica + =Βάτικα
Ales Lenidi R =Λεωνίδιο
Cochichia over Colichitia + =Κολοκυθιά (Λουκάδικα)
Arna Villa + =Άρνα
Mantegnia + =Μαντίνεια
Maina Grande + = Μεγάλη Μάνη
Janizza +R =Γιάννιτσα
Comusta villa + = Κουμουστά
Lefco + =Λεύκτρο

Σελ. 206: Κάστρα που ανήκαν στη Βενετία
Napoli
Malvasia
Maina
Chelidoni
Coron
Modon
Androcastro
Bardunia
Longanico
Calamata
Vumero
Cholera
Castranizza et Piastro

Κevin Andrews, Castles of the Morea, Princrton, New Jersey 1953

Πετροβούνι, κάστρο της οικ. Καπετανάκη

Ν. Ο. Σηφουνάκη, Το “οχύρωμα” των Καπετανάκηδων στο Πετροβούνι, Θέματα χώρου-τεχνών design – art in greece 14 (1983)120.

Σταύρου Καπετανάκη, Ο γερο-Παναγιωτάκης Καπετανάκης, η ζωή του, ο τόπος του και η διαθήκη του, Λακωνικαί Σπουδαί 8(1996)410-417

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Κώστα Πασαγιάνη, Μοιρολόγια και τραγούδια, Αθήναι 1928.

Βασιλείου Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια, Αθηνα 1934.

Κυριάκου Κάσση, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης, Αθήνα 1979.

Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, Μοιρολόγια της Μάνης, Αθήνα 1997.

Σωκράτη Β. Κουγέα, Τραγούδια του Κάτω Κόσμου,

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Περί της εποικήσεωςΣλαβικων τινων φυλών εις την Πελοπόνησον Αθήναι 1843.

Φαλλμεράυερ Φ. Ι., Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, εκδ. Νεφέλη, 1974.

Χοπφ Καρόλος. Οι Σλάβοι εν Ελλάδ, ανασκευή θεωριών Φαλλμεράιρ, Εν Βενετία 1872.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΗ

ΠΑΛΑΙΑ

Αλεξανδράκου Δημητρίου, Ιστορία της Μάνης, Αθήναι 1892

Ανωνύμου, Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από το1769 και εντεύθεν, Αθήναι 1858.

Ανωνύμου (Ζησίου), Οι Μαυρομιχάλαι, Αθήναι 1903

Π. Ε. Δούκα, Η Σπλαρτη διλα μλεσου των αιώνων, Ν. Υ΄θρκη 1922

Απ. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία 1453-1821, Αθήναι 1923

Κώστα Πασαγιάνη, Μοιρολόγια και τραγούδια, Αθήναι 1928.

Βασιλείου Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια, Αθηνα 1934.

Πέτρου Καλονάρου, Ηθογραφία της Μάνης, Αθήναι 1934.
Α) Το Νίκλι και οι Νικλιάνοι…….. σσ. 012-015
Β) Το κοινωνικό Σύστημα………… 015-017
Γ) Η γυναίκα στη Μάνη…………… 023-024
Δ) Η μανιάτικες έχθρες – Μεγαλο-
γενήτες – Αχαμνόμερη……………. 026-028
Ε) Ο γάμος στη Μάνη…………….. 042-044
ΣΤ) Το κληρονομικό δίκαιο……… 044-050
Ζ) Τα μοιρολόγια Έξω και Μέσα Μάνης 060-068
Η) Η μανιάτικη εκδίκηση…………. 069-075

Μελετίου Γαλανοπούλου, Εκκλησιαστικαί σελίδες Λακωνίας, Αθήναι 1939,

Γεωργίου Γιανακάκου-Ραζέλου, Οι αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν (1453-1821)
Το όνομα Μάνη (σελ. 14) προέρχεται: από τη λατινική λέξη ΜΑΝΕΣ=ψυχή
Πολίτευμα, ήθη και έθιμα σελ. 15
Νικλιάνοι-Φαμέγοι σελ. 19
Ξέβγαλμα σελ. 20
Ψυχικό – Τρέβα (ανακοχή) σελ 21
Ακολουθούν Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία

Δημητρίου Δημητράκου-Μεσίσκλη, Οι Νυκλιάνοι, Αθήναι, 1949
Γιατί ονομάστη Μάνη σσ. 8-9
Κοινωνικές τάξεις σσ. 16
Η ρούγα σσ. 24-25
Χαρές και λύπες σσ. 39-42
Αρετές σσ. 61-69
Πόλεμο κ.ε.ι σσ. 69-73
Διοίκηση σσ. 73-78
Τα κάστρα σσ. 84-87
Πλάνες των ιστορικών σσ. 93- κ.ε.
Ποιοι είναι και από πού προέρχονται οι Νυκλιάνοι σσ. 146-150
Σε τί οφείλονται οι πόλεμοι και η αναρχία σσ. 162-167
Το ημερολίγιο του ιατρού Παπαδάκη σσ. 200-216

Βαγιακάκου Δικαίου Β., Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης, Αθήναι 1961

Βαγιακάκου Δικαίου Β., Μάνη (Μέσα Μάνη), Ο τόπος, οι Βυζαντινοί ναοί, οι πύργοι, το μοιρολόγι, Αθήναι 1968

Γιαννουκάκου-Ραζέλου Γεωργίου Αχ., Οι Εθελοντικοί αγώνες της Μάνης, Αθήνα 2005

Ζερλέντου Περικλέους,Μηλιγγοί και Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Ερμούπολις 1922.

Κανδηλώρου, Τάκη, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, Αθήνα 1924.

Καπετανάκου Ευαγγελία Κ., Λακωνικά περίεργα, Αθήναι 1911.

Κατσικάρου Ν. Θ., Η βεντέττα στη Μάνη, Αθήνα 1933.

Κουγέα Σωκράτη, Λόγοι εκατονταετήροι, Αθήναι 1959

Κουγέα Σωκράτη: Νικήτα Νηφάκη, Μανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα, Αθήναι 1964
Ιστορία της Μάνης σσ. 29-58
Αποχαιρετισμός της πατρίδος σσ. 59-68
Διάλογοι σσ. 69-124
Σάτιρα Θεοδωράκη Κιτρινιάρη σσ. 191-200
Σάτιρα Γερασίμου Παπαδοπούλου σσ. 201-218

Μαυρομιχάλη Πέτρου Κ., Εις τον αγώνα διά την επιβίωσιν της φυλής 1946-1950, Αθήναι 1950.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δημοσθ., Χριστόφορος Παπουλάκης, εις Διονυσίου Βογοπούλου, Πελοποννησιακό Ημερολόγιο, έτοε Α’, έκρ. Εφημ. ‘’Ηχώ Μεσσηνίας’’, Αθήναι 1954

Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε’, Πελοπόννησος, Έκδ. Toλ’ιδη, Αθήνα,1997

Πουκεβίλ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Έκδ. Τολίδη, 1996

Πουκεβίλ, Ταξίδι στο Μοριά, έκδ. Τολίδη, Αθήνα 1980

ΝΕΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ

Αλεξάκη Ελευθερίου Π., Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης, Αθήνα 1980.

Αναπλιώτη Γιάννη, Το Εικοσιένα χωρίς μύθο, Καλαμάτα 1971.

Αναπλιώτη Γιάννη, Τζανέτμπεης Κουτήφαρης, Καλαμάτα 1957

Βαγιακάκου Δικαίου, Οι Μανιάτες της Κορσικής, Το βιβλίον των απεθαμένων (1715-1934), Αθήναι 1983

Βαγιακάκου Δικαίου, Περί τα Παραταινάρια της Μάνης τοπωνύμια, Αθήναι 1966

Βασιλάκου Νίκου, Οι πυργοι της Μάνης – Φρουροί από πέτρα, Κλασσικαί εκδόσεις,

Βενιζελέα Γεωργίου, Μάνη ταξιδιωτικός και πολιτιστικός οδηγός, Αδούλωτη Μάνη, 2003.

Βερνάρδου Ι. Α., Δαβάκης Πίνδος, έκδ. Λόγχη

Βουγιουκλάκη Γεωργίου και Βασιλείου Π., Γενεαλογική ρίζα των Νικλιάνων της Μάνης και του κλάδου Πουγιουκλή των χωριών Λάγιας-Καρίνιας, Αθήνα 2008

Βουγιουκλάκη Κώστα, Η Μάνη ανά τους αιώνες, έκδ. Τροχαλία 1997.

Γαλανοπούλου Μελετίου, Εκκλησιαστικαι σελίδες Λακωνίας, Αθήναι 1939.

Γιαννακόπουλου Π. Ε., Το Γύθειον, Αθήναι 1987

Γλετζάκου Γεωργίου Δ., Η Κελεφά του χθες και του σήμερα, Αδούλωτη Μάνη 2009

Γλετζάκου Πιέρου, Προσκύνημα στη Μάνη, Αθήνα 1997.

Γούδη Χρήστου Δρ., Λόγος για τη Μάνη, Αδούλωτη Μάνη

Δασκαλάκη Απόστολου, Της Μάνης τα περασμένα, σειρά Α’, Β’, Γ’, Αθήνα 1977

Δούκα Π. Χ, Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Ν. Υόρκη1922.

Δρανδάκη Νικολάου, Μάνη και Λακωνία, Παράρτημα αριθ. 17 των ‘’Λακωνικών Σπουδών’’, Αθήναι 1999. Τόμοι Α, Β, Γ. Δ με τις εκκλησίες της Μάνης και Ε ευρτήριο.

Δρανδάκη Νικολάου, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης. Έκδ. Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθήναι 2002.

Δρογκάρη Μαρίας, Παναγιώταρος Βενετσανάκης, έκδ. Γράμματα, Αθήνα 1982,

Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Περιηγητές στη Μάνη 15ος-19ος αιώνας, Γύθειο 1993.

Ηλιόπουλου Νώντα, (Μνήμων), Μάνη, έκδ. Ίκαρος, Αθήναι 2977.

Καλλιδώνης Πάνος Ι. Η θρυλική Μάνη, Ιστορία-Λαογραφία-Μοιρολόγια, Πειραιάς 1981.

Καλογήρου Αντωνίου, Τα μοναστήρια της Μέσα Μάνης, Αδούλωτη Μάνη 2005.

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Μανιάτες αγωνιστές του 1821, Καλαμάτα 2005.

Καπετανάκη Σταύρου Γ.,Αριστεία σε μανιλατες αγωνιστές, Αδούλωτη Μάνη 2008

Καπετανάκη Σταύρου Γ., Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία, Αδούλωτη Μάνη 2011

Καργάκου Σαράντη, Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, Αθήνα 1998

Καούρη Ευθυμίου, Χώρα Μαΐνης ασωμάτων, Αδούλωτη Μάνη.

Καριζώνη Κατερίνας, Γουργουρίνη Λεωνίδα και Γιαννόπουλου Χάρη, Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο, Αδούλωτη Μάνη.

Κάσση Κυριάκου, Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης,

Κάσση Κυριάκου, Θρύλοι του Ταινάρου, Μάνη-Αθήνα 2000.

Κατσαφάδου Παναγιώτη Σταμ., Μάνη Μέζαπος, η Ομηρική Μέσση, Αθήνα 1994

Κισκιρέα Γιάννη Κ., Ατούρι – Λαογραφικά, Αθήνα 2001

Κόμη Κώστα, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, Ιωάννινα 1995.

Κόμη Κώστα, Βενετικά κατάστιχα Μάνης-Μπαρδούνιας, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 1998.

Κομπιλήρης Παναγιώτης Δ., Συλλογή λέξεων και φράσεων της Έξω Μάνης, έκδ. Αφούλωτη Μάνη, 2009.

Κοτσώνη Κωνσταντίνου Λ., Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Αθήνα 1999.

Κοτσώνη Κωνσταντίνου Λ., Μελετήματα και άρθρα, Αθήνα 2012

Κουγέα Σωκράτη, Τραγούδια του Κάτω Κόσμου. Αθήνα 2000.

Κουγέα Σωκράτη, Η Μάνη στα Αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπεράκης Γερακάρης (1689-1711), Αθήνα 2012

Κουγέα Σωκράτη Β, Η γυναίκα Κυρία στη Μεσσηνιακή Μάνη – Μέσω προικώων και άλλων εγγράφων (1745-1864), έκδ. Το Ροδακιό 2003.

Κουγέα Σωκράτη Β, jn, Αγνάντια στο Βενέτικο, έκδ. Ποταμός, Αθήνα 2008.

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ιστορία της Μάνης, Αθήνα 1993

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ο Λαός της Μάνης, Αθήνα 1994

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Ταίναρο, Έκδ. Αδούλωτη Μάνη, 2005

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Λακωνία και Ελληνισμός, Αθήνα 1985.,

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μοιρολόγια της Μάνης, Αθήναι 1997

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μανιάτικα Μελετήματα, Αθήνα 1978

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Μαυρομιχαλαίοι και Καποδίστριας, Αθήνα 1982.

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Σπάρτη παραγνωρισμένη, Μάνη αδικημένη, έκδ. Αδούλωτη Μάνη 2003

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Νίκλης-Νίκλος-Νικλιάνοι, Αθήναι 1963

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Το όνομα Γύθειο (αρχή και σημασία) Αθήνα 1986

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Σολωμικά ανάλεκτα, Αθήνα 1969

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Συμβολή εις την γλώσσαν του Σολωμού, Αθήναι 1967

Κουτσιλιέρη Ανάργυρου, Προσθήκαι εις τα παραταινάρια τοπωνύμια, Αθήναι 1966

Κυβέλου Ιωάννη Λ., ‘’Κυβελαίοι’’ ηγετικό γένος της Μάνης, Αθήνα 1995.

Κυριαζή Κώστα Δ., Η Μανιάτισσα, Αθήνα 1970

Λούκου Χρήστου, Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, έκδ. Θεμέλιο.

Μακφαίηλ Ντόναλντ- Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούι, Αδούλωτη Μάνη, 2012

Μακφαίηλ Ντόναλντ-Γεωργίου, Μάνη Πολυάραβος, Αδούλωτη Μάνη 2010

Μανιατέα Γιάννη, Λεξικό της μανιάτικης διαλέκτου, Αθήνα 2002.

Μαντούβαλου Γιάννη Δ., Το οδοιπορικό Μπουλαριών-Διπόρου Μέσα Μάνης, Αθήνα 1998

Μαντούβαλου Γιάννη Λ., Το Διρό της Μάνης, Αθήνα 1989

Μαντούβαλου Φωτίου Σπ., Γενεαλογικό δένδρο οικογενείας Μαντούβαλου κλάδου Κουτίβελου, Αθήνα 1998

Μαραβελέα Γ, Α. Οι Παλαιολόγοι της καρδαμύλης, Αθήνα 1982.,

Μαραβελέα Γ, Α.
\
Μέντη Κώστα Σπ., Η ωραιότερη και πυργοστόλιστη Μάνη, Αθήνα 1998

Μέξη Δήμου, Η Μάνη και οι Μανιάτες, εκδ. Εστία, 1977

Mirambel Andre, Μελέτη μερικών Μανιάτικων κειμένων, Αθήνα 1992.

Μοστράτου Σμαράγδα Δ., Καργκέζε το Ελληνικό χωριό της Κορσικής, Κέδρος 1979

Μπελιά Ελένη, Η εκπαίδευση εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την περίοδον 1828-1832, Αθήνα 1970

Μπόφου-Πυργουλάκου Σταύρος Β., Μάνη – Σκλρός τόπος με το αξεπέραστο Μεγαλείο, Αδούλωτη Μάνη 2000

Μποσκαΐνου Γιάννη Δ., Ζαρνάτα Ιστορική έρευνα, Αθήνα 1992.

Ντάρλα Ανδρέα, Η Παλαιολιθική Μάνη, Η ανασκαφή στα Καλαμάκια. Αθήνα 1999

Ξυδέα Μιχάλη, Μανιάτικη αντίσταση, Αδούλωτη Μάνη.

Παναγιωτούνη Πάνου Ν., Ηλίας Τσαλαφατίνος, ο αγνοημένος ήρωας του 1821, και το ομηρικό Οίτυλο, Αθήνα 1990,

Παναγιωτούνη Πάνου Ν.,Τα Μανιάτικα, (Ποιήματα), Αθήνα 1982

Παναγόπουλου Π., Νέα Σμύρνη, Μια Ελληνική Οδύσσεια του 18ου Αιώνα, Αθήνα 1972.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δ., Χριστόφορος Παπουλάκης, ει; Διονυσίου Βογοπούλου,Μεσσηνιακό Ημερολόγιο, 1(1954)144—164.

Πατριαρχέα Βασιλείου Δ.,Δίπτυχον Ιστορικόν και Φιλολογικόν της Εθνεγερσίας, Αθήναι 1971.

Πατρικουνάκου Σταύρου Π.,Ιστορία του Γυμνασίου και Λυκείου Αρεόπολης – Η Μάνη κατά τον εικοστό αιώνα, Αθήνα 2001

Πατρικουνάκου Σταύρου Π.,Βαχός Μάνης, Αθήναι 1999.

Πιερακέα Βασίλη, Οι Παλαιοί Μανιάτες, Αδούλωτη Μάνη,2001.

Πριάχιν Γιούρι, Ο Λάμπρος Κατσώνης, Αθήνα 2005.

Πρωτοψάλτη Εμμανουήλ, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Καλαμάτα 1980.

Σκοπετέα Σταύρου, Η ένδοξος εποποιϊα των Μανιατών κατά του Ιμβραήμ πασά,, Μάχαι Βέργας, Διρού, Κακής Σκάλας, Πολεμίστρας Ανδρούβιστας, Πολυαράβου, Αθήναι 2001.

Στάππα Κυριάκου Ν., Η Λακωνία κατά τη τουρκοκρατίαν και βενετοκρατίαν 1460-1821, Αθήναι 1993.

Τσιμπιδάρου Βάσου, Μανιάτικες αναμνήσεις, Αθήνα 1989

Φέρμορ Πάτρικ Λη, Μάνη, Αθήνα 1972.

Φτέρη Γεωργίου, Μάνη πατρίδα μου, Αθήνα 1981

Χελντράιχ Θεοδώρου, Λεξικό των δημωδών ονομάτων των φυτών τηε Ελλάδος, έκδ. Τολίδη

Χρυσομάλλη Αλέκου Γ., Απόπειρα αποβάσεως Ιμπραχήμ εις Μάλσοβαν και το θρυλικό κανόνι ‘’Κοψοχείλα’’. Καλαμάτα 1974.

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Μάνη – Μαρτυρίες για το χώρο και την Κοινωνία, Περιηγητές και επιστημονικές αποστολές (15ος-19ος αι., Λιμένι, Αρεόπολη 1993.)

Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο Μάνης. Πειηγητές στη Μάνη, 15ος-19ος ;ιώνας. , 1993-1994

Νομαρχία Λακωνίας, Λακωνία Γλώσσα, Ιστορία, Πολιτισμός, Πρακτικά Στ’ Συνεδρίου, Αρεόπολη 2004

Πρακτικά Συνεδρίου, Μάνη και Καλαμάτα, Καλαμάτα 2001

Πρακτικά Συνεδρίου, Μανιάτες Ακαδημαϊκοί, Πανεπιστημιακοί της ευρύτερης περιοχής Αρεοπόλεως, Αθήνα 2003

Υπουργείον Πολιτισμού, 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της καστάνιτσας, Σπάρτη 2008

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΝΗ ή ΠΡΟΣΗΛΙΑΚΗ ΜΑΝΗ

*Αγερανός Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Άγιος Βασίλειος Καρυουπόλεως (Καρ/εως)
+Αγιος Βασίλειος Μαλεβρίου
+Άγιος Ευστράτιος Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Αγριολόγκαδα Γυθείου ()
Αλεπού Τευθρώνης (Σκοπού)
Άμπελος Λαγίας (Ταινάρου)
Αραχτιδόλακκα Γυθείου ()
+*Αργυλιάς Τευθρώνης (Ασίνης)
Αχίλλειο Λαγίας (Ταινάρου)
+Βαθύ Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Βάτας Τευθρώνης (Ασίνης)
+*Βαχός Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Γεωργιτσάνων πύργος Τευθρώνης (Ασίνης)
+*Γωνέα Τευθρώνης (Σκοπού)
Δελάμπαλη Γυθείου ()
+*Δημαρίστικα Πέρα
+*Δημαρίστικα Μέσα
Διρός Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Δρυαλί Τευθρώνης (Ασίνης)
Ελυμπιές Λαγίας (Ταινάρου)
Ζαρκοκάλυβα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Ζούδα (Χαλικιά) Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Κάβαλος Τευθρώνης (Κνακαδίου)
+*Καινούρια Χώρα Λαγίας (Ταινάρου)
+Καλόγερου Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Καλούκα Μαλεβρίου
+*Καλύβια Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
+*Καρβελάς Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Καριαλού Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Καρυουπόλεως
+*Καυκί Καρυουπόλεως (Καρ/λεως)
+Καυκί Τευθρώνης (Ασίνης)
Κερασιά Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
*Κλιματσίνα
+Κόζια Μαλεβρίου (Σμήνους)
Κοκκάλα Λαγίας (Ταινάρου)
+*Κονάκια Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Κόπραινα Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+*Κορογονιάνικα Λαγίας (Ταινάρου)
+*Κότρωνας Τευθρώνης (Σκοπού)
Κουλούκια Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Κουτουμού Γυθείου (Γυθείου)
Κουτουμούς Χάνια Γυθείου ()
Κορακιάνικα Λαγίας (Ταινάρου)
Κυπριανός Λαγίας (Ταινάρου)
+*Λάγια Λαγίας (Λαγίας)
Λέϊτσα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Λιακός Γυθείου ()
+Λιγερέας Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
*Λίμνη Γυθείου (Γυθείου)
+*Λίμπερδο Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Λουκάδικα Τευθρώνης (Κνακαδίου)
Λούτσα Τευθρώνης (Σκοπού)
+Μαλιαρή Συκιά Γυθείου ()
Μάλτα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Μαραθόλακκα Γυθείου ()
+*Mαραθονήσι Γυθείου (Γυθείου)

ΔΥΤΙΚΗ ή ΑΠΟΣΚΕΡΗ –

+*Αγγειαδάκι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Αγία Βαρβάρα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άγία Κυριακή Μέσσης (Θυρίδων)
+*Άγιος Γεώργιος Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άγιος Γεώργιος Μέσσης (Μέσσης)
*Άκια Οιτύλου (Ιππολών)
+*Άλικα Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Αλτομυρα Αβίας (Γερηνίας)
+*Ανδρούβιστας Χώρα Καρ/μύλης (Καρ/λης)
+Αράχοβα Λέυκτρου (Μηλέας)
+*Αρμυρός Αβίας (Αβίας)
*Αρχιά
+*Βάθεια Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Βάμβακα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Βαρούσι Αβίας (Γερηνίας)
+*Γαϊτσά Χώρα Αβίας (Γερηνίας)
*Γαρδενίτσα Μέσσης (Μέσσης)
+*Γούρνιτσα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
*Δίπορο Μέσσης (Μέσσης)
+*Δολοί Αβίας (Κιτριών)
+*Δρυ Μέσσης (Θυρίδων)
+*Δρυάλος Οιτύλου (Ιππολών)
+*Έρημος Οιτύλου (Ιππολών)
+Ίζινα Λεύκτρου (Μηλέας)
+Καλιαναίικα Αβίας (Κιτριών)
+*Καλονιοί Μέσσης (Μέσσης)
+*Κάλυβες Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Κάμπος Αβίας (Γερηνίας)
+*Καραβοστάσι Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Καρδαμύλη Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Καρέα Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Καρύνια Οιτύλου (Ιππολών)
+*Καστάνια Λεύκτρου (Καστανέας)
+*Καφιόνα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κελεφά Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Κέρια Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κεχριάνικα Μέσσης (Μέσσης)
+*Κηπούλα Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κιτριές Αβίας (Κιτριών)
+*Κοίτα Μέσσης (Μέσσης)
+Κολυμπιτσαίικα Καρδαμύλης (Καρ/μύλης)
+*Κοτρώνι Λεύκτρου (Πέφνου)
+Κοτσιμαραίικα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Κότσιφας Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κουλούμι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κούνος Μέσσης (Θυρίδων)
+*Κουσκούνι Οιτύλου (Άρεος)
+*Κουτρέλα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Κουτήφαρη Λεύκτρου (Θαλαμών)
+Κοψολαιμαίικα Καρδαμύλης (Καρδ/λης)
+*Κριλιάνικα Οιτύλου (Άρεος)
+*Κρύο Νερό Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Λαγκάδα Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Λάζος Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Λάκκος Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Λάκκος Οιτύλου (Ιππολών)
*Λεύκτρο Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+Λιοντάκι Μέσσης ()?????????
+*Λιασίνοβα Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Λιμένι Οιτύλου (Άρεος)

Μάραθος Λαγίας (Ταινάρου)
+*Μαραθέα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
Μαρμάρι Λαγίας (Ταινάρου)
+Μαρούλια Γυθείου (Γυθείου)
Μαρούλια Εξοχή Γυθείου ()
+Μαρούλια Κάτω Γυθείου (+)
Μάτσακας Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Μαυροβούνι Γυθείου (Γυθείου)
Μεριακό Γυθείου ()
Μοναχή Συκιά Μαλεβρ. (Μαραθέας)
Μονή Συκιά Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+*Νεοχώρι Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
Ξεροκάλυβα Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Νήφι Έξω-Μέσα Τευθρών. (Ασίνης)
Παρασπόριο Γυθείου ()
Παγανέα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
Παλαιοκάλυβα Τευθρών (Τευθρώνης)
+*Παλοβά Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+Πάλυρος Λαγίας (Ταινάρου)
+*Πάνιτσα Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Παρασυρός Τευθρών. (Τευθρώνης)
+Πασαβάς Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
+Πα(τ)σαβάς Γυθείου (+)
+*Παχιάνικα Λαγίας (Λαγίας)
+Πετροβούνι Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+*Πηλάλα Μαλεβρίου (Σμήνους)
+*Πιόντες Λαγίας (Ταινάρου)
+*Πολυάραβος Μαλεβ. (Πολυαράβου)
*Πόρτοκάγιο
+Πριτζιώτικο Γυθείου ()
Πύργαρος Λαγίας (Ταινάρου)
Πύργος Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Ράχη Γυθείου (Γυθείου)
+*Ριγανόχωρα Τευθρώνης (Σκοπού)
Σελινίτσας Εξοχή Γυθείου ()
+*Σιδερόκαστρο Μαλεβ. (Πολυαράβ.)
*Σκάλα Καρυουπόλεως (Πυρρίχου)
+*Σκαλτσοτιάνικα
+*Σκαμνάκι Μαλεβρίου (Σμήνους)
+Σκαμνίτσα Μαλεβρίου(Πολυαράβου)
Σκόπα Τευθρώνης (Σκοπού)
+*Σκουτάρι Τευθρώνης (Τευθρώνης)
+Σκουφομύτη Μαλεβρ. (Πολυαράβου)
+*Σκυφιάνικα Μαλεβρ. (Πολυαράβου)
+Σολά Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+Σολοτέρι Λαγίας (Λαγίας)
*Σπείρα Λαγίας (Λαγίας)
+Σταρέλιτσα Μαλεβρίου (Σμήνους)
Συκάμινο Μαλεβρίου (Μαραθέας)
+Τόμπρα Μαλεβρίου (Πολυαράβου)
+*Τσεροβά Καρυουπόλ. (Πυρρίχου)
+Τσιχοβά Μαλεβρίου (Μαραθέας)
*Φλήτσο Καρυουπόλεως (Καρ/λεως)
+*Φλομοχώρι Τευθρώνης (Ασίνης)
+Χάρακες Λαγίας (Ταινάρου)
+*Χειμάρρα Τευθρώνης (Κνακαδίου)
+Χωσιάριο Καρυουπόλ. (Καρ/λεως)
Ψαθάκια Μαλεβρίου (Μαραθέας)

ΑΠΟΣΚΙΑΔΕΡΗ ΜΑΝΗ

+*Λοσνά Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Μαλευριάνικα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μάλτα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μαντίνεια Μεγάλη Αβίας (Αβίας)
+*Μαντίνεια Μικρή Αβίας (Αβίας)
+*Μέζαπος Μέσσης (Μέσσης)
*Μηλέα Λεύκτρου (Μηλέας)
+*Μίνα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Μουντανίστικα Μέσσης (Μέσσης)
+*Μπίλιοβα Αβίας (Γερηνίας)
+*Μπουλαριοί Μέσσης (Μέσσης)
+*Μπρίκι Οιτύλου (Ιππολών)
+*Μπρίντα Αβίας (Γερηνίας)
*Μύλοι Αβίας (Αβίας)
+*Νεοχώρι Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+*Νερίντα Αβίας (Γερηνίας)
+*Νικάνδρι Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Νίκοβο Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Νόμια Μέσσης (Μέσσης)
+*Νομιτσή Λεύκτρου (Θαλαμών)
+Ξανθιάνικα Λεύκτρου (Μηλέας)
+*Ξωχώρι Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Οίτυλο Οιτύλου (Οιτύλου)
+*Οροβά Αβίας (Γερηνίας)
+*Οχιά Μέσσης (Θυρίδων)
+*Παγγιά Μέσσης (Θυρίδων)
+*Παλαιόχωρα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Πετροβούνι Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Πηγάδια Αβίας (Γερηνίας)
+*Πλάτσα Λεύκτρου (Πέφνου)
*Πολεμίτα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Πολιάνα Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Πραστίο Καρδαμύλης (Προαστίου)
+Πρίπιτσα Καρδαμύλης (Καρδαμύλης)
+*Πύργος Λεύκτρου (Λεύκτρου)
+*Πύργος Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Ρίγγλια Επάνω Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Ρίγγλια Κάτω Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Σαϊδώνα Καρδαμύλης (Προαστίου)
+*Σβίνα Λεύκτρου (Θαλαμών)
+*Σέλιτσα Αβίας (Αβίας)
*Σελίνιτσα Λεύκτρου (Λεύκτρου)
*Σελίστια Λεύκτρου (Πέφνου)
+*Σκυφιάνικα Οιτύλου (Ιππολών)
+*Σταυρί Μέσσης (Θυρίδων)
+*Σωματιανά Λεύκτρου (Πολυαίνης)
+*Σωτηριάνικα Αβίας (Γερηνίας)
+*Τραχήλα Λεύκτρου (Θαλαμών)
*Τριανταφυλλιά Οιτύλου (Νικάνδρου)
+*Τρικότσοβα Αβίας (Αβίας)
*Τσέρια Καρδαμύλης (Λεπτίνου)
+*Τσικαλιά Μέσσης (Καινιπόλεως)
+*Τσίμοβα Οιτύλου (Άρεος)
+*Τσόπακας Οιτύλου (Ιππολών)
+*Φραγκούλια Οιτύλου (Ιππολών)
*Φτίο
*Χαριά Οιτύλου (Νικάνδρου)
*Χαρούδα Οιτύλου (Νικάνδρου)
*Ψίο Μέσσης (Καινιπόλεως)

ΟΙ ΔΗΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΤΟ 1841

Με τη Διοικητική διαίρεση του 1836 η Μάνη διαρέθηκε σε τριάντα ένα δήμους, ενώ το 1841 περιορίστηκαν οι δήμοι σε δέκα και με βάση αυτή τη διαίρεση θα χωρισθούν οι Μανιάτες αγωνιστές. Ο δήμος Μελιτίνης του 1836, που καταχωρήθηκε στην επαρχία Λακεδαίμονος, θεωρούμενος και αυτός ότι ανήκει στη Μάνη συμπεριλαμβάνεται στην καταγραφή των αριστείων των Μανιατών.

1841 1836
01) Αβίας (Αβίας Κιτριών, Γερηνίας)
02) Καρδαμύλης (Καρδαμύλης, Λεπτίνου, Προαστίου)
03) Λεύκτρου (Λεύκτρου, Καστανέας, Μηλέας, Πέφνου, Θαλαμών, Πολιαίνης)
04) Οιτύλου (Οιτύλου, Άρεως, Νικάνδρου, Ιππολών)
05) Μέσσης (Μέσσης, Θυρίδων, Καινηπόλεως)
06) Γυθείου (Γυθείου)
07) Μαλευρίου (Πολυαράβου, Σμήνους, Μαραθέας)
08) Καρυουπόλεως (Πυρρίχου, Καρυουπόλεως, Τευθρώνης)
09) Κολοκυνθίου (Κνακαδίου Σκοπού, Ασίνης)
10) Λαγίας (Λαγίας, Ταινάρου)
—- (Μελιτίνης)

Αναλυτικότερα οι δήμοι και τα χωριά της Μάνης με τις Διοικητικές διαρέσεις του 1836 και 1841 έχουν ως ακολούθως:

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΟΙΤΥΛΟΥ

ΔΙΑΙΡΕΣΗ 1841 ΔΙΑΙΡΕΣΗ 1836

Δήμος Αβίας Δήμος Αβίας:
Αλμυρό Αλμυρό
Αλτομυρά Μαντίνεια Μεγάλη
Βαρούσι-Σταυροπήγιο Μαντίνεια Μικρή
Γαϊτσές-Κέντρον Μύλοι
Μπίλιοβα-Κέντρον Πετροβούνι
Νερίντα-Ανατολικόν Σέλιτσα
Πρίντα-Βόρειον Τρικότσοβα-Χαραυγή
Χώρα Γαϊτσών Δήμος Κιτριών: Δολοί Άνω
Δολοί Άνω Δολοί Κάτω
Δολοί Κάτω Καλιανέϊκα
Καλιανέϊκα Κιτριές
Κάμπος Δήμος Γερηνίας: Αλτομυρά
Κιτριές Βαρούσι
Μαλευριάνικα Γαϊτσές
Μάλτα Μπίλοβα-Κέντρον
Μαντίνεια Μεγάλη Νερίντα-Ανατολικόν
Μαντίνεια Μικρή Πρίντα-Βόρειον
Μύλοι Χώρα Γαϊτσών
Οροβά-Άγιος Βασίλειος Κάμπος
Πετροβούνι Μαλευριάνικα
Πηγάδια Μάλτα
Σέλιτσα-Βέργα Οροβά-Άγιος Βασίλειος
Σωτηριάνικα Πηγάδια
Τρικότσοβα-Χαραυγή Σωτηριάνικα

Δήμος Καρδαμύλης: Δήμος Καρδαμύλης:
Γούρνιτσα-Αγία Σοφία Γούρνιτσα
Κάλυβες Καρδαμύλη
Καρδαμύλη Κολιμπιτσέικα
Κολιμπιτσέικα Νίκοβο
Λάζος Ξωχώρι
Λιασίνοβα-Προσήλιο Πρίπιτσα
Νίκοβο Χώρα Καρδαμύλης
Ξωχώρι-Παχυγιαννέικα Δήμος Προαστίου: Λάκκος
Πετροβούνι Πετροβούνι
Πρίπιτσα Προάστιο-Πραστίο
Προάστιο-Πραστίο Σαϊδόνα
Σαϊδόνα Δήμος Λεπτίνου: Κάλυβες
Τσέρια Λιασίνοβα-Προσήλιο
Κοτσιμαρέικα Τσέρια
Κοψολαμέικα Κοτσιμαρέικα
Λιμπόχοβα-Ζαχαριάς Κοψολαιμέικα
Χώρα Καρδαμύλης ή Ανδρούβιστα Λιμπόχοβα-Ζαχαριάς

Δήμος Λευκτρου Δήμος Λεύκτρου:
Άγιος Δημήτριος Λεύκτρο
Αράχοβα-Καρυοβούνιο Νεοχώριο
Γαρμπελιά-Κυβέλεια Πύργος
Ίσνα-Ελαιοχώριον Δ. Καστάνιας: Καστάνια
Καστάνια Δήμος Μηλέας: Αράχοβα
Κοτρώνι Γαρμπελιά
Κουτήφαρη-Θαλάμες Ίσνα
Λαγκάδα Μηλέα
Λεύκτρο Ξανθιάνικα
Λοσνά-Πηγή Φαγκριάνικα
Μηλέα Δήμος Πεφνου: Άγιος Δημήτριος
Νεοχώριο Κοτρώνι
Νομιτσή Λοσνά
Ξανθιάνικα Πλάτσα
Πλάτσα Ρίγκλια
Πολιάνα-Άγιος Νίκων Δ. Θαλαμών: Κουτήφαρη
Πύργος Νομιτσή
Ρίγκλια Σβίνα-Πλάτανος
Σβίνα-Πλάτανος Τραχήλα
Σωματιανά Δ. Πολυαίνης: Λαγκάδα
Τραχήλα Πολιάνα-Άγιος Νίκων
Φαγκριάνικα Σωματιανά

Δήμος Οιτύλου Δήμος Οιτύλου:
Αγγειαδάκι Καραβοστάσι
Άγιος Γεώργιος Καρέα Άνω
Αρεόπολη-Τσίμοβα Καρέα Κ.-Κονάκια
Βάμβακα Κελεφά
Δρύαλος Κρυονέρι
Έρημος Οίτυλο
Καραβοστάσι Δήμος Άρεος: Αρεόπολη-Τσίμοβα
Καρέα Άνω Κουσκούνι-Σωτήρας
Καρέα Κάτω Κριλιάνικα
Καρύνια Λιμένι
Καφιόνα Τσίπα
Κελεφά Δ. Νικάνδρου: Πύργος
Κουλούμι Τριανταφυλλιά-Νικάνδρι
Κουσκούνι-Σωτήρας Χαριά
Κουτρέλα Χαρούδα
Κριλιάνικα Δ. Ιππολών: Αγγειαδάκι
Κρυονέρι Άγιος Γεώργιος
Λάκκος Βάμβακα
Λιμένι Δρυάλος
Μίνα Έρημος
Μπρίκι Καρύνια
Οίτυλο Καφιόνα
Παλαιόχωρα και Σκυφιάνικα Κουλούμι
Πολεμίτας Κουτρέλα
Πύργος Λάκκος
Τριανταφυλιά-Νικάνδρι Μίνα
Τσίπα-Νέο Οίτυλο Μπρίκι
Τσόπακας Παλαιόχωρα
Φραγκούλια Πολεμίτας
Χαριά Τσόπακας
Χαρούδα Φραγκούλια

Δήμος Μέσσης: Δήμος Μέσσης:
Αγία Κυριακή Άγιος Γεώργιος
Άγιος Γεώργιος Άγιος Ιωσήφ
Άγιος Ιωσήφ Αρχιά
Άλικα Γερδενίτσα
Αρχιά Δίπορο
Βάθεια Καλονιοί
Γαρδενίτσα-Κοκκινόκαμπος Κεχριάνικα
Δίπορο Κοίτα
Δρυ Λεοντάκι
Ελιά Μέζαπος
Εξοχαί Μπουλαγιοί Άνω
Καλονιοί Μπουλαριοί Κάτω
Καραβάς Νέασα
Κεντροκολόσπιτο Νόμια
Κέρια Πέπον
Κεχριάνικα Ψίον
Κιππούλα Δήμος Θυρίδων: Αγία Κυριακή
Κοίτα Βάθεια
Κολόπυργος-Καλόπυργος Δρυ
Κοτράφι Ελιά
Κυπάρισσος Εξοχαί
Κούνος Καραβάς
Λαγουδιές Κεντροκολόσπιτο
Λάχος Κέρια
Λεοντάκι Κιππούλα
Μέζαπος Κούνος
Μουντανίστικα Λαγουδιές
Μπουλαριοί Άνω Λάχος
Μπουλαριοί Κάτω Οχιά
Νέασα Παγγιά
Νόμια Σμαηλιάνικα
Ξηρόλακκος Σταυρί
Οχιά Τροχάλακας
Παγγιά Χαραμπός
Πέπον Δ. Καινηπόλεως: Άλικα
Σμαηλιάνικα Κολόπυργος
Σταυρί Κοτράφι
Συχαλάσματα ή Χαλάσματα Κυπάρισσος
Τροχάλακας Μουντανίστικα
Τσικαλιά Ξηρόλακκος
Χαραμπός Συχαλάσματα
Ψίον Τσικαλιά

ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΓΥΘΕΙΟΥ

Δήμος Γυθείου Δήμος Γυθείου:
*Γύθειο ή Μαραθονήσι Γύθειο
Κουτουμού-Σύνορα Κουτουμού
Κουτουμούς Χάνι-Αιγίαι Κουτουμούς Χάνι
Λίμνη Λίμνη
Μαλλιαρή Συκιά Μαλλιαρή Συκιά
Μαρούλια Μαρούλια
Μαυροβούνι Μαυροβούνι
Ράχη Ράχη

Δήμος Μαλευρίου Δήμος Πολυαράβου:
Άγιος Βασίλειος Λυγερέας
Διρό Παλοβά
Καλόγηρος Πολυάραβος
Καρβελάς Σιδηρόκαστρο
Κόζια Σκαμνίτσα
Κονάκια Σκουφομύτη
Κουλούκα Σκυφιάνικα
Λίμπερδο-Πλάτανος Σολά-Αστέρι
Λυγερέας Τόμπρα
Μαραθέα Δήμος Σμήνους: Καλόγηρος
Παλοβά-Κρήνη Κόζια
Πάνιτσα-Μυρσίνη Κονάκια
Πηλάλα Λίμπερδο
Πολυάραβος Πάνιτσα-Μυρσίνη
Σιδηρόκαστρο Πηλάλα
Σκαμνάκι Σκαμνάκι
Σκαμνίτσα Σταρέλιτσα
Σκουφομήτη Δήμος Μαραθέας: Άγιος Βασίλειος
Σκυφιάνικα Διρό
Σολά-Αστέρι Καρβελά
Σταρέλιτσα Κουλούκα
Τόμπρα Μαραθέα
Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα

Δήμος Καρυουπόλεως Δήμος Καρυουπόλεως:
Άγιος Βασίλειος Άγιος Βασίλειος
Αγερανός Καρυούπολη
Βαχός Κατσαουνιάνικα
Βαθύ Καλύβια; Καυκί
Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Νεοχώριο
Κατσαουνιάνικα Πασσαβάς
Καυκί Χωσιάριο
Νεοχώρι Δήμος Πυρρίχου: Βαχός
Παλαιοκάλυβες Σκάλα
Παρασυρός Τσεροβά-Κοτρώνα
Πασσαβάς Δήμος Τευθρώνης: Αγερανός
Σελίτσα-Λαγκάδα Βαθύ
Σκάλα Παλαιοκάλυβες
Σκουτάρι Παρασυρός
Τσεροβά (Δροσοπηγή) Σελίτσα-Λαγκάδα
Χασικόντα Σκουτάρι
Χωσιάριο Χασικόντα

Δήμος Κολοκυνθίου (Τευθρώνης) Δήμος Κνακαδίου:
Αργιλιάς Κάβαλος- Πύρριχος
Βάτας Λουκάδικα
Γωνέα Χιμάρα
Δριαλί (Δρυμός) Δήμος Ασίνης: Αργυλιάς
Εξοχαί-Ζούδα Βάτας
Κάβαλος (Πύρριχος) Δριαλί (Δρυμός)
Καρυαλού Καυκί
Καυκί Νήφι
Κότρωνας Φλομοχώρι
Λουκάδικα Δήμος Σκοπού: Γωνέα
Νήφι Εξοχαί
Ριγανόχωρα Καρυαλού
Σκαλτσιοτιάνικα Κότρωνας
Φλομοχώρι Ριγανόχωρα
Χιμάρα Σκαλτσιοτιάνικα

Δήμος Λαγίας Δήμος Λαγίας:
Αχίλλειο Δημαρίστικα
Δημαρίστικα Λάγια
Καινούρια Χώρα Παχιάνικα
Κορογονιάνικα Σολοτέρι
Λάγια Δήμος Ταινάρου: Αχίλλειον
Πάλυρος Καινούρια Χώρα
Παχιάνικα Κορογονιάνικα
Πιόντες-Αντρογιάλι Πάλυρος
Σολοτέρι Πιόντες-Αντρογιάλι

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΟΣ

ΔΗΜΟΣ ΜΕΛΙΤΙΝΗΣ
Άγιος Νικόλαος
Αρχοντικό
Δεσφίνα
Καστάνιτσα
Κόκκινα Λουριά
Μαλτσίνα
Μπαρδούνιας Κάστρο
Σελεγούδι

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Όνομα Δήμος 1841 Δήμος 1836

Αγγειαδάκι Οιτύλου Ιππολών
Αγερανός Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Αγία Βαρβάρα ή Φτίο Οιτύλου Ιππολών
Αγία Κυριακή Μέσσης Θυρίδων
Άγιος Βασίλειος Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Άγιος Βασίλειος Μαλευρίου Μαραθέας
Άγιος Γεώργιος Οιτύλου Ιππολών
Άγιος Γεώργιος Μέσσης Μέσσης
Άγιος Ιωσήφ-Σούφης Μέσσης Μέσσης
Άγιος Νικόλαος Μελιτίνης Μελιτίνης
Άλικα Μέσσης Καινηπόλεως
Αλμυρό Αβίας Αβίας
Αλτομυρά Αβίας Γερηνίας
Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Αράχοβα-Καρυοβούνι Λεύκτρου Μηλέας
Αργιλιάς Κολοκυνθίου Ασίνης
Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Αρχοντικό Μελιτίνης Μελιτίνης
Αχίλλειο Λαγίας Ταινάρου
Βάθεια Μέσσης Καινηπόλεως
Βαθύ Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Βάμβακα Οιτύλου Ιππολών
Βαρούσι-Σταυροπήγι Αβίας Γερηνίας
Βάτας Κολοκυνθίου Ασίνης
Βαχός Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Γαϊτσές-Κέντρο Αβίας Γερηνίας
Γαρδενίτσα-Κοκκινόπυργος Μέσσης Μέσσης
Γαρμπελιά-Κυβέλεια Λεύκτρου Μηλέας
Γουράτου Λεύκτρου Θαλαμών
Γούρνιτσα-Αγία Σοφία Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Γύθειο-Μαραθονήσι Γυθείου Γυθείου
Γωνέα Κολοκυνθίου Σκοπού
Δημαρίστικα Πέρα και Μέσα Λαγίας Λαγίας
Δίπορο Μέσσης Μέσσης
Διρό Μαλευρίου Μαραθέας
Δολοί, Άνω και Κάτω Αβίας Κιτριών
Δρυ Μέσσης Θυρίδων
Δρυαλί-Δρυμός Κολοκυνθίου Ασίνης
Δρυάλος Οιτύλου Ιππολών
Έλια-Ελαία Μέσσης Θυρίδων
Εξοχαί Μέσσης Θυρίδων
Έρημος Οιτύλου Ιππολών
Ζούδα-Χαλικιά-Εξοχαί Κολοκυνθίου Σκοπού
Ίζινα-Ελαιοχώριο Λεύκτρου Μηλέας
Κάβαλος-Πύρριχος Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Καινούρια Χώρα Λαγίας Ταινάρου
Καλιαναίικα Αβίας Κιτριών
Καλόγερος Μαλευρίου Σμύνους
Καλονιοί Μέσσης Μέσσης
Κάλυβες Καρδαμύλης Λεπτίνου
Καλύβια Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Κάμπος Αβίας Γερηνίας
Καραβάς Μέσσης Θυρίδων
Καραβοστάσι Οιτύλου Οιτύλου
Καραμούσταφα Οιτύλου Οιτύλου
Καρβελάς Μαλευρίου Μαραθέας
Καρδαμύλη Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Καρέα Οιτύλου Οιτύλου
Καρύνια Οιτύλου Ιππολών
Καρυούπολη ή Μινιάκοβα Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καστάνια Λεύκτρου Καστανέας
Καστάνιτσα Μελιτίνης Μελιτίνης
Κατσαουνιάνικα Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καυκί Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Καυκί Κολοκυνθίου Ασίνης
Καφιόνα Οιτύλου Ιππολών
Κελεφά Οιτύλου Οιτύλου
Κεντροκολόσπιτο Μέσσης ?Καινηπόλεως
Κερασιά Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Κέρια Μέσσης Θυρίδων
Κεχριάνικα Μέσσης Μέσσης
Κιππούλα Μέσσης Θυρίδων
Κιτριές Αβίας Κιτριών
Κόζια Μαλευρίου Σμύνους
Κοίτα Μέσσης Μέσσης
Κόκκινα Λουριά Μελιτίνης Μελιτίνη
Κολιμπιτσαίικα Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Κολόπυργος-Καλόπυργος Μέσσης Καινηπόλεως
Κονάκια Μαλευρίου Σμύνους
Κοριαλού Κολοκυνθίου Σκοπού
Κορογονιάνικα Λάγιας Ταινάρου
Κότρωνας Κολοκυνθίου Σκοπού
Κοτρώνι Λεύκτρου Πέφνου
Κοτσιμαραίικα-Πεδινό Καρδαμύλης Λεπτίνου
Κοτράφι Ιππολών Οιτύλου
Κουλούκα Μαλευρίου Μαραθέας
Κουλούμι Οιτύλου Ιππολών
Κούνος Μέσσης Θυρίδων
Κουσκούνι-Σωτήρας Οιτύλου Άρεως
Κουτήφαρη-Θαλάμες Λεύκτρου Θαλαμών
Κουτουμού-Σύνορα Γυθείου Γυθείου
Κουτουμούς Χάνια- Αιγίαι Γυθείου Γυθείου
Κουτρέλα Οιτύλου Ιππολών
Κοψολαιμέικα-Καταφύγι Καρδαμύλης Λεπτίνου
Κριλιάνικα Οιτύλου Άρεως
Κρύο Νερό Οιτύλου Οιτύλου
Λάγια Λαγίας Λαγίας
Λαγκάδα Λεύκτρου Πολυαίνης
Λάζος Καρδαμύλης Λεπτίνου
Λάκκος Καρδαμύλης Προαστίου
Λάκκος Οιτύλου Ιππολών
Λεύκτρο Λεύκτρου Λεύκτρου
Λιασίνοβα-Προσήλιο Καρδαμύλης Λεπτίνου
Λιμένι Οιτύλου Άρεως
Λίμνη Γυθείου Γυθείου
Λίμπερδο-Πλάτανος Μαλευρίου Σμύνους
Λιοντάκι Μέσσης Μέσσης
Λοσνά-Πηγή Λεύκτρου Πέφνου
Λουκάδικα Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Λυγερέας Μαλευρίου Πολυαράβου
Μαλευριάνικα Αβίας Γερηνίας
Μαλλιαρή Συκιά Γυθείου Γυθείου
Μάλτα Αβίας Γερηνίας
Μάλτα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Μαλτσίνα-Μέλισσα Μελιτίνης Μελιτίνης
Μαντίνεια Μεγάλη Αβίας Αβίας
Μαντίνεια Μικρή Αβίας Αβίας
Μαραθέα Μαλευρίου Μαραθέας
Μαραθονήσι-Γύθειο Γυθείου Γυθείου
Μαρμάρι Λαγίας Ταινάρου
Μαρούλια Γυθείου Γυθείου
Μαυροβούνι Γυθείου Γυθείου
Μέζαπος Μέσσης Μέσσης
Μηλέα Λεύκτρου Μηλέας
Μίνα Οιτύλου Ιππολών
Μουντανίστικα Μέσσης Μέσσης
Μπίλιοβα Γαϊτσών-Κέντρο Αβίας Γερηνίας
Μπουλαργοί Μέσσης Μέσσης
Μπρίκι Οιτύλου Ιππολών
Μύλοι (Μαντίνειας) Αβίας Αβίας
Νεοχώριο Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Νεοχώριο Λεύκτρου Λεύκτρου
Νερίντα Γαϊτσών-Ανατολικό Αβίας Γερηνίας
Νήφι Έξω, Μέσα Κολοκυνθίου Ασίνης
Νικάνδρι Οιτύλου Νικάνδρου
Νίκοβο Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Νόμια Μέσσης Μέσσης
Νομιτσή Λεύκτρου Θαλαμών
Ξανθιάνικα Λεύκτρου Μηλέας
Ξωχώρι Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Οίτυλο Οιτύλου Οιτύλου
Οροβά-Άγιος Βασίλειος Αβίας Γερηνίας
Οχιά ή Νοχιά Μέσσης Θυρίδων
Παγανέα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Παγγιά Μέσσης Θυρίδων
Παλαιοκάλυβα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Παλαιόχωρα Οιτύλου Ιππολών
Παλοβά Μαλευρίου Πολυαράβου
Πάλυρος Λάγιας Ταινάρου
Πάνιτσα-Μυρσίνη Μαλευρίου Σμύνους
Παρασυρός Κολοκυνθίου Τευθρώνης
Πασσαβάς Γυθείου Γυθείου
Πασσαβάς Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Παχιάνικα Λαγίας Λαγίας
Πετροβούνι Αβίας Αβίας
Πετροβούνι Καρδαμύλης Προαστίου
Πετροβούνι Μαλευρίου Μαραθέας
Πηγάδια Αβίας Γερηνίας
Πηλάλα Μαλευρίου Σμύνους
Πιάλα-Δρυόπη Λεύκτρου Καστανέας
Πιόντες-Αντρογιάλι Λαγίας Ταινάρου
Πλάτσα Λεύκτρου Πέφνου
Πολεμίτα Οιτύλου Ιππολών
Πολιάνα-Άγιος Νίκων Λεύκτρου Πολυαίνης
Πολυάραβος Μαλευρίου Πολυαράβου
Πραστίο ή Προάστιο Καρδαμύλης Προαστίου
Πρίντα Γαϊτσών-Βόρειο Αβίας Γερηνίας
Πρίπιτσα Καρδαμύλης Καρδαμύλης
Πύργος Λευκτρου Λεύκτρου
Πύργος Οιτύλου Νικάνδρου
Ράχη Γυθείου Γυθείου
Ριγανόχωρα Κολοκυνθίου Σκοπού
Ρίγκλια-Ελαιοχώριο Λεύκτρου Πέφνου
Σαϊδόνα Καρδαμύλης Προαστίου
Σβίνα-Πλάτανος Λεύκτρου Θαλαμών
Σελεγούδι Μελιτίνης Μελιτίνης
Σελίνιτσα Λεύκτρου Λεύκτρου
Σέλιτσα-Βέργα Αβίας Αβίας
Σελίτσα-Λαγκάδα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Σιδερόκαστρο Μαλευρίου Πολυαράγου
Σκάλα Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Σκαλτσιοτιάνικα Κολοκυνθόυ Σκοπού
Σκαμνάκι Μαλευρίου Σμύνους
Σκαμνίτσα Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκουτάρι Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Σκουφομύτη Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκυφιάνικα Μαλευρίου Πολυαράβου
Σκυφιάνικα Οιτύλου Ιππολών
Σολά Μαλευρίου Πολυαράβου
Σολοτέρι Λαγίας Λαγίας
Σταρέλιτσα Μαλευρίου Σμύνους
Σταυρί Μέσσης Θυρίδων
Σιχαλάσματα ή Χαλάσματα Μέσσης Καινηπόλεως
Σωματιανά Λεύκτρου Πολυαίνης
Σωτηριάνικα Αβίας Γερηνίας
Τόμπρα Μαλευρίου Πολυαράβου
Τραχήλα Λεύκτρου Θαλαμών
Τριανταφυλλιά Οιτύλου Νικάνδρου
Τρικότσοβα-Χαραυγή Αβίας Αβίας
Τροχάλακας Μέσσης Θυρίδων
Τσέρια Καρδαμύλης Λεπτίνου
Τσεροβά-Δροσοπηγή Καρυουπόλεως Πυρρίχου
Τσικαλιά Μέσσης Καινηπόλεως
Τσίμοβα-Αρεόπολη Οιτύλου Άρεως
Τσίπα-Νέο Οίτυλο Οιτύλου Οιτύλου
Τσιχοβά-Βαθειά Λάκκα Μαλευρίου Μαραθέας
Τσόπακας Οιτύλου Ιππολών
Φλομοχώρι Κολοκυνθίου Ασίνης
Φραγκούλια Οιτύλου Ιππολών
Φτίο ή Αγία Βαρβάρα Οιτύλου Ιππολών
Χαριά Οιτύλου Νικάνδρου
Χαρούδα Οιτύλου Νικάνδρου
Χασικόντα Καρυουπόλεως Τευθρώνης
Χιμάρα Κολοκυνθίου Κνακαδίου
Χωσιάριο Καρυουπόλεως Καρυουπόλεως
Ψίο Μέσσης Θυρίδων

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Επειδή είναι πολλοί από τους Μανιάτες, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ιστορία του χωριού τους, θα καταχωριστούν παρακάτω οι βιβλιογραφικές ενδείξεις για κάθε χωριό, όσες είχαν καταγραφεί από διάφορα βιβλία, χωρίς βέβαια να είναι πλήρεις.
Ο αναγνώστης όμως που ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει πληροφορίες από τα «Τετράδια της ιστορίας της Μάνης» θα έχει την ευκαιρία να βοηθηθεί σημαντικά. Εκτός από τις λίγες πληροφορίες, που μπορεί να έχει από τις παρακάτω βιβλιογραφικές παραπομπές, μια πλούσια συλλογή πληροφοριών υπάρχουν στα «Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης».
Μπορεί να αναζητήσει τους αξιωματικούς οι οποίοι έλαβαν το βαθμό τους κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Τους οπλαρχηγούς και τους στρατιώτες που αναγνωρίστηκαν από τις επιτροπές αξιολόγησης των εκδουλεύσεων των αγωνιστών. Υπάρχουν οι αξιωματικοί οι οποίοι κατατάχθηκαν στη Φάλαγγα αλλά και οι αξιωματικοί του στρατού στην περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, όπως καταγράφονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως της εποχής εκείνης. Μπορεί να βρεί ακόμη τους πρώτους δημοτικούς άρχοντες και τους ενόρκους της Οθωνικής περιόδου. Αξιοπρόσεκτη πρέπει να είναι η καταχώριση εκλογικών καταλόγων. Ακόμη μορεί να αναζητήσει ονόματα στο ημιτελές «Βιογραφικό λεξικό Μανιατών», ή ονόματα χωριών ή προσώπων στα έγγραφα που παρουσιάζονται και στο πλήθος των άρθρων που έχουν καταχωρισθεί.
Για τις εκκλησίες καλό είναι ο αναγνώστης να χρησιμοποιεί τα βιβλία της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, παράρτημα 17 (τέσσεροι τόμοι και ευρετήριο) που περιλαμβάνουν τις εργασίες του Καθηγητή Νικολάου Δρανδάκη.
Για να μη γίνεται η αναγραφή ολοκλήρων των τίτλων των εργασιών στις οποίες θα παραπέμπεται ο αναγνώστης καταχωρίζονται παρακάτω.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
ΣΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΑΡΘΡΩΝ

Η οικογένεια των Μεδίκων – Γιατρών κατοικούσε στο Οίτυλο και το 1618 αρχηγός της γενιάς ήταν ο Πέτρος Μέδικος-Γιατρός, ο οποίος παρέμενε στο Πραστίο και εκπροσωπούσε τους Μανιάτες στις διαπραγματεύσεις με τον δούκα του Νεβέρ, Αυτός είχε σκοπό να εκδιώξει τους Οθωμανούς από τα Βαλκάνια και να αποκαταστήσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Παρέδωσε στον Σατωρενώ, τον εκπρόσωπο του δούκα του Νεβέρ στη Μάνη, έναν κατάλογο με τα ονόματα των χωριών της Μάνης και της γειτονικής περιοχής (επαρχίες Καλαμάτας και Βαρδουνοχωρίων). Στη στατιστική του σημείωνε τα ονόματα των χωριών και τον αριθμό των σπιτιών στο καθένα. Η στατιστική αυτή αρχικά παρουσιάστηλε από τον Buchon και αργότερα από τον Κ. Κόμη (σ. 585), ο οποίος έχει και πολλές άλλες πληροφορίες για τα χωριά.
Ο Χασιώτης σε εργασία του παρουσίασε πίνακα από τα Ισπανικά αρχεία του έτους 1655, στον οποίο η Μάνη διαιρείται σε Άνω και Κάτω Μάνη. Σε άλλη του εργασία αναφέρεται στις επαναστατικές κινήσεις των Μελισσηνών του 1571.
Το 1670 ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιά Τσελεμπί περιόδευσε τη Μάνη και δίνει πληροφορίες, αλλά είναι υπερβολικός στις εκτιμήσεις του, Πλην των Πελοποννησιακών, και ο εκδοτικός οίκος ‘’Εκάτη’’ έχει εκδόσει το βιβλίο του στα Ελληνικά.
O Peter Topping παρουσίασε φορολογικό πίνακα των Βενετών του 1692 στον οποίο αναφέρεται ο φόρος που πλήρωναν τα διάφορα χωριά της Μάνης στους Τούρκους κατά την πρώτη τουρκοκρατία και μετέπειτα στους Βενετούς.
Ο Β. Παναγιωτόπουλος παρουσίασε πίνακες του 1700 στους οποίους καταγράφονται στοιχεία του ελληνικού πληθυσμού των χωριών. Εδώ σημειώνονται οι αριθμοί των ανδρών και του γενικού πληθυσμού κάθε χωριού της Μανης.
Το 1795 ο Μorritt περιόδευσε τη Μάνη και μας δίνει τις πρώτες αυθεντικές πληροφορίες.
Το 1798 ο Νικήτας Νηφάκης σε ένα από τα στιχουργήματά του αναφέρει όλα τα χωριά της Μάνης. Τις συγγραφές του παρουσίασε ο Σωκράτης Κουγέας.
Το 1805 ο Leake, λοχαγός του αγγλικού στρατού, περιόδευσε τη Μάνη και κατέγραψε τις παρατηρήσεις του, μάλλον σαν κατάσκοπος και όχι σαν περιηγητής.
Το 1813 ο αρχαιοκάπηλος Cockerell επισκέφθηκε τους Δολούς και την Καρδαμύλη και μας δίνει και αυτός τις πληροφορίες του.
Το 1813 ο Πουκεβίλ παρουσίασε πίνακα με τον αριθμό των στρατιωτών κάθε χωριού που ήταν κατάλληλοι για εκστρατεία και τους πολεμιστές των χωριών σε περίπτωση σύγκρουσης στον τόπο τους. Δεν πρέπι να θεωρηθεί αξιόπιστος.
Στα τέλη του 1827 επισκέφθηκε τη Μάνη και ο Αμερικανός Post κομίζοντας τρόφιμα για τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες, που είχε αναγκάσει να εγκαταλείψουν τις εστίες τους ο Ιμπραήμ πασάς θετός γιός του Μωχάμετ Άλυ αντιβασιλιά της Αιγύπτου.

Andrews Kevin, Casteles of the Morea, Princeton, N. Jersay 1953

Βαγιακάκου Δικαίου, ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης
Βαγιακάκου Δικαίου, Μανιάτες στη Ζάκυνθο

Βογιατζίδου Ι. Κ., Νέος Εληνομνήμων, τόμ 19, 1925, σ. 202

Buchon J., Le livre de la conqueste de la Moree.
Buchon J., Nouvelles reserches historique sur la principaute francaise de Morea et ses hautes baronnies

Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Ο κατάλογος με τους κατοίκους των χωριών της Μάνης παριλαμβάνεται στου Μιχ. Χουλιαράκη, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμ. Α’, μέρος ιι. Σ.σ. 43-44.

Gell W., Narrative of a journey in the Morea, London 1823.

Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. 1453-1821, Αθήναι 1923.

Δεληγιάννη Κανέλλου, Απομνημονεύματα, σειράς Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21, Επιμελητής Εμμ. Πρωτοψάλτης, αριθ. τόμ. 16-18.

Δημητράκου – Μεσίσκλη Δημητρίου, Οι Νυκλιάνοι, Αθήναι 1949.

Δρανδάκη Ν., Οι Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, Διατριβή επί Υφηγεσία,

Ζακυνθινού Δ., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.
Ζακυνθινού Δ., Le Despotat Grec de Morea, 1932, τόμ. 1 και 2.

Ζερλέντη Π., Η Μητρόπολις Ζαρνάτας και αι εν Μάνη επισκοπαί, Ερμούπολις 1922.

Simpson R. Hope, Seven cities offered by Agamemnon to Achilles, Ann. Brit. Sch. Arch. Athens 61(1966)119.

Hopf Ch., Croniques Greco-Romanes, Berlin 1873, στη σ. 203 κ.ε.

Καπετανάκη Σοφίας, Περιγραφή της διαδρομής Καλαμάτας – Κιτριών από τον W. Gell, Λακωνικαί Σπουδαί, 10(1990)499-524.

Καπετανάκη Σταύρου, Τα σύνορα της Μάνης κατά την ιστορικήν της πορεία, Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα 1985, τόμ. Γ’, σ. 386-406

Καπετανάκη Σταύρου, Ο Γερο-Παναγιωτάκης Καπετανάκης, Η ζωή του, ο τόπος του και η διαθήκη του, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 384-441.

Καπετανάκη Σταύρου, Έγγραφα της μονής Παναγίας Φανερωμένης Δολών, Λακωνικαί Σπουδαί, 9(1988)334 κ.ε.

Καραθανάση Αθ., Επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά 8(1971) 249 κ.ε.

Καρακασσώνη Πέτρου, Ιστορία της τριημέρου μάχης του Πολυαράβου,

Cockerell C. R., Travels in Southern Europe and the Levant, London 1903.

Κολοκοτρώνη Θεόδωρου, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, (Απομνημονεύματα) Αθήναι 1851.

Κόμη Κώστα, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης 15ος – 19ος αιώνας, Ιωάννινα 1995

Κουγέα Σ. Β., Η μονή της Τίμιοβας, Μεσσηνιακά Γράμματα 1(1956)18.

Κουγέα. Σ. Β., Η καταγωγή του πρωτοστατήσαντος στην Ορλωφικήν επανάστασιν Παναγιώτη Μπενάκη φωτιζόμενη από τα αρχεία της Βενετίας, Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, (1965) 1 κ. ε.)

Κουγέα Σ. Β.: Νικήτα Νηφάκη, Μανιάτικα Ιστορικά Στιχουργήματα, Αθήναι 1964. Κεφάλαιο: Ιστορία της Μάνης, ήθη, χωρία, και ιντράδες αυτής,

Κουγέα Σ. Β., Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης, Ελληνικά, τόμ. ΣΤ’, Αθήναι 1933.

Λάμπρου Σπ., Βραχέα Χρονικά, τόμ. 2, αριθ. 9.

Leake W. M., Travels in the Morea, London 1830, vol. 1.

Lemerle P., L’ Emirat d’ Aydin Byzance et l’ occident, 1957.

Λούκου Χ., Η κατάληψη της Καλαμάτας από τους Μανιάτες το 1831, Μνήμων 1(1971)79 και 83.

Μαραβελέα Γ. Α., Πραστείο, μια αγνοημένη μικρογραφία του Μυστρά, Αθήνα 1981.

Miller W., Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, μετ. Α. Φουριώτη, Αθήναι 1960.

Megaw H., Byzantie Architecture inMani, Brit. Sc. Athens., vol. 33, 1932-3, p. 137.

Μομφεράτου Αντωνίου, Συγισμούνδος Πανδόλφος Μαλατέστα – Πόλεμος Ενετών και Τούρκων εν Πελοποννήσω 1463-1464, Αθήναι 1914, σ. 29.

Morritt J., Account of a journey through the district of the Maina. In R. Walpole,Travels in various countries of the East, being a continuation of Memoirs relating to European and Asiatic Turkey, London 1820.

Μπελιά Ελένης, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1075)275, 281, 285, 289 και 293

Μπόμπου-Σταμάτη Β., Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5, σ. 274.

Νικήτα Νηφάκη: Βλέπε Σ. Β. Κουγέα.

Παναγιωτόπουλου Βασίλη, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος – 18ος αιώνας,, Ιστορικό αρχείο Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1985, σσ. 287-289 και 310-311.

Παπαδόπουλου Γ. Γ.,,Χρονογραφία οερί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, Αθήναι 1865.

Παπαρρηγοπούλου Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, εκδ. Π. Καρολίδου, Αθήναι 1925, τόμ. Ε΄.

Πατρικουνάκου Σταύρου, Βαχός Μάνης, Αθήνς 1999/

Pernice E., Mitt. Deutsch. Arc. Athen, τόμ. 19, σ. 360 κ.ε.

Πουκεβίλ Φ. Κ. Ο. Λ., Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε’, σ. 403-405.

Randolf B.,The present state of the Morea called anciently Peloponnesus, London 1689.

Σάθα Κ.. Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. 1-6.
Κ. Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς,

Simpson R. Hope, The seven cities offered by Agamemnon to Achilles

Σκιά Α., Τοπογραφκά και επιγραφικά των εν Μεσσηνία Φαρών και των πέριξ, Αρχαιολογική Εφημερίς, Αθήναι 1911, σ. 117.

Sciro G., Cronaca dei Tocco di Cefalonia, σ. 480, στιχ. 3509.

Σκοπετέα Σταύρου, Το Αλμυρόν και η ιστορία του, Μεσσηνιακόν ημερολοόγιον 2(1951)103-106, έκδ. Βογόπουλος.

Σταυροπούλου-Μακρή Α., Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Γλέζου στη Μέσα Μάνη, Δωδώνη 8(1979)305,
ό.π., 144, 159.

Στεφανόπολι Δήμου και Νικολό, Ταξίδι στην Ελλάδα, Αθήνα 1974.

Σφηκόπουλου Ιωάννη, Τα Μεσαιωνικά κάστρα του Μοριά, Αθήναι 1968.

Thiriet F., Regestes des Deliberations du senat du Venise, concernant la Romanie, τόμ. !, (1329-1399).

Topping Peter, Taxation di Mactu in Mani under Venetian rule, Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 1990, τόμ, Γ΄, σ. 7 κ.ε.

Traquair Ramsey, Laconia – The churches of Western Mani, Ann.Brit. Scool Athens, Vol. XV (1908-9), p.177.

Τριανταφύλλου Κ., Η Μικρομάνη (και τα Γιαννιτσάνικα) υπό τον βοεβόδα των Πατρών, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5 (1978) σ. 157.

Φιλική Εταιρεία: Μέξα Βαλ., Οι Φιλικοί,, Αθήναι 1937 και Μελετοπούλου Ι. Α., Η Φιλική Εταιρεία (Αρχείον Σέκερη), Αθήνα 1967,

Forster E.S., South-Western Laconia

Foucart P., Bull. Corresp. Hellenique, τόμ. 1, σ. 31.

Fougeres G., Mantinee, σ. 586-589

Χασιώτη Ι., Εποικισμοί Μάνης, Ελληνικά 22(1969)116.

Χέρτζβεργκ Γ, Φ., Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου μέσρι σήμερον, τόμ. Α’.

Xιώτη Π., Σειρά ιστορικών απομνημονευμάτων. τόμ. Γ΄, Κέρκυρα 1863 .

ΑΒΙΑ

Όνομα αρχαίας πόλης στο Μεσσηνιακό κόλπο. Αναφέρεται ότι μετονομάστηκε η αρχαία Ιρή σε Αβία. Η Ιρή είναι γνωστή από τον Όμηρο, που αναφέρει ότι είναι μια από τις επτά πόλεις που έταξε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα ως προίκα, αν ήθελε να παντρευτεί μια από τις κόρες του. Βλέπε Μαντίνεια που ιδρύθηκε στη θέση της Αβίας. Σταύρου Γ. Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης, Αθήνα 1996, σ. 19 κ.ε.

ΑΓΕΡΑΝΟΣ

Στον κόλπο του Αγερανού τοποθετείται η αρχαία πόλη των Ελευθερολακώνων «ο Αραϊνός», όπου σώζεται και μεγάλο κτήριο των ρωμαϊκών χρόνων. Ροδονίκης Ετζέογλου, Λακ. Σπ., τ. 9, σ. 5. Παυσ. ΙΙΙ, 24, 10. W.Leake, τ. 1, σ. 234. Α.Γούδα, Βίοι Παράλληλοι, τ. 8, σ. 4.
Ο Αγερανός αναφέρεται στην έμμετρη ιστορία της Μάνης του Νικήτα Νηφάκη, ως χωριο της Κάτω Μάνης (Ανατολικής). Εκεί είχε το κάστρο του ο Αντώνμπεης Γρηγοράκης. Ο κάτοικος του Αγερανού λέγεται κατά τον στιχοπλόκο Αγεραναίος. Με αυτό το χαρακτηρισμό εννοεί τους Κουτσογληγοραίους, δηλαδή τον κλάδο των Γρηγοράκηδων από τον οποίο προερχόταν ο Αντώνμπεης και οι ανιψιοί του και άλλοι συγγενείς και οπαδοί οι οποίοι κατοικούσαν στον Αγερανό. Στους «διαλόγους» περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι στίχοι, όπου αναφέρεται η περιοχή ως Γερανία, αλλά μάλλον θα είναι σχηματισμένη η λέξη με την ποιητική άδεια:
Ο Μπέης είναι στο βαθύ, στου Γερανού την άκρη
και εις την Μάνην πρόσταξεν απ΄ άκρη έως άκρη
φουσάτα να συνάξουσι, πάσα καπετανία,
και να τα στείλουσι ευθύς εκεί στην Γερανία.
Σ.Κουγέα, Νικήτα Νηφάκη: Μανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα, σ. 36, στιχ. 48 επίσης σ. 74, στιχ. 21-21, σ. 103, στιχ. 787, σσ. 115 και 122.
Ο Γ. Σαΐτας, Οχυρές εγκαταστάσεις καπεταναίων Μάνης, Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 537 (και 525), αναφέρει «… στο Μικρό ακρωτήρι του Αγερανού, που επέβλεπε τις σκάλες του Πάνω και Κάτω Βαθύ, υψωνόταν το τειχισμένο συγκρότημα του Αντώνμπεη Γρηγοράκη…». Ο Α.Κουτσιλιέρης, Μανιάτικα Μελετήματα, σ. 181, αναφέρει ότι στον Αγερανό υπάρχουν μέχρι σήμερα τα σπίτια Γρηγοράκηδων και του κλάδου της ίδιας οικογενείας των Αλιτζερινιάνων.
Το 1805 επισκέφθηκε τον τόπο και συνάντησε τον Αντώνμπεη ο Άγγλος περιηγητής W. Leake, ο οποίος ανέφερε ότι ο Μπέης διέμενε στο Μαραθονήσι, ενώ ο πύργος του ήταν στον Αγερανό. W.Leake, τ. 1, σ. 234.
To 1806 υπέγραψαν το υποσχετικό στον Αντώνμπεη οι κάτοικοι της Μάνης και από την περιοχή Σκουτάρι και Τρυγονά αναφέρονται μεταξύ των άλλων και οι «Αγερανιώτες». Ανωνύμου, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 46.
Το 1809 περιέγραψε το κάστρο του Αντώνμπεη Γρηγοράκη ο Άγγλος περιηγητής J.Galt, Voyages and travels in the years 1809, 1810 and 1811, London 1812, σσ 153-156. Π.Θεοδωρακάκου-Βαρελίδου, Κάστρο Γρηγοράκηδων εις Αγερανό Μάνης, Τεχνικά Χρονικά, 4/550 (Απρίλιος 1972), σσ. 309-326. Να σημειωθεί ότι λανθασμένα το αναφέρει ως κάστρου του Τζανήμπεη Γρηγοράκη.
Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ (Pouqueville), Ταξίδι στην Ελλάδα, Έκδ. Αφων Τολίδη, τ. 5, σσ. 397 και 398, στη Γαλλική έκδοση σσ. 602 και 604 αναφέρει το Geranos που στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται ως Αγέρανος.
Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική επιστημονική αποστολή.
Στα χρόνια 1828-1830 έστειλαν στον κυβερνήτη οι τοποικές αρχές στατιστικά στοιχεία για την Ανατολική Μάνη και αναφέρεται ότι στον Αγερανό κατοικούσαν 35 οικογένειες με 127 κάτοικοι (άνδρες 33, γυναίκες 62 και παιδιά 32). Ε.Μπελιά, Στατιστικά στοιχεία της Λακωνίας, Λακ. Σπ., τ. 3, σ. 445.
Βλέπε ακόμη: Κ. Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης,.ωάννινα 1995, σ. 265.

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Οικισμός του Ζυγού της Μάνης που δεν διατηρείται σήμερα το όνομά του. Δεν μπορεί να εντοπισθή με ακρίβεια, ίσως είναι η Γαρμπελιά ή κάπου μεταξύ αυτής και του Νομιτσή.
Αναφέρεται για πρώτη φορά στο χάρτη του B. Agnese (1554), ως S. Barbara. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 265.
Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται στην περιοχή του Ζυγού της Μάνης ο οικισμός Αγία Βαρβάρα (J.Βuchon: Agia Varnava, Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584: Agia Varvara, αριθ. 37) με 20 σπίτια (εστίες= fuochi).
To 1621 στη Νομική συναγωγή του Δοσιθέου αναφέρεται στο χωριό Αγία Βαρβάρα, που υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας. Σ.Κουγέα, Ελληνικά, τ. 6, σ. 299.
Το 1655 αναφέρεται σε έκθεση για τους κατοίκους και τα χωριά της Μάνης το χωριό Aiorovarites (Αγιοβαρβαρίτες), που μπορεί να ταυτιστεί με την Αγία Βαρβάρα. Ι.Χασιώτη, Ελληνικά 22(1969)155.
Το 1670 πέρασε από την περιοχή του Ζυγού της Μάνης ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιγιά Τσελεμπή, Κ.Κωστάκη, Πελοποννησιακά, τ. 14, σ. 300 και ΕβλιάΤσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Έκδ. Εκάτη, σ. 279. Αναφέρεται ότι η Αγία Βαρβάρα βρίσκεται νότια του χωριού Νομιτσή και στους πρόποδες ενός απρόσιτου βουνού ή πάνω στις πλαγιές ενός απότομου βουνού. (συνυπάρχει στην ίδια εργασία Αγία Βαρβάρα και Κούμανι;;;). Στο χωριό Κούμανι υπάρχει ναός Αγίας Βαρβάρας.

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Στην κοινότητα Δρυάλου, όπως σχηματίστηκε το 1914, υπήρχαν προσκολλημένοι οι οικισμοί Αγία Βαρβάρα, Φτείον, Παλιόχωρα, Σκυφιάνικα και Τσόπακας. Δ.Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 223.
Αναφέρεται το 1829 από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Το 1810 η Αγία Κυριακή, που βρίσκεται νότια του Μέζαπου, ανήκε στην επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Χαρακτηρίζεται ως ψαροχώρι και παλαιότερα, στα χρόνια της επανάστασης, ήταν έδρα πειρατών.
Αξιόλογος στην περιοχή της ο βυζαντινός ναός του Προφήτη Ηλία του 12ου αιώνα με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα.
Η Αγία Κυριακή ανήκε το 1836 στο δήμο Θυρίδων και το 1841 στο δήμο Μέσσης.

ΑΓΙΑΝΝΗΣ

Αναφέρεται το 1810 οικισμός με το όνομα Αγιάννης που ανήκε στην επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου. Κατά τον Ανάργυρο Κουτσιλιέρη ο οικισμός αυτός βρίσκεται μεταξύ της Λάγιας και του Πορτοκάγιου.

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή και βρίσκεται Β.Α. της Κοίτας.

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Χωριό της επαρχίας Μαλεβρίου. Αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή το 1829 και υπήρξε πρωτεύουσα της ομώνυμης κοινότητας της επαρχίας Γυθείου. Λακωνικαί Σπουδαί 3(1979)446, κάτοικοι στα χρόνια του καποδίστρια 42.
Άγιος Βασίλειος υπάρχει και στην επαρχία Φωκά.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μέζαπου. Βρίσκεται μεταξύ Μίνας και Μεζάπου
Στους Νυκλιάνους σ. 222-3 αναφέρεται στη Διοικητική Διαίρεση της Μάνης ότι το 1836 υπαγόταν στο δήμο Ιππολών, το 1842 στο Δήμο και στο 1841 στο δήμο Οιτύλου και το 1914 στην κοινότητα Μίνας.
Βλέπε στις εργασίες του Δρανδάκη το ναό της Επισκοπής και του Αγίου Προκόπιου Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μάσα Μάνης,

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ οικισμός μεταξύ Γαρδένιτσας και Νόμιας.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Λεύκτρου

Ήταν η έδρα της οικογενείας Χρηστέα, όπου σώζεται ο πύργος. Οι Χρηστέοι ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.
Στου Στ. Καπετανάκη, οι Κυβελαίοι της Γαρμπελιάς, στα τετράδια της ιστορίας της Μάνης αναφέρονται οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Κυβελαίων και Χρηστέων.
Στου Δικαλιου βαγιακάκου, ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης αναφέρεται στη σ. 25 και 117.
Για το νησάκι Πέφνος γράφει ο Πουκεβίλ στη σ. 596 και ο Post στη σ. 87.

ΑΓΙΟΣ ΗΛΙΑΣ ή ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Λάγιας

Στο χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής τοποθετείται δυτικά από τα Δημαρίστικα
Ο Δ. Δημητράκος στους Νυκλιάνους σ. 223 τον αναφέρει σαν οικισμό κοντά στη Λάγια.

ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Στη στατιστική του Πέτρου Μδικου-Γιατρού, από το 1618, αναφέρεται σαν San Constantino.Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ.
Πρέπει να ήταν οικισμός γύρω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου που βρίσκεται ανατολικά της Σβίνας (Πλάτανος) νότια από τις Θαλάμες (Κουτήφαρη).
Στο ναό σώζεται κτητορική επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού και αναφέρει ότι χτίστηκε το 1699 από τους Γριτσιάνους, δηλαδή την οικογένεια Γρίτση-Παλαιολόγου. Να σημειωθεί ότι αναφέρεται ότι ο οικισμός Γριτσιάνικα βρίσκονταν ανατολικά της Λαγκάδας.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Αναφέρεται το 1618 στην στατιστική του Πέτρου Μέδικιυ-Γιατρο ως San Nicolo di gardicia με τριάντα σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 584. Πιθανώς σχετίζεται με τον ναό του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ Πλάτσας και Νομιτσή.
Στην παραλία του Λεύκτρου, βόρεια του Αγίου Δημητρίου, υπάρχει παραλιακός οικισμός με το όνομα Άγιος Νικόλαος, που ανθεί σήμερα, αλλά φαίνεται ότι αναπτύχθηκε τα μετεπαναστατικά χρόνια Σελίνιτσα.

ΑΓΚΙΑΔΑΚΙ ή ΑΓΓΙΑΔΑΚΙ

Σημειώνεται στον χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του 1829. Το 1914 ήταν χωριό της κοινότητας Μίνας. Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι σ. 223. Στη σ. 225 αναφέρεται ότι το Αγγιαδάκι είναι υποκοριστικό του αγγιάδι και το ρήμα αγγιάζω σημαίνει πειράζω, δίνω αφορμή πάλις. Φαίνεται ότι το Αγγιαδάκι έγινε αφορμή για φιλονικία μεταξύ των γειτόνων. Μέρος διαφιλονικούμενο.

ΑΚΙΑ-(Γ)ΚΡΕΜΟΣ

Στην στατιστική του Πέτρου Μέδικιυ-Γιατρού αναφέρεται το 1618 ως Hachia με 40 σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 585 κλπ.
Ο Νικήτας Νηφάκης (1798), Κουγέας σ. 204, την αναφέρει ως Κρεμός δηλαδή Γκρεμός και θεωρείται ότι είναι η Άκια, η οποία βρίσκεται σε Γκρεμό.
Ήταν ένα χωριό της Πεντάδας, που περιλάμβανε τα χωριά: Παλαιόχωρα, Βάμβακα, Άκια,Κουλούμι και Μπρίκι. Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της μάνης, σ. 81. Βλέπε ακόμη το υποσχετικό στον Αντώνμπεη του 1806. Ακόμη W. M. Leake, τόμος Α’, σσ. 285, 311.
Το 1829 αναφέρεται ως Άκια από τη Γαλλική Επιστημονική αποστολή/

ΑΛΙΚΑ-ΑΛΥΚΑ

Το 1571 αναφέρεται το χωριό Άλυκα. Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)258.
Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου – Γιατρού να έχει 80 σπίτια. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 585 κλπ.
Το 1655 αναφέρεται σε Ισπανικό έγγραφο ως Faglia. Χασιώτης σ. 155.
Το 1700 αναφέρεται από τον Β. Παναγιωτόπουλο, σσ. 60 και 234.
Ο Πουκεβίλ (Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμ. Ε΄ Πελοπόννησος σ. 405) τα αναφέρει το 1813 με το όνομα ‘’Γλυκά’’ και σημειώνει ότι είχαν 80 άνδρες ικανούς να εκστρατεύσουν και 190 ικανούς να πολεμήσουν.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή ανέφερε ότι είχαν 380 κατοίκους.
Ο Δ. Δημητράκος στους Νυκλιάνους σ. 222-3 αναφέρει ότι διοικητικά το 1836 ανήκε στο δήμο Καινιπόλεως και το 1841 στο δήμο Μέσσης. Το 1914 έγινε η κοινότητα Αλίκων και το 1928 είχε 313 κατοίκους. Ακόμη στη σ. 225 αναφέρεται: Άλικα = μέρος Παραθαλάσσιο. Ο κάτοικος των παραθαλασσίων της Πελοποννήσου ονομαζόταν Αλικός και δωρικώς Αλίκος. Σημειώνεται ότι στα Άλικα αρμόζει αυτό το όνομα γιατί τα γύρω χωριά είναι σε απόσταση από τη θάλασσα, όπως η Βάθεια,Μπουλαριοι, Κοίτα, Νόμια κλπ. στη σ. 248 αναφέρει ότι τα Άλικα θεωρούνται η πατρίδα των Γρηγοράκηδων. (Αλλού αναφέρεται ότι και οι Μαυρομιχαλαίοι προέρχονται από τα Άλικα). Τέλος στη σ. 271 αναφέρεται επιγραφή από τα Άλικα.
Βλέπε: Λακωνικαί Σππουδαί τόμ. Θ’ , σ. 476 και 497
Ο W. M. Leake, σσ. 288-290, 308, 310.

ΑΛΜΥΡΟ Βλέπε Αρμυρό

ΑΛΤΟΜIΡΑ

Το τοπωνύμιο έχει σλαβική προέλευση. Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού. Κ.Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σ. 266. Το χωριό βρίσκεται στην άλλοτε επαρχία Σταυροπηγίου (παλαιότερα επαρχία Ζαρνάτας), η οποία μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε το δήμο Αβίας.
Στα Αλτομιρά υπάγεται και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο φαίνεται να ελέγχει τη διάβαση από τον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου προς τα πεδινά, όπου το χωρίο Σωτηριάνικα. Στα Σωτηριάνικα υπήρχε άλλη μονή, το μοναστήρι της Μαρβίνιτσας. Φαίνεται ότι τα μοναστήρια αυτά συνετέλεσαν στον εξελληνισμό των σλαβικών φύλων. Και τα δύο είχαν υποστεί πολλές καταστροφές, αλλά είχαν διασωθεί υα ιερά, τα οποία είναι χτισμένα κατά τον πλινθοπερίκλειστο τρόπο δομής, που δηλώνει υη βυζαντινή τους προέλευση. (Να σημειωθεί ότι το ιερό του Αγίου Γεωργίου έχει πρόσφατα επικαλυφθεί με ασβεστοκονίαμα (σοβατιστεί). Να σημειωθεί ότι τα μοναστήρια στην περιοχή καλύπτουν τις διαβάσεις, π.χ., προς την Άνω Σέλιτσα (Άνω Βέργα) είναι το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, ανατολικότερα το μοβαστήρι της Τόμιοβας, την οδό από τον Κάμπο προς την Καρδαμύλη της Αντρουμπεβίτσαςκλπ.
Εκτενέστερα βλ’επε Θ. Μπελίτσου, Τα Αλτομιρά της έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 14(1998)293-346.

ΑΜΠΕΛΟ

Το Άμπελο αναφέρεται από τον Parkins στο βιβλίο ‘’εικόνες της Μάνης στις σ.38 και 110

ΑΝΩ ΠΟΥΛΑ

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄ σ. 287: Άγιοι Θεόδωροι Άνω Πούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄ σ. 491: Βυζαντινοί ναοί: Ο οπίσω της Άνω Πούλας (αρχαίας Ιππόλας), εγγύς της θαλάσσης, ναός του Σωτήρος, ο Άγιος Θεόδωρος της Άνω Πούλας με τοιχογραφίες διαφόρων εποχών. των οποίων αι αρχαιότεραι εξεταστέον εάν ανάγωνται εις τον ΙΑ΄ αιών. Μνημονευτέος ακόμη ο Άγιος Φίλιππος της Κουνιώτικης Πούλας με λείψανα τοιχογραφιών των οποίων άλλαι υπολαμβάνονται έργα του ΙΑ΄ αιώνος και άλλαι του ΙΓ΄. Με διαλελυμένα μάρμαρα τέμπλο δυναμένων να θεωρηθούν έργα του Νικήτα Μαρμαρά.
Λακωνικαό Σπουδαί τόμ. Γ΄ σ. 55 Αναφπρά εις Άγιον Νθκήτα παρά ττω νεκροταφείω της Άνω Πούλας και ό.π., σ. 73
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄ 157: Άγιος Φίλιππος Άνω Πούλας Κούνου.
Λακωβικαό Σπουδαί, τόμ. Ζ΄ σσ. 162 και 165: ¨Αηιοι Θεόδωροι Άνω Πούλας, β΄ ήμισυ του 13ου Αιώνα.
Ό.π. σ. 184 : Άγιος Φίλιππος Άνω Πούλας (β΄ ήμισυ 13ου αιώνα).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ, 5, το υψόμετρο της Άνω Πούλας είναι 350 μέτρα.
Ό.π. σ. 84: ‘’Κάστρο ωριάς’’.
Ό.π-. σ. 158-9 Άνω Πούλα στα Σφακιά και στο Κατωπάγκι. Σ. 225: Πήρε το όνομα από πρόσφυγες της Άνω Πούλας Σφακίων

ΑΡΑΧΟΒΑ-ΚΑΡΥΟΒΟΥΝΙ λΕΥΚΤΡΟΥ

Δασκαλάκης, Η Μάνη και η Οθωμανική αυτοκρατορία, σ. 69: Το 1618 από την Αράχοβα ήταν ο Δημέας Βελκούνος και στη στατικστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού σημειώνεται Arachova με 40 σπίτια. Κ. Κόμη,
Χασιώτης, σ. 155, την αναφέρει Aracona
Topping: Milea και Aracova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 348 και στους Βενετούς 160.
Κουγέας, Ελληνικά ΣΤ΄ (1933) σ. 299 αναφέρεται στη Συναγωγή του Δοσιθέου ότι η Αράχοβα το 1621 υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας.
Κουγέας, Νηφάκης, σ. 93 αναφέρει την Αραχοβα.
Από την Επιστημονική Γαλλική Αποστολή μαθαίνουμε ότι η Αράχοβα το 1829 είχε 71 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄ σ. 511 αναφέρεται η Αράχοβα.
O Leake στη σελ. 262 αναφέρει την Αράχοβα.
Στα Μεσσηνιακά Β΄ σ. 160 αναφέρεται η Αράχοβα.
Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 76 αναφέρεται στην Αράχοβα.
Στ. Καπετανάκη, Η θυσία του Παπά-Πανάγου Ρούσσου, Λακωνικά, Επετειακή έκδοση 1902-2002, Αθήναι 2003, σ. 515,

ΑΡΓΙΛΙΑΣ

Σημειώνεται στο χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής το 1829.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄ σ. 445. Το 1830 ο Αγιλιάς είχε 209 κατοίκους.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄ , σ. 303, ετυμολογία του Αργιλιά.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 223 αναφέρει ότι διοικητικά ο Αργιλιάς το 1836 υπαγόταν στον δήμο Ασίνης και το 1914 στην κοινότητα Νήφι.

ΑΡΔΟΥΒΙΣΤΑ ή ΑΝΔΡΟΥΒΙΣΤΑ

Η Ανδρούβιστα ή Αρδούβιστα, όπως την αποκαλούσαν παλαιότερα, είναι μια περιοχή, η οποία περιλαμβλανει πολλά χωριά. Ως κυρίως Ανδρούβιστα καλείται το χωριό Χώρα και ακολουθπούν το Ξωχώρι, το Νίκοβο κλπ.
Το 1278 αναφέρεται ο καπετάνιος της Ανδρούβιστας Μιχαήλ Σπανός, ο οποίος κατηγορήθηκε από τους Βενετούς ότι λήστεψε το πλοίο του Ιωάννη Πανιάνο (Pagniano), που ήταν φορτωμένο με σιτάρι. Tafel-Tomas, τόμ. 3, σ. 233.
Πάλι το 1278 άνδρες από την Ανδρούβιστα λήστεψαν βάρκα (πλοιάριο) που πήγαινε αλάτι από την Κορώνη στην Καστάνια. Τους συλληφθέντες οδήγησαν στο κάστρο του Λεύκτρου- Belforte, ‘οπου καπετάνιος ήταν ο μαλρυδούκας και τους φυλάκισαν. ‘ο.π.
Το 1440 ο Κωνσταντίνος (;) Παλαιολόγος ή κάποιος από τους αδελφούς του υπέγραψε αργυρόβουλο και επέτρεψε στους αδελφούς Σπανούς να έχουν ως δούλο τον Κόμπη, γιατί ο πατέρας του είχε γεράσει και δεν μπορούσε να δουλεύει.
Το 1480 αναφέρεται ότι ο Κροκόδειλος Κλαδάς κινήθηκε από την Κορώνη, και πήγς στη Μάνη και κετέλαβε διάφους τόπους ή κάστρα μςταξύ των οποίων ήταν και το Λεφτίνι και η Ανδρούβιστα. Στις 4 Απριλίου 1480 έγινε μάχη στο κάστρο της Καστάνιας (ή Καστάνιτσας) των Τούρκων με τον Κλαδά που ηττήθηκε. Στις 6 Απριλίου του 1480 κατέφυγε στο Ακρωτήριο της Μάνης του Αγίου Αγγέλου, όπου ήταν πλοία τα οποία πήγαιναν στο Πόρτο Κάγιο και από εκεί τον παρέλαβαν στις 13 Απριλίου τον παρέλαβαν γαλέρες του βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου. Σάθας, Τουρκπξρατουμένη Ελλάς, σ. 42 και του ιδίου, Μνημεία Ελληνικής ιστορίας, τόμ. 6, σ. 221.
Το 1618 οι Μανιάτες με επιαστολή τους προς το δούκα του Νεβέρ κατέστησαν τον Πέτρο ΜέδικαΓιατρό πληρεξο΄θσιό τους. Από την Ανδρούβιστα υπέγραψε ο «Γεώργιος Σκούμπλος και ταβουλάριος Ανδρούβιστας με όλην μου την χώρα προσκυνώ την υψηλοτάτη σου αφεντία». Σάθας, τουρκοκρατουμένη Ελλάς σ. 206.
Το 1618 η στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρονται τα χωριά (Buchon):
Arduvista megali chora με 80 σπίτια
Crimignono di Arduvista με 35 σπίτια = Κριμίνιοβο
Ceria du Arduvista με 10 απίτια = Τσέρια
Celisti di Arduvista με 25 σπίτια = Σέλιτσο
Precista di Arduvista με 25 σπίτια = Πρίπιτσα
Nixovo di Arduvusta με 40 απίτια = Νίκοβο
Κ. Κόμη, Πληθυσμός κλ. Βλέπε περιεχόμενα
Το 1621 η Ανδρούβιστα υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας. Δοσιθέου, Νομξκή Συναγωγή αναφερομένη από Σ. Κουγέα, Ελληνικά, σ, 229.
Το 1642 απέπλευσε από το Οίτυλο ο Χριστόφορος, επίσκοπος Ανδρούβιστας (Hartovista), για την Ιταλία προκειμένου να γίνουν συνεννοήσεις για μετανάστευση Μανιατών. Μαζί του πήγαν και 45 πρόκριτοι από τη Μάνη. Μέρτζιου, Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)133-4.
Το 1655 η Ανδρούβιστα αναφέρεται στην Άνω Μάνη. Χασιώτης, 155.
Το 1659 αναφέρεται στην κίνηση του Μοροζίνη για αντιπερισπασμό με την κατάληψη της καλαμάτας. Α. Καραθανάση Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄, σ, 240-50. Από κακή ανάγνωση αναφέρεται ως Ανδραβίδα.
Το 1670 αναφέρεται από τον Εβλιγιά Τσελεμπί, «Το χωριό Αρνόστα είναι ένα χωριό με πέντε γειτονιές, σαράντα εκκλησίες και τρία μοναστήρια».. Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 299. Έκδ. Εκάτης, σ. 277.
Από το 1670 αναφέρεται στη Ζάκυνθο οικογένεια Στεφανάκη από Ανδρούβιστα. Λ. Ζώης, Βιογραφικό Λεξικό Ζακύνθου
Tο 1690 αναφέρεται ο capitan Curta di Andruvista Πρλοποννησιακά Β΄ , σ. 429.
Το 1692 πλήωνε φόρο στους Βενετούς. P. Topping, Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 1990, τόμ. Γ΄, σ. 8.Αβδρούβιστα Λεφτίνι και ϊασίνοβα όλα μαζί πλήρωναν 709 και π-λήρωσαν και πλήρωσαν μέρος του φόρου,150 ρεάλια. Οι γέροντες δεν συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν με τον Γενικό Προβλεπτή Πελοποννήσου το θέμα της φορολογίας.
Το 1715 Καπετάνιος της Ανδρούβιστας ήταν ο Παναγιώτης Σκούρτος. Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 404.
Το 1798 ο Νικήτας Νηφάκης (Σ. Κουγέας) αναφέρει την Ανδρούβιστα στις σελ. 71 και 117.
Το 1806 αναφέρεται στο υποσχετικό στον Αντώνμπεη και το υπογράφει ο Αντώνιος Τρουπάκης.
To 1805 h Ανδρούβιστα σημειώνεται στον χάρτη του W. M. Leake.
Το 1829 σημειώνεται στον χάρτη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής και σημειώνονται ακόμη τα χωριά: Ξωχώρι, Νίκοβο, Λάκκοι, Γούρνιτσα, Πετροβούνι και Καρδαμύλη.
Για την επισκοπή Ανδρούβιστας βλέπε Ζερλέντη, σ. 50.
Σε υπόμνημα των Ολλανδικών αρχείων αναφέρεται: Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 281 και 288.
Για τη μάχη της Κακής Σκάλας της Ανδρούβιστας (1826) βλέπε: Πελοποννησιακά Β΄, σ. 133. Για τον Θεόκλητο Ανδρούβιστας ό.π., σ. 163 (1801). Για το Θεόκλητο βλέπε ακόμη Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 69. Ο Θεόκλητος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
Η επαρχία Ανδρούβιστας μπορούσε να κινητοποιήσει 600-700 στρατιώτες για την επανάσταση του 2832. Πατριαρχλεας Δίπτυχο σ. ξζ΄.

ΑΡΜΠΑ

Άρμπα ήταν γειτονειά του χωριού Κάμπος Αβίας.

ΑΡΜΥΡΟ-ΑΛΜΥΡΟ

Αλμυρές πηγές αναφέρονται από τον Παυσανία, XXX 2.
Λακωνικαί Σπουδαί,τόμ. Η΄, σ. 402, 421, 429, 430, 433. Για τα οχτρά της Βλεργας του Αλμυρού βλέπε:
Το χειμώνα εξυπηρετεί την Καλαμάτα σαν λιμάνι, (1805) Leake, σ, 325, 331.
Bory de Saint Vincent, σ. 343-4
Πουκεβίλ, σ. 584-5.
Αναφέρεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή το 1829
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 285-6. Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων, όπου αναφέρεται σαν λιμάνι της Καλαμάτας
» » , τόμ. Η΄, σ. 402, 429, 430, 433.
» » , τόμ. Θ΄, σ. 479, 484, στάση του 1831.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,
Πελοποννησιακά, τόμ. Α΄, σ. 73-93. Μάχη 1770
Ό.π. σ. 368. Διαθήκη Γεωργίου Μαυρομιχάλη για Κορωνόπουλο.
Πελοποννησιακά, τόμ. Ε΄, σ. 161. Ετυμολογία
» » , Παράρτημα 5, σ. 188, το 1827 ο Νικηταράς σκόπευε να πάει εκεί.
Ό.π., σ. 200, 292 – φόβος επιδρομής Ιμπραήμ σ. 302-3
Πελοποννησιακά Παράρτημα 13, σ. 532.
Ό/π/. σ. 281, ο Κουντουτιώτης στο Αλμυρό.
Ό.π., σ. 235, κίνηση λιμανιού Αλμυρού
Β. Πατριαρχέας, Δίπτυχον, σ. ξζ΄, Γεωργάκης Χριστοδουλάκης-Καπετανάκης μπορούσε να στρατολογήσει 500 στρατιώτες.
Post, σ. 77-88 και 104-5
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα της Μάνης, σ. 302, 404.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄. σ. 54. Τόμ. Β΄, σ. 223 (1825). Τόμ. Γ΄, σ. 143.
Θ. Κολοκοτρώνη , Απομνημονεύματα, σ. 164-5, 192, 215.
Δ. Βαγιακάκου, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης,, βλέπε περιεχόμενα
Πέτρπυ Κπυτήφαρη, Ιστορικαί Σημειώσεις, σ. 199-201, 203.
Γεωργίου Ψύλλα, Απομνημονεύματα, σ. 50, 147,-151, 162-3,171.
Δέσποινα Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξη της πειρατείας, σ. 78, 9599, 236
» » , Το θαλάσσιο Δικαστήριο, σ. 56-7, 94-5, 129
Από το Αλμυρό πέρασαν πολλοί. Για τη φύλαξη της Βέργας ήρθαν όλοι οι οπλαρχηγοί της Μάνης, ο Θ. Κολοκοτρώμης, ακόμη ο Γ. Κουντουριώτης, ο Ι. Α. Καποδίστριας κλπ.

ΑΡΧΙΑ (Αρχιά)

Δ. Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 225. Υποθέτει ότι από εκεί άρχιζε η πόλη Μέση.
Το 1655 αναφέρεται σε Ισπανικό κατάλογο χωριών της Μάνης ως Archia, Χασιώτης σ. 155.
Αναφέρεται το 1829 από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΜΕΛΙΤΊΝΗΣ

Το 1700 αναφέρεται ως Archondio από τον Β. Παναγιωτόπουλο με 49 κατοίκους από τους οποίους οι 16 ήταν άνδρες.
Μετά από 100 περίπου χρόνια αναφέρεται από τον Νικήτα Νηφάκη (Κουγέας, σ. 107).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄. σ. 368, αναφέρεται ότι ανήκε στην επισκοπή Μαλτσίνας.
Πελοποννησιακά, τόμ. Β΄, σ. 118, αναφέρεται ότι γειτόνευε με τους Τουρκοβαρδουνιώτες.
Ό.π., σ. 305, ετυμολογία

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ, ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΕΓΆΛΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Ένας από τους τρεις παραλιακούς οικισμούς της Μεγάλης Μαντίνειας (οι άλλοι: Παλαιόχωρα και Κοπάνο-Ακρογιάλι). Θεωρείται ότι οφείλει το όνομά του στη Βυζαντινή εποχή και είχε σχέση με τους άρχοντες Παλαιολόγους, ίσως αρχοντικό περιβόλι, γιατί κτίσμα δεν έχει εντοπισθεί μέχρι τώτα.

ΑΣΩΜΑΤΟΙ ή ΣΩΜΑΤΙΑΝΑ
Μικρός οικισμός κοντά στο Κουτήφαρη του Λεύκτρου.

ΑΣΩΜΑΤΟΣ (η)

Στο ακρωτήριο Ταίναρο (Κριτήρι), εκεί που ήταν ο ναός του Ποσειδώνα υπάεχουν επιγραφές της παλιάς εποχής. Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 87, 93. Στη σ. 98 αναφέρεται ότι υπάρχει χριστιανικός ναός στη θέση του παλαιού ναού του Ποσειδώνα. Εκεί ήταν η πύλη του Άδη..
Leake, σ. 296-9, 302, 304.

ΑΦΟΥΓΚΙΑ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται ως Afugia di Colochitia με 50 σπίτια. Πιθανόν να είναι το χωριό Σκαλτσωτιάνικα ή άλλο πλησίον που χάθηκε.
Το 1655 την αναφέρει ο Χασιώτης σ. 155, ως Afunga.
Το 1692 ο Tοpping την αναφέρει ως Affungie e Cogna, δηλαδή Αφούγκια και Γωνέα, που μαζί πλήρωναν φόρο στους Βενετούς 74 ½ ρεάλια.
Το 1700 την αναφέρει ο Β. Παναγιωτόπουλος σ. 26, ως Affungia
Τον 18ο αιώνα την αναφέρει ο γιατρός Παπαδάκης Αφούγκια Γλίνας. Βλέπε : Δημητράκου , Οι Νυκλιάνοι.

ΑΧΙΛΛΕΙΟ ή ΑΧΙΛΑΤΣΙΚΟ

Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 97, Αχιλλάτσικο, λιμάνι , το οποίο Διοικητικά υπαγόταν το 1914 στην κοινότητα Λάγιας. Στη σ. 95, αναφέρεται ότι Αχίλλειο λέγεται ο οικισμός που βρίσκεται στο Πόρτο Κάγιο κοντά στο μοναστήρι. Στη σ. 93 σημειώνεται και ως Πλατιά Άμμος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 153, στο Αχίλλειο βρίσκεται ναός σταυρεπίστεγος, Βυζαντινής εποχής αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Ο Leake, σ. 296-9, 302, 304 κάνει λόγο όπου και για Ασώματοι

ΒΑΘΕΙΑ

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 257, ο Ντόκος γράφει ότι Vatia ήταν κοντά στο κάστρο της Μάνης castello di Maina.
To 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται Vatia με 20 σπίτια.
To 1655 αναφέρεται σε ισπανικό κατάλογο των χωριών της Μάνης ως Fatia, Χασιώτης, σ. 155.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 147, ο Μέρτζιος αναφέρει ότι ο Άγγελος Σουμάκης βρισκόταν στη Βάθεια στο σπίτι του κουμπάρου του Αντώνη Γερακάρη. Ο Μιχάλης Γερακάρης είχε πιάσει ένα τούρκικο καράβι με 30 κοπηλάτες.
Το 1692 η Vachia πλήρωνε φόρο στους Βενετούς 42 ½ ρεάλια. Topping, (Ίσως πρόκειται για το χωριό Βάτας γιατί είναι μαζί με άλλα χωριά της Κολοκυθιάς, υπάρχει όμως και χωριό Putta που ίσως είναι ο Βάτας.)
Το 1700 ο Παναγιωτόπουλος αναφέρει ότι η Βάθεια είχε 212 κατοίκους από τους οποίους οι 54 μόνο ήταν άνδρες,
Ο Νηφάκης (Κουγέας) στις ιντράδες της Μάνης, στίχο 210 αναφέρει τη Βάθεια.
Το 1805 ο Leake αναφέρει τη Βάθεια.
Το 1806 αναφέρεται η Βάθεια στο υποσχετικό που δόθηκε στον Αντώνμπεη Γρηγοράκη.
Το 1813 την αναφέρει και ο Πουκεβίλ.
Το 1829 αναφέραι από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή να έχει 333 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 139: Αναφέρεται ναός του Προδρόμου στον οικισμό που είναι εκεί πλησίον και ονομάζεται Γουλάς της Βάθειας
Δημητράκος, Νυκλιάνοι, σ. 158-9. Βάθεια στην Κρήτη και στη Μάνη. Προσθέτουμε Βάθεια και στην Εύβοια.
Ό.π., σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση, το 1836 ανήκει στο δήμο Καινηπόλεως και με το σχέδιο του 1841 στο σήμο Μέσσης. Το 1914 η κοινότητα Βάθειας είχε το 1928236 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί. Τόμ. Α΄, σ. 357 στη Βάθεια και Απορράχια ναός
Ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 446, το 1828-30 κάτοικοι 333.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428, Άγιος Ιωάννης Γουλά από 14-15 αιώνα.
Ό.π., παράρτημα 9ο, σ. 164: στο Γουλά Βάθειας ορθόλιθοι.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο, σ. ξζ΄, ο Αναγνωσταράς αναφέρει ότι η Βάθεια (Μιχαλακιάνοι και λοιποί) μπορεί να κινητοποιήσει 400 στρατιώτες.
Ό.π., σ. ξη΄. Ο Φιλήμων γράφει ότι: ‘’Μέσση 700 Μιχαλακιάνοι υπό τους Μαυρομιχάλας’’
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5ο, σ. 395-7, στο Πεταλίδι εγκαταστάθηκε από τη Βάθεια ο Τσικρικας.
Σύνορα Μάνης, σ. 398.
O Leake αναφέρει τη Βάθεια στη σ. 294.
Ο Πουκεβίλ στη σ. 602
Δ, Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 82.
Parkins, Εικόνες της Μάνης, σ. 99, 100.

ΒΑΘΥ

Το 1805 τo αναφέρει ο Leake σ. 234, 236-7, 252, 255-6, 259, 267, 276, 296, 299, 302, 304.
Το 1815 αναφέρεται από τον Πουκεβίλ.
Το 1829 αναφέρεται από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 282, αναφέρεται σε υπόμνημα των Ολλανδικών Αρχείων.
Στου Φιλήμονος το αρχείο αναφέρεται, σ. 24 ως κατοικία του Αντώμπεη Γρηγοράκη. Στη σ. 111 και του Τσιγκούριου Γρηγοράκη, Πόρτο βαθύ. Στη σ. 193 και του Καβαλιέρη Δημήτριου Γεηγοράκη.
Πατριαρχέα, Δίπτυχον, σ. ξζ΄, Ο Αναγνωσταράς αναφέρει ότι από το Πόρτο Βαθύ και Πασσαβά κινητοποιούνται 600 στρατιώτες με τον Τσιγκούριο και Καβαλιέρη.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, σ. 537 είναι εκεί ο πύργος του Αντώνμπεη. Στο Βαθύ περιλαμβάνεται και ο Αγερανός.
Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 41 και 148.

ΒΑΜΒΑΚΑ-MΠAMΠAKA

Β. Παναγιωτόπουλος γράφει: 16) Pabaca, 42 κάτοικοι από τους οποίους οι 10 άνδρες.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη σημειώνεται : Πάπακα. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι.
Νηφάκης (Κουγέας): Μπάμπακα, στ. 204
1806, Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Στην Πεντάδα υπάγονυαι τα χωριλαΠαλαιόχωρα, Βαμβακα, Άκια, Κουλούμι και Μπρίκι.
Leake σ. 282, 285, 311
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 95 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 281, 284, 286 Άγιοι Θεόδωροι Μπάμπακας
Ό.π., τόμ. Θ΄, σ. 32: Οι Άγιοι Θεόδωροι είναι του 11ου-12 αιώνα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 18-20, 70, για Αγίους Θεοδώρους.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 90: Άγιοι Θεόδωροι, επιγραφή Λέοντος. Η Διοικητική Διαίρεση στη σ. 222-3, 1836 Δήμος Ιππολών. 1841 Δήμος Οιτύλου. 1914 κοινότητα Μίνας. Στη σ. 232 αναφέρεται ότι το όνομα προέρχεται από άνθρωπο που ονομαζόταν Βαμβακάς ή Παμπακάς
Λακωνικαί Σπουδαί, τα’ομ. Α΄, σ.281, 284, 283, 286 περί Αγίων Θεοδώρων
Ό.π., σ. 298: Δύο στρατιώτες πληγωμένοι από Βάμβακα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ.Θ΄, σ. 476, 495
Πελοποννησιακά. Τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437 Άγιοι Θεόδωροι από το 1075
Δ. Βαγιακάκος, Ο Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 81-2.
Parkins Εικόνες της Μάνης, σ. 7, Άγιοι Θεόδωροι.

ΒΑΡΟΥΣΙ

Το Βαρούσι οφείλει το όνομά του στην τουρκική λέξη voroch που σημαίνει φρούριο. Βαρόσι ή Βαρούσι ονομαζόταν ο οικισμός που ήταν έξω του κάστρου, στον οποίο κατοικούσαν χριστιανοί. Το όνομα απαντά στην Κύπρο, στην Κορώνη κλπ. Το Βαρούσι της Αβίας ονονάστηκε γιατί βρίσκεται έξω από το κάστρο της Ζαρνατας, το οποίο ήταν κατεστραμμένο από τα χρόνια των Παλαιολόγων και ξαναχτίστηκε από τους Τούρκους το 1670. Πολλές φορές αναφέρεται στον πληθυντικό αριθμό ως Βαρούσια, προφανώς γιατί υπάρχουν τρεις διάκριτοι οικισμοί, από βορρά προς νότο τα Μαλεβριάνικα, το Βαρούσι και η Μάλτα. Σήμερα έχει το όνομα Σταυροπήγι.
Για την ετυμολογία της λέξης Βαρούσι βλέπε: Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 164.
Πρώτη αναφορά έχουμε το 1692 από τον Topping, ο οποίος αναφέρει ότι Varussi και Dollus πλήρωναν στους Βενετούς φόρο 324 ρεάλια, δηλαδή όσο και πριν από την κατάκτηση των Βενετών το 1685 στους Τούρκους.
Το 1699 νοικιάστηκαν κτήματα ανήκοντα στον Λιμπεράκη Γερακάρη. Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, σ. 5 και 13.
Το 1700 ο Β. Παναγιωτόπουλος αναφέρει Varvuni e Maltizza είχαν 160 κατοίκους από τους οποίους οι 36 ήταν άνδρες..
Ο Ζαρλέντης γράφει ότι το Βαρούσι το 1780 υπαγόταν στην επισκοπή Ζαρνάτας και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας, η οποία το 1818 έγινε μητρόπολη.
Ο Νηφάκης (Κουγέας) το 1798 αναφέρει το Βαρούσι στο στίχο 67 των Ιντράδων κλπ.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει το Baryssia με 140/280
Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι το 1829 είχε 237 κατοίκους.
Το 1786 αγιογράφος του ναού Κοίμησης Θεοτόκου στο Βαρούσι ήταν ο Αναγνώστης Φιλιππάκης μαζί με τον Αναγνώστη Καλλιέργη. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ.136
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 286, Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 415-434. (Πούλος Μαυρίκος}.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΔ’, σσ. 427-516.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 429 αναφέρεται σε Κουτηφαραίους από Βαρούσι το έτος 1690. Και πάλι γίνεται λόγος για Κουτηφαραίους το 1715, ό.π., τόμ. Γ+Δ΄, σ. 404.
Το 1795 ο Άγγλος περιηγητής Morritt σ. 49 αναφέρει το χωριό ως Barussa.
Ο Πουκεβίλ αναφέρεται στις σ. 558, 585, 592.
Στα Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 53.

ΒΑΤΑΣ

Ο Βάτας είναι ένα χωριό του παλαιού δήμου Κολοκυνθίου και βρίσκεται κοντά στο Φλομοχώρι. Στο Βάτα πριν από την επανάσταση του 1821 κατοικούσε η πολύκλαδη οικογένεια Φελούρη. Μέλη της οικογενείας αυτής σκότωσαν τον Τσιγκούριο Γρηγοράκη, που ήταν μπας καπετάνιος της Μάνης. Ο Πετρόμπεης, του οποίου ο Τσιγκούριος ήταν αδελφός της μητέρας του, ζήτησε και πέτυχε τη βοήθεια των Τούρκων και ανάγκασε τους περισσότερους από τους Φελούρηδες να σκορπίσουν σε άλλα μέρη για να αποφύγουν την εκδικητική μανία των συγγενών του Τσιγκούριου.
Ένας γέρος της οικογενείας Φελούρη, ο πρώτος στην οικογενειακή ιεραρχία, όταν άκουσε το φονικό είπε «όσο ζούσε ο Τσιγκούριος δεν μπορούσε να μας βλάψει, τώρα που τον σκοτώσαμε θα μας καταστρέψει».
Το 1618 τον αναφέρει ο Πέτρος Μέδικος στη στατιστική του με 30 σπίτια (Vatas di Cholochitia).
To 1655 αναφέρεται από το Χασιώτη σ. 155 ως Vata.
Το 1692 τον αναφέρει ο Topping ως Putta και πλήρωνε φόρο 48 ρεάλια τόσο στους Βενετούς, όσο και παλαιότερα στους Τούρκους. (Στην περιοχή του Κολοκυνθίου υπάρχει χωριό με το όνομα Vachia, που θεωρούμε ότι είναι η Βάθεια, που δεν ανήκει στην Κολοκυθιά)
Το 1700 τον αναφέρει ο Β. Παναγιωτόπουλος ως Vata με 283 κατοίκους από τους οποίους οι 66 ήταν άνδρες.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως Βάτα. Βάτα επίσης το γράφει και ο Νικήτας Νηφάκης στίχ. 37 στις Ιντράδες κλπ.
Το 1806 στο υποσχετικό προς τον Αντώνμπεη σημειώνεται: Κολοκύθι: Φλομοχώρι, Βάτας Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα και Σκαλτσιωτιάνικα.
Το 1805 ο Leake τον αναφέρει στις σ. 272, 308 και στον χάρτη του τον τοποθετεί νοτιότερα.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει Vattas ότι είχε 60 πολεμιστές για εκστρατεία και γενικά 70.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 209 κατοίκους.
Ο Βάτας ήταν η έδρα του επισκόπου Λαγίας. Ζερλέντης, σ, 41.
Διοικητικά ο Βάτας το 1836 ανήκε στο δήμο Ασίνης και μετά την συγχώνευση στο δήμο Κολοκυνθίου. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 223.
Μεσσηνιακά Γράμματα, τόμ. Β΄, σ. 160.
Parkins, Εικόνες της Μάνης, σ. 122.

ΒΑΧΟΣ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναγράφεται με αριθμό 56 ως Vacha με 35 σπίτια. Στον αριθμό 58 είναι μοναστήρι και οικισμός Panagia di Vacha με 20 σπίτια. Να σημειωθεί ότι ανατολικά του Βαχού υπάρχει μοναστήρι της Παναγίας.
Το 1655 ο Χασιώτης στη σ. 155 αναφέρει τον Βαχό ως Vacha.
Το 1670 ο Εβλιγιά Τσελεμπί, Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 302, έγραψε ότι το χωριό Βόχα θεωρείται σύνορο της εσωτερικής (Μέσα) Μάνης. Έχει 100 σπίτια και 300 οπλοφόρους. Γράφει για τη μορφή των σπιτιών
Ο Topping γράφει ότι το 1692 τα χωριά Vaca και Scala πλήρωναν φόρο στους Βενετούς 91 ρεάλια.
Στο χειρόγραφο του Παπαδάκη από τον 18ο αιώνα αναφέρεται το χωριό ως Βαχά.
Ο Νικήτας Νηφάκης (Κουγέας) στο στίχ. 41 το γράφει ως Βαχός.
Το 1806 στο υποσχετικό προς τον Αντώνμπεη αναφέρονται στην επαρχία Φουκάς οι Βαχιώτες.
Το 1813 ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι βγάζει 130 πολεμιστές, αλλά μπορούν να πάρουν οπλα 350.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει ότι είχε 475 κατοίκους. Στο χάρτη της Αποστολής σημειώνεται ότι δυτικά του Βαχού είναι η Κλιματσίανα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄. σ. 131. Στον Άγιο Νικόλαο τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλκατζάκη από Νόμια.
‘Ο.π., τόμ. Θ΄. σ. 16 Βαχός. Στη σ. 17 παραπομπή σε Πετρίδη: ‘’Περί των εν Κορσική Στεφανοπούλων’’, Πανδώρα, τόμ. 20, σ. 431
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ, 160, Βαχός στην Κρήτη και στη Μάνη. Ό.π., σ. 250: Στο Βαχό κατέφυγε ο Τζανήμπεης Γρηγοράκης.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 248: Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων. Ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 446 Βαχός και Σκάλα το 1829 κάτοικοι 594 από τη Γαλλοκή Επιστημονική Αποστολή.Ό.π., τομ. Η΄, σ. 434, αναφέρεται ο Βαχός.
Πελοποννησιακά, τόμ. Γ+Δ΄, σ. 285, το 1715 αναφέρεται ο Αντώνιος Καβαλιεράκης-Φωκάς,
Το 1805 ο Leake σ. 237, 242, 258, 263, 281.
Σ. Καπετανάκη, Τα σύνορα της Μάνης, σ. 386.
Σταύρου Π. Πατρικουνάκου, Βαχός Μάνης, Αθήνα 1999.

ΓΑΪΤΣΕΣ-ΚΕΝΤΡΟ: Μπίντα, Νερίντα, Μπίλιοβα, Χώρα
ΧΩΡΑ

Oι Γαϊτσές ή παλαιότερα Γαστίτζα, που έχουν μετονομαστεί σε Κέντρο, αποτελούν ένα άθροισμα από τέσσερα χωριά. Το κυρίως χωριό ήταν η Χώρα και τα συνοδευτικά ήταν η Μπρίντα ή Βόρειο, η Νερίντα ή Ανατολικό και η Μπίλιοβα ή Κέντρο.
Το 1618, σύμφωνα με την καταγραφή του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού ήταν:
Α) Μεγάλη Χώρα ή Χώρα Γαϊτσών με 80 σπίτια.
Β) Μπρίντα με 30 σπίτια
Γ) Νερίντα με 25 σπίτια
Δ) Χώρα Παναγίας Χελμού με 50 σπίτια, που σήμερα δεν υπάρχει παρά μόνο το μοναστήρι της Παναγίας του Χελμού. Η κορυφή του υψώματος στο οποίο είναι το μοναστήρι λέγεται Καστράκι, προφανώς γιατί εκεί υπήρχε παλαιότερα κάστρο, Χωείς αμφιβολία το αναφερόμενο από τον Βuchon ως κάστρο της Γαστίτζα.
Ε) Νέα Χώρα Γαϊτσάς με 20 σπίτια, που πιθανώς αντιστοιχεί στην Μπίλιοβα.
(Σε εποχή που δεν υπήρχαν Σλάβοι ένα νέο χωριό πήρε σλαβικό όνομα, προφανώς γιατί η περιοχή στην οποία οικοδομήθηκε είχε από παλαιότερα σλαβικό τοπωνύμιο. Το ίδιο συμβαίνει με την Τρικότσοβα, που οικίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και την Τσεροβά-Δροσοπηγή, στην οποία πήγαν οι κάτοικοι της γειτονικής Κοτρώνας,)
Η πρώτη αναφορά των Γαϊτσών είναι το 1429, στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν ο Θεόδωρος Παλαιόγος παραχώρησε την περιοχή της Έξω Μάνης στον αδελφό του Κωνστνατίνο την λεγόμενη τότε Γαστίτζα .(Φραντζής, Χρονικό 131β). «… επί δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας και Γαστίτζα…». Παπαδόπουλος, σ. 134.
Το 1480 στην επανάσταση του Κροκόδειλου Κλαδά αναφέρεται η Γαστίλα ως οχυρή θέση ή κάστρο, που την κατέλαβαν οι επαναστάτες. Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 38.
Το 1618 σε επιστολή των Μανιατών στο δούκα του Νεβέρ υπογράφει ο Ιώσαφος ιερομόναχος και ηγούμενος Χελμού.
Το 1621 αναφέρεται στη Νομική Συναγωγή του Δοσιθέου Ιεροσολύμων ότι η αρχιεπισκοπή Πλάτσης εκτεινόταν από την επισκοπή Μαΐνης μέχρι τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια της Ζαρνάτας και της Γατζίτζας. Β. Μυστακίδου, Τεσσαρακονταετηρίς Κ. Κόντου, σ. 400.
Το 1655 αναφέρεται Gartizza ή Gastizza. Χασιώτης σ. 155.
Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄. σ. 250 Καραθανάσης. Μοροζίνη κατέλαβε Καλαμάτα.
1670 Από τον Εβλιά Τσελεμπί, ο Καραθανάσης στα Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄. σ. 298, αναφέρει ότι: από τον Κάμπο προχώρησε 1 1/2 ώρα και έφθασε στην Κατσίτσα, που βρίσκεται στους πρόποδες ενός απότομου βουνού.
1692 ο Τopping αναφέρει ότι η Gattizza πλήρωνε φόρο στους Βενετούς 408 ½ ρεάλια.
Το 1780 οι Γαϊτζές υπάγονταν στην επισκοπή Ζαρνάτας, και το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζρνάτας. (Χώρα, Μπρίντα, Μπίλιοβα, Νερίτζα) Ζερλέντης.
Το 1798 ο Νηφάκης (Κουγέας) αναφέρει Γαστίτζες, στιχ. 67.
Το 1813 ο Πουκεβίλ Garizes είχε 150 πολεμιστές και μπορούσαν να πολεμήσουν 300.
1729 Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή βρήκε ότι η Μεγάλη Γαΐτζα κάτοικοι 237.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 457: Ναός Κοίμησης Θεοτόκου με ξυλόγλυπτο τέμπλο και τοιχογραφίες 18ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 300: Πληγωμένος Σπυριδάκης Παναγιώτης από Γαζιτζές.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 63: Κοίμησης Γαϊτσών κωδωνοστάσιο.
;;; Φιλική Εταιρεία αριθ. 39 Αναγνώστης Δημητρόπουλος από Γαϊτσές προεστός των 4 χωρίων. Γραμματικός του Πετρόμπεη.
Στ. Καπετανάκη Σύνορα Μάνης, σ. 388, 391, 392, 397.
Πουκεβίλ, σ. 558.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 60 (επιγραφές)

ΓΑΡΔΕΝΙΤΣΑ

Το 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται ως Gardinichia με 20 σπίτια.
Το 1829 η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή αναφέρει τον αριθμό των κατοίκων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 491: «…το μαρμάρινον διαλελυμένον τέμπλον του παρά την Γαρδενίτσαν Βυζαντινών χρόνων ναού του Αγίου Ιωάννου και το τέμπλον τούτο πρέπει να συνδεθή προς την τέχνην του Νικήτα…».
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄. σ. 36: Άγιος Ιωάννης Θεολόγος (εκτενώς).
Ό.π., σ. 42: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας και Άγιος Ιωάννης Θεολόγος.
Ό.π., σ. 460, Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας υποστήλωση. Και σ. 462 Άγιος Πέτρος και Άγιος Ιωάννης Θεολόγος 12ος-13ος αιώνας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 63, 67, 71, 78 Σωτήρας Γαρδενίτσας, Και σ. 85: Ασπιδόμορφα είναι τα τρία γνωστά προστώα της Μάνης, όπως της Χαριάς, του Σωτήρα Γαρδενίτσας… και του Άϊ Στράτηγου Μπουλαριών.
Ό.π., σ. 89, Σωτήρας Γαρδενίτσας (12ος αιώνας) διακρίνονται τα ποδαρικά σύγχρονου προς αυτό μονόλοβου κωδωνοστασίου με κεραμοπλαστικό διάκοσμο.
Ό.π., σ. 94: Δικτυωτό πλέγμα συναντάμε στη Μάνη στα τέλη του 13ου αιώνα και κατά τον 14ο αιώνα και το βρίσκουμε στον Σωτήρα Γαρδενίτσας και άλλες εκκλησίες.
Ό.π., σ. 138, Άγιος Ιωάννης Θεολόγος.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 147: δίκογχοι ναοί: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας.
Ό.π., τόμ. Ζ΄ σ. 166, Άγιος Ιωάννης Θεολόγος Γαρδενίτσας και στη σ. 168 Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ, σ. 11: Σωτήρας Γαρδενίτσας 11ος αιώνας. Και ό.π., σ. 31 κωδωνοστάσιο Σωτήρα 12ος αιώνας. Και ό.π., σ. 71 και 73: Άγιος Πέτρος Γαρδενίτσας αρχές 13ου αιώνα.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 70 και 80: Σωτήρας
Traquair, σ. 180. Megaw σ. 154.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3, Διοικητική διαίρεση, Δήμος Μέσσης.
Ό.π., σ. 227. ετυμολογία: Από Καρδενίτσα, ήτοι κόρη ή ιδιοκτησία του Καρδιανού.
Ό.π., σ. 282, κατά τον Vasmer το Γαρδενίτσα προέρχεται από το σλαβικό Gord’nik, ή το βουλγαρικό Graduica = ακρόπολη φρούριο, οχυρό.

ΓΑΡΜΠΕΛΙΑ ΑΒΙΑΣ

Βορείως του κάστρου της Ζαρνάτας υπάρχει πύργος της οικογενείας Κουμουνδουράκη με το όνομα Γαρμπελιά. Κατά την επανάσταση διέμενε εκεί ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης και το 1815 γεννήθηκε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, οποίος διετέλεσε πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδος.
Υποτίθεται ότι στον πύργο αυτόν κατέφυγε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όταν το 1803 πηγαίνοντας στη Ζαρνάτα για να βοηθήσει τον Παναγιώτμπεη Κουμουνδουράκη κυνηγήθηκε και τραυματίστηκε στο πόδι.

ΓΑΡΜΠΕΛΙΑ ΜΗΛΙΑΣ

Δυτικά των Ξανθιάνικων της Μηλιάς και στο μονοπάτι που οδηγεί στο Νομιτσή υπάρχει ο οικισμός Γαρμπελιά-Κυβέλεια, όπου και κατοικούσε ανέκαθεν η οικογένεια Κυβέλου. Υπάρχει ακόμη ο πύργος της οικογένειας Κυβέλου,
Ίσως εκεί πέρασε ένα μέρος της παιδικής του ηλικίας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για τον οποίο αναφέρεται ότι μετά το 1780, που στην Καστάνιτσα σκοτώθηκε ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης και ο πατέρας του Κωσταντής Κολοκοτρώνης πήγε στη Μηλιά.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΗ’, (2006), σσ. 333-426. (Κυβελαίοι)

ΓΕΡΑΚΑΡΙΑ

O B. Randolf σελ. 10, αναφέρει τα λιμάνια της Μάνης και ανάμεσα στην Παγανέα και στο Πόρτο Κάγιο σημειώνει Γερακαρία. Στο χάρτη το σημειώνει Υακαρία και το τοποθετεί στον Κυπριανό, κοντά στο Πόρτο Κάγιο. Να σημειωθεί ότι στα Δημαρίστικα υπάρχει οικογένεια Γερακάρη. Αλλά σημαντική οικογένεια Γερακάρη κατοικούσε στο Σκουτάρι και εκεί συνάντησε ο Εβλιά Τσελεμπί μια τουρκοπούλα, κόρη φίλου του, που την είχε αιχμαλωτίσει ο Γερακάρης και είχε κάνει μαζί της παιδί, η οποία και δεν δέχθηκε να ακολουθήσει τον Τσελεμπί. Απόγονος εκείνου του Γερακάρη θα ήταν ο πειρατής Αλεξανδρής που τον καταζητούσαν οι Τούρκοι και ο γιός του Πασχάλης Γερακαράκης ο οποίος έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821.
Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 303. Ο Τσελεμπί από τον Πασαβά πηγαίνει στο Καλοκιτολάρ (ίσως Κολοκύθι) για το οποίο γράφει ότι έχει έξη γειτονιές και μετά πορεία οκτώ ωρών σε πετρώδη δρόμο φθάσαν στο Γιαρακάρι και από εκεί μετά δύο ώρες πήγαν στο Τριανταφυλλένιο φρούριο που ήταν κοντά στο Καγιάμπασι (Λιμάνι που χωράει 500 καράβια και το στόμιό του είναι προς ανατολάς, δηλαδή το Πόρτο Κάγιο).

ΓΕΡΜΑ

Το 1752 μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου, που φέρει τρία στρ’ωματα τοιχογραφιών και το νεώτερο είναι του Μιχαήλ Κληροδέτη από το 1752. Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ, 490.
Ο αντιπρόσωπος της Μάνης, ο οποίος το 1770 συνόδευε τον Τούρκο ιερωμένο Εβλιά Τσελεμπή, ήταν ο Μιχαλάκης από τη Κέρμα (Γέρμα). Καραυανάσης, Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 293. Βλέπε και έκδ. ‘’Εκάτης’’.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα, 5ο, σ. 395-397: Δαιμονάκος από Γέρμα.
Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13ο, σ, 264 – 266. Κληροδέτης αγιογράφος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρι στη Γέρμα ο Άγιος Νικόλαος.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ, 85: «…φουρνικά καλύπτουν τα δυτικά γωνιαία διαμερίσματα του ναού του Αγίου Νικολάου στη Γέρμα, από τον 11ο αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Ζ΄, σ. 132: Στο ναό Ζωοδότη Γέρμας τοιχογραφίες από τον Παναγιώτη Κληροδέτη από Κάβαλλο 1725.
Ό.π., στο ναό Αγίου Νικολάου εικόμες του Μιχαήλ Κληροφέτη.
ΓΑΚ, Υπ. Θρησκ., φάκ. 19, Μοναστήρι, 13 Αυγούστου 1829.
Γέρμα στη Γαλατία Μικράς Ασίας (Ελευθερουδάκης εγκυκλοπαίδεια) και στη Βόρειο Ήπειρο. Ν. Ελληνομνήμων, 10(1913)278, 460, 466.

ΓΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ – ΙΕΡΟΣ ΛΙΜΗΝ

Δ. Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο Α΄, σ. 65: Στα 1687 αναφέρεται σαν τοπωνύμιο «Γερολιμνιώνας».
Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Α΄, σ. 98: Αναφέρεται παλαιός λιμένας, που πρέπει να αντιστοιχεί στο Γερολιμνιώνα, δηλαδή Γερολιμένα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 106, Γερολιμένας από Ιερολιμένας, Ιερό Αθηνάς.
Ό.π., σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1914 κοινότητα Γερολιμένα. Το 1928 είχε 374 κατοίκους μαζί με την Οχιά.
Ό.π.,σ. 185: Από εκεί έφυγαν για τη Μέση Ανατολή Μανιάτες στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στη σ. 280 τα ονόματα αυτών που έφυγαν.

ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ – ΕΛΑΙΟΧΏΡΙΟΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η Γιάννιτσα υπάγεται στην επαρχία Καλαμάτας και πρόσφατα μετονομάστηκε σε Ελαιοχώριο. Από το σεισμό της 13 Σεπτεμβρίου 1986 καταστράφηκε ολοκληρωτικά.
(1293) Πρώτη αναφορά της Γιάννιτσας γίνεται στα 1293, όταν οι κάτοικοί της κατέλαβαν το κάστρο της Καλαμάτας. Δ. Ζακυνθινού, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945, σ, 60 (Παραπέμπει Livre de la conqueste, παρ. 701 και Δ. Ζακυνθινού, Le Despotat Grec de Morea, 1932, τόμ. 1, σ. 62-3, 205 και τόμ. 2, σ. 216.).
Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, εκδ. Π. Καρολίδου, Αθήναι 1925, τόμ. Ε΄ , σ. 117, όπου αναφέρεται Γενιτζού.
W. Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, μετ. Α. Φουριώτη, Αθήναι 1960, σ. 238.
(1334) Στις 13 Μαΐου 1334 αναφέρεται Μέγας Τζάσης της Γιάννιτσας (Zassi seineur de Gianniza). Σε απόφαση Βενετικού Δικαστηρίου F. Thiriet, Regestes des Deliberations du senat du Venise, concernant la Romanie, τόμ. !, (1329-1399), σ. 33. Αναφέρεται και από τον P. Lemerle, L’ Emirat d’ Aydin Byzance et l’ occident, 1957, σ. 94.
(1408) Σε έγγραφο της 22 Νοεμβρίου 1408 αναφέρεται Megazassi dominus Janice. Κ. Σάθα. Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. 2, σ. 217
(1415) Στο Χρονικό των Τόκκων αναφέρεται Μεγάλος Τζάσης του Μορέως Ελεαβούρκος που είχε έδρα τη Γιάννιτσα, αλλά στο κείμενο δεν αναφέρεται το όνομα της Γιάννιτσας. G. Sciro, Cronaca dei Tocco di Cefalonia, σ. 480, στιχ. 3509.
(1429) Στα 1429 παραχωρήθηκε η Έξω Μάνη από το Οίτυλο και βορειότερα μαζί με τις κτήσεις της Μεσσηνίας, που ανήκαν στην επιτροπική του Μελισσηνού, από το Δεσπότη Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο στον αδελφό του Κωνσταντίνο. Η Επιτροπική του Νικηφόρου Μελισσηνού περιλάμβανε και τη Γιάννιτσα, Φραντζή, Χρονικό, 133β.
(1463-7) Στους χωρογραφικούς πίνακες του Ch. Hopf, Croniques Greco-Romanes, Berlin 1873, στη σ. 203 αναφέρεται κάστρο της Γιάννιτσας στα 1463 και στη σελ. 206 αναφέρεται πάλι το κάστρο της Γιάννιτσας που το κρατούσαν οι Βενετοί στα 1467.
(1471) Σε άλλο χωρογραφικό πίνακα που έχει δημοσιεύσει ο J. Buchon, Le livre de la conqueste de la Moree, αναφέρεται από τον Ιωάννη Σφηκόπουλο, Τα Μεσαιωνικά κάστρα του Μοριά, Αθήναι 1968, σ, 50, αρ. 67.
(1618) Στα 1618 η Γιάννιτσα συμπεριλαμβανόταν στη Μάνη και την αποτελούσαν τρεις οικισμοί:
Γιάννιτσα με 80 σπίτια
Παλαιά Γιάννιτσα με 20 σπίτια
Παναγία της Γιάννιτσας με 30 σπίτια
J. Buchon, Investigation des Archives et Biblioteques, Paris 1845, τόμ. 1, σ. 280-7.
(1641 και 1788) Σε σιγίλλιο του 1641 αναφέρεται «Ιάννιτζα», Διον. Ζακυνθινού, Ελληνικά 2(1929)154. Σε μεταγενέστερο σιγίλλιο του 1788 αναφέρεται «Γιαννιτζά». Δ. Ζακυνθινού, Ελληνικά 5(1932)185.
(1659) Την εποχή που οι Βενετοί με τον Μοροζίνη ξεσήκωσαν επανάσταση των κατοίκων του Ταϋγέτου για να καταλάβουν μαζί την Καλαμάτα, αναφέρεται και η Γιάννιτσα. Αθ. Καραθανάση, Επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά 8(1971) 249, 250, 256.
(1692) Σε ανέκδοτο έγγραφο που έχει στα χέρια του ο Τοpping από τα αρχεία της Βενετίας με χρονολογία 1692 αναφέρεται: Gianizza και Monasterio di Gianizza, που συμπεριλαμβανόταν στη Μάνη.
(1700) Στη διάρκεια της Ενετοκρατίας του Μοριά έγινε απογραφή του Γκριμάνη στα 2700. Η Γιάννιτσα παρελαμβανόταν στη μάνη και την αποτελούσαν τρεις οικισμοί:
36. Castra di Gianizza κάτοικοι 59, οικίες 20.
48. Gianizza Grande κάτοι 198, οικίες 56.
49. Gianizza κάτοικοι 198, οικίες 30.
(1700) Η Γιάννιτσα και το Δίκαλλο (Παλαιός οικισμός βορείως της Γιάννιτσας, όπου μετά από επιδημία – σύμφωνα με την προφορική παράδοση – ερημώθηκε και έχει απομένει μόνο ο ναός της Παναγίας Βλεχέρνας, ο οποίος ήταν μοναστήρι μέχρι τα πρώτα χρόνια του Όθωνα. Νομίζω ότι έχει καταστραφεί από τον τελευταίο σεισμό). Οι κάτοικοι της Γιάννιτσας δεν έδιναν στοιχεία για τη Βενετσάνικη απογαρφή, όπως και όλη η Μάνη. Β. Μπόμπου-Σταμάτη, Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5, σ. 274.
(1753) Ο Ευρίππου Παΐσιος που έγινε επίσκοπος στα 1753 καταγόταν από τη Γιάννιτσα. Σ. Κουγέα, Η μονή της Τίμιοβας, Μεσσηνιακά Γράμματα 1(1956)18. Α. Σκιά, Τοπογραφκά και επιγραφικά των εν Μεσσηνία Φαρών και των πέριξ, Αρχαιολογική Εφημερίς, Αθήναι 1911, σ. 117.
P. Foucart, Bull. Corresp. Hellenique, τόμ. 1, σ. 31.
E. Pernice, Mitt. Deutsch. Arc. Athen τόμ. 19, σ. 360 κ.ε.
R. Hope Simpson, Seven cities offered by Agamemnon to Achilles, Ann. Brit. Sch. Arch. Athens 61(1966)119.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, α) την εποχή που έπεσε ο Κουμουνδουράκης (1803) αβαρέρει: «Εις τους έξη χρόνους επάνω, έβγαλα τα παιδιά μου εις ένα χωριό Γιάννιτσα, πλησίον της Καλαμάτας (σελ. 32). Β) Στην μεγάλη καταδίωξη των κλεφτών (1805) ο Κολοκοτρώνης πηγαίνοντας στη Μάνη πέρασε από τη Γιάννιτσα, όπου ήταν ο Τουρκοβαρδουνιώτης Ρουμπής (σελ. 51). Γ) Στη μάχη της Βέργας (1826) ο Θ. Κολοκοτρώνης έφτασε στη Γιάννιτσα σελ. 165).

ΓΙΑΝΝΙΤΣΑΝΙΚΑ

Κ. Τριανταφύλλου, Η Μικρομάνη (και τα Γιαννιτσάνικα) υπό τον βοεβόδα των Πατρών, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 5 (1978) σ. 157.
Ελένης Μπελιά, Λακωνικαί Σπουδαί 2(1075)275, 281, 285, 289 και 293
Χ. Λούκου, Η κατάληψη της Καλαμάτας από τους Μανιάτες το 1831, Μνήμων 1(1971)79 και 83.
Τους μανιάτικους πύργους στα Γιαννιτσάνικα αναφέρουν ο W. Gell (βλέπε Σοφίας Καπετανάκη, ) και ο Leake.

Γ(Κ)ΡΙΤΣΙΑΝΟΙ

Το 1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου-Γιατρού αναφέρεται χωριό Griciagni με 20 σπίτια.
Στα βόρεια της Λαγκάδας του Λεύκτρου υπάρχει παλαιός ερειπωμένος οικισμός που φέρει το όνομα Γκριτσιάνικα.
Στον Άγιο Κωνσταντίνο της Σβίνας (Πλάτανος) υπάρχει κτητορική επιγραφή που αναφέρει ότι έγινε από τους Γριτσίανους της Λαγκάδας στα 1698;.

ΓΚΛΕΖΟΥ-ΓΛΕΖΟΥ

Κοντά στον Πύργο Διρού. Λακωνικαί Σπουδαί Α΄, σ. 285 : Άγιος Πέτρος Γλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄, σ. 89: Ταξιάρχης Γκλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄, σ. 134: Οι τοιχογραφίες του Αγίου Πέτρου Πύργου Διρού, που βρίσκονται στην περιοχή Γλέχου (εκτενής περιγραφή). Ό.π., σ. 152, 153, 155.
Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ΄ , σ. 139: Α. Σταυροπούλου-Μακρή, Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Γλέζου στη Μέσα Μάνη, Δωδώνη 8(1979)305, ό.π., 144, 159.
Ό.π., Άγιος Πέτρος Γκλέζου σελ. 139, 140, 141, 150.
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 158: Αγία Βαρβάρα και Άγιος Νικόλαος Γλέζου.
Λακωνικαί Σπουδαί Θ΄, σ. 11: Ταξιάρχης Γλέζου 11ος αιώνας.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 19 και 116 Ταξιάρχης.
Πελοποννησιακά ΙΖ΄, σ. 91: Ταξιάρχης Γλέζου πρώτο ήμισυ 11ου αιώνα, ό.π., σ. 94 Ταξιάρχης Γλέζου (;τοιχογραφίες) 13ος αιώνας.

ΓΟΥΡΑΤΟΥ

Οικισμός στο Κουτήφαρη. Ζώης: Οικογένεια εκ Μάνης από το 1683 και 1688.

ΓΟΥΡΝΙΤΣΑ – ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Χωριό γειτονικό της Καρδαμύλης το οποίο υπαγόταν στην επαρχία Ανδρούβιστας.
!829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή κάτοικοι 57.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 133: Γεώργιος Μακρομάλλης Αγιογράφησε (1700) την Αγία Σοφία Γούρνιτσας.

ΓΥΘΕΙΟ – ΜΑΡΑΘΟΝΗΣΙ

Στον ναό Αγίου Νικολάου Γυθείου σε εικονα Αγίου Νικολάου (1857) και σε εικόνα Παναγίας Νρεφοκρατούσας (1858). Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 128.
Δ. Δξμητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 224 Το Γύθειο ανήκε στους Ελευθερολάκωνες.
Λακωνιακαί Σπουδαί Β΄, σ. 121! Ρωμαϊκή επιγραφή δτο Γύιειο,
Ό.π., σ. 247, 248, 276, 282, 292. Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων.
Πελοποννησιακά, ΙΒ΄, σ. 214: Γύθειο 215
Πελοποννησιακά παράρτημα 13, σ. 532 Κρανάη Γυθείου (Πύργος).
Πελοποννησιακά παράρτ. 9, σ. 83: Αιχμαλωσία καραβιών στα 1821.
Hebry Post σς. 121-122 αναφέρεται στο Γύθειο. 121 αναφέρει Παλαιόπολη και 123 το νησάκι Κρανάη.
Leake σς. 234, 244-5-6-7-9μ 257, 260, 264, 273, 278, 289. παλαιόπολη 244, 248, 259. Κρανλαη 247.
Πουκεβίλ, τόμ 5, σ. 552, 584, 602-3
Βλέπε: Δήμου Γυθείου, Γύθειο, Ιστορία. Οκτώβριος 2010.

ΓΩΝΕΑ

1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Gognia di Cholochitia με 12 σπίτια.
1692: Topping: Affungia e Cogna πλήρωναν φόρο 74 ½ ρεάλια τόσο στους Τούρκους, όσο και στους Βενετούς/
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη: Γωνέα, βλέπε Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι στο Ημερολόγιο του Παπαδάκη.
Νηφάκης: Γωνέα σ. 37.
1806: Υποσχετικό στον Αντώμπεη.
Το Κολοκύθι το αποτελούσαν τα χωριά: Φλομοχώρι, Βάτας, Κότρωνας, Γωνέα, Ριγανόχωρα και Σκαλτζοτιάνικα κλπ.
1813: Πουκεβίλ αναφέρει στο τέλος του βιβλίου ότι η Γωνέα είχε 20 πολεμιστές που μπορούσαν να εκστρατεύσουν και 40 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Επιστημονική Γαλλική Αποστολή η Γωνέα είχε 116 κατοίκους.
Λακωνικαί Σπουδαί Β΄, σ. 491: Άγιος Γεώργιος Γωνέας του ΙΗ΄ αιώνος: (ανιστορηθεί διά συνδρομάς κόπου και εξόδου παρά του κυρ Αντωνίου Καλλέρζη).
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 445: κάτοικοι 116 το 1830
Πελοποννησιακά ΙΓ΄, σ. 88: Γωνέα

ΔΗΜΑΡΙΣΤΙΚΑ

Νηφάκης: Δημαρίστικα στιχ. 35
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Δημαρίστικα.
1814: Πουκεβίλ: Διέθετε 39 πολεμιστές για εκστρατεία και μπορούσαν να πολεμήσουν 140.
1829: Επιστημονική Γαλλική Αποστολή, Δημαρίστικα Πέρα και Μέσα, κάτοικοι 263.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.. Βλέπε Ζερλέντη.
Δ. Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση 1836, υπαγόταν στο δήμο Λαγίας και το 1841 πάλι στο δήμο Λαγίας. 1914 Κοινότης Λάγιας.
Λακωνιναί Σπουδαί Γ’ , σ. 446: Δημαρίστικα, κάτοικοι: Πέρα 126 και Μέσα 137.

ΔIBOΛAΣ

1692 Topping: ;Dunala ίσως Δρυάλια
1700: Β. Παγιωτόπουλος: 24. Dittola ; άνδρες 24 και σύνολο πληθυσμού 105
18ος αιώνας: χειρόγραφο Παπαδάκη: Διβολας. Βλέπε Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι.

ΔΙΠΟΡΟ

1692: Topping: Μπουλαριοί και Δίπορο πλήρωναν φόρο 29 και έδωσαν 26 ρεάλια.
1700: Παναγιωτόπουλος: 4. Δίπορο άνδρες 8, σύνολο πληθυσμού 37.
1829: Επιστημονικη Γαλλική Αποστολή: Δίπορο
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄ σ 461, Ναός Άι Στρατήγη Διπόρου Μπουλαριών. Ναός Παναγίας Διπόρου σ. 462 (Βλέπε Μπουλαριοί)
Δρανδάκη, Τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 17 και 70: Άι Στρατήγης Μπουλαριών-Διπόρου πρώτο ήμισυ 11ου Αιώνα (εκτενώς).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση. 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 Κοινότης Μπουλαριών.
Ό.π., σ. 225: Δίπορο = Δύο πόροι, δηλαδή δύο δρόμοι, στο Δίπορο διακλαδίζεται ο δρόμος για το Λιοντάκι και τα Μουντανίστικα.

ΔΙΧΟΒΑ

Leake σ. 267, 277, 280.

ΔΟΛΟΙ

Οι Δολοί αποτελούνται από δύο ξεχωριστούς οικισμούς, τους Άνω Δολούς και τους Κάτω Δολούς. Η πρώτη τους αναφορά είναι στα 1618 στην στατιστική του Πέτρου Μέδικου. Όπου αναφέρεται Dolus, detto chorio με 60 σπίτια.
Στους Δολούς είχε κτήματα ο Λιμπεράκης Γερακάρης, όπως είχε στον Κάμπο και του ανήκαν οι μύλοι της Μαντίνειας. Βλέπε Κουγέα στις αναφορές του στον Γερακάρη. Τους Μύλους τους παραχώρησε προίκα στην κόρη του Σταθούλα, που παντρεύτηκε τον Μπένο Ψάλτη, γενάρχη των Μπενάκηδων της Καλαμάτας. (Σ. Β. Κουγέα, Η καταγωγή του πρωτοστατήσαντος στην Ορλωφικήν επανάστασιν Παναγιώτη Μπενάκη φωτιζόμενη από τα αρχεία της Βενετίας, Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ΄, (1965) 1 κ. ε.)
1692 Topping: Varussi et Dollus πλήρωναν φόρο 324 ρεάλια τόσο στους Τούρκους, όσο και στους Βενετούς.
1700. Β. Παναγιωτόπουλος: κάτοικοι 68 άνδρες και σύνολο πληθυσμύ 261 στους Κάτω Δολούς..
Ζερλέντης: Το 1780 αναφέρεται ότι οι Δολοί ανήκαν στην επισκοπή Ζαρνάτας. Το 1811 στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας και μετά στη Μητρόπολη Ζαρνάτας.
(1798) Νηφάκης: Δολοί στίχ. 66.
(1913) Πουκεβίλ: Κάτω Δολοί: άνδρες για εκστρατεία 1160 ??????
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή. Κάτω Δολοί κάτοικοι: 522 και Άνω Δολοί 712.
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 139: Ο Πούλος Δημαγγελέας 1785 ζωγράφησε το ναό Αγίου Νικολάου Κάτω Δολών μαζί με τον Καλλιεργάκη, Πενταχωρέα και Φιλιππάκη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ’, σ. 131: Αναγνώστης Καλλιεργάκης από Πραστείο τοιχογραφίες στον Άγιο Νικόλαο Δολών.
Ό.π., σ. 135 και 136: Πενταχωρέας και Φιλιππάκης.
Ό.π., σ. 133: Αγία Παρασκευή 1698 τοιχογραφίες του Παναγιώτη Μπενιζέλου (οικογένεια Βενιζέλου και Βενιζελέα είναι στα Τσέρια).
Ό.π., σ. 135: 1785 ναός Αγίου Νικολάου Κάτω Δολών Αναγνώστης Πενταχωρέας και Χριστόφιλος Πενταχωράκης. 1752 στο ναό του Άγο Νικήτα Δολών.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 334, Δολοί.
Πελοποννησιακά Β΄, σ. 428: Δολοί Μούζαλος.
Πελοποννησιακά Γ και Δ΄, σ. 404: Δολοί Ν. Σαράβας 1716.
Πελοποννησιακά Ε΄, σ, 101: Πολιορκία Κουμουνδουράκη – Δολοί.
Πελοποννησιακά τόμ. ΣΤ΄, σ. 5, 12, 13, 37: 1699 ενοικίαση κτημάτων.
Φιλική Εταιρεία, αριθ. 79: Βενετζάνος Π. Κέντζου Γαϊτανάρος και 265 Ιωάννης Παν. Κουγέας.
Πελοποννησιακά Παράρτημα 5, σ. 200-206: Δολοί – Κετσέας.
Ό. π., σ. 395-7: Από Δολούς στο Πεταλίδη Δαμήλος.
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 13, σ. 7: Άγιος Νξκήτας (εκτενώς).
Επίσκεψη στους Δολούς του Cckerell με περιγραφή του τόπου και εθίμων. Σοφία Καπετανάκη στην Ιθώμη)
Μοrritt, σ. 49 αναφέρει τους Δολούς ως Dokies.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης σ. 401.
Πουκεβίλ, τόμ. Ε΄, σ. 558, 584-5, 592.

ΔΡΥ

1571, Ντόκος, Λακωνικαί Σπουδαί Α΄, σ. 256, αναφέρεται χωριό Δρυ.
1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυ των Κοντόσταυλων με 85 σπίτια.
Βαγιακάκου: Μανιάτες στη Ζάκυνθο. Α΄, σ. 42. Το 1670 αναφέρεται χωριό Δρυ και το τοπωνύμιο στις Θυρίδες «Άγιος Σώστης».
1682, Topping: Κούνος, Δρυ και Κιππούλα πλήρναν 33 ½ και 42 ρεάλια.
1700 Παναγιωτόπουλος: άνδρες 30. Δρυ, άνδρες 39, σύνολο πληθυσμού 116.
18ος αιώνας, Δημητράκου Οι Νυκλιάνοι, χειρόγραφο Παπαδάκη: Δρυ
1798: Νηφάκης: στιχ. 209 Δρυ.
1810. Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου Ζαρλέντης.
1819: Γαλλική Επιστηνομική Αποστολή: Δρυ.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 455: Βυζαντινός ναός Αγίας Σωτήρας. Στη συνοικία Κωλόπυργος (Καλόπυργος.) του χωρίου Δρυ. Βυζαντινός διάκοσμος πιθανώς ΙΒ και ΙΓ΄αιώνος, ως και μεταβυζαντινός του 1771.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 105: Με παρόμοιο τρόπο (όπως στην Αγία Σοφία λαγκάδας) σχεδιάζονται τα τείχη στη ΒαΪοφόρο του Ναού του Αγίου Σωτήρος στον Κωλόπυργο του Δρυ, 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 115:
Ό.π., σ. 156-7, Αγία Σωτήρα στον Κωλόπυργο Δρυ (1300
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 166: Αγία Σωτήρα Κωλόπυργου Δρυ (β΄ μισό του 13ου αιώνα).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 72: Εικόνα Σταύρωσις στην Αγία Σωτήρα του Κωλόπυργου Δρυ.
Δημητράκου, Οι Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεσε 1836: Δήμος Θυρίδων. 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., σ. 226: Δρυ (το) = Δρυς, βελανιδιά. Τόπος όπου έχει ονομασθεί Βελανιδιά ή Βελανιδιές.
Πελοποννησιακά Β΄, σ. 309. Ετυμολογία Δρυ, Δρυάλος, Δρυαλί-Δρυαλίτες
Ό.π., σ. 320: Στο Δρυ τοπωνύμιο Κιόνοι.
Ό.π., σ. 326: Στο Δρυ τοπωνύμιο ορμί
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Δρυ: Α. Μαριόλης και Β. Τσιρίβας.

ΔΡΥΑΛΙ

1618 Στη στατιστική τιυ Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυαλί της Κολοκυθιάς με 25 σπίτια.
1692 Topping αναφέρει Dricali ότι πλήρωνε φόρο 22 ½ και Gnefi (Νήφι) 22 ½ ρεάλια.
O ίδιος γράφει Dunala πλήρωναν φόρο 12 σε Τούρκους και Βενετούς. =Διβόλα και Δρυόλια.
1700 Παναγιωτόπουλος: 38. Driali άνδρες 38 σύνολο πληθυσμού 147.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου: Δρυαλί.
Νηφάκης: 1798: στίχ. 35.
1806 υποσχετικό Αντώνμπεη: Δρυαλί.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου βλέπε: Ζερλέντη.
1813 Πουκεβίλ: Δρυάκι άνδρες για εκστρατεία 40, σύνολο πολεμιστών 100.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι…
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στον Ταξιάρχη Δρυαλίου τοιχογραφίες του Ανρωνίου Κασκαντάκη;;; 1763.
Διοικητική Διαίρεση βλέπε Δημητράκου Νυκλιάνοι. 1836 δήμος Ασίνης και 1914 Κοινότητα Νήφι.
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 446: Νήφι + Δρυαλί κάτοικοι 272 (1828-1830).
Μεσσηνιακά Γράμματα Β΄, σ. 160:
Δρυαλίτες 1655 Χασιώτης σ. 130-155: Draglites. (υπάρχουν Δρυ, Δρυάλος, Δρυαλί Δρυόλια μήπως εννοεί άλλο).

ΔΡΥΑΛΟΣ

Οι κάτοικοι του Δρυάλου αναφέρουν ότι είναι απόγονοι των Κοντόσταυλων. Ίσως εκδιώχθηκαν από το Δρυ ή έγιναν πολλοί και μέρος από αυτούς κατέλαβαν άλλη περιοχή και εγκαταστάθηκαν.
1618. Στην στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Δρυαλο με 15 σπίτια.
1692. Topping, Driulos πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 20 ½ και στους Βενετούς 13 ρεάλια.
1700 Παναγιωτόπουλος αναφέρει 6. Driallo άνδρες 49 και σύνολο πληθυσμού 201.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Δρύαλος.
Νηφάκη: Δρυαλί στιχ. 203
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη. Δρύαλος: οι κάτοικοι: Δημιανιάνοι, Μαρακάδες, Χριστομανωλιάνοι.
1829, Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Δρύαλος κάτοικοι 190.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΣΤ΄, σ. 93 «Το μονόλοβο κωδωνοστάσιο του Αγίου Γεωργίου στο Δρύαλο» τέλη 14ου ή 15ου αιώνα. Ό.π., σ. 89 και ό.π., σ. 95
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 31: Άγιος Γεώργιος 14ος αιώνας.
Δρανδάκη, Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, σ. 75: Ναός Φανερωμένης
Δημητράκου Νυκλιάνοι, Διοικητική Διαίρεση σ. 222-3. 1836: δήμος Ιππολών. 1841: δήμος Οιτύλου. 1914 Κοινότης Δρυάλου κάτοικοι 356: Περιλάμβανε τα χωριά: Δρύαλο, Αγία Βαρβάρα, Φτίο, Παλιόχωρα, Σκυφιάνικα και Τσόπακα,
Ό.π., σ. 226: Ετυμολογία: Δρύαλος (Δρυ-αλός) = παραθαλάσσιο δάσος δρυών, τόπος βελανιδιών κοντά στη θάλασσα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 65, 67, 71, 78 Άγιος Γεώργιος κωδωνοστάσιο.
Λακωνιακί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 464-5. Άγιος Γεώργιος και Φανερωμένη Δρυάλου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476 και ίσως 495 (Δρυάλια).
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Στο Πεταλίδι από Δρύαλο: Μαρτάκος και Λουγκάνης.
Μεσσηνιακά Γράμματα Β΄, σ. 160.

ΔΡΥΟΛΙΑ

1914 Οικισμός κοινότητας Αρεοπόλεως βλέπε Νυκλιάνοι του Δημητράκου σ. 223.
Δρυάλια στην κοινότητα Αρεοπόλεως με 12 κατοίκους (από Εφημερίδα Κυβερνήσεως)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 495 Δρυάλια.

ΕΡΗΜΟΣ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται χωριό Έρημο με 15 σπίτια.
1829. Αναφέρεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: «Εις όσους εκτίσθησαν κατά την βυζαντινήν εποχήν, ναΐσκους μονοκάμαρους εγκαταλελειμμένους το πλείστον και μάλλον ή ήττον ερειπωμένους, ως είναι οι περί την Αγίαν Βαρβάραν Ερήμου Σουλανή με υπολείμματα επί της αψίδος μετωπικών ιεραρχών φερόντων κατά κόσμον εγχείρια και μονόχρωμα φαιλόνια».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 55: Αγία Βαρβάρα Ερήμου του 12ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ, Θ΄, σ. 32 Αγία Βαρβάρα 11ος-12ος αιώνας.
Ό.π., σ. 89.
Δρανδάκης, Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης, σ. 68 και 99: Αγία Βαρβάρα.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3. Διοικητική Διαίρεση: 1836 Δήμος Ιππολών, 1841 δήμος Οιτύλου. 1914 Κοινότητα ;;;;
Ό.π., σ. 227: Έρημος: πήρε το όνομα από τα πλησίον της εκτεταμένα ερείπια πόλης, η οποία πιθανόν αντικατέστησε την αρχαία Μέσση. Μικρό χωριό πάνω από το Μέζαπο, κάτοικοι 64.
Λακωνικαί Σππυδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 495.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Αγία Βαρβάρα 12ος αιώνας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Έρημο: Μπραΐμης.

ΖΑΡΝΑΤΑ

Κάστρο Ζαρνάτας: Στα ερείπια αρχαιοελληνικού είχε κτισθεί Βυζαντινό κάστρο, το οποίο καταστράφηκε επί αλληλομαχιών των Παλαιολόγων και το 1670 χτίστηκε το κάστρο, τα ερείπια τουν οποίου βλέπουμε σήμερα.
Καστελανία Ζαρνάτας: Στα χρόνια της βενετοκρατίας η Μάνη ήταν χωρισμένη στην καστελανία της Ζαρνάτας, που περιλάμβανε την Άνω Μάνη (βορείως του Οιτύλου και τα χωριά του δήμου Μελιτίνης) και την καστελανία της Κελεφάς (νότια της Αρεόπολης και του Σκουταρίου).
Επαρχία Ζαρνάτας: Στη δεύτερη τουρκοκρατία η επαρχία Ζαρνάτας αντιστοιχούσε στον μετέπειτα δήμο Αβίας, που ήταν γνωστός, κυρίως κατά την επανάσταση του 1821, με το όνομα Σταυροπήγι.
1278: Ο Μαρτίνι Αδάμο ληστεύτηκε από τον Μεσοποταμίτη καπετάνιο της βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Γιστέρνα (Λεύκτρο), βοηθούμενος από καπεταναίους της Ζαρνάτας. (Tafel και Thomas, τόμ. 3, σ. 232.
1278 Ο Θεόδωρος Lalando και ο Θεόδωρος Cavalicanda από τη Μεθώνη ληστεύθηκαν ενώ ήταν στη Ζαρνάτα με λάδι, per domino illius loci pro domino Inperatore ό.π.. σ. 237.
1429 « Εκ δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας και Γαστίτζα» Φραντζής 131 β, Παπαδόπουλος 134.
1459 «Ο μεν γαρ δεσπότης κυρ Θωμάς παρέπιπτε και επολιόρκη τα του αυταδέλφου του άστεα και χώρας, Ζαρνάταν λέγω και τα έτερα της Επιτροπικης του Μελισσηνού» 39 οβ.
«Και ο μεν παρέλαβε τάχα την Ζαρνάτα, ο δεσπότης κυρ Θωμάς λέγω, και το Λεύκτρον και το πολύ της Μάνης Ζυγού και την Καλαμάταν». 39 ιβ
1618 Σε επιστολή προς τον Δούκα του Νεβερ υπογράφουν Α) Φραγκίσκος Οιτύλου με Ζαρνάτα και Β) Κωνσταντίνος Πούβαλης με όλη τη Ζαρνάτα. Δασκαλάκης Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 18 και 19.
1618 Στην απογραφή του Π. Μέδικου αναφέρεται κάστρο της Ζερνάτας με 80 σπίτια. Πρέπει να ήταν οικισμός μέσα ή έξω από το κάστρο. Στη Ζαρνάτα περιλαμβάνονταν ο Κάμπος με 90 σπίτια και η Οραβά με 30.
1655 Χασιώτης 155. Ζαρνάτα.
Ζώης. Οικογένεια Χρυσάφη από Ζαρνάτα 1685
1670 Ε, Τσελεμπί (Πελοποννησιακά ΙΔ΄, σ. 296) αναφέρει το κάστρο του Ζάραντα. Κατεδαφίστηκε επί Μωάμεθ. Επειδή ο από τα Γιάννινα Ασλάν πασάς διαλύθηκε το φρούριο ήταν πρώτα ερειπωμένο.
1615 Ο Σιλάν (Ασλάν) πασάς όστις εκάλεσε εις την κώμην Ζαρνάτα τον κόσμον εις υποταγήν (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 113).
1642 Αναφλερεται σε Άγγελο Μπούβαλη που ήταν από την Ζαρνάτα (ό.π., σ. 135)
1670 Ο Αλή πασάς πήγε στη Ζαρνάτα με 10.000 για να φτιάξει φρούριο (ό.π., σ. 160).
1673 Πολιορκία κάστρου Ζαρνάτας από Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων. Αποτυχία, έφυγαν οι Μαλτέζοι που είχαν έρθει σε βοήθεια του Γερακάρη. (ό.π., σ. 162, 163, 164, 165 και 169).
1674 Ο Ν. Μπούχαλης από τη Ζαρνάτα πήγε στη Ζάκυνθο (ό.π., σ. 171).
1684 Η Ζαρνάτα αναφέρεται σαν τοποθεσία που οι Τούρκοι έχτισαν κάστρο (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282. Περιγραφή κάστρου Ζαρνάτας (ό.π., σ. 289)
Informazione intorno alla fortezza di Zarnata scritta dal Campo di Zarnata (ό.π., σ. 290)
1700 Παναγιωτόπουλος Borgo dι Zarnata άνδρες 31, σύνολο πληθυσμού 127.
1805 Ο Leake αναφέρει Ζαρνάτα
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 286: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Ό.π.. σ. 282 Σταυροπήγι = Ζαρνάτα.
Ζερλέντης : 1612 Πατριαρχική Εξαρχία και Σταυροπηγίου Ζαρνάτας.
1754: Οι Πατριαρχικές Εξαρχίες Ζαρνάτας και Ακόβων έγιναν Αρχιεπισκοπή. Ο αρχιεπίσκοπος (από την οικογένεια Δεληγιάννη) πήγε στη Ρωσία στα 1770 μετά τα Ορλωφικά. Καταργήθηκε η αρχιεπισκοπή και έγινε πάλι Εξαρχία.
1780: Η πατριαρχική Εξαρχία Ζαρνάτας έγινε επισκοπή και την αποτελούσαν τα χωριά: Η Ζρνάτα και Κάμπος καλούμενα, τα Βαρούσια, η Μαλτίτζα, τα Μαλεβριάνικα, οι Δολοί, η Μαντίνεια, η Σέλιτζα, τα Τριγκότζοβα, τα Σωτηριάνικα, τα Αλτομιρά, τα Πηγάδια, οι Γαϊτσές: Η Χώρα, η Μπρίντα, η Μπίλιοβα και η Νερίτζα. Η Αροβά και η Λεντίνι (Το Λεφτίνι υπάγεται στη Ζαρνάτα).
1811: Έγινε αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας,
1819: Έγινε Μητρόπολη και ο Γαβριήλ Φραγκούλης έγινε Έξαρχος πάσης Μαΐνης. Μετά την απελευθέρωση καταργήθηκε.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 457: Ναός Ζωοδόχου Πηγής από το 1790 καταγράφει με χαριτωμένας λαϊκάς τοιχογραφίας 1787.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 131: Καλλέργης Χριστόδουλος στον Ναό Αγίου Νικολάου Κάστρου Ζαρνάτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τομ. Ζ΄, σ. 131: Ναός Παναγίας Καστριανής. Τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλλιεργάκη από Πραστίο 1787.
Ό.π., σ. 152. Σταυρεπίστεγος Ζωοδόχου Πηγή κάστρου Ζαρνάτας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 119 και 233.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 133: Ζαρνάτα, ό.π., σ. 318 (Ενετοκρατία).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 164: Ζαρνάτα εκκλησιαστικώς ό. π., σ. 458 και Ζαρνάτα 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 277, 326 και 404 Ζαρνάτα 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 63, 66 και 69. Ζαρνάτας Παρθένιος 1812
Πελοποννησιακά τόμ. Στ΄, σ. 5 κ.ε.: 1699 ενοικίαση κτημάτων Λιμπεράκη Γερακάρη.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 249 και 250: 1659 Ζαρνάτα.
Πελοποννησιακά Παράρτημα 13, σ. 525: κάστρο Κουτήφαρη, Κουμουνδουράκη και ό.π. σ. 530.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 271: Επί ενετοκρατίας στη Ζαρνάτα υπάγεται η Κουτσαβά (Αλαγονία), Μαρδάκι, Σιδερόπορτα, Τίμιοβα, Αγία Τριάδα.
Μοrritt, σ. 49 Ζαρνάτα και σ. 55 Γερήνια.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: 388, 390-2-7-8-9, 400-1-2.
Leake: 261, 264, 313-5-6-8, 323-4-5.
Πουκεβίλ, σ. 558, 566, 584, 585, 593.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 14, τόμ. Β. 53, και 56.
Μαραβελέα, Πραστίον: σ. 21
Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα (κάστρο Κουμουνδουράκη) σ. 42.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 69, 76, 82, 106, 129.

ΖΥΓΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ – Ο ΖΥΓΟΣ ΤΩΝ ΜΕΛΙΓΚΩΝ

Περιγράφεται Έσω Ζυγός, που ταυτίζεται με την επαρχία Ζυγού και στον Έξω Ζυγό που είναι η επαρχία Καρδαμύλης ή Ανδρούβιστας.
Στον Έσω Ζυγό, τον κυρίως Ζυγό της Μάνης, διακρίνονταν το 1618 τα ακόλουθα χωριά της Μάνης: Πλάτσα, Λοσνά, Κοτρώνι, Νομιτσή, Κουτήφαρη, Σβίνα, Κούμανη, Σωματιανά, Λαγκάδα, Τραχήλα, Πολιάνα, Ταγαριάνοι, Λοξαριάνοι (Δοξαριάνοι;), Άγιος Κωνσταντίνος, Γκριτσιάνοι.
Ο Δρόγκος ή Ζυγός των Μελιγκών αναφέρεται στην επιγραφή του Αγίου Γεωργίου Οιτύλου, και του Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι (Κουγέας, Αβραμέα)
«Και ιδού εγράψαμεν προστάγματα προς πάντας τους εν τη περιοχή της Ιθώμης και Ανδρούσης εν τω Μεσσηνιακώ κόλπω και των Έσω και Έξω Ζυγών, ίνα τη πρώτη του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους (1429) έλθουσι μετά όπλων και των πλειόνων ανθρώπων». Φραντζή 136β και Παπαδόπουλος σ. 139.
«Το Λεύκτρον Μαΐνης, το και Νεκταρία πάλαι καλούμενον και πάντα τον εκείνου Ζυγόν άχρι και της Πύλου της λεγομένης Οιτύλου, εκ δε του Έξω Ζυγού το κάστρον Ζαρνάτας». Φραντζή 131 β και Παπαδόπουλου σ.133.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: 387, 390-1-2-3-4-5-6-9, 401.
1459: « Ει και ο μεν (Θωμάς) τάχα απήρε την Καλαμάτα και το Λεύυκτρον και πολύ του της Μάνης Ζυγού». Φραντζής 391 β, σ. 112 ή 528-30.
1615: Αναφέρεται ότι οι κάτοικοι τοι βραχίονα της Μέσσης του Οιτύλου, Ζυγού και Καλαμάτας… (Στο κείμενο Τιγεο = Ζυγός – ο Δασκαλάκης το θέλει Γυθείου, αλλά τότε το Γύθειο δεν υπήρχε). Δασκαλάκης, Μάνη και Οθωμανική Αυτοκρατορία σ. 55 και Buchon σ. 254 και Στ. Καπετανάκη ;;; σ. 40)
1618: Σε επιστολή προς το Δούκα του Νεβέρ υπογράφουν Α) Νικήτας Επίσκοπος και Έξαρχος Πατριαρχικού Ζυγού.
Β) Οικονόμος Κουτήφαρης με τα χωριά του Ζυγού. Δασκαλάκης ό.π., σ. 68-9.
Ο Πέτρος Μέδικος–Γιατρός κατέγραψε τα χωριά της Μάνης και του Ζυγού. Μέρτζιος: Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972)91.
1612: Οι κάτοικοι του Ζυγού, ήρχισαν ήδη την επαναστατικήν δράσιν, λεηλατήσαντες μερικά σπίτια στην Καλαμάτα. Ό.π., σ. 95
1615: Ο Μουσολίν Ραΐζ διορίστηκε σαντζάκης του Μυστρά, Μονεμβασίας, Κορώνης, Καλαμάτας, Ζυγού και ολοκλήρου του βραχίονος της Μάνης. ό.π., σ. 107.
Νηφάκης: Ζυγός: στιχοι ή σελίδες;; 74, 79, 87, 112, 118.
1806: Υποσχτικό στον Αντώνμπεη του καπ. Χριστόδουλου Χρηστέα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 281, 289: Υπόμνημα Ολλανδικών Αρχείων.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΓ΄, σελ. 74: Πισοζυγιάτες = οι προσηλιακοί Μανιάτες.
Πατριαρχέας, Δίπτυχο. σελ. ξζ΄: Ο Ζυγός με τα χωριά του, που ηγείτο ο Χρηστέας μπορούσε να κινητοποιήσει 700-1000 άνδρες σύμφωνα με στατιστική του Αναγνωσταρά και του Φιλήμονα.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5ο, σ. 207: Ζυγός
Leake, σ. 261, 262, 315, 318, 320.
Πουκεβίλ, σ. 584, 598.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ, 232 (Κανανός, τόμ. Β΄, σ. 31, 161.
Μαραβελέα, Πραστίον, σ. 195: Στα 1609 στο Ζυγό περιλαμβάνονταν και το Πραστίο.
Βαγιακάκος, Ιμπραήμ εναντίον Μάνης, σ. 71, 187.
Φιλικοί από Ζυγό, Αρχείο Σέκερη, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 18:
21. Ηλίας Χρυσοσπάθης 224
248. Ιωάννης Χρυσοσπάθης 295
75. Νικόλαος Χρηστέας 392
242. Πανάγος Χρηστέας 446
244. Δημήτριος Χρηστέας 207 Άγιος Δημήτριος

ΙΖΙΝΑ

1618: Στην στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Ίζινα με δέκα σπίτια.
1790: Νηφάκης: Ίζινα στιχ. 89.
Leake, σ. 320.

ΚΑΒΑΛΟΣ – ΠΥΡΡΙΧΟΣ

1618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Cavalo nel Purcho με δέκα σπίτια.
1655: Χασιώτη, σ. 155, Cavalo
1692: Topping: Cavalo πλήρωνε φόρο 47 ρεάλια σε Τούρκους και Βενετούς.
1700: Παναγιωτόπουλος: 21. Cavalo 54 άνδρες και 346 σύνολο πληθυσμού.
18ος αιώνας. Χειρόγραφο Παπαδάκη: Κάβαλος στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους. 1717, 1727, 1760.
1798: Νηφάκης: Κάβαλος στίχ. 39
1806: Υποσχετικό στον Αντώμπεη, Κάβαλος: Μιχαλιάνοι, Γιαννιάνοι, Κουτρουμανιάνοι.
1813: Πουκεβίλ, Κάβαλος 300 αριθμός πολεμιστών;;;
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 201.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Εικονογράφος Παναγιώτης Κληροδέτης από Κάβαλο. (Υπάρχει και άλλος Μιχαήλ Κληροδέτης από Κελεφά).
Ό.Π., σ. 133: Αγιογράφος Μιχαήλ από Κάβαλο.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 160, Κάβαλος στην Κρήτη και στη Μάνη.
Ό.π., σ. 224: Στη θέση του Κάβαλου ο Πύρριχος.
Forster – επιγραφές, σ. 160, 167.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 357: Μοναστήρια: Αγία Τριάς και Μεταμόρφωση (1829).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 248: Πύρριχος
Λακωνικαί Σπουδαί Γ΄, σ. 445: κάτοικοι 201 (1830)
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄. σ. 434: Κάβαλος
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 477, 497.
Πελοποννησιακά, τόμ. Β΄, σ. 330: Στον Κάβαλο τοπωνύμιο «πόρος».
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΒ΄, σ. 215: Πύρριχος/
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 5, σ. 495-7: Πήγαν στο Πεταλίδι από Κάβαλο Πετράκος, Μπουκουβάλας.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 259, 262-4: Παναγιώτης Κληροδέτης Αγιογράφος.
Leake, σ. 234, 275, 279.
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον Μάνης: σ. 81

ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΧΩΡΑ

1618: Στη στατιστική τιυ Π. Μέδικου αναφέρεται Gunio chorio di Cosma με 50 σπίτια. Νομίζουμε ότι αντιστοιχεί στην Καινούρια Χώρα.
1700: Παναγιωτόπουλος: 24. Chernuiacora με 12 άνδρες σε σύνολο πληθυσμού 53.
18ος Αιώνας: χειρόγραφο Παπαδάκη: Καινούρια Χώρα.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου,
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ταινάρου, 1841, δήμος Λαγίας και 1914 κοινότητα Λάγιας.
1813: Πουκεβίλ, Καινούρια Χωριά αριθμός πολεμιστών 30/20.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 96.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 96 (1828-30).

ΚΑΛΑΜΙΤΣΙ – ΠΟΡΤΟ ΚΑΛΑΜΙΤΣΙ

1674: Από Πόρτο Καλαμίτσι έφυγαν πρόσφυγες από το Πραστίο για τη Ζάκυνθο (Χασιώτης: Εποικισμοί σ. 135.
Βλέπε Εβλιά Τσελεμπί για Πόρτο Καλαμίτσι.

ΚΑΛΙΑΖΙ

1670: Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΔ΄, σ. 302, «Μια ώρα από το Καριά Δερεσί ήταν το χωριό Καλιά, Έχει 50 σπίτια χωρίς κήπους και αμπέλια. Ένα χωριό που έχει νερά που αναβλύζουν» Το χωριό Καλιά μπορεί να είναι η Σκάλα ή η Χαριά.
1700: Παναγιωτόπουλος: Καλιάζι, άνδρες 62 σε σύνολο πληθυσμού 252.
1692, Topping, Cagliati πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 87 και στους Βενετούς 83 ρεάλια.
18ος αιώνας. Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους, σ, 209 του Δημητράκου: Κάλιαζι.
1725. Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: «Ο εις την θέσιν Κάλιαζι ή Χαλάσματα, προ του χωρίου Γέρμα ικανών διαστάσεων ναός του Σωτήρος (1725)»
1829 Η Γαλλική Επιστηνονική Αποστολή σημειώνει μοναστήρι «Καλιάζι», Μ. Χουλιαράκη, τόμ. Α΄, Μέρος 1, σ. 44).

ΚΑΛΙΑΝΑΪΙΚΑ

Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Αγιογράφος στον Προφήτη Ηλία (1758) ο Αναγνώστης από Λαγκάδα, ίσως Σελεβερδάκης.
Ό.π., σ. 134 και ίσως Νικόλαος από Νομιτζή. (Ίδιος και στους Αγίους Θεοδώρους του Κάμπου)
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428 Άγιος Νικόλαος Καλιανέϊκα.

ΚΑΛΟΝΙΟΙ

1618. Στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Calionna de Nicliani με 15 σπίτια.
1655. Χασιώτης, σ. 155 Calognius.
1700: Παναγιωτόπουλος: 29. Calοgni άνδρες 30 σε σύνολο πληθυσμού 104.
1692 Topping: Chita Cologni stomia πλήρωναν στους Τούρκους 80 ρεάλια και στους Βενετούς πλήρωσαν 36.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στους Νυκλιάνους του Δημητράκου, Καλονιοί.
Νηφάκης: Καλονιούς, στίχ. 33.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη ; Καλονιάτες
Πουκεβίλ: Caloge άνδρες 300 ???
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 47.
Δημητράκου: Νυκλιάνοι, σ. 158-9: Καλλονή στην Κρήτη, Καλονιοί στην Κοίτα.
Ό.π., σ. 223: Διοικητική Διαίρεση: 1914 στην Κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 227: Οι Καλονιοί αντί Καλλονή

ΚΑΛΟΥ – στου Καλού

Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 158, 170, 184: Άγιος Βασίλειος στον Καλού (1270-1280) (τέλος του 13ου αιώνα).
Ό.π., σ. 173: Ταξιάρχης ή Άγιος Λουκάς στον Καλού (αρχές 14ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 73: Άγιος Βασίλειος στον Καλού, 13ος αιώνας.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Άγιος Βασίλειος Καλού 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 91: Ταξιάρχης ή Άγιος Λουκάς αρχές 14ου αιώνα.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 248, 254: ναοί

ΚΑΛΥΒΕΣ – Κάλυβες

Νηφάκης: Κάλυβες στιχ. 69.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 130: Αγιογράφος Ιωάννης Π.Μ. στα 1822 στον ναό της Μεταμορφώσεως.
Λακωνικαί Σπουδαί, τον, Η΄, σ. 420: Κάλυβες.

ΚΑΜΠΟΣ

Στα 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Cambos di Zernata με εννενήντα σπίτια.
1670: Ε. Τσελεμπί: Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄. σ. 298. Το προάστιο-χωριό Καμπόσι έχει τριακόσια σπίτια. (Είναι συνήθως υπερβολικός π Τσελεμπ)ί.
1686: Αναφέρεται Campo di Zarnata (Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 290).
1700 Παναγιωτόπουλος: Κάμπος άνδρες 64 σε πληθυσμό 274. Άνω Κάμπος 63 άνδρες σε σύνολο κατοίκων 281. Κάμπος και Άρμπα άνδρες 89 σε σύνολο 285. Κάτω Κάμπος και Άρμπα 27 άνδρες σε σύνολο 115.
1692: Τopping: Campo Nerova πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 408 ½ ρεάλια και 280 στους Βενετούς.
Νηφάκης: Κάμπος στίχ. 67
1813 Πουκεβίλ: Cavos 130 πολεμιστές για εκστρατεία και 260 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 285. Η Άρμπα αναφέρεται χωριστά.
1780: Επισκοπή Ζαρνάτας: Η Ζαρνάτα και Κάμπος καλουμένη. (Ζερλέντης).
1811 ο Κάμπος ανήκε στην αρχιεπισκοπή Ζαρνάτας (Ζερλέντης)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 134: Ίσως τους Αγίους Θεοδώρους Κάμπου να ζωγράφισαν οι Νικόλαος από Νομιτσή και Αναγνώστης από Λαγκάδα.
Δημητράκος, Νυκλιάνοι σ, 224: Στη θέση του Κάμπου η αρχαία Γερήνια.
Forster, σ. 163 επιγραφές.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 468: Άι Γιαννάκης Κάμπου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Η΄, σ. 434. Κάμπος 420.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ+Δ, σ. 332, Κάμπος Κολοκούβαρος 1730.
Πελοποννησιακά τόμ. ΣΤ΄, σ. 5 και 13: Κάμπος ενοικίαση κτήματος Λιμπεράμη Γερακάρη 1699.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΒ΄, σ. 214 Κάμπος.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 427: Άι Γιαννάκης Κάμπου 13ος αιώνας.
Φιλική Εταιρεία αρ. 266: Ιεροδιάκονος Δανιήλ Κουλουφέκης από τον Κάμπο.
Πελοποννησιακά, Παράρτ. 5, σ. 132: Ιερομόναχος Παρθένιος “εκ χώρας Κάμπου”. 1764. (Κουγέας Η μονή Τίμιοβας 1956)
Ό.π., σ. 395-7: Από Κάμπο στο Πεταλίδι. α) Μαρκέας και β) Δαζέας
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 388, 401.
Πουκεβίλ 558
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 15.

ΚΑΝΔΗΛΗ-ΚΑΝΔΥΛΗ

Όταν τελεόωσε ο Τουρκο-βενετικός πόλεμος 1463-1479, οι Βενετοί παρέδωσαν στους Τούρκους τη Μάνη, η οποία είχε πολεμήσει μαζί τους και δεν την είχαν πατήσει Τούρκοι. Ο ευρισκόμενος στην υπηρεσία της Βενετίας Κροκόδειλο Κλαδάς, ο οποίος είχε κτήματα στον Ζυγό της Μάνης, εγκατέλειψε τους Βενετούς και πήγε στη Μάνη κάνοντας την πρώτη κατά των Τούρκων επανάσταση. Αναφέρεται ότι ο Κλαδάς εκδίωξε τους Τούρκους και μεταξύ των τόπων που κατέλαβε αναφέρεται και το Κανδήλι, το οποίο όμως δεν ήταν δυνατόν μέχρι τώρα να εντοπισθεί. Από το ακόλουθο έγγραφο, που αποτελεί φορολογικό πίνακα, φαίνεται να φορολογούνται από κοινού το χωριό Λουκάδικα του Κολοκυνθίου με το Κανδήλι. Επειδή στα Λουκάδικα υπάρχει κάστρο, γνωστό σαν κάστρο της Κολοκυθιάς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι Κανδήλι και κάστρο Κολοκυθιάς ταυτίζονται και είναι δίπλα στο χωριό Λουκάδικα.
1692: Topping: Candilie e Lucadica πλήρωναν φόρο στους Τούρκους και μετά στους Βενετούς 97 ρεάλια.
1700: Παναγιωτόπουλος σ. 289 και 311: 34. Candilli, άνδρες 79, σύνολο πληθυσμού 345.

KAΡABAΣ

Λακωνικαλι Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 154: (εκτενώς). Άγιος Νικήτας Καραβά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 160-168: Άγιος Μάμας (πρώτο μισό 13ου αιώνα).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιος Μάμας Καραβά (13ος αιώνας).
Δημητράκου, Νυκλιάνοι σ. 158: Καραβάς στα Κύθηρα και στη Μάνη. Η θέση του Μανιάτικου Καραβά μπορεί να έχει σχέση με καράβια, όπως στα Κύθηεα;
Ό.π., σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., σ. 227: Καραβάς από πρόσφυγες του Καραβά Κυθήρων.

ΚΑΡΑΒΟΣΤΆΣΙ

Το 1829 το Καραβοστάσι, που είναι λιμάνι του Οιτύλου είχε σημειωθεί από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο χάρτη.

ΚΑΡΒΕΛΑΣ

18ος αιώνας : χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους, αναφέρεται το 1763.
Νηφάκης: Καρβελοχώρι, στιχ. 46.
1806 υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καρβελάς εις Μαλέβρι.
1813 Πουκεβίλ: ο Καρβελάς διέθετε 50 ένοπλους για εκστρατεία και 100 που μπορούσαν να πολεμήσουν.
1829: Η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 388
Λακωνικαί Σπουδαί Ζ΄, σ. 131: Τοιχογραφίες από Αναγνώστη Καλκατζάκη στα 1773 στον Ταξιάρχη και στα 1780 στον Άγιο Πέτρο.
Δημητράκου Νυκλιάνοι, σ. 250: Ο Ζερβόμπεης 1810- 1812 ήταν από Καρβελά.
Λακωναικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 447: κάτοικοι 388 (1828-30).
Leake, σ. 255, 257, 267.
Πουκεβίλ, αριθμός ανδρών για εκστρατεία

ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ

Βλέπε: Ανδρούβιστα

ΚΑΡΕΑ. (Άνω και Κάτω Καρέα)

Στα 1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται: 53. Charea με 18 σπίτια (μήπως Χαριά;;;)
1655 Χασιώτης, σ. 155. Carea
Zώης, οικογένεια Φουκά το 1590 από Χαριές (Χαριά ή Καρυές) Οικογένεια Κληροδότη από Χαριές Μάνης
1670: Ε. Τσελαμπί: Παλοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300: «Από δω (Σιδηρόκαστρο) προχωρήσαμε προς την κατεύθυνση της Μέκκας (νότια). Χωριό Καρυόπολη… από εδώ προχωρήσαμε προς την κατεύθυνση της Μέκκας μισή ώρα… Κρύο Νερό». Δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι είναι η Καρυούπολη και όχι η Καρέα.
1700 Παναγιωτόπουλος Καρέα άνδρες 59 σε πληθυσμό 280.
1692, Topping: Η Carea πλήρωνε φόρο στους Τούρκους 90 ρεάλια και στους Βενετούς 47 ½.
Νηφάκης, Καρέα στιχ. 41.
1806, υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καρέα εις μαλέβρι.
Ο Leake αναφέρει Καρέα
1813: Πουκεβίλ: Carca μπορούσε να στρατολογήσει για εκστρατεία 40 πολεμιστές, ενώ πολεμούσαν 30:::
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: κάτοικοι 47.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ, 160: Καρέα στη Μάνη, Καρέα στην Κρήτη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 476, 497.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 400.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ, 160.

ΚΑΡΙΝΙΑ

1618 στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Charignia με 30 σπίτια.
1655, Χασιώτης σ. 155: Carigna
1700 Παναγιωτόπουλος: 20. Carigna, άνδρες 12 σε πληθυσμό 48.
1692 Topping: Mina Carini πλήρωναν φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 21 ½.
18ος αιώνας: Αναφέρεται στο χειρόγραφο Παπαδάκη που είναι στους Νυκλιάνους του Δημητράκου.
Νηφάκης: στιχ. 205. Καρίνια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Καρίνια
1805 Leake, σ. 287: Καρίνια
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 173: Άγιος Γεώργιος Καρίνιας (13ος αιώνας)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 73 και 74. Άγιος Γεώργιος (1281)
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου και 1914 κοινότητα Μίνας.
Ό.π., σ. 227: Καρίνια: από την αρχαία λέξη Κάρηνον = Κάρη, που σημαίνει κεφαλή «πίπτε κάρηνα Τρώων φευγόντων». Επί ορέων κορυφή. Επί πόλεων ακρόπολη «Πολλάων πολίων κατέλυσα κάρηνα». Η τοποθεσία της Κάρηνας είναι και κορυφή και κάστρο. Η τοποθεσία αυτή λέγεται σήμερα και Πομλεμίτας = ακρόπολη. Τα δύο χωριά είναι κτισμένα σε οχυρές θέσεις και απέχουν 500 μέτρα.
Ό.π., σ. 282: ο Vasmer θεωρεί το Καρήνεια από το σλαβικό Koryto που σημαίνει σκάφη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 466: Άγιος Γεώργιος στην Καρίνια της Μίνας.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ, 476, 477, 495.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 101: Άγιος Γεώργιος Καρίνιας 1285.
Βαγιακάκος: Ο Ιμβραήμ εναντίον Μάνης: σ, 82.

ΚΑΡΥΟΥΠΟΛΗ

Χωρογραφικοί πίνακες του Hopf, σ. 203: 1463: 21. Caripoli in Brazzo du Maina.
Ό.π., σ. 205-6 από το 1471: 111. Caripoli με το σημείο R που σημαίνει ότι το κάστρο ήταν ερειπωμένο
Bouchon 1471,1474, Cariporti
1618: αναφέρεται στη στατιστική του Π. Μέδικου Cariopoli Vescovato με 20 σπίτια. Δηλαδή είναι τόπος διαμονής του επισκόπου.
1655. Χασιώτης σ. 155: Caropogli
1670. Ε. Τσελεμπί Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 300 Βλέπε σχετικά στην Καρέα.
1684 Πρόσκληση στο Μοροζίνη από Καρυούπολη. (Μήπως Καρέα;) Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 282.
1700. Παναγιωτόπουλος, 21. Cariopoli άνδρες 36 σε πληθυσμό 165.
1692 Topping Cariopoli πλήρωνε φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 37 ½ ρεάλια.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη: 1763 Μηνιάκοβα Νέα Καρυόπολι, στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους, σ. 202. Ο Παπαδάκης στην Καρυούπολη γιάτρεψε τον Λουμάκη το Γιώργη.
1805 Leake στο χάρτη του σημειώνεται η Καρυούπολη. 1805: Πέρασε ο Leake, σ, 252, 8, 263, 3, 4, 7, 280
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, Καρυούπολη κάτοικοι 154.
Επισκοπή Καρυουπόλεως: Ζερλέντης, σ. 35.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στον ναό Αγίου Γεωργίου τοιχογραφίες από Μιχαήλ Κληροδέτη 1863 (από Κελεφά;)
1715 Ο Αντώνιος Καβαλιεράκης-Φωκάς κατοικούσε στην Καρυούπολη (ή Βαχό). Μέρτζιος, Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ’, σ. 281-285.
1770 Ο Καρυουπόλεως παρακινεί τους Μανιάτες να συμπράξουν με τους Ρώσους. Σακελλαρίου, σ. 164 (Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 16).
1821: Κατάλογος Αναγνωσταρά: 300-600 στρατιώτες μπορούσε να στρατολογηθούν από την Καρυούπολη.
Ετζέογλου, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 3, «Καρυούπολις» εκτενώς.
Ό.π., σ. 12, είναι η πρώτη πόλη στη Μάνη που μνημονεύεται σε γραπτό κείμενο.
Ό.π., σ. 14: 1447 Ο Κυριακός Αγκωνίτης επισκέπτεται την Καρυούπολη. Ήταν εκεί ο Γ. Σοφιανός ως στρατοπεδάρχης.
Ό.π., σ. 18: Επισκοπή Καρυουπόλεως από 1340 μέχρι 1426.
Ό.π., σ. 24: Ναός Αγίου Νικολάου.
Ό.π., σ. 27: ναός Αγίου Γεωργίου εικονογράφηση 1793.
Ό.π., σ. 15: Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας τόμος έκτος σ. 65, 220. Χάρτης Πτολεμαίου.
1615: Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 113: Αναφέρεται ο επίσκοπος Καρυουπόλεως αρχηγός αντιπροσωπείας Μανιατών.
Ό.π., σ. 357: Μοναστήρι Παλαιάς Καρυούπολης Άγιος Γεώργιος που πουλήθηκε στους Τζεροβίτες από τον πνευματικό Ανανία.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: Κάτοικοι 154 (1828-1830).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 232: Επίσκοπος Καρυουπόλεως Μακάριος (ίσως ο Γουράτος, γιατί αναφέρεται ότι ήταν από Κουτήφαρη,
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 281-5 και Μνήμων τόμ. Ε΄, (1975) σ. 4.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ε΄, σ. 441, επίσκοπος Καρυούπολης στα Ορλωφικά.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ζ΄, σ. 438, επίσκοπος Καρυουπόλεως επιστολή Αντώνμπεη Γρηγοράκη.
Λακωνικαί Σπουφαί τόμ. Η΄, σ. 434 Καρυούπολις.
Πελοποννησιακά τόμ Β΄, σ. 323, Καρυούπολη τοπωνύμιο Λακωνίας.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ΄, σ. 281 Καρυούπολη 1715, Αντ. Καβαλιεράκης.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 63, επισκοπή καρυουπόλεως. Ό.π., σ. 60 Καρυουπόλεως Βενέδικτος 1812,
Πατριαρχέας Δίπτυχον, σ. ξζ’: Αναγνωσταράς γράφει ότι η περιοχή Καρυούπολης με τον Γεωργάκη Καβαλιεράκη (Φωκά) δίνει 300 στρατιώτες.
Ό.π., ξη΄: Ο Φιλήμων έχει την Καρυούπολη να δίνει 600 στρατιώτες με Τσιγκουριό και Καβαλιέρη (Ενώ ο Αναγνωσταράς έχει αυτούς τους δύο στο Βαθύ και Πασσαβά με τους 600 στρατιώτες. Ορθώς).
Πελοποννησιακά παράρτ, 13, σ. 525 και 537. Πύργος Καβαλιεράκη (Φωκά-Κοσονιάνων).
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 400.
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 28, 42, 76, 81, 83,
Παλαιολόγεια-Πελοποννησιακά: τόμ. Α΄, σ. 181 Επίσκοπος Καρυουπόλεως.

ΚΑΣΠΟΤΕΝΟΙ

!618: Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chaspotegni με 40 σπίτια. Το όνομα κασποτίνος απαντά στην προσπάθεια μετανάστευσης μανιατών στα 1644 (Μέρτζιος, Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σελ. 434-6) πιθανώς κάποιο χωριό φέρονταν με το όνομα της οικογένειας που το κατοικούσε.
1700: Παναγιωτόπουλος: 10. Chaspotinus με 25 σε πληθυσμό 94.
1692, Topping Cospodini ΄πλήρωναβ φόρο στους Τούρκους 20 ½ και στους βενετούς 11 ρεάλια.
1644, Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 436: Παύλος Κασποτίνος.

ΚΑΣΤΑΝΙΑ – ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΣΤΑΝΙΑ

1278: Άνδρες από την Ανδρούβιστα λήστεψαν βάρκα που πήγαινε από την Κορώνη στην Καστάνια, φορτωμένη λάδι και αλάτι και ανήκε στον Αλβέρτο Μαραγκώνο και Ιωάννη Κόντε. Τους συλληφθέντες οδήγησαν στο κάστρο του Λεύκτρου (Belforte) και τους φυλάκισαν. Στο κάστρο καπετάνιος ήταν ο Μακρυδούκας (Tafel –Thomas, τόμ. 3, σ. 234).
Στα 1480 επί Κλαδά (Σάθας, σ. 38 και 40).
Στα 1618 στη στατιστική του Π. Μάδικου αναφέρεται Καστάνια με 150 σπίτια.
Στα 1655, Χασιώτης, σ. 155, Kastagniotes.
1670 Ε. Τσελαμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 299 «Χωριό Καστάνια. Μέσα σε μια ρεματιά είναι 300 σπίτια… 400 οπλοφόρους».
1692 Topping, Castagnia-Prastio πλήρωναν φόρο στους Τούρκους 417 ½ και στους βενετούς 133 ρεάλια.
1621 Νομική Συναγωγή του Δοσιθέου, Κουγέας: Ελληνικά, τόμ 6ος, 1933, σ. 299 Καστανέα: στην αρχιεπισκοπή Πλάτσας.
Νηφάκης, Καστάνια στιχ. 91 και 121.
1805. Στο χάρτη του Λήκ σημειώνεται Καστάνια.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι ;;;
Επισκοπή Μηλέας και Καστάνιας: Ζερλέντης σ. 49.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 490: Άγιος Πέτρος Καστάνιας (υπάρχει μονογραφία για την εκκλησία).
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 456 «Ο ναός του Αγίου Πέτρου εις Καστανέα τετρακίονος, κτισμένος το πλείστον κατά το πλινθοπερίκλειστον σύστημα δομής με ικανά κεραμοπλαστικά κοσμήματα, θαυμάσιον μαρμάρινον ανάγλυφον περίθυρον, μεταγενέστερον βυζαντινόν νάρθηκα και νεότερον (1816) κωδωνοστάσιον. Διασώζει τον γραπτόν του διάκοσμον αναγόμενον πιθανότατα εις το β΄ ήμισυ του 11ου αιώνος».
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 456: Μεταβυζαντινός σταυρεπίστεγος με τρούλλον ο ναός του Αγίου Νικολάου (Τρικάμπανος) εις Καστανέαν. Έχει νάρθηκα και σώζει τοιχογραφίες του 15ου μάλλον αιώνος.
Ό.π., σ. 457: Ο ναΐσκος της Παναγίας εις Καστάνιαν με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα.
Ό.π., σ. 457: Μεταξύ Καστάνιας και Σαϊδόνας ερειπωμένος ναός των Ταξιαρχών με τοιχογραφίες πιθανώς του 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 85: Με φουρνικό στεγάζεται το κεντρικό τμήμα του νάρθηκα του Αγίου Πέτρου Καστανέας. Ο ναός χρονολογείται στον 12ο αιώνα και ο νάρθηκαν δεν απέχει πολύ χρονολογικά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 154: Φ.Α. Δροσογιάννη, σχόλια στις τοιχογραφίες της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Μεγάλη Καστάνια της Μάνης, Αθήνα 1980.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 152, α) σταυρεπίστεγος Άγιος Νικόλαος, β) Τρουλλαίος σταυρεπίστεγος Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος και γ) Άγιος Νικόλαος.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 158: Άγιος Νικόλαος «στης Μαρούλαινας» Καστάνιας. Ό.π., σ. 172, Άγιος Γεώργιος Καστάνιας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71, Άγιος Γεώργης Καστάνιας 13ος αιώνας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 300: Πληγωμένος Νικόλαος Δουράκης από Μεγάλη Καστάνια.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 63: Άγιος Πέτρος Καστανέας κωδωνοστάσιο.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. ΙΣΤ’, 2002, σσ. 249-312 (Οικογ. Δουράκη).
Για την Καστάνια της Δυτικής Μάνης γίνεται λόγος στο άρθρο του Στ. Καπετανάκη με τίτλο «Η οικογένεια Δουράκη».
Πατριαρχέας, Δίπτυχον, σ. ξζ΄: Ο Κωνσταντής Δουράκης από Καστάνια μπορούσε να κινητοποιήσει 400-500 άνδρες.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7. Από Καστάνια στο Πεταλίδι: Δουράκης.
Leake, σ. 316-8.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 159-161.
Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, σ. 41 και 51.

ΚΑΣΤΑΝΙΤΣΑ – ΜΙΚΡΗ ΚΑΣΤΑΝΙΑ

Στους χωρογραφικούς πίνακες του Hopf σ. 206: 13. Castanitza.
Στα 1480 επί Κροκόδειλου Κλαδά (Σάθας, σ. 38 και 40).
Στα 1655 Χασιώτης, σ. 155: Castagniotes.
Νηφάκης: Καστανιτζα στιχ. 103, 122
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 255.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 290: Υπόμνημα Ολλανδικών αρχείων.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ, 447: κάτοικοι 255 (1828-30).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Η΄, σ. 434: Καστάνιτζα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 511, Καστάνια.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 131: Καστάνιτσα Μικρή 1481 (Καψάλης).
Ό.π., σ. 134: 1780.
Ό.π., σ. 144-6-8-156-158.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 118: Καστάνια Μικρή.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 89: Άγιος Πέτρος 12ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437, Άγιος Πέτρος 12ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 437, Άγιος Νικόλας, 13ος αιώνας.
Ό.π., τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428, Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος πρώτο ήμισυ 13ου αιώνα .
Ό.π., τόμ. ΙΖ΄, σ. 95, Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος πρώτο ήμισυ 13 αιώνα.
Ό.π., τόμ. ΙΖ΄, σ. 94, Άγιος Προκόπιος 13ος αιώνας.
Ο Βασίλης Βενετσανάκης από τη Μικρή Καστάνια κινητοποιούσε 250 στρατιώτες.
Φιλική Εταιρεία, σ. 383 Νικολάκης Βενετζανάκης από Καστάνιτζα μέλος της Φ. Ε. από 2 Απριλίου 1819.
Πελοποννησιακά παράρτ. 13, σ. 525: Πύργος Μικρής Καστάνιας.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 392.
Leake, Καστάνιτζα, σ. 262, 316.
Πουκεβίλ, σ. 596.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Β΄, σ. 58 και 161.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, 38, 52, 53, 63.
Δ. Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 118 και 148.

ΚΑΣΤΡΙ – Ξεμόνι βορείως του όρμου Μαρμάρι

Εικόνες της Μάνης: Parkins, σ. 102.

KATΣAOYNIANIKA

Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, 1829 σημειώνονται στον χάρτη τα Κατσαουνιάνικα, που βρίσκονται κοντά στο χωριό Χωσιάριο και την Μαραθέα.
Leake, σ. 255, 271
Βαγιακάκος: Ιμβραήμ εναντίον της Μάνης, σ. 148.

ΚΑΥΚΙ

Νηφάκης: Καυκί στόΊχος 44.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καυκιώτες στην επαρχία Φουκά.
1813: Πουκεβίλ: Καυκί άνδρες για εκστρατεία 19 και σύνολον πολεμιστών 20.
Το 1829 το αναφέρει η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 223, Διοικητική Διαίρεση, 1836 δήμος Ασίνης.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 446: κάτοικοι 31 (1828-30)
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 313, ετυμολογία. Ό.π., σ. 306: Τοπωνύμιο Αχράδα στο Καυκί .
Leske, σ. 267.

ΚΑΦΙΟΝΑ

1798: Νηφάκης, Καφιόνα στιχ. 205.
1806: Υποσχετικό στον Αντώνμπεη : Καφιονάτες.
1829: Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Καφιόνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Γ΄, σ. 459: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας. Τοιχογραφίες 12ου-13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 157, 160: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1264)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 157, 158, 168: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1264) και (1264-1265-1270).
Λακωνικαί Σπουδαί Θ΄, σ. 73: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας (1263-1270).
Δρανδάκης: Βυζαντινές τουχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 72.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση: 1836 δήμος Ιππολών. 1841 δήμος Οιτύλου. 1914 κοινότητα ;;;;
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Γ΄, σ. 65: Άγιοι Θεόδωροι Καφιόνας
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ’ , σ. 476-495.
Πελοποννησιακά, τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 254: Άγιοι Θεόδωροι 1263-70.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 5, σ. 395-7: Στο Πεταλίδι από Καφιόνα 1) Παπαδάκος, 2) Πιρούκας ;;;.
Βαγιακάκος: Ο Ιμβραήμ εναντίον Μάνης, σ. 39, 44.

ΚΕΛΕΦΑ – ΚΑΣΤΡΟ ΚΕΛΕΦΑΣ

Το κάστρο της Κελεφάς οφείλει το όνομά του στη γειτονεα με το χωριό Κελεφά και χτίστηκε το 1670 από τους Τούρκους μετά από τη συμφωνία του Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος για να αποφύγει εισβολή των Τούρκων στη Μάνη, συμφώνησε να χτίσουν οι Τούρκοι τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας. Το 1685 οι Μανιάτες συμπολέμησαν με τους Βενετούς, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στην περιοχή της Κορώνης κσι αφού πολιόρκησαν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας τα ανάγκασαν σε παράδοση. Το 1715 με την νέα τουρκοκρατία συμφωνήθηκε οι Μανιάτες να διώξουν μόνοι τους τους Βενετούς, οι οποίοι κρατούσαν το κάστρο, και να μην εισχωρήσουν Τούρκοι στη Μάνη. Το κάστρο της Κελεφάς καταστράφηκε από τους Τούρκους και δεν χρησιμοποιήθηκε έκτοτε.
1618 Στη στατιστική του Πέτρου Μέδικου αναφέρεται Chelefa με 300 σπίτια.
1655 Χασιώτης, σ. 155 Chilefa
Βαγιακάκος, Μανιάτες στη Ζάκυνθο, Β΄, σ. 9, 1709 αναφέρεται Κελεφά για μεταφορά κρασιού στη Μάνη.
1670 Ε. Τσελεμπί, Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 302. «Το χωριό Κελεφά είναι ένα μικρό χωριό που βρίσκεται σε πεδιάδα… σε απόσταση βολής τόξου ένα ποταμάκι τρέχει το λένε Καρνλα Δερεσί». (Προφανώς είναι το μυλολάγκαδο (που ξεκινάει από Καρέα και πορεύεται ανάμεσα σε Οίτυλο και Κελεφά.
1672. Το Σεπτέμβριο του 1672 έγινε στάση στην περιοχή του κάστρου της Κελαφάς (Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 162)
Η Κελεφά ζητεί βοήθεια από Μοροζίνη (1685). Πολιορκία κάστρου Κελεφάς (Χιώτης, τόμ. Γ΄, σ. 282-293.
1700. Παναγιωτόπουλος: Borgo di Chielefa άνδρες 108 σε πληθυσμό 467.
1692 Topping, Chelefa πλήρωνε φόρο σε Τούρκους και Βενετούς 47 ½ ρεάλια.
1798. Νηφάκης Κελεφά στίχ. 85.
1806 Υποσχετικό στον Αντώνμπεη: Καλαφά : Βασιλιάνοι, Γιωργακιάνοι, Τριγανίτες, Φάλτζοι.
1805 Leake: Κελεφά, σσ. 257, 264, 313, 320.
Πουκεβίλ: σ. 558 Kyclers, Πολεμιστές για εκστρατεία 150, σύνολο πολεμιστών 300. Θα πρέπει να είναι η Κελεφά.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Κελεφά.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 128: Ιστοριογραφία σε τοιχογραφία Άκρας ταπείνωσις του ναού Πέρα Παναγιά Κελεφάς: Ο Αντώνιος Νικολάου ;; (1861 😉
Λακωνικαί Σουδαί, τόμ. Ι΄, σ. 233, 416, 476, 494, 497.
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 318, Κελεφά στην Ενετοκρατία (άρθρο Κριμπά).
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 315. Τοπωνύμιο Κελεφά.
Πελοποννησιακά τόμ. Γ-Δ, σ. 277, Κελεφά 1715.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 150-163 Κελεφά (αναφέρονται σιδηρά κράνη)
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης, σ. 399-400.

ΚΕΡΑΣΕΑ

1700: Παναγιωτόπουλος: Chierasia άνδρες 19 σε σύνολο πληθυσμού 75.
1829 Κερασιά κάτοικοι 57 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

ΚΕΡΙΑ

1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή: Κέρια.
(1813) Pouqueville Kienica Κέρια –Κεχριάνικα.
1810: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 491: Ο Άγιος Γεώργιος Κέριας με δύο στρώματα τοιχογραφιών, των οποίων η νεότερη πιθανώς ανάγεται στον 13ο αιώνα.
Λακωνικαό Σπουδαί τομ. ΣΤ΄, σ. 95-6: Ο Άγιος Ιωάννης στα Κέρια είναι από το πρώτο ήμισυ του 13ου αιώνα.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιος Δημήτριος Κέρια 1300. Ό.π., σ. 73 Αρχάγγελος Κέρια (β΄ 13ου αιώνα).
Δρανδάκη, Βυζαντιναί τοιχογραφίες Μέσα Μάνης, σ. 75: Άγιος Ιωάννης.
Δημητράκου, Νυκλιάνοι, σ. 222-3 Διοικητική διαίρεση της Μάνης 1836: Δήμος Θυρίδων, 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Ό.π., α. 228, μοναστήρι Αϊγιάννη.
Ό.π., σ. 228: Κέρια από το απόκρημνο νησάκι Κέρια, Κερεια, Κάρος που βρίσκεται μεταξύ Νάξου και Αμοργού.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. ΣΤ΄, σ. 73, 77, 78: Άγιος Ιωάννης κωδωνοστάσιο.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 466: Ναός Ασωμάτων Κέρεια.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 476, 496.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΖ΄, σ. 91: Άγιος Δημήτριος (προχωρημένος 13ος αιώνας).
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 431: Άγιος Ιωάννης (πρώτο ήμισυ 13ου αιώνα).
Leake, σ. 292, 300.

ΚΕΧΡΙΑΝΙΚΑ

1700 Παναγιωτόπουλος: 14. Cecrianica άνδρες 11 σε πληθυσμό 52.
1692. Topping: Cheghrianica στους Τούρκους δεν πλήρωναν φόρο ενώ στους Βενετούς 7 ρεάλια.
18ος αιώνας: Χειρόγραφο Παπαδάκη στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους: Κεχριάνοι.
Ό.π.. Νυκλιάνοι σ. 222-3: Διοικητική Διαίρεση 1836 και 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κοίτας.
Ό.π., σ. 228: Κεχριανικα τόπος που έσπερναν κεχρί ή από άνθρωπο ονομαζόμενο Κεχρής (Πουλημένος Κεχρής. Το 1659, Βαγιακάκος, Νίκλος 1954, σ. 30 και Κεχρής Γεώργιος 1674-6, μετανάστης, Τσιπρανλής Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Δ΄, σ. 126-127).
Νηφάκης: Κεχριάνικα στιχ. 208.
1813 Pouqueville, Kienica;, (Κέχρης) 40 πολεμιστές για εκστρατεία και 90 συνολικά πολεμιστές.
1829: Κεχριάνικα σ. 142 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.
1820: Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 132: Στο ναό Παναγίας εικονογράφος Παναγιώτης Κλήροδέτης 1789.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 395-7: από Κεχριάνικα στο Πεταλίδι: 1) Πασαρέας, 2) Κοττέας.

ΚΗΠΟΥΛΑ-ΚΙΠΠΟΥΛΑ

1618 Στη στατιστική του Π. Μέδικου αναφέρεται Chipoulla με 30 σπίτια.
Το 1655, Χασιώτης, σ. 155 Chipula
1700, Παναγιωτόπουλος: 31. Cipulla: 22 άνδρες σε πληθυσμό 93.
1692, Topping, Cunos, Diri, Chipula πλήρωνε φόρο στους Τούρκους 33 ½ και στους Βενετούς 43 ρεάλια.
18ος αιώνας χειρόγραφο Παπαδάκη: Κηπούλα. (Στου Δημητράκου τους Νυκλιάνους)
Ό.π., Νυκλιάνοι, σ. 64: Ιστορία Κατσημαντή, ό.π., σ. 60 που πήγε στον Γερολιμένα.
Ό.π., σ. 106: Συζητείται η θέση της αρχαίας Ιππόλας.
Ό.π., σ. 222-3 Διοικητική Διαίρεση 1836 δήμος Θυρίδων. 1841 δήμος Μέσσης και 1914 κοινότητα Κούνου.
Νηφάκης: Κηπούλα στιχ. 209.
1813 Pouqueville, Mynela ? άνδρες για εκστρατεία 30 και συνολο πολεμιστών 100.
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή, κάτοικοι 95.
1810 Επισκοπή Λαγίας και Κατωπαγκίου (Ζερλέντης)
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 127: Ιστοριογράφος ναού Αγίων Ανατγύρων Κιππούλας (1265) Νικόλαος και Θεόδωρος από Ρετζίτζα (Ρεκίτσα).
Ό.π., σ. 156, 157, 162, 166, 173, 180, 184, 185: Δρανδάκης οι τοιχογραφίες των Αγίων Αναργύρων Κηπούλας Αρχαιολ. Εταιρεία 1980, σ. 109.
Ό.π., σ. 157, 166, 168: Άγιος Νίκήτας Κηπούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Θ΄, σ. 71: Άγιοι Ανάργυροι Κηπούλας, 13ος αιώνας.
Ό.π., σ. 73: Άγιοι Ανάργυραι (1265) και Άγιος Νικήτας (13ος αιώνας).
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, σ. 100: Άγιοι Ανάργυροι Κηπούλας.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Στ΄, σ. 519: Έργον Πετρίδη.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ. 467: Άγιοι Ανάργυροι.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 253: άγιοι Ανάργυροι 1265.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5-6, σ. 395-7: Στο Πεταλίδη από Κηπούλα: 1) Λεουτσάκης, 2) Τσακάκος, 3) Πενταρβάνης, 4) Κατσαράς, 50 Κορκολιάκος-Δημέας, 6) Γαρδελάκης.

ΚΙΤΡΙΕΣ

1670. Ε. Τσελεμπί (Πελοποννησιακά τόμ. ΙΔ΄, σ. 296) Αναφέρεται στο λιμάνι του Ζάραντα – Ζαρνάτας – Το στόμιό του βλέπει προς την Κορώνη και μπορεί να χωρέσει 200 πλοία. Πολλά νερά. Ιαματικά νερά.(Μήπως εννοεί το λιμάνι του Αλμυρού, αλλά γράφει πως πορεύτηκαν από τους μύλους νότια).
1612. Ο Βενετός στόλαρχος Τσιβράν πήγε στις Κιτριές, είχε συνομιλίες με Μανιάτες και τελικά αναχώρησε για Σαπιέντζα. Περιγράφει εντυπώσεις από τους συγκεντρωθέντες στις Κιτριές που νόμιζαν ότι άρχισε πόλεμος με τους Τούρκους (Μέρτζιος, Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Α΄, σ. 92-3, 95).
1639. Φήμες ότι οι Τούρκοι στοχεύουν να χτίσουν κάστρα στο Οίτυλο, το Πόρτο Κάγιο και τις Κιτριές. Ό.π., σ. 124).
1659. Ο βενετσάνικος στόλος έφυγε από Κιτριές και Πόρτο Κάγιο και πήγε στη Σαπιέντζα για να ησυχάσουν οι Τούρκοι και να πιάσει ο αιφνιδιασμός (ό.π., σ. 150).
1659. Μοροζίνη στις Κιτριές (ό.π., σ. 151).
1673. Στόλος Μαλτέζικος πήγε στις Κιτριές για την πολιορκία της Ζαρνάτας, που είχε οργανώσει ο Λιμπεράκης Γερακάρης. Εγκατάλειψη προσπάθειας άλωσης του φρουρίου. Έφυγαν οι Μαλτέζοι (ό.π., σ. 162, 163, 165).
1685 Αναφέρονται οι Κιτριές στην πολιορκία της Ζαρνάτας (Χιώτης τόμ. Γ΄, σ. 291.)
Νηφάκης, Κιτριές στίχ, 116, 163.
1805 Leake χάρτης
1829 Γαλλική Επιστημονική Αποστολή Κιτριές.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Ζ΄, σ, 127: 1773 Ιστοριογράφος εικόνας Χρηστού στον Άγιο Κωνσταντίνο ο Αναγνώστης.
Ό.π., σ. 133, Μαυρομιχάλης Ιωάννης Π. 1839 εικόνα του Προδρόμου στον Άγιο Κωνσταντίνο Κιτριών.
Ό.π., σ. 247: Έδρα Τζανέτμπεη Κουτούφαρη.
Forster: επιγραφές Γερήνιας, σ. 163.
Λακωνικαί Σπουδαί τόμ. Β΄, σ. 153, ο πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωαννίκιος στις Κιτριές 1659.
Ό.π., σ. 282, 285, 287.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Θ΄, σ. 378 Κιτριές, σ. 334.
Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Ι’, σσ. 499-524,
Πελοποννησιακά τόμ. Α΄, σ. 85 και 86. Κιτριές 1770.
Πελοποννησιακά τόμ. Β΄, σ. 431, Κιτριές 1821 Περραιβός.
Ό.π., σ. 453. Κουτήφαρης.
Πελοποννησιακά τόμ. Ε΄, σ. 101: 1815. Κιτριές μετάβαση Θεοδωρόμπεη.
Ό.π., σ. 107: 1817, 1819 Πετρόμπεης.
Πελοποννησιακά τόμ. Η΄, σ. 251, 4, 5: 1659 Κιτριές.
Πελοποννησιακά τόμ. ΙΣΤ΄, σ. 428: Άγιος Νικόλαος Κιτριών.
Πατριαρχέας, Δίπτυχον σ. ξζ΄, Ο Θεοδωράκης Κουμουνδουράκης από Σταυροπήγιο και Κιτριές μπορούσε να κινητοποιήσει 500 άνδρες.
‘Ο.π., σ. ξθ΄: Στις Κιτριές κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης στις 2 Αυγούστου 1818, ο Αναγνώστης Δημητρόπουλος γραμματικός του Μπέη στις 30 Νοεμβρίου 1818. Ο Κωνσταντίνος Mαυρομιχάλης στις 30 Δεκεμβρίου 1818, Αθανάσιος Κωνστ. Κυριακός στις 31 Αυγούστου 1818, ο Ιωάννης Κ. Κυριακός στις 21 Δεκεμβρίου 1818, ο Nικολάκης Χρηστέας από Ζυγό 29 Νοεμβρίου 1818.
Πελοποννησιακά παράρτ. 5, σ. 188: Βομβαρδισμός Κιτριών 1827.
Ό.π., σ. 194-5, 200, 207, 209.
Πελοποννησιακά, παράρτ. 13, σ. 235: Λιμάνι Κιτριών.
Ό.π,. σ. 536: Κιτριές πύργος.
Μοrritt, σ. 45, 48, 49, 57
Ροst, σσ. Από 70 μέχρι 105 αναφέρεται πολλές φορές.
Στ. Καπετανάκη, Σύνορα Μάνης: σ. 398, 399, 402.
Leake, σσ. 237, 316, 317, 321-3-4, 332.
Πουκεβίλ, σ. 559, 566, 568, 569, 585, 589, 591, 592.
Μεσσηνιακά Γράμματα τόμ. Α΄, σ. 17, 53, και τόμ. Β΄, σ. 161.
Μαραβελέα, Πραστίον: σ. 21.
Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, σ. 52.
Βαγιακάκος, Ιμβραήμ εναντίον Μάνης σσ. 17, 25, 36, 56, 64,